Χρόνια πολλά και καλά Γιάννη Πενταμοδιανέ!!!
* Ο μάγκας είναι άντρας σεμνός, καλοντυμένος και μοναχικός. Δεν είναι επιδεικτικό κουτσαβάκι και αλανιάρης. Όπως αναφέρεται και στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό, «μάγκας: έξυπνος και με συμπεριφορά που ταιριάζει σε άντρα».
Άρθρο του Διονύση Χαριτόπουλου στην εφημερίδα Τα Νέα, 14/9/2002.
Μορφωμένοι και αμόρφωτοι
Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2016
Πώς αλλάζουν και πάλι τα φώτα;by sarant |
Χτες κανένα παιδάκι δεν μας χτύπησε το κουδούνι για κάλαντα στο σπίτι. Στο κέντρο της Αθήνας που πήγα αργότερα, είδα μερικά παιδιά να τα λένε -ή τουλάχιστον να επιχειρούν να τα πουν, όπως εκείνο το συνεσταλμένο κοριτσάκι που μπήκε στο καφενείο όπου κουβέντιαζα μ’ έναν φίλο μου, ρώτησε δειλά “Να τα πω;” και έκανε μεταβολή πριν καλά-καλά περάσει χρονικό διάστημα αρκετό ώστε η σιωπή να θεωρηθεί άρνηση. Πάντως, η καλαντιστική κίνηση ήταν εμφανώς μικρότερη από τις παραμονές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, αν και -απ’ ό,τι θυμάμαι- υπάρχουν παιδιά που τα λένε και ανήμερα.Εγώ πάντως ποτέ δεν είπα τα κάλαντα των Φώτων όταν ήμουν παιδί, ενώ τα άλλα τα έλεγα κανονικά. Θυμάμαι μια φορά, καθώς ήμασταν στο σπίτι του φίλου μου του Κώστα και γεμάτοι έξαψη μοιράζαμε τις εισπράξεις από την πρωτοχρονιάτικη εξόρμηση, ρώτησα “Θα τα πούμε και τα Φώτα;” “Όχι”, μου απάντησε εκείνος, “μόνο τα φτωχά παιδιά τα λένε τα Φώτα, λέει η μητέρα μου”.Δεν ξέρω πώς γίνεται ή πώς γινόταν στα νησιά ή σε άλλα θαλασσινά μέρη με το ρίξιμο του Σταυρού, αλλά στην Αθήνα τα Φώτα, τα Θεοφάνια για να τα πούμε επίσημα, είναι γιορτή κάπως περιφρονημένη, έτσι όπως έρχεται στο ξεφούσκωμα του εορταστικού δωδεκάμερου, όταν όλοι έχουν κορεστεί. Μάλιστα, δεν είναι καν υποχρεωτική αργία όπως δεν παραλείπει να τονίζει ένας φίλος μου μηχανικός σε εργοστάσιο, ο οποίος κάθε χρόνο δουλεύει κανονικότατα στις 6 του Γενάρη.
Πώς βγήκε η φράση “Από πού κι ως πού, και πώς, και πόσα;”
«Από πού κι ως πού, και πώς, και πόσα;—Απ’Αθήνας στα Λιβάδια (ή Λεβαδειά), Θόδωρος και πεντακόσια»Υπάρχει ένας μύθος γύρω από τη φράση αυτή, που θέλει να εκθειάσει τη σοφία των Ελλήνων και που το δημοσίευσε στην εφημερ. «Εστία» (1885, τ. ΙΘ’ σ. 285) ο Νικόλαος Πολίτης, που γράφει τα εξής:«Τον παλαιό καιρό ήτανε πολλοί σοφοί και μεγάλοι άνθρωποι εις την πατρίδα μας, και όλα τα βασίλεια που το άκουγαν αυτό εζήλευαν και έλεγαν, πώς να κάνουν να τους φτάσουν τους Έλληνας στη γνώμη και τα γράμματα. Μια φορά λοιπόν, αποφασίσανε και εμαζεύθησαν όλοι οι σοφοί που ήσαν εις τους άλλους τόπους και εξεκίνησαν να έλθουν εδώ, διά να ιδούν, αν θα μπορέσουν να τους βάλουν κάτω τους δικούς μας. Τ ο έμαθαν όμως οι Αθηναίοι αυτό και ένας από τους σοφούς τους Αθηναίους εντύνεται σα βοσκός, παίρνει το ραβδί του και ένα κοπάδι πρόβατα και κατεβαίνει στον Πειραιά και τα ’βοσκέ. Σαν έφθασαν οι σοφοί από τα ξένα, ο πρώτος που συνάντησαν, άμα βγήκαν έξω εις τον Πειραιά ήταν εκείνος ο βοσκός. Τους ήλθε λοιπόν τότες το νου να δοκιμάσουν, για να ιδούν τι πράμα είναι και οι παρακατιανοί άνθρωποι στην Ελλάδα, και έτσι να κρίνουν, αν μπορούν να τα βγάλουν πέρα με τους μεγάλους. Πάνε λοιπόν στον βοσκό, τον χαιρετάνε και ερωτούν μονομιάς για το όνομά του και τα πρόβατά του έτσι σύντομα σύντομα, για να ιδούν αν θα τους καταλάβη και πώς θ’ αποκριθή:«Άπό πού κι ώς πού, πώς καί πόσα;» Και τότε ο δήθεν βοσκός τους απάντησε:«’Απ΄ Αθήνα στα λειβάδια, Θόδωρος και πεντακόσια!»! Εκείνοι τά ’χασαν τότε, και λεν αναμεταξύ τους.«Μωρέ, πού πάμε καί μέ ποιούς γυρεύομε νά τά βάλωμε! Ένας παλιοβοσκός, καί μάς έδωσε τέτοια άπάντηση, άμμή οι σοφοί τί θά είναι! Πίσωτε νά φύγωμε!»«Και έτσι γύρισαν πίσω’ς στον τόπο τους καταντροπιασμένοι».Υπάρχει, βέβαια, και η Βοιωτική παραλλαγή η οποία λέει τα εξής: «Μια φορά, ήταν ένας μεγάλος φιλόσοφος εις την Αθήνα, και αυτός έτυχε να βγει περιοδεία, ως τη Λεβαδειά να ειπούμε και τα περίχωρα. Αυτό το έμαθαν άλλοι δυο μικρότεροι φιλόσοφοι, ένας από τη Λαμία και άλλος από την Άμφισσα, έσμιξαν οι δυο κι αποφάσισαν να παν ν’ ανταμώσουν τον μεγάλο φιλόσοφο που ήρχετο. Επήγαν το λοιπόν, εις τη θέση Κέρατα της Λειβαδειάς, που ήταν να περάσει από κει ο Αθηναίος, και ηύραν δυο τσοπάνηδες και εζήτησαν κι άλλαξαν τα ρούχα τους μ’ αυτούς. Οι τσοπάνηδες τράβηξαν παράμερα και έμειναν οι φιλόσοφοι με τα πρόβατα. Σε λίγο πέρασε από κοντά τους ο μεγάλος φιλόσοφος και τους εχαιρέτησε και τους ερώτησε: « Από πού και πού πώς και πώς πόσα; κι εκείνοι του αποκρίθηκαν, καθώς είπαμε. Τότε στάθηκε ο φιλόσοφος και εσυλλογίσθη και είπε με το νου του, πως, οι τσοπάνηδες μιλούν έτσι, πόσο μάλλον οι γραμματισμένοι· εγώ δε θα βγω μπροστά σ αυτούς και εγύρισε πίσω».Από το βιβλίο του Τάκη Νασούλη “ΛΕΞΕΙΣ & ΦΡΑΣΕΙΣ ΠΑΡΟΙΜΙΩΔΕΙΣ”




Αν δεν μπορείτε να το διαβάσετε, λέει:Βαζέλες μορφωμένοι, πού καιρός για γράμματα
Πάντως, για να τα λέμε όλα, οι τοίχοι δεν είχαν μόνο γαυροσυνθήματα -με μεγαλύτερα γράμματα, λίγο παρακάτω, ορατό και από μακριά, υπάρχει σύνθημα για το πρόβλημα της ιδιωτικοποίησης:Κάτω τα ξερά σας απ’ το λιμάνι.
Και αμέσως μετά, ένα μεγάλο σύνθημα που δεν χωρούσε ολόκληρο στη φωτογραφία.
«Ποιος ο λόγος για να ζω χωρίς τον Ολυμπιακό», λέει..









