Στις 16 Απριλίου του 404 π.Χ. οι Αθηναίοι άρχισαν να γκρεμίζουν τα τείχη της πόλης, υπακούοντας στις εντολές των Σπαρτιατών.
Ήταν το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου. Ύστερα από 27 αιματηρά χρόνια και οι Αθηναίοι είχαν πλέον ηττηθεί.
Συνθηκολόγησαν με τους Σπαρτιάτες και αναγκάστηκαν να δεχτούν πολύ αυστηρούς όρους.

Έπρεπε να γκρεμίσουν τα τείχη, να παραδώσουν τα πλοία τους και να υποστηρίζουν στρατιωτικά τους νικητές σε πιθανές εκστρατείες τους.
Οι Αθηναίοι ακολούθησαν τις εντολές χωρίς να αντιδράσουν. Όλες εκτός από μία.
Οι Σπαρτιάτες τους ζητούσαν να αλλάξουν το δημοκρατικό τους πολίτευμα σε ολιγαρχικό.
Η πρόταση ήταν η εξής: 30 πολίτες θα διοικούσαν την πόλη μέχρι να συνταχθεί και να εφαρμοστεί νέο πολίτευμα.
Όταν οι Αθηναίοι αντέδρασαν, επειδή η πρόταση ουσιαστικά διέλυε τη δημοκρατία, οι Σπαρτιάτες απείλησαν ότι θα επιβάλουν την αλλαγή με τη βία.
Οι Αθηναίοι τότε ησύχασαν απότομα.
Επιλέχθηκαν 30 Αθηναίοι ολιγαρχικοί. Ο πιο ακραίος ανάμεσά τους ήταν ο Κριτίας, αριστοκράτης, ξάδελφος του φιλοσόφου Πλάτωνα και πρώην μαθητής του Σωκράτη.
Ο πιο μετριοπαθής ήταν ο Θηραμένης.
Τον Σεπτέμβριο του 404 π.Χ. αυτοί και άλλοι 28 έγιναν οι επίσημοι άρχοντες της Αθήνας.
Η επικράτηση του Κριτία
Ο Κριτίας τρομοκρατούσε ακόμα και τους υπόλοιπους 29 άρχοντες.
Διαφώνησε με τον Θηραμένη σχετικά με το ποιοι θα έπρεπε να έχουν πολιτικά δικαιώματα στην Αθήνα.
Ο Θηραμένης υποστήριζε ότι έπρεπε να ψηφίζουν οι τρεις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, ενώ ο Κριτίας πίστευε ότι δικαιώματα έπρεπε να έχουν μόνο οι 3.000 πλουσιότεροι Αθηναίοι.
Όλοι οι υπόλοιποι, όχι μόνο δεν θα είχαν πολιτικά δικαιώματα, αλλά θα μπορούσαν να εκτελεστούν με εντολή των αρχόντων χωρίς να περάσουν καν από δίκη.
Η πρόταση του Κριτία ήταν τόσο ακραία, που ακόμα και οι άρχοντες δίστασαν να την ψηφίσουν.
Γι’ αυτό ο Κρίτιας ζήτησε τη βοήθεια του Σπαρτιάτη φρούραρχου Κολλίβιου, ο οποίος διοικούσε τους 700 Σπαρτιάτες που φρουρούσαν την Αθήνα.
Ευθύς αμέσως, οι άρχοντες τάχθηκαν στο πλευρό του Κριτία.
Ο μοναδικός που συνέχιζε να προβάλει αντίσταση ήταν ο μετριοπαθής Θηραμένης.
Ο Κριτίας απαλλάχτηκε από αυτόν, κατηγορώντας τον ότι με τις ενέργειές του διακινδύνευε το καθεστώς.
Ο Θηραμένης δικάστηκε, ενώ στην αίθουσα ήταν παρόντες μια ομάδα οπλισμένων αντρών, ακόλουθοι του Κριτία.
Όταν ο Θηραμένης κατάλαβε ότι θα καταδικαζόταν έτρεξε στο βωμό της Εστίας, ζητώντας άσυλο.
Οι άντρες του Κριτία τον άρπαξαν και τον οδήγησαν στο δεσμωτήριο, όπου τον ανάγκασαν να πιει κώνειο.
Τρομοκρατία και εκτελέσεις

Οι άρχοντες μετέτρεψαν τη Βουλή σε ποινικό δικαστήριο με την οποία εκτέλεσαν όλους τους δημοκρατικούς αντιπάλους τους.
Οι ψηφοφορίες στη Βουλή γίνονταν φανερά μπροστά στους άρχοντες, έτσι ώστε να ξέρουν ποιος τους υποστήριζε ολόψυχα και ποιος διακατεχόταν από δημοκρατικά φρονήματα.
Ο Κριτίας, χωρίς ίχνος αναστολής, δήλωσε ότι οι εκτελέσεις ήταν απαραίτητες για να επικρατήσει επιτυχώς η ολιγαρχία. Και στόχος του ήταν να παραμείνει άρχοντας για πολύ καιρό.
Τους ακολουθούσαν παντού τριακόσιοι μαστιγοφόροι και πολλοί “έμπιστοι” τους, οπλισμένοι με μαχαίρια για να τους προστατεύουν από το πλήθος.
Παράλληλα με τις πολιτικές εκτελέσεις, οι άρχοντες άρχισαν να διώκουν εγκληματίες και εκβιαστές, που είχαν δράσει την περίοδο της δημοκρατίας.
Τους καταδίκασαν και τους εκτέλεσαν, κερδίζοντας έτσι την εύνοια του λαού, τουλάχιστον για ένα διάστημα.
Όμως πολύ γρήγορα έγινε εμφανές ότι ένα πολύ μικρό ποσοστό των διωκόμενων ήταν ένοχο και έπρεπε να τιμωρηθεί.
Οι περισσότεροι ήταν απλά “επικίνδυνοι” για το καθεστώς ή ο θάνατός τους εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των αρχόντων.
Οι πλούσιοι εκτελούνταν για να δημευτεί η περιουσία τους. Οι φτωχοί επειδή τόλμησαν να κάνουν ένα αρνητικό σχόλια για την ολιγαρχία.
Συνολικά υπολογίζεται ότι εκτελέστηκαν περισσότεροι από 1.500 Αθηναίοι, ενώ περίπου 5 χιλιάδες διέφυγαν σε γειτονικές περιοχές για να γλιτώσουν από τους άρχοντες.
Ακόμα και ο Πλάτωνας, που ήταν συγγενής του Κριτία και αριστοκρατικός, κατήγγειλε τις πράξεις των αρχόντων στην “Ζ’ Επιστολή” του:
“Νόμισα ότι αυτοί θα κυβερνήσουν το Κράτος, βγάζοντας το από την άδικη πολιτική ζωή και φέρνοντάς το σε δίκαιη.
Έτσι είχα στραμμένη την προσοχή μου σ’ αυτούς, να δω τι θα κάνουν.
Είδα λοιπόν πως οι άνθρωποι αυτοί μέσα σε λίγο χρόνο κατέδειξαν πως ήταν “χρυσή” η προηγούμενη πολιτική κατάσταση, γιατί εκτός από τα άλλα, και τον αγαπημένο μου φίλο τον γέρο Σωκράτη, που δεν ντρέπομαι να πω πως ήταν ο δικαιότερος άνθρωπος του κόσμου, διέταξαν κάποιον να πάει με άλλους, να πιάσουν έναν πολίτη με τη βία και να τον οδηγήσουν κάπου για να τον θανατώσουν, ώστε να φανεί ότι συμμετείχε στο δικτατορικό τους καθεστώς, θέλοντας και μη.
Ο Σωκράτης όμως δεν τους άκουσε και προτίμησε να κινδυνεύσει η ζωή του παρά να γίνει συνεργός μ’ αυτούς στα ανόσια έργα τους”.
Ο Θρασύβουλος και η πτώση των Τριάκοντα Τυράννων
Ο Θρασύβουλος, Αθηναίος στρατηγός και βαθύτατα δημοκρατικός, είχε εξοριστεί στη Θήβα.
Εκεί οργάνωνε αντεπίθεση για να ρίξει το καθεστώς των τριάκοντα τυράννων.
Συγκέντρωσε δυνάμεις και τον Ιανουάριο του 403 π.Χ. κατέλαβε το φρούριο της Φυλής στην Πάρνηθα.
Οι τύραννοι έστειλαν στρατό να τον αντιμετωπίσει, αλλά απ’ την αρχή αντιμετώπισαν δυσκολίες.
Έντονες χιονοπτώσεις τους εμπόδισαν να πολιορκήσουν το φρούριο και αναγκάστηκαν να στρατοπεδεύσουν αρκετά μακριά.
Ο Θρασύβουλος, του οποίου οι δυνάμεις μειονεκτούσαν αριθμητικά, επιτέθηκε ένα πρωί ξαφνικά και βρήκε τους αντίπαλους απροετοίμαστους.
Οι ολιγαρχικοί με τους Σπαρτιάτες ηττήθηκαν και ο Θρασύβουλος συνέχισε την πορεία του μέχρι τον Πειραιά, όπου κατέλαβε το φρούριο στο λόφο της Μουνιχίας, τη σημερινή Καστέλα.
Ακολούθησε μάχη, στην οποία νίκησε για ακόμα μία φορά ο Θρασύβουλος και οι δημοκρατικοί.
Στη μάχη σκοτώθηκε ο Κριτίας και άλλοι σημαντικοί άρχοντες. Οι τριάκοντα τύραννοι βρίσκονταν ένα βήμα πριν την απόλυτη κατάρρευση.
Οι ολιγαρχικοί εξέλεξαν δέκα νέους άντρες, για να διαπραγματευτούν με τους δημοκρατικούς.
Οι Σπαρτιάτες έστειλαν μισθοφόρους και 40 πλοία για να αποκλείσουν τον Πειραιά, αλλά η διαμάχη έληξε χωρίς άλλες συρράξεις.
Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Παυσανίας ζήτησε από τις δύο παρατάξεις να παρουσιάσουν τις προτάσεις τους.
Κατέληξε ότι όσοι απέμεναν απ’ τους τυράννους θα κατέφευγαν στην Ελευσίνα, όπου θα ήταν ασφαλείς.
Όσοι έμεναν στην Αθήνα, θα δικάζονταν και θα τιμωρούνταν σύμφωνα με τους νόμους της δημοκρατίας.
Τον Σεπτέμβριο του 403 π.Χ., ένα χρόνο μετά την κατάλυσή της, η δημοκρατία επέστρεψε στην Αθήνα.
Όσο για τους τυράννους, κανείς  δεν γλίτωσε.
Οι Αθηναίοι έστειλαν στρατό στην Ελευσίνα, τους συνέλαβαν και τους εκτέλεσαν.
Οι υποστηρικτές τους παρέδωσαν τα όπλα και μεταφέρθηκαν στην Αθήνα για να δικαστούν.
ΠΗΓΗ: mixanitouxronou


Από τον Γιάννη τον Πενταμοδιανό
Κάποτε ένας χωρικός άκουσε στην εκκλησία ότι αν δώσεις ελεημοσύνη θαλάβεις εκατονταπλάσια από τον Θεό. Είπε λοιπόν στην γυναίκα του ναδώσουν ως ελεημοσύνη το μοναδικό βόδι που είχαν και ο Κύριος θα τουςεπέστρεφε 100 βόδια για την καλή τους πράξη. Δεν δίστασε δε καθόλου ναδώσει το βόδι του, έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στον Κύριο. Έδωσε λοιπόντο βόδι και περίμενε την ανταπόδοση από τον Θεό. 
Περνούσε ο καιρός και τα 100 βόδια δεν ερχόταν. Ένα πρωί λοιπόναποφάσισε να ανέβει στο γειτονικό βουνό για να βρει τον Θεό και να τον ρωτήσει πότε θα του έδινε τα 100 βόδια που άκουσε στο κήρυγμα του ιερέα. 

Ανεβαίνοντας στο βουνό συνάντησε έναν ασκητή. «Πού πηγαίνεις;» ρώτησε ο ασκητής. «Πάω να βρω τον Θεό να τον ρωτήσω πότε θα μου στείλει τα εκατό βόδια, για την ελεημοσύνη που έκανα». «Όταν Τον συναντήσεις», είπε ο ασκητής, «ρώτησέ Τον και για μένα. Είμαι στο βουνό και ζω ασκητικά εδώ και σαράντα χρόνια. Κέρδισα τελικά την Βασιλεία των Ουρανών;». «Ευχαρίστως να Τον ρωτήσω» αποκρίθηκε ο χωρικός και συνέχισε τον δρόμο του. 

Λίγο πιο πάνω συνάντησε έναν γέρο άντρα με λευκή γενιάδα. «Ποιόν ψάχνεις;» ρώτησε ο γέροντας. «Άκουσα στην εκκλησία ότι αν κάνω ελεημοσύνη, θα πάρω εκατονταπλάσια από τον Θεό. Ψάχνω λοιπόν τον Θεό να μου πει πότε θα με ανταμείψει για την ελεημοσύνη μου». «Γύρνα στο σπίτι σου και σκάψε κάτω από το δέντρο στην αυλή σου. Θα βρεις ένα τσουκάλι με λίρες. Μη το πεις πουθενά, μόνο συνέχισε να βοηθάς τον κόσμο και δεν θα στερηθείς τίποτα στη ζωή σου». «Σε ευχαριστώ γέροντα. Και κάτι ακόμα. Ερχόμενος να σε βρω, συνάντησα έναν ασκητή και μου ζήτησε να σε ρωτήσω αν μετά από σαράντα χρόνια πνευματικών αγώνων και άσκησης, κέρδισε τελικά την Βασιλεία των Ουρανών». 
 «Να πεις σε αυτόν τον ασκητή ότι κι άλλα σαράντα χρόνια να κάτσει στο βουνό δεν θα κερδίσει την Βασιλεία των Ουρανών. Του ασκητή αυτού του δίνω κάθε μέρα ένα παξιμάδι εδώ και σαράντα χρόνια. Σήμερα, ξέροντας ότι θα έρθεις του έδωσα δύο παξιμάδια, ένα για αυτόν και ένα για σένα. Αυτός όμως αντί να σου δώσει το ένα, τα κράτησε και τα δύο για τον εαυτό του, χωρίς να έχει εμπιστοσύνη σε μένα. Εσύ όμως χωρίς δισταγμό έδωσες το βόδι σου πιστεύοντας σε αυτό που άκουσες στην εκκλησία».