Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου

Από τις μεγαλύτερες ναυμαχίες όλων εποχών, τόσο για τον αριθμό των σκαφών που ενεπλάκησαν, όσο και για την τακτική που εφαρμόστηκε. Έλαβε χώρα στις 7 Οκτωβρίου 1571 στην ευρύτερη περιοχή της Ναυπάκτου (τότε Λέπαντο), με αντιπάλους τα χριστιανικά κράτη της Δύσης και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έληξε την ίδια μέρα, με θριαμβευτική επικράτηση των Δυτικών.
Η κυριαρχία των Οθωμανών στη Μεσόγειο μετά και την κατάκτηση της Κύπρου (1571) τροφοδότησε τις επεκτατικές τους διαθέσεις προς δυσμάς. Τα χριστιανικά κράτη αφυπνίστηκαν, παραμέρισαν για λίγο τις διαφορές τους και με πρωτοβουλία του Πάπα Πίου Ε’ συγκρότησαν στις 25 Μαΐου 1571 τον «Ιερό Αντιτουρκικό Συνασπισμό (Sacra Liga Antiturca). Τον αποτελούσαν η Ισπανία, η Βενετία, η Γένουα, το Παπικό Κράτος, η Σαβοΐα, η Μάλτα και άλλες μικρότερες πόλεις της ιταλικής χερσονήσου. Αποφασίστηκε η συγκρότηση στόλου και η αποστολή του στην ανατολική Μεσόγειο.
H ναυτική δύναμη, με επικεφαλής τον νεαρό ισπανό πρίγκηπα Δον Χουάν της Αυστρίας, συγκεντρώθηκε στη Μεσίνα της Σικελίας και με τις ευλογίες του Πάπα απέπλευσε στις 16 Σεπτεμβρίου 1571. Δέκα μέρες αργότερα, ο στόλος έφθασαν στην Κεφαλλονιά, όπου πραγματοποίησε τις τελευταίες του προετοιμασίες, ενόψει της αναμέτρησής του με τον Οθωμανικό, που ναυλοχούσε στη Ναύπακτο.
Ο συμμαχικός στόλος αριθμούσε 210 γαλέρες, 30 φρεγάτες, 24 μεταφορικά πλοία και άλλα μικρότερα πλοία συνοδείας. Τα πληρώματα των πλοίων έφθαναν τους 38.000 άνδρες, από τους οποίους οι 15.000 ήταν Έλληνες από τα νησιά του Ιονίου και την Κρήτη. Πλούσιοι Έλληνες είχαν εξοπλίσει πλοία και βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της επιχείρησης, όπως ο κερκυραίος Στυλιανός Χαλικιόπουλος, ο ζακυνθινός Μαρίνος Σιγούρος και ο κρητικός Μανούσος Θεοτοκόπουλος (αδελφός του ζωγράφου Δομήνικου Θεοτοκόπουλου).
Ο Οθωμανικός στόλος με επικεφαλής τον Μουεζίν Ζαντέ Αλή Πασά είχε 210 γαλέρες και 50 άλλα πλοία συνοδείας. Τα πληρώματα έφθαναν τους 47.000 άνδρες, από τους οποίους 15.000 ήταν Έλληνες βίαια στρατολογημένοι. Υπολειπόταν σε δύναμη πυρός και ηθικό, καθώς τα πληρώματα μάχονταν για πολύ καιρό και ήταν εξουθενωμένα. Η τουρκική αρμάδα ήταν αποκλειστικά κωπήλατη, ενώ ο συμμαχικός στόλος διέθετε και ιστιοφόρα πλοία, που ήταν το νέο στοιχείο της ναυτικής μάχης.
Η αποφασιστική αναμέτρηση δόθηκε στις εκβολές του Αχελώου ποταμού, κοντά στα νησάκια Εχινάδες, στις 7 Οκτωβρίου 1571, αλλά έμεινε στην ιστορία ως Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Από το πρωί έως αργά το απόγευμα η σύγκρουση διεξαγόταν με τρομερή ένταση. Ο αγώνας σε ορισμένες φάσεις μεταφέρθηκε από κατάστρωμα σε κατάστρωμα και γινόταν σώμα με σώμα.
Ο χριστιανικός στόλος με αρτιότερο οπλισμό και καλύτερη τακτική νίκησε κατά κράτος τον αντίπαλό του, που ήταν σχεδόν αήττητος μέχρι τότε. Με τα λόγια του συγγραφέα του «Δον Κιχώτη» Μιγκέλ ντε Θερβάντες, που πήρε μέρος στη ναυμαχία κι έχασε το αριστερό του χέρι: «Ήταν η πιο μεγαλόπρεπη στιγμή που γνώρισαν οι περασμένοι ή τούτοι οι σημερινοί καιροί, ή που θα δούνε οι μελλούμενοι».
Η Οθωμανική πλευρά κατόρθωσε να διασώσει μόλις 50 πλοία, ενώ οι απώλειες σε έμψυχο δυναμικό ανήλθαν σε 20.000 νεκρούς, ανάμεσά τους ο Μουεζίν Ζαντέ Αλή Πασάς, ο αιγύπτιος αρχηγός Μεχμέτ Σιρόκο και 160 μπέηδες. Οι σύμμαχοι έχασαν 8.000 άνδρες, μεταξύ αυτών και ο βενετός ναύαρχος Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγκο, και μόλις 20 γαλέρες. Βαρύς ήταν και ο φόρος που πλήρωσε το ελληνικό στοιχείο. Οι ιστορικοί υπολογίζουν ότι το 30-40% των νεκρών πρέπει να ήταν Έλληνες, αν υπολογίσουμε τη σύνθεση των πληρωμάτων και των δύο πλευρών. Πάντως, αρκετοί Έλληνες που είχαν στρατολογηθεί δια της βίας από τους Οθωμανούς, απέκτησαν την ελευθερία τους.
Η νίκη των συμμάχων χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό στη Δύση. Μεγάλοι ζωγράφοι της εποχής, όπως ο Τιντορέτο, ο Τιτσιάνο και ο Βερονέζε, απαθανάτισαν με έργα τους σκηνές της ναυμαχίας, ενώ ο Ελ Γκρέκο φιλοτέχνησε το πορτρέτο του μεγάλου νικητή, Δον Χουάν της Αυστρίας.
Η συντριβή των Οθωμανών μπορεί να ανέκοψε την επεκτατική πολιτική της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς την Ευρώπη, δεν έφερε όμως τα επιθυμητά αποτελέσματα για τα χριστιανικά κράτη της Δύσης. Ο διακαής τους πόθος για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης δεν πραγματοποιήθηκε, εξαιτίας των μεταξύ τους ανταγωνισμών, που επέτρεψε στον σουλτάνο να διατηρήσει την κυριαρχία του στη Μεσόγειο για πολύ καιρό ακόμη.
Για τους υπόδουλους Έλληνες η νίκη των συμμάχων ήταν μια χαραμάδα ελπίδας για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Επαναστάτησαν πολλές περιοχές (Μάνη, Πάτρα, Αίγιο, Γαλαξίδι, Πάργα, Ηγουμενίτσα, Βόνιτσα, Άνδρος, Πάρος, Νάξος), αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
ΠΗΓΗ: http:/

Πόσα έπαιρνα ως βουλευτής

Το 2014 είχα εισόδημα 13.800 ευρώ και, ως μπλοκάκιας, φορολογήθηκα άγρια. Το 2013 είχα εισόδημα (ως μπλοκάκιας) 11.200, και πληρώνω κάθε μήνα τη ρύθμιση των δόσεων εκείνης της χρονιάς. Ανήκω στους πολίτες οι οποίοι υφίστανται, από το 2010, τις επιπτώσεις της «κρίσης».
Δεν είχα την οικονομική δυνατότητα να κατεβώ στις εκλογές. Το έκανα χάρη στη βοήθεια μιας φίλης μου, η οποία μου δάνεισε το Δεκέμβριο 5.000 ευρώ, ώστε να μπορέσω να ζήσω χωρίς να δουλέψω δυο μήνες και να ξοδέψω κάποια χρήματα για προεκλογική καμπάνια. Το έκανε με το ρίσκο να μην πάρει τα χρήματά της πίσω, εάν δεν εκλεγώ, αλλά ήταν η πίστη της σε μένα που με έκανε να το ρισκάρω κι εγώ, και την ευγνωμονώ.
Ξόδεψα απειροελάχιστη για προεκλογική καμπάνια τον Ιανουάριο, σε μια εκλογική περιφέρεια (Α’ Θεσσαλονίκης) στην οποία έπεσαν πολλά λεφτά από τους υποψήφιους. Οι φίλοι που με βοηθούσαν τραβούσαν τα μαλλιά τους, δεν πίστευαν ότι θα βγω επειδή δεν είχα budget να ξοδέψω. Τους αντέτεινα ότι είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να αποδείξει ότι ακόμη και μη ευκατάστατοι μπορούν να συμμετέχουν στην κεντρική πολιτική σκηνή, αλλιώς να το κλείσουμε το μαγαζί.  
Κι ενάντια σε όλες προβλέψεις, οι πολίτες της Α’ Θεσσαλονίκης μου έκαναν την τεράστια τιμή να με εκλέξουν για να τους εκπροσωπώ. Επέστρεψα τις 5.000 στη φίλη μου και προσπάθησα να ανταποκριθώ στην τιμή.
Η βουλευτική μου αποζημίωση ήταν –καθαρά- 5.501,74 ευρώ. Σε αυτήν συμπεριλαμβάνονταν όλα τα επιδόματα, γραφείου, έξοδα κίνησης κλπ. Σε όλο το διάστημα της θητείας μου, δεν πρέπει να πήρα περισσότερα από 3.000 ευρώ από επιτροπές, κάθε συνεδρίαση της οποίας αποζημιώνεται με 75 ευρώ.
Τον πρώτο καιρό ζούσα μέσα στη Βουλή αλλά θεωρητικά έμενα σε ξενοδοχείο το οποίο πλήρωνε η Βουλή, καθώς δεν έχω την τύχη να διαθέτω σπίτι στην Αθήνα. Το Μάιο πήγα σε σπίτι και, σε περίπτωση που διαφεύγει στους αναγνώστες, το σπίτι έχει ανάγκες, εξοπλισμό, λογαριασμούς κλπ. Η Βουλή δίνει επίδομα ενοικίου σε βουλευτές οι οποίοι δε διαθέτουν σπίτι και καθώς δε διαθέτω ούτε στη Θεσσαλονίκη αλλά ζω στο ενοίκιο, έπαιρνα 1.000 ευρώ κάθε μήνα επίδομα ενοικίου, από το Μάιο έως και τον Αύγουστο. Βρέθηκα, λοιπόν, με δυο σπίτια και διπλούς λογαριασμούς.
Ως βουλευτής δικαιούμουν δυο επιστημονικούς συνεργάτες. Το Ποτάμι μου ζήτησε να του διαθέσω τον έναν, κάτι που έκανα ευχαρίστως. Βρέθηκα με μια επιστημονική συνεργάτιδα στην Αθήνα, εξαιρετική δικηγόρο και απολύτως απαραίτητη για την προετοιμασία μου για τα νομοσχέδια και τις ερωτήσεις που κατέθετα στον Κοινοβουλευτικό Έλεγχο και χωρίς κανέναν στην εκλογική μου περιφέρεια. Έτσι, πλήρωνα συνεργάτες στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να έχω την απαραίτητη επαφή με την πόλη και τους πολίτες. Ξόδευα, για γραφείο (το οποίο, φυσικά, χρειαζόταν εξοπλισμό) και μισθούς συνεργατών, πολύ περισσότερα χρήματα από εκείνα που περιλαμβάνονται στα 5.501,75 ευρώ της αποζημίωσης ως «ταχυδρομικά τέλη» και «επίδομα οργάνωσης γραφείου». Οι δυο δημόσιοι υπάλληλοι την απόσπαση των οποίων ζήτησα στο γραφείο μου της Αθήνας ήρθαν τον Ιούνιο. Η διαδικασία για τη Θεσσαλονίκη ήταν ακόμη πιο χρονοβόρα, κι η απόσπαση του υπαλλήλου που ζήτησα ήρθε –sorry, too late…- το Σεπτέμβριο. Η Βουλή μου πλήρωνε το τηλέφωνο του γραφείου μου και του σπιτιού μου στη Θεσσαλονίκη (παρόλο που δικαιούμουν 8 γραμμές), αλλά με τα προγράμματα που είχα ζήτημα να κόστιζε 100 ευρώ το μήνα για όλα. Η Βουλή πλήρωνε και το κινητό μου.
Ζούσα στην Αθήνα από Δευτέρα απόγευμα ή Τρίτη πρωί έως Πέμπτη βράδυ ή κάποια ώρα της Παρασκευής. Με αεροπορικά εισιτήρια με τα οποία με προμήθευε η Aegean μέσω της Βουλής έκανα τις μετακινήσεις από και προς την εκλογική μου περιφέρεια. Μη έχοντας αυτοκίνητο, πήρα εκείνο που μου διέθεσε η Βουλή. Το είχα στη Θεσσαλονίκη σχεδόν αποκλειστικά για τις ανάγκες του κόμματος. 
Στην Αθήνα δεν είχα κανενός είδους «ζωή». Αν δεν ήμουν στη Βουλή σε συνεδριάσεις, εργαζόμουν στο γραφείο που μου είχε παραχωρήσει η Βουλή στο κτίριο της οδού Μητροπόλεως, βρισκόμουν σε κάποια συνάντηση ή κοιμόμουν. Έτρωγα στη Βουλή ή στο γραφείο. Πήγα 3 φορές στο γυμναστήριο της Βουλής και έκανα μαθήματα αγγλικών και γερμανικών με δασκάλες τις οποίες έστελνε η Βουλή στο γραφείο μου, καθώς θεωρώ τον εαυτό μου υποχρεωμένο να μπορεί να διαβάζει ορολογία μνημονίων στα αγγλικά ή να καταλαβαίνει τι ακριβώς είπε ο Σόιμπλε.  
Στη Θεσσαλονίκη δεν είχα λεπτό ελεύθερο. Μονίμως συναντούσα κάποιους, είχα εκδηλώσεις ή διάβασμα. Παρασκευή ή Σάββατο πήγαινα σε κανένα μπαράκι ή παράσταση και, με την ψυχή στο στόμα, στις 7.15 το πρωί της Δευτέρας και της Παρασκευής –αν ήμουν στη Θεσσαλονίκη- στο κολυμβητήριο. Υπήρχαν σαββατοκύριακα που δεν προλάβαινα και να βάλω πλυντήριο και να απλώσω τα ρούχα και να στεγνώσουν και να τα σιδερώσω και να τα τακτοποιήσω και να τα πάρω μαζί μου, οπότε έπρεπε να αγοράσω αρκετά προκειμένου να έχω να ντύνομαι. Πριν γίνω βουλευτής, είχα ρούχα είτε για σπορ είτε για σινεμά και μπαρ, όλα απολύτως ακατάλληλα για βουλευτή, άρα χρειαζόμουν καινούργια γκαρνταρόμπα. Άσε δε που ζώντας μονίμως με κάμερες, φωτογράφους και όλες τις Μισίκο Κακουτάνι των social media να καιροφυλακτούν, έπρεπε να είμαι πάντα καλοντυμένη και περιποιημένη.
Το επίδομα των 291 ευρώ για έξοδα κίνησης που περιλαμβάνεται στα 5.501,74 ευρώ της αποζημίωσης δεν έφτανε ούτε μέχρι τις 10 του μηνός. Ως βουλευτής, χωρίς λεπτό ελεύθερο, δεν είχα την πολυτέλεια να πηγαίνω με το λεωφορείο, με το μετρό ή με το ποδήλατο. Δεν έχω αυτοκίνητο στην Αθήνα, οπότε έπαιρνα συνεχώς ταξί, μέχρι που αγγάρεψα τους συνεργάτες μου να με μεταφέρουν.
Βρέθηκα να ξοδεύω ασύλληπτα –για τα δικά μου δεδομένα- ποσά για φαγητό, καφέδες κλπ στη Βουλή. Περνώντας ατελείωτες ώρες αναμονής εκεί μέσα, θα φας, θα πιεις, θα ξαναφάς, θα ξαναπιείς, θα κεράσεις και θα κεραστείς. Επίσης, στις κοινωνικές μου εξόδους αλλά και στις παρέες μου πλήρωνα σχεδόν πάντα τα τραπέζια. Ακόμη και σε περιπτώσεις που, στην παλαιότερη ζωή μου, θα δεχόμουν κέρασμα, έκανα εγώ το τραπέζι, διότι ήμουν βουλευτής (για το τι σημαίνει αυτό στον περίγυρο, θα κάνω αναφορά σε άλλο άρθρο). Άρχισα να πληρώνω ακόμη και παροχές που είχα μια ζωή δωρεάν. Για παράδειγμα, ως μέλος της Ένωσης Συντακτών, έχω δωρεάν είσοδο σε κινηματογράφους και κολυμβητήριο. Ως βουλευτής, όμως, πλήρωνα κανονικά, θα ντρεπόμουν να με δουν να δείχνω την κάρτα της ΕΣΗΕΜΘ για να μπω δωρεάν. Για τα μέσα μαζικής μεταφοράς της Αθήνας, επίσης, τα οποία τιμούσα τον πρώτο καιρό, είχα βγάλει κάρτα μηνιαίων διαδρομών των 45 ευρώ, παρόλο που οι βουλευτές μετακινούνται δωρεάν. Σκεφτόμουν το ρεζιλίκι του να μπει ελεγκτής και να πρέπει να δείξω κάρτα βουλευτή.
Τελευταία φορά πληρώθηκα στις 27 Ιουλίου και δεν ξέρω πότε θα ξαναπληρωθώ από οποιαδήποτε δουλειά, διότι δεν είχα και δεν έχω καμιά έτοιμη δουλειά να με περιμένει.
Πες μου, σε παρακαλώ, Ρέα Βιτάλη, εξακολουθείς να θεωρείς ότι πέρασα πλουσιοπάροχα ως βουλευτής;
Όσο για μένα, δεν είμαι πλέον σίγουρη ότι λιγότερο ευκατάστατοι άνθρωποι μπορούν να αντέξουν στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Το βελανίδι του Δία

by sarant

800px-ChestnutΔεύτερο στην ιεραρχία των ξηρών καρπών, μετά το καρύδι, έρχεται το κάστανο. Και επειδή, όπως έχουμε πει και άλλη φορά, οι αρχαίοι όλους τους ξηρούς καρπούς τούς έλεγαν κάρυα (κάρυα εκάλουν και τας αμυγδαλάς και τα νυν καστάνεια, λέει ο Αθήναιος), έτσι και τα κάστανα τα είπαν και «ευβοϊκά κάρυα», προφανώς επειδή στα δάση της Εύβοιας υπήρχε μεγάλη παραγωγή. Ωστόσο, η καστανιά από τη Μικρασία μάς ήρθε, και μάλιστα από την περιοχή του Πόντου, έστω κι αν δεν το δείχνει το όνομά της όπως με το φουντούκι.Ο Αθήναιος μας πληροφορεί ότι ο Δίφιλος τα κάστανα τα ονομάζει «Σαρδιανάς βαλάνους», δηλαδή από τις Σάρδεις της Λυδίας, που μάλλον θα ήταν το κέντρο εμπορίας απ’ όπου έφταναν στην Ελλάδα και όχι απαραίτητα ο τόπος παραγωγής. Παλιότερα ο Θεόφραστος τα αποκαλεί με ένα υπέροχο όνομα: «Διός βάλανοι» και μονολεκτικά, διοσβάλανοι, αλλά και «κασταναϊκόν κάρυον», ενώ ο Γαληνός μιλάει για «καστανική βάλανο». Τελικά, από διάφορους παρεμφερείς τύπους (καστάνεια, καστάνια) επικράτησε το όνομα «κάστανα» συνήθως στον πληθυντικό (ο Dalby την πολλαπλότητα των ονομάτων τη θεωρεί σημάδι ότι υπήρχε κάποιο είδος ταμπού).Η λέξη «κάστανο» φαίνεται δάνειο από κάποια μικρασιατική γλώσσα· στα αρμένικα το κάστανο λέγεται kask και η καστανιά kaskeni. Η ελληνική λέξη περνάει στα λατινικά (nux castanea το κάστανο και μετά σκέτο castanea) και από εκεί σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις (βεβαίως, με εξαίρεση τα εξωτικά φρούτα) όπου σε όλες ανεξαίρετα τις ευρωπαϊκές γλώσσες χρησιμοποιείται ομόρριζος όρος. Ίσως πιο δυσδιάκριτη να είναι η αγγλική λέξη για το κάστανο, chestnut, που προήλθε από το chesten nut, το οποίο chesten είναι δάνειο από τα γαλλικά. Στα γαλλικά και στα ιταλικά υπάρχει και μια ακόμα λέξη για το κάστανο, που θα τη δούμε παρακάτω.Όπως φαίνεται από τις αναφορές, τα κάστανα πρέπει να διαδόθηκαν στην αρχαία Ελλάδα μάλλον κατά την ελληνιστική εποχή. Οι αρχαίοι τα κάστανα τα έτρωγαν ευχαρίστως, μαζί με τα άλλα τραγήματα στο τέλος των συμποσίων, ενώ ο Ξενοφώντας, που είχε γνωρίσει τα κάστανα στην εκστρατεία των Μυρίων (τα λέει κάρυα πλατέα στην Ανάβαση), είχε δοκιμάσει και ψωμί από αλεσμένα κάστανα, το οποίο δεν φαίνεται να συνηθιζόταν και πολύ στην αρχαία Ελλάδα.Ωστόσο, σε άλλες περιοχές της Ευρώπης, και συγκεκριμένα στις ορεινές περιοχές της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας, τα κάστανα αποτελούσαν επί πολλούς αιώνες τη βασική τροφή των αγροτών, σε όλες τις περιοχές δηλαδή όπου δεν ευδοκιμούσαν τα δημητριακά. Τα κάστανα τα έβραζαν, τα ξέραιναν και τα άλεθαν και από αυτό το αλεύρι έφτιαχναν πολέντα, ένα είδος χυλού, που σίγουρα ήταν θρεπτικός και πρέπει να ήταν και νόστιμος, και που τον έτρωγαν είτε έτσι είτε τον έψηναν και γινόταν στερεότερος, σαν ομελέτα ή σε φέτες.Όμως κάστανα δεν τρώγαν μόνο οι φτωχοί· οι πλούσιοι προτιμούσαν τα μεγάλα κάστανα, που στη Γαλλία τα λένε marrons, μαρόνια που τα λέμε καμιά φορά κι εμείς, τα οποία παράγονταν είτε στην Ιταλία είτε στη γαλλική περιοχή της Αρντές, αλλά έγιναν γνωστά ως «κάστανα της Λυόν» γιατί εκεί ήταν το κέντρο όπου φτιάχνονταν τα περίφημα μαρόν γκλασέ, τα σακχαρόπηκτα γλυκά κάστανα. Βέβαια, οι πλούσιοι που δοκίμαζαν πού και πού κανένα μαρόνι περιφρονούσαν τους φτωχούς αγρότες που έτρωγαν κάστανα, μια τροφή κατάλληλη για γουρούνια…Με την εμφάνιση της πατάτας και του καλαμποκιού από τον Νέο Κόσμο αλλά και με την αύξηση των εμπορικών ανταλλαγών που έκανε προσιτά τα δημητριακά στις ορεινές περιοχές, τα κάστανα έπαψαν να είναι το ψωμί των φτωχών (η πατάτα έπαιζε πια αυτόν τον ρόλο) και η καλλιέργεια της καστανιάς υποχώρησε πολύ στην Ευρώπη. Έτσι, από βασικό τρόφιμο τα κάστανα μετατράπηκαν σε συμπληρωματικό. Στην Ελλάδα, όπου ποτέ δεν πρέπει να έπαιξαν ρόλο βασικής τροφής, ονομαστά είναι τα κρητικά κάστανα, που παλιότερα, για να τα διατηρούν επί περισσότερο χρόνο τα έθαβαν (οπότε τα έλεγαν κάστανα της γούβας).Ξέρουμε βέβαια ότι τα κάστανα πάνω στο δέντρο έχουν ένα αγκαθωτό εξωτερικό περίβλημα και μέσα σε κάθε τέτοιο περίβλημα υπάρχουν δύο-τρία κάστανα, αν και υπάρχουν ποικιλίες με πιο μεγάλα κάστανα (όπως είναι τα μαρόνια) που έχουν μόνο ένα κάστανο σε κάθε περίβλημα. Αυτό το αγκαθερό κέλυφος οι αρχαίοι το έλεγαν εχίνο («εν εχίνω ακανθώδει», λέει ο Θεόφραστος), δηλαδή όπως έλεγαν τον αχινό και τον σκαντζόχοιρο. Στην Αγιάσο της Λέσβου, που παράγει πολλά κάστανα, το λένε «αχνό» (δηλαδή αχινό), ενώ στο επίσης καστανοπαραγωγό Πήλιο το λέγαν ή το λένε ακόμα κατσίδα. (Χαρακτηριστικό είναι ότι στα τουρκικά ο αχινός λέγεται deniz kestane, δηλαδή κάστανο της θάλασσας!)Στους αθηναϊκούς δρόμους υπάρχουν ακόμα καστανάδες, που έχουν τη φουφού τους και πουλάνε ψητά κάστανα, αλλά είναι πολύ λιγότεροι από παλιότερα. Οι καστανάδες συνήθως ήταν Ηπειρώτες (όπως και οι φουρνάρηδες)· ο καθένας είχε το πόστο του και τους ταχτικούς πελάτες του κι επειδή ο καστανάς μένει πάντα στο ίδιο σημείο, στην παρέα μου τουλάχιστον, συνηθίζουμε να λέμε «καστανά» εκείνον που συχνάζει μονίμως στο ίδιο στέκι ή πηγαίνει κάθε χρόνο διακοπές στο ίδιο μέρος.Κι έτσι περάσαμε στη φρασεολογία του κάστανου, ομολογουμένως αρκετά πλούσια. Για κάποιον αυστηρό άνθρωπο, που δεν κάνει χατίρια, λέμε ότι δεν χαρίζει κάστανα. Η έκφραση λέγεται ιδίως για όποιον είναι άτεγκτος, δεν κάνει υποχωρήσεις ή εξαιρέσεις, ιδίως για προϊσταμένους, καθηγητές κτλ. Πιθανόν προέρχεται από το ότι παλιότερα τα κάστανα ήταν συνηθισμένο φιλοδώρημα στα μικρά παιδιά· αυτός που εφαρμόζει αυστηρά τα προβλεπόμενα, που επιβάλλει ποινές χωρίς εξαιρέσεις κτλ., που γενικά δεν κάνει χατίρια, αυτός δεν χαρίζει κάστανα.Μια άλλη διαδεδομένη φράση με κάστανα είναι η «βγάζω τα κάστανα από τη φωτιά», που τη λέμε όταν κάποιος αναλαμβάνει να εκτελέσει μια δύσκολη πράξη από την οποία θα ωφεληθούν άλλοι ή και άλλοι. Είναι περίπου συνώνυμη με τη φράση «βγάζω το φίδι από την τρύπα», αν και αυτή η τελευταία έχει ακόμα πιο έκδηλο τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα. Η εικόνα βέβαια είναι παραστατικότατη: τα κάστανα ψήνονται στη φουφού, και ένας τολμηρός τσουρουφλίζεται για να τα βγάλει πιάνοντάς τα με τα δάχτυλα, αλλά επωφελούνται και τα τρώνε και άλλοι. Στην αθλητικογραφία, όταν ένας παίκτης «πάρει πάνω του» την ομάδα και παίξει αποφασιστικό ρόλο για τη νίκη, λένε συχνά ότι «έβγαλε τα κάστανα από τη φωτιά.»Η έκφραση με τα κάστανα και τη φωτιά υπάρχει και σε άλλες γλώσσες: γαλλικά, ιταλικά και γερμανικά. Υπάρχει και μύθος του Λαφοντέν, όπου η μαϊμού βάζει τη γάτα να βγάζει τα κάστανα από τη φωτιά, και τα τρώει ένα-ένα πριν προλάβει η γάτα. Δεν αποκλείεται η ελληνική έκφραση να είναι δάνειο.Νεότερη, και κάπως αργκοτική, είναι η έκφραση «δεν τρέχει κάστανο», ένδειξη απόλυτης αδιαφορίας ή μη ανησυχίας, π.χ., για έναν κίνδυνο. Εδώ το κάστανο απλώς επιτείνει τη σημασία τού «δεν τρέχει τίποτα» και ομολογώ ότι δεν ξέρω για ποιο λόγο επιλέχτηκε το κάστανο· ίσως τυχαία, ίσως να υπάρχει συγγένεια με την ξεχασμένη σήμερα φράση «λάδι βρέχει, κάστανα χιονίζει», που τη βρίσκω σε συλλογή σερραϊκών παροιμιών ως έκφραση για όσους αδιαφορούν.Στις παροιμίες του Πολίτη βρίσκω μια ποντιακή για το κάστανο: «Το κάστανον εξήβεν ας σο τσέπλιν αχτέ και είπεν ‘‘Τιού! κι απόθεν εξήβα!’’» που καλύτερα να τη μεταγλωττίσω σε απλά ελληνικά για να την καταλάβουμε: «Το κάστανο βγήκε από το τσόφλι του κι είπε: ‘‘Φτου! από πού βγήκα!’’» Πράγματι, το αγκαθερό τσόφλι του κάστανου δεν έχει περιποιημένη όψη – η παροιμία λέγεται ή λεγόταν για όποιον έγινε μέγας και τρανός και περιφρονεί τους γονείς του ή όποιους βοήθησαν στην ανάδειξή του.Ο Ιωάννης Βηλαράς σε ένα ποίημά του εξηγεί ότι το άσχημο τσόφλι δεν πρέπει να μας αποθαρρύνει:          Της καστανιάς τ’ οπωρικό να πρωτοϊδείς, τραβιέσαι
και φαγουλό δεν το θαρρείς, από την ασκημιά του·
αλλ’ αν με νου προσεχτικό, με χάρη περιέργειας
απλώσεις, φτάσεις στο δεντρί, το κάστανο τρυγήσεις,
το γδύσεις οχ τα ξώτσεφλα, τ’ αγκαθερό του ντύμα,
με θαυμασμό θα ιδείς γυμνό το μυγδαλένιο σούμπρο
και στην ειδή παράμορφο και νόστιμο στη γέψη.
(Έχουν περάσει δυο αιώνες από τότε· οχ, είναι ιδιωματικός τύπος του από, τον είχε κι ο Σολομός· σούμπρο είναι η ψίχα των ξηρών καρπών, ειδή η όψη, παράμορφο το πανέμορφο).Για το κάστανο υπάρχει είναι και το αίνιγμα:Γύρω γύρω μαγληνό
Κι από μέσα μαλλιαρό
Κι από μέσα απ’ το μαλλί
Έχει μια μπουκιά καλή(μαγληνός είναι ο λείος)Όταν θέλουμε να παινέψουμε τις ψητές πατάτες για τη γεύση τους, λέμε ότι έγιναν σαν κάστανο. Από το κάστανο βέβαια η γλώσσα μας εμπλουτίστηκε με το καστανό χρώμα (στα μεσαιωνικά κείμενα το βρίσκουμε και καστανάτο), ενώ έχουμε και μερικά αντιδάνεια, σαν την καστανιέτα και την καστάνια, που ονομάστηκαν έτσι από την υποτιθέμενη ομοιότητά τους με το κάστανο.Σε ένα δημοτικό λιανοτράγουδο, που το αναφέραμε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, διαβάζουμε: «Το κάστανο θέλει κρασί και το καρύδι μέλι, και το κορίτσι φίλημα πουρνό και μεσημέρι.» Πολύ συχνό είναι στη λογοτεχνία και το μοτίβο της παρέας των φίλων που περνούν τα χειμωνιάτικα βράδια με κρασί και κάστανα στη θράκα. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Ψυχής ιατρείον» του Στέφανου Δάφνη, απ’ όπου ξεχωρίζω τους στίχους:            Γυναίκα, λέω να βάλουμε κι ένα βαρέλι με κρασί,
που το χειμώνα θα ’ρχονται κι οι φίλοι μας να πιούνε.
       (…)          Τη νύχτα, που τα κούτσουρα θα καίν’ στο παραγώνι,
τα κάστανα θα ψήνονται στη θράκα από τη χώρα,
με ρούχα ογρά, που θα μυρίζουν άνεμο και χιόνι,
θάρχονται οι φίλοι μας πιστοί, καλόβολοι, όπως τώρα
Ζέστη, κρασί, φίλοι και ψημένα κάστανα. Ναι, έτσι θεραπεύεται η ψυχή.

Μην με μαρτυρήσεις!
και προπαντός να μην του πεις
πως μ’ εγκατέλειψεν η ελπίδα!
Καθώς κοιτάς τον Ταϋγετο,
σημείωσε τα φαράγγια που πέρασα.
… Και τις κορφές που πάτησα.
Και τα άστρα που είδα.
Πες τους από μένα,
πες τους από τα δακρυά μου,
ότι επιμένω ακόμη
πως ο κόσμος είναι όμορφος!
Νικηφόρος Βρεττάκος
Καλό σας ξημέρωμα….