Ζαχαρίας Παπαντωνίου – Το άλογο

fred_boissonnas2

Σαν σήμερα 1 Φεβρουαρίου 1940 το απόγευμα πέθανε από συγκοπή καρδιάς μέσα σε τραμ, πηγαίνοντας σε συνεδρίαση της Ακαδημίας Αθηνών ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Λογοτέχνης,ποιητής,διηγηματογράφος,δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης και ακαδημαϊκός . Ας απολαύσουμε ένα δείγμα γραφής του με το διήγημα “το άλογο”

Ένα κάρρο ανέβαινε από τα σφαγεία. Μέσα έφερνε ένα βώδι σφαγμένο με τα πόδια στον ουρανό. Απάνω στο σφαχτό καθόταν ο καρροτσέρης, ένας άνθρωπος μελαχροινός με ψαρά γένεια και το παιδί του. Το κάρρο κυλιώταν αργά, νωθρά μέσα στη γαλήνη.Ήταν Απρίλης, είχε πέσει το βράδυ κι΄άναβαν τα φώτα. Από το καμουτσίκι, ένα μαδημένο σκοινί, μπορούσε να καταλάβη κανείς πως ο καρροτσέρης αγαπούσε τ΄άλογο. Το καμουτσίκι έπεφτε στα καπούλια πολύ ελαφρά σαν παιγνίδι. Και σ΄ όλον τον ανήφορο από τα σφαγεία ίσα με την πόλη αυτό το άλογο δεν άκουσε βρισιά, μήτε προσταγή, παρά τη φωνή: «Έλα Κύρκο, άϊντε Κύρκο». Έτσι μ΄αυτό το χάδι ανέβαινε και σέρνοντας το κάρρο, ένα σφαχτό και δυό ανθρώπους.-Που λες, είπεν ο γέρος καρροτσέρης και φτύνοντας καπνό, που λες, ο Κύρκος έχει φιλότιμο. Να τ΄ακούς εσύ, που κάποτε το χτυπάς. Δεν τα δέρνουν τα ζα. Το ζω είναι άνθρωπος. Και τέτοιο άλογο που το βρίσκεις; Σαν τούτο! Μας τρέφει όλους, που λες. Δίνει ψωμί εμένα, εσένα και της μάνας σου, των αδελφιών σου, του σπιτιού. Ένα ζω να θρέφη οκτώ ανθρώπους!… Θα πης εγώ δουλεύω. Αμ΄αυτό δουλεύει πρώτα κ΄ύστερα ΄γω. Γιατί αυτό είναι δουλευτής που δε βρίσκεται. Είν΄από τη Σερβία. Χρεωθήκαμε να το πάρουμε. Δεν τα ξέρεις εσύ.Πέρασε κάμποση ώρα σιωπής.Το παιδί έπαιζε με την ουρά του βωδιού. Ο γέρος έφτυνε τον καπνό λέγοντας πότε-πότε: Φτου φαρμάκι! Έπειτα ξανάρχισε:-Που λες…. Πόσες αραμπαδιές έφερε ο Κύρκος απ΄τα νταμάρια… Κανένα άλογο δεν κουβάλησε τόση πέτρα, τόσο λιθάρι. Δώδεκα δραχμές την ημέρα. Μας έσωσε. Κι΄απ΄την Πεντέλη, πριν πάρουμε κάρρο δικό μας, είχε ζευτεί και τράβαγε μάρμαρο και κακό. Να μάρμαρο! Θεώρατο, για αγάλματα, που λες. Και να πης πως δεν ήτανε άγριο! Ήταν, όμως εγώ του μιλώ. «Κύρκο», να του πης, ακούει αυτός, γιατί το ζω καταλαβαίνει. Τα βάσανά μας, τη φτώχεια… όλα. Και πως εγώ είμαι άρρωστος, το ξέρει κι΄αυτό.Το κάρρο πήγαινε βαρειά. Οι ρόδες βροντούσαν με το ρυθμό τους, εκείνο το ρυθμό που ξέρετε, που τον ακούτε κάποτε τη νύχτα, μόνον αυτόν, μέσα στην πόλη. Ξανάρχισε ο γέρος:

– Άκου. Αύριο τα΄άλογο και το κάρρο και τη δουλειά θα την πάρης εσύ. Εγώ δεν μπορώ. Ξέρεις που η μέση μου πονεί. Να, θα πέσω. Μούπε ο γιατρός να μη δουλεύω. Και τι να κάμης, έλα ντε. Ζήσε χωρίς δουλειά μια φαμίλια οχτώ στόματα. Έ! Που καταντήσαμε. Να κουβαλούμε απ΄τα σφαγεία δυόμισυ δραχμές την ημέρα. Τι να κάμης, πως ν΄ανεβής σε νταμάρι, άρρωστο κορμί; Κ΄η αδελφή σου κίτρινη σε κακό χάλι! Ναι. Η Βγενιώ την είδες πως είναι; Αυτά θέλουν γιατρούς, παράδες… – Είμαστε δυστυχισμένοι, άκου παιδί μου. Κύττα να δουλέψης. Μην το κάνης σαν το αφιλότιμο το μεγαλείτερο. Ο Θεός να τον παιδέψη αυτόν. Κύτταξε συ να πάρης τη δουλειά. Να πάρης τον Κύρκο να τον ξαναπάς στα νταμάρια, να βγάλουμε ψωμί. Να γιατρευτώ κι΄εγώ. Και η μάννα σου να μη ξενοπλένη, κι΄η Βγενιώ να κάνη χρώμα που βήχει το κορίτσι…. Βήχει τα΄ακούς; Να τον βγάλης εδώ τον ανήφορο! Έλα σιγά! Χάϊδευέ τον στο λαιμό. Άϊντε Κύρκο…
Το παιδί πήδησε κάτω, έπιασε τα΄άλογο κα τραβούσε. Ο γέρος έβλεπε με ανάπαυση τη λιγερή σκιά του παιδιού, το τολμηρό του χέρι που κρατούσε τα λουριά, έβλεπε τη συνέχειά του. Αυτό το παιδί θα γενή καλός καρροτσέρης. Ναι! Είναι τόσο δύσκολο να ιδή κανείς το παιδί του να μπαίνει στον ίσιο δρόμο, να παίρνη την πατρική δουλειά και να την σέρνει στο μέλλον, να την κάνη κάτι αιώνιο, σαν νάναι ο ίδιος ο γέρος ξαναγεννημένος!
Πέρασαν εμπρός από κάποιο εικόνισμα του δρόμου. Ο γέρος έβγαλε την ψάθα του και σταυροκοπήθηκε μέσα στο σκοτάδι. Ήταν άρρωστος, σακατεμένος, όμως δε σταυροκοπήθηκε για τον εαυτό του. Είπε: «Θέ μου, κάμε να μη βήχη το κορίτσι η Βγενιώ. Κάμε τούτο το παιδί να πάρη στα χέρια του το κάρρο με τον Κύρκο. Και για μένα, ό,τι πεις».
Έπειτα συλλογίστηκε το σπίτι του, ένα άθλιο χάλασμα στους Αέρηδες και μέσα τα παιδιά του που φώναζαν, η γυναίκα του επάνω σε μια σκάφη, το κορίτσι του σ΄ένα κρεββάτι μ΄εκείνο το βήχα, που δεν μπορείς να τον ακούς, κι΄ο γιατρός νάρχεται να λέη «φάρμακα, αέρας, λουτρά», όλα τα πράμματα που δεν γίνονται. Τα συλλογίστηκε όλα.

Το κάρρο είχε προχωρήσει πολύ μέσα στη πόλη, όταν άκουσε μια φωνή:-Άλτ!Η φωνή ερχόταν από μακρυά και δεν κατάλαβε πως ήταν γι αυτόν. Όμως το «Άλτ»! ξανακούστηκε. Το κάρρο σταμάτησε. Τρεις στρατιώτες του πυροβολικού κι΄ένας δεκανέας με τα όπλα στον ώμο, πλησίασαν.-Έλα, κατέβα κάτω, είπε ο δεκανέας.-Σ΄εμένα το λες;-Άειντε, γειά σου, κατέβα να μη χάνουμε καιρό.-Και γιατί;-Κουβέντα θέλεις, πατριώτη; Το κάρρο θα το πάμε στον στρατώνα. Επιστρατεία έχομε. Τώρα το μαθαίνεις;-Επιστρατεία…-Ναι, γειά σου. Αναγκαστική εισφορά. Πιάστε από κει να ξεφορτώσουμε…Άειντε γειά σου. Τι έχεις μέσα…-Κοτζάμ βώδι!-Να το ρίξης κάτω.-Έτσι μες στο δρόμο; Για στάσου, βρέ παιδί, τ΄είναι τούτα; Θα το πάω στην αγορά. Έχω δουλειά, έχω μεροκάματο.-Το μεροκάματο κυττάς, καημένε, ή που φεύγει απόψε το σύνταγμα; χωρατεύεις;-Για εξήγα μου, χριστιανέ μου… Για πές… πως παίρνεις έτσι τα΄άλογο τ΄αλλουνού, απ΄το δρόμο… Έτσι το λέει ο νόμος.!-Τώρα θα σου ξηγήσω και το νόμο; Εμπρός βοηθάτε από δω. Σύντομα.Είπεν ο δεκανέας κι΄οι στρατιώτες ανέβηκαν στις ρόδες. Πιάνοντας κι΄οι τρεις έσυραν το βώδι προς τα έξω. Το μαύρο σφαχτό έπεσε με βρόντο βαρύ κάτω στο πεζοδρόμιο.- Έλα μάρς! Είπεν ο δεκανέας. Κόπιασε κοντά, πατριώτη.- Που κοντά;- Στον στρατώνα να πάρης τον αριθμό σου. Κι΄ύστερ΄απ΄τον πόλεμο, αν γίνη πόλεμος, ύστερ΄απ΄την επιστρατεία τέλος πάντων, νάρθης να πάρης τ΄άλογό σου και το κάρρο, ή να πληρωθής απ΄το δημόσιο αν σκοτωθή το ζω.Ο γέρος γύρισε και κύτταξε το βώδι πούταν πεσμένο στο δρόμο. Είπε στο παιδί του: «Κάτσε αυτού ως που ναρθώ».Το παιδί έπεσε απάνω στο βώδι και ξεκουραζόταν. Ο γέρος ακολουθούσε το κάρρο. Δεν έλεγε τίποτα. Ένας στρατιώτης εκεί που πήγαιναν χωρίς καμμιά κουβέντα, γύρισε και τούπε: -Άμ ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, πατριώτη, θα το δώσουμε για την πατρίδα.Ο γέρος μετά κάμποση ώρα του απήντησε:-Ποιος λέει όχι. Για την πατρίδα είν΄όλα. Μα ο Θεός δίνει σε κάποιους, βλέπεις, έξη παιδιά. Κ΄ετούτη η δόλια καρδιά που έχουμε, σάμπως μπορείς να την κάμης όποτε θέλεις πέτρα στο νταμάρι; Για να μην ακούη; Πάντα καρδιά είναι.-Καραβάσης! Εφώναξε ο δεκανέας στον στρατιώτη πούσερνε το άλογο. Τράβα γρήγορα.Φτάσανε στον στρατώνα κι΄έμπασαν το κάρρο στην αυλή φωνάζοντας «έ! ώ! ‘ιπ!». Το σύνταγμα ετοιμαζόταν. Θάφευγε τα μεσάνυχτα. Ο γέρος στάθηκε κι άκουγε το θόρυβο της αυλής. Οι έφεδροι χόρευαν, πηδούσαν, τάραζαν τον κόσμο από τις φωνές. Τα τραγούδια, τα λιανοτράγουδα, τα λησμονημένα, τα παληά, ηχούσαν τόσο χαρωπά, σε τόνο που ποτέ δεν τους έδωκε το κρασί, ποτέ τα πανηγύρια. Τούτο το μεθύσι και ο χάρος κεραστής, πρώτη φορά τώβλεπεν ο γέρος. Έβλεπε του χορού τους τρελλούς γύρους, το χορευτή πούτρεμε το κορμί του στον αέρα, το πηλήκιο που σφενδονιζότανε ψηλά. Ανάμεσα στο τραγούδι, χίλιοι θόρυβοι, της καινούργιας αρβύλας το βιαστικό πάτημα, η προσταγή, το κάρφωμα κασσονιών, το φόρτωμα, πετάλων χτυπήματα στη γη, προσταγές ωργισμένες, τρεξίματα άφηναν ν΄ακούγεται το μεγάλο λαχάνιασμα της επιστρατείας. Πολίτες έμπαιναν μέσα ψάχνοντας για δικούς των, φωνάζοντας ονόματα στο σωρό. Και διαβάτες και χαμίνια. Και φούστες μεταξένιες έκαναν θόρυβο, ακολουθώντας κάποιο παιδί, έφεδρο, που πήγαινε να φορέση το σάκκο, πλέοντας μέσα στην πλατειά στολή. Κάποιοι κρατούσαν εκεί στην άκρη μια σημαία. Ένας παππάς από κάτω, φορώντας φυσεκλίκια σταυρωτά στο στήθος, μιλούσε στους άλλους για την ελευθερία και το Χριστό. Ένας έφεδρος στο φανάρι διάβαζεν εφημερίδα. Κι΄άλλος έγραφε στο γόνα με το μολύβι. Το τραγούδι χυνόταν δυνατό από στόματα που γελούσαν.Μέσα στο σάλαγο σκιές, δυό-δυό, γλιστρούσαν κοντά στο τοίχο, στο σκοτάδι, χέρια έπεφταν απάνω σε ώμους, απελπισμένα. Τα λόγια γίνονταν συντρίμματα μέσα στα δάκρυα, κι΄ένοιωθες τους μεγάλους χωρισμούς, που έχουν τη σιωπή και την επισημότητα του τέλος του θανάτου. Χέρια ζαρωμένα έσφιγγαν τα ζωντανά κορμιά των εφέδρων μ΄όση δύναμη αγκαλιάζει κανείς μια ενθύμηση, ένα σημάδι, μια σκιά, κάτι που έπαυσε ποια να υπάρχη. Τα δάκρυα έτρεχαν και τα μαντήλια έπιναν. Άκουγες ένα φιλί, μια καρδιά που χτυπούσε στο σκοτάδι.Ο γέρος ήταν μόνος σ΄αυτό το πανηγύρι. Κανένα δεν ήξερε και δεν τον ήξερε κανένας. Όμως προχώρησε στο βάθος εκεί που ήταν αραδιασμένα κάμποσα κάρρα και το δικό του μαζί. Ο Κύρκος σήκωσε το κεφάλι προς αυτόν και φύσηξε με τα πλατιά του ρουθούνια. Ο γέρος άπλωσε τα χέρια και τον έπιασε απ΄το λαιμό.Κι΄εκεί στη γωνιά παράμερα, ένας άνθρωπος μιλούσε μ΄ένα άλογο.-Δε θα σε ξαναϊδώ… ‘Ε, δουλευτή… Έ, παλληκάρι… Και στο σπίτι δεν ξέρουν τίποτα. Μήτε η κυρά σου. Μήτε η Βγενιώ, κατάλαβες. Μια φαμίλια σε χάνει… Ήμουν άρρωστος, βρε Κύρκο, μα τώρα είμαι πεθαμένος. Πας στο καλό. Κι΄ό,τι θα σ΄έδινα στο γιό μου, κατάλαβες… Στα νταμάρια ν΄ανεβής…Να κατεβάσης αραμπαδιές. Δουλευτή, έ δουλευτή… Θα σε πάρουνε… Και ποιός ξέρει που θα πεθάνης… και πως…στρατιώτης … Κύρκο… βρε… έ, Κύρκο, που μας αφίνεις!Ένας στρατιώτης πλησιάζει ψάχνοντας στο σκοτάδι:-Άειντε, καϋμένε γέρο! Τη δουλειά σου θάχωμε; Άειντε να πάρης τον αριθμό.

Ο γέρος μπήκε σ΄ένα γραφείο, πήρε κάποιο χαρτί, το έβαλε στον κόρφο. Έπειτα βρέθηκε στο δρόμο. Πήγαινε αργά, νωχελικά με το κεφάλι κάτου προς το μέρος που άφησε το σφαχτό με το παιδί.
Πολλοί γύριζαν απ΄το στρατώνα, μοναχοί, μα μέσα σ΄αυτούς ο καρροτσέρης ο πεζός, ο γέρος, ήταν ο πιο μοναχός.

Ζαχαρίας Παπαντωνίου – Το άλογο Από Αντικλείδι




ΤΟ ΘΕΜΑ: ‘πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν’. το νόημα του ύμνου!!!

 Όλοι έχουμε ακούσει τον γνωστό αυτό ύμνο-ψαλμό της εκκλησίας, αλλά κανείς -μα κανείς δεν ξέρει το βαθύ, το αληθινό νοήμά του!.   

   Ο ύμνος αυτός, αυτό το μικρό άσμα – θρησκευτικό τραγουδάκι -για να το πούμε λαϊκά-, έχει ιστορία πάρα πολλούς αιώνες. Προέρχεται από την Παλαιά Διαθήκη, από έναν ψαλμό του Βασιλέα Δαυίδ. Τον 33 ψαλμό (ή 34 σε άλλη αρίθμηση), 11 στίχος. Είναι από τους αρχαιότερους ύμνους της ‘ορθοδοξίας’ και του χριστιανισμού.   Μπορεί να είναι τόσο παλαιός, έως και 17 αιώνες!, από τότε που διαμορφώθηκε ως δόγμα ο Χριστιανισμός.  Η γλώσσα που έχει είναι αρχαία ελληνικά (για την ακρίβεια ελληνιστική γλώσσα, η γλώσσα του ευαγγελίου), κι όμως όλοι σήμερα καταλαβαίνουμε τις 13 λέξεις που έχει. Αν και έχει ένα λάθος στη μετάφραση: το σωστό θα ήταν : ‘ουδενός αγαθού’.

  Η μουσική του είναι επιβλητική, είναι σε ήχο ‘βαρύ’ και αργό. Έχει κάτι το μαγικό, ρίχνει τους παλμούς της καρδιάς, κατεβάζει την πίεση, ηρεμεί. Με αποτέλεσμα κανείς να μην συγκεντρώνεται στο νόημά του. Μπορεί να κάνει ο καθένας το πείραμα: να μπει στο διαδίκτυο και να ακούσει σε βίντεο1-2 λεπτών τον ύμνο αυτό να τον λένε ιερείς μέσα στο Ναό. 2-3 φορές να τον ακούσει, μετά πάει για ύπνο…
   Τον λένε στις εκκλησίες όταν υπάρχει αρτοκλασία. Δηλαδή όταν κόβουν τον άρτο,  και τον μοιράζουν μετά στους πιστούς, αναπαριστώντας το θαύμα του Χριστού που χόρτασε 5 χιλιάδες ανθρώπους με 5 άρτους και λίγα ψαράκια!
  Ας προσέξουμε εδώ, πως ο άρτος που δίνουν στην αρτοκλασία, εκτός από τη ζάχαρη άχνη που έχει επάνω για να μοιάζει με γλυκό, δεν έχει καμμία σχέση με ζυμωτό ψωμί, όπως θα έπρεπε. Αλλά είναι ακριβώς το αντίθετο , είναι το πιό φουσκωτό ψωμί που υπάρχει, σαν σφουγγάρι. Ίσως επειδή έχει μεγάλο μέγεθος και θα ήταν ασήκωτο αν ήτανε κανονικό ζυμωτό ψωμί, αλλά αυτό δεν είναι δικαιολογία για ανθρώπους που λένε πως πιστεύουν…
   Όπως έχει παραλλαχτεί το ψωμί από ζυμωτό σε φουσκωτό, έτσι έχει παραλλαχτεί και το νόημα του χριστιανισμού στό νόημα του ύμνου αυτού.
  Ας το εξηγήσουμε: 
   η κατά λέξη μετάφραση είναι πανεύκολη: πλούσιοι επτώχευσαν, και πείνασαν (!), όσοι όμως αναζητούν τον Κύριο, δεν θα ελλατωθούν σε κανένα αγαθό. . Μια πιό ελεύθερη μετάφραση: υπήρξαν στο παρελθόν πλούσιοι που επτώχευσαν,και έφτασαν ακόμα και σε πείνα,  όσοι όμως (πλούσιοι?  ή και άλλοι: μικρομεσαίοι -φτωχοί ?) πιστεύουν στον Κύριο (στον γιαχβέ ή στον Χριστό) δεν θα χάσουν καθόλου απ όσα έχουν.
  Παρατηρούμε πως οι πρώτες 4 λέξεις εκπέμπουν φόβο ειδικά στους πλούσιους. Στους φτωχούς προκαλούν χαρά, γιατί λόγω της αδικίας που νοιώθουν, θέλουν να φτωχύνουν οι πλούσιοι.  Οι επόμενες, όμως, 9 λέξεις μετατρέπουν τον φόβο ή τη χαρά ,σε υπακοή, σε ‘πίστη’. Στις 9 λέξεις δεν υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, αλλά ο φόβος της πτώχευσης. Και η ελπίδα, η πίστη πως δεν θα χειροτερέψει η περιουσία μας αν πιστεύουμε στο θεό, κάτι που εξισώνει πλούσιους και φτωχούς!!! Δηλαδή, το δεύτερο μέρος των στίχων δεν επιτρέπει χαρά στους φτωχούς που πτώχευσαν οι πλούσιοι. Διότι όσοι πιστεύουν δεν θα φτωχήνουν. Το λέει καθαρά. Ενώ και οι ίδιοι οι φτωχοί, αν δε πιστεύουν, θα φτωχύνουν περισσότερο!….
  Ας προσέξουμε πως -κανονικά- ο ύμνος δεν μιλάει καθόλου για φτωχούς: δηλαδή: πλούσιοι φτώχευσαν, όσοι όμως -πλούσιοι- πιστεύουν δεν θα φτωχύνουν. Με δυό λόγια ο θεός προστατεύει τους πλούσιους για να μη φτωχύνουν!   Τρελό, απίστευτα τρελό!
   Δεν υπάρχει περισσότερη πλύση εγκεφάλου μέσα σε τόσες λίγες λέξεις. Ούτε τόση διαστροφή του αληθινού χριστιανισμού που λέει ακριβώς τα αντίθετα: 
–πιό εύκολα περνάει γκαμήλα απ την τρύπα της βελόνας, παρά πλούσιος στον ‘παράδεισο’. 
–πούλα την περιουσία σου και μοίρασε τα λεφτά στους φτωχούς.
–δεν μπορείτε να είστε φίλοι και στο θεό και στο χρήμα (μαμμωνά)
–αυτό που τιμούν οι άνθρωποι (το χρήμα) ο θεός ο σιχαίνεται!…
–ουαί στους πλούσιους (…) αλίμονο σε εσάς που είστε χορτάτοι γιατί θα πεινάσετε…
κλπ. κλπ.  
    Θα λέγαμε πως όλο το ευαγγέλιο είναι συμβουλή έμπρακτης αγάπης για το μοίρασμα του χρήματος. ‘ Ο πρώτος -και ο μεγαλύτερος- κομμουνιστής ήταν και είναι ο Χριστός’, είναι μια φράση που λέει καθημερινά ο λαός μας, ανεξάρτητα από την κομματική του τοποθέτηση. Δηλαδή ακόμα οι δεξιοί και ακροδεξιοί, όλοι λένε πως ο Χριστός ήταν κομμουνιστής, και εφ όσον είναι οι ίδιοι χριστιανοί, επόμενο είναι να σκεφτούμε πως και οι ίδιοι κατά βασιν είναι χριστιανο-κομμουνιστές!… Δηλαδή στην Ελλάδα υπάρχουν μόνον κομμουνιστές, είτε είναι αριστεροί ‘άθεοι’, είτε δεξιοί χριστιανοκομμουνιστές.. τόσο απλά. 
   Αλλά ας δούμε μια παρέξενη συγκυρία που ίσως γίνει στις μέρες μας και έχει σχέση με το : πλούσιοι επτώχευσαν.
  Η Ελλάδα κινδυνεύει με πτώχευση λόγω του χρέους της. Ο τελευταίος Πρωθυπουργός, όσο κι άν έχει φιλότιμο και είναι νέος και άφθαρτος, όμως ‘δεν εκζητεί τον κύριο’, δεν πιστεύει σε θρησκεία, είναι άθρησκος και -ίσως- άθεος, και δεν ορκίστηκε θρησκευτικό όρκο, ο πρώτος στην ιστορία του θεσμού!  
  Αν πτωχεύσει η χώρα θα φταίει αυτός? 
  Αν δεν πτωχεύσει,  πάει να πει πως δεν ισχύει ο ύμνος του Δαυίδ?  
  Θα δούμε…
   Πάντως οι αναρχικοί βλέπουν με φιλοσοφική ματιά το όλο θέμα σχετικά με το φόβο για πτώχευση. Υπάρχει γραμμένο σε τοίχο στην Αθήνα οι εξής 14 λέξεις που είναι η απάντηση στον ανωτέρω ύμνο: 
αν το πιό σημαντικό για σας είναι η περιουσία, τότε καλά κάνετε και φοβάστε..

By kyparissiotis