Πιπέρι στο στόμα!

b205077Με αυτόν τον ευρηματικό τίτλο κυκλοφόρησε, στα τέλη του 2015, ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, που θα σας παρουσιάσω σήμερα -Τσικνοπέμπτη γαρ, μέρα συνδεδεμένη όχι απλώς με το ντερλίκωμα και τα κοψίδια αλλά και με μια γενικότερη ελευθεριότητα.Οπότε, προειδοποιώ, το σημερινό άρθρο είναι ακατάλληλο για ανηλίκους, σε αντίθεση με το γενικό πνεύμα του ιστολογίου, που κάπως έχει περιφρονήσει τα «ου φωνητά».Το βιβλίο αυτό, που το οφείλουμε σε τρεις νέες λαμπρές ερευνήτριες γλωσσολόγους, τη Μαρία Καμηλάκη, τη Γεωργία Κατσούδα και τη Μαρία Βραχιονίδου, διερευνά, όπως λέει και ο υπότιτλός του, τις λέξεις-ταμπού της Νέας Ελληνικής Γλώσσας.Ωστόσο, δεν είναι σκέτα λαογραφικό βιβλίο, δεν κάνουν μόνο καταγραφή υλικού. Υπάρχει στο βιβλίο πολλή και βαθιά γλωσσολογία, αλλά ευτυχώς είναι καλογραμμένο και έξυπνα οργανωμένο σε μικρά κεφάλαια κι έτσι δεν θα διαμαρτυρηθούν όσοι βαριούνται τα επιστημονικά.Για παράδειγμα, βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την ανάλυση για τους -φημισμούς, που θα την παρουσιάσω με συντομία.Όταν αντικαθιστούμε μια χυδαία ή επώδυνη λέξη ή έκφραση με μια πιο ευγενική και στρογγυλεμένη, έχουμε ευφημισμό. Λέμε «οπίσθια» αντί «κώλος», λέμε «έφυγε από κοντά μας» αντί «πέθανε» (εδώ είναι απλώς επώδυνη η λέξη, όχι χυδαία), για δε τη γενετήσια πράξη έχουμε άφθονους ευφημισμούς («το κάναμε», «κοιμηθήκαμε μαζί» κτλ.)Το αντίθετο του ευφημισμού είναι ο δυσφημισμός. Εδώ χρησιμοποιούμε απορριπτικές ή προσβλητικές λέξεις ή φράσεις -«κώλος» αντί για «οπίσθια».Ανάμεσα στους δύο βρίσκεται ο ορθοφημισμός. Πρόκειται για ευθείες ή ουδέτερες εκφράσεις, που δεν είναι αναφανδόν ευγενικές όπως οι ευφημιστικές, αλλά ούτε ωμές ή προσβλητικές. Συχνά πρόκειται για όρους της ανατομίας ή της ιατρικής. Στο παραπάνω παράδειγμα, ο ορθοφημισμός που αντιστοιχεί στο δίπολο «οπίσθια-κώλος» είναι «έδρα». Αντί για «πάω στο μέρος» (ευφημισμός) ή «χέζω» (κακοφημισμός) μπορεί κάποιος να πει «αφοδεύω».Υπάρχουν και κάποιες υβριδικές μορφές. Έχουμε, ας πούμε, τους ευφημιστικούς δυσφημισμούς, όταν μασκαρεύουμε έναν δυσφημισμό και τον ωραιοποιούμε, π.χ. μακάκας, θα σε μαμήσω. Αντίστροφα, δυσφημιστικούς ευφημισμούς έχουμε όταν περιγράφουμε μια σοβαρή κατάσταση με ελαφρότητα ή αγένεια -ας πούμε, αντί να πούμε «πέθανε» ή «αποβίωσε», λέμε «τα τίναξε», «τα κακάρωσε».Αυτό είναι ένα κομμάτι από την εισαγωγή του βιβλίου, όπως το παρουσίασα πολύ συνοπτικά και με δικά μου λόγια.Για να πάρετε μιαν ιδέα της ύλης του βιβλίου, θα παραθέσω τους τίτλους μόνο από μερικά κεφάλαιά του.Έλα να κάνουμε σεξ!: Η γενετήσια λειτουργία
Μες στσ’ Αγγέλας τον οντά, μαύρος ντούμπανος βροντά: Οι ονομασίες των γεννητικών οργάνων
Έκανε η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο: Σωματικά υγρά και απεκκριτικές διαδικασίες
Σκατά και απόσκατα
Κατούρα να φύγουμε!
Έκλασε η νύφη, σχόλασε ο γάμος!
Μπάζα, μπουρούχες και κουασιμόδοι: Δυσφημισμοί για την εξωτερική εμφάνιση
Αραπίνες λάγνες, ερωτιάρες ή μαυροτσούκαλα;
Τα πάχη μου, τα κάλλη μου
Πιπίνια, κουμπαρομπεμπέκες και χούφταλα
Οι στιγματισμένοι
Δίνει μάχη με την επάρατη νόσο: Οι σωματικές ασθένειες
Το ξέρει κι η κουτσή Μαρία: Η σωματική αναπηρία
IQ ραδικιού: Η νοητική υστέρηση
Η τρέλα δεν πάει στα βουνά: Η ψυχική νόσος
Τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια: Ο αλκοολισμός
Το βαπόρι απ’ την Περσία: Τα ναρκωτικά
Πρέπει να ΄σαι λέρα, για να οδηγάς γαλέρα: Χαρακτηρολογικοί δυσφημισμοί
Ρε μαλάκα, είσαι μαλάκας;: Οι λέξεις-ταμπού στη γλώσσα των νέων
Μιλάει σαν νταλικιέρης, κορίτσι πράμα: Οι λέξεις-ταμπού και η γλώσσα των γυναικών
Άντε, ρε πασοκοφρουρέ!: Λέξεις-ταμπού και κομματικές ταυτότητες
Δεν είμαι εγώ ρατσιστής. Αυτός είναι Αλβανός: Ο γλωσσικός «άλλος»
Πας μη Έλλην, βάρβαρος
Τον αράπη κι αν τον πλένεις: Δυσφημισμοί για φυλές
Είδε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του: Δυσφημισμοί για εθνοτικές ομάδες
Έγινα Τούρκος: Δυσφημισμοί για εθνωνύμια
Ιταλιάνα ή Ιταλίδα; Εγγλέζικα ή αγγλικά;
Καταυλακιώτες και μινάρες: Τοπωνυμικοί δυσφημισμοί
Εμείς οι βλάχοι, όπου λάχει: Γενικοί δυσφημισμοί για τους Έλληνες
Ο Δωδεκάλογος του… Ρομά!!!: Λέξεις-ταμπού και πολιτική ορθότητα
Στου… βαρήκοου την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα!
Βουλεύτριες και χορεύτριες
Σκουπιδιάρης ή οδοκαθαριστής;
Εισφορά αλληλεγγύης ή έκτακτη φορολόγηση;
Μπήκα σε κινητικότητα! Άντε, να ξεπιαστούμε λιγάκι!
Επιχείρηση-σκούπα… για ακόμη πιο καθαρούς μετανάστες
Οι λέξεις-ταμπού στην αρχαία ελληνική
Καλύτερα να σου βγει το μάτι, παρά τ’ όνομα: Το ταμπού του ονόματος
Έβαλε τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα: Το ζωωνυμικό λεξιλόγιο ταμπούΘα συμφωνήσετε μαζί μου πως οι τίτλοι είναι ευρηματικότατοι. Όχι μόνο αυτό, αλλά και η πραγμάτευση των θεμάτων είναι απολαυστική. Όπως βλέπετε μάλιστα, η λέξη «ταμπού» εννοείται με την ευρύτατη έννοια, δεν περιορίζεται στις «κακές λέξεις» που συνδέονται με τη γενετήσια πράξη.Το βιβλίο, όπως βλέπετε, ασχολείται με πολλά θέματα που τα έχουμε θίξει κατ’ επανάληψη στο ιστολόγιο (π.χ. θηλυκό γένος, εθνοφαυλισμοί κτλ.) οπότε είναι μάλλον βέβαιο πως θα μας απασχολήσει και στο μέλλον, σε θεματική πλέον βάση. Ομολογώ πως δεν το έχω ακόμα διαβάσει όλο (ούτε το μισό, μάλιστα) αλλά όσο έχω διαβάσει είναι, ξαναχρησιμοποιώ τη λέξη, απολαυστικό. Έχω κάποιες ελάσσονες παρατηρήσεις, αλλά τίποτα το σοβαρό.Και για να πάρετε μια γεύση, παραθέτω ολόκληρη μία ενότητα του βιβλίου, το υποκεφάλαιο 2.1.1, αφιερωμένο στο ρήμα γαμάω-ώ, που σωστά χαρακτηρίζεται «πρωτεϊκό». Για τεχνικούς λόγους δεν μεταφέρω τις παραπομπές των (έξι τον αριθμό) υποσημειώσεων της ενότητας. Υπάρχουν πάντως στο βιβλίο -η τεκμηρίωσή του είναι υποδειγματική.2.1.1. Γαμώ την ατυχία μου!: Το πρωτεϊκό ρήμα γαμάω/-ώΤο δημοφιλές στη Ν.Ε. ρ. γαμάω-ώ στην αρχ. ελληνική, ως συνηρημένο σε -έω/-ώ, σήμαινε ‘νυμφεύομαι, παίρνω για γυναίκα’. Λεγόταν και μεταβατικώς για γονείς που διαλέγουν σύζυγο για το παιδί τους, ενώ ως μεσοπαθητικό και για γυναίκα με τη σημασία ‘παντρεύομαι’. Ήδη, όμως, από την αρχαιότητα το ρήμα είχε και τη σημασία ‘συνουσιάζομαι’, η οποία ήταν η μόνη που επικράτησε στα μεσαιων. χρόνια. Την ίδια εποχή κάνει και την εμφάνισή της η λέξη γαμήσι ‘η συνουσία’ (14ος αι.) και ο γαμέας (15ος-16ος αι.) ‘ο φιλήδονος άνδρας’, που θα μετεξελιχθεί τυπολογικώς σε γαμιάς. Το ρήμα σήμερα, τόσο στη Ν.Ε.Κ., όσο και στις ν.ε. διαλέκτους και τα ιδιώματα, έχει μόνο τη σημασία ‘συνουσιάζομαι’. Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι, μέσα από τη σημασιολογική μετατόπιση του γαμώ προς την καταδήλωση της γενετήσιας λειτουργίας, δημιουργήθηκε ένα κενό για το πώς θα λέμε ‘συνάπτω γάμο’, το οποίο καλύφθηκε από το μεσαιων. ρ. υπανδρεύω, που λεγόταν κυρίως για γυναίκα, αλλά σιγά-σιγά επεκτάθηκε και για άνδρα. Έτσι, το ρ. νυμφεύομαι, που λεγόταν για άνδρες, πέρασε στο περιθώριο, παραμένοντας σε χρήση μόνο στην εκκλησιαστική γλώσσα, αφού πλέον τη σημασία του την ανέλαβε το ρ. υπανδρεύομαι/παντρεύομαι.Οι νεότεροι σχηματισμοί (παράγωγα και σύνθετα) από το ρ. γαμώ ‘κάνω σεξ’ είναι πάμπολλοι, πολλαπλασιάζοντας το σχετικό λεξιλόγιο ταμπού, π.χ. αγάμητος/-η, γαμιστερός/-ή, γαμιστρώνας, γαμωσταυρίζω, καταγαμώ, κωλογαμημένος/- η, ξενογαμώ και τόσα άλλα! Περιέργως, δεν παρασύρθηκαν από τις σεξουαλικές συνδηλώσεις, αλλά κατάφεραν να διατηρήσουν τη σημασιολογική τους σύνδεση με τον γάμο ομόρριζες λέξεις, ήδη παραδεδομένες από την αρχαία Ελληνική ή και νεότερες, όπως γάμος, γαμπρός, γαμικός/-ή, γαμήλιος/-α, αλλά και γαμοπίλαφο.Πέραν του καθαρά σεξουαλικού του περιεχομένου, η αυξημένη χρήση του ρήματος σε ένα ευρύ φάσμα περιβαλλόντων το καθιστά ένα από τα πιο παραγωγικά ρήματα της Ν.Ε.Έτσι, χρησιμοποιείται μεταφορικά για κάποιον ή κάτι που μας κουράζει, μας εξοντώνει ή μας γίνεται φορτικό(ς) («Αυτή την εβδομάδα έχω γαμηθεί στη δουλειά») ή που έχει υπέρμετρες απαιτήσεις («Στο τέλος θα θέλει να μας γαμήσει κιόλας»). Επίσης, τη γάμησα/την έχω γαμήσει‘βρίσκομαι σε δύσκολη κατάσταση, έχω περιέλθει σε αδιέξοδο’, ενώ ως α’ συνθετικό το ρ. χαρακτηρίζει αρνητικά το β’ συνθετικό, κατατάσσοντάς το στην κατηγορία του ανεπιθύμητου/δυσάρεστου (γαμωκατάσταση, γαμωδουλειά, γαμωαρρώστιαγαμωσταυρίδια («Τον άρχισε στα γαμωσταυρίδια» ‘χυδαίο υβρεολόγιο κατά των θείων’) κ.ά.).Περίφημη είναι η φρ. Άντε γαμήσου που πολλοί τη θεωρούν λεκτική πράξη όχι βλαστήμιας, αλλά ευχής, ανακυριολεκτώντας τη (!), ενώ συναφές περιεχόμενο έχουν και οι αποστροφές Γάμησέ μας! ‘παράτα μας ήσυχους’, Γάμα τα/Γάμησέτα!, για προβλήματα και δυσκολίες που ενέχει μια κατάσταση, Δε γαμιέται!, για κάτι με το οποίο δεν αξίζει να ασχοληθεί κανείς, Θα σε γαμήσω! εν είδει χιουμοριστικής (ή μη) απειλής, Σε γαμάω!’υπερτερώ εις βάρος σου, σε κερδίζω, υπερέχω’ κ.ά. Πιο αποστιγματισμένο λόγω υψηλής συχνότητας χρήσης είναι το επιφώνημα αγανάκτησης, έκπληξης ή θαυμασμού Γαμώτο! («Ρε γαμώτο, δεν ξέρω τι να κάνω»), το οποίο χρησιμοποιείται και ουσιαστικοποιημένο: «Το γαμώτο είναι, που θα βρουν και δικαιολογία τα λαμόγια, που ήθελαν τον Πούτιν να επισκέπτεται κάθε μήνα και άλλη ελληνική πόλη».Υβριστικές είναι και οι αποστροφές γαμώ τη μάνα σου, γαμώ το σόι σου, γαμώ το σπίτι σουκ.ο.κ., που μπορούν να συνοψισθούν στη δομή γαμώ+x (θυμίζουμε και το τραγουδιστικό «Κόμμα και ρετσίνα, κι άσματα επινίκεια, είμαι δεκαεξάρης, σας γαμώ τα Λύκεια!» του Διονύση Σαββόπουλου). Η συγκεκριμένη δομή, που συνήθως συνάπτεται με όρους συγγενείας, συνδυάζεται και με φράσεις που αναφέρονται στα θεία (τον Χριστό, την Παναγία, την Αγία Θέκλακ.λπ.), συνιστώντας διπλή παραβίαση, αφενός του ταμπού περί γενετήσιας ορμής και, αφετέρου, περί θεοσέβειας, γεγονός που ενισχύει την προσλεκτική δύναμη του εκφωνήματος.Ακόμη, απαντούν οι στερεότυπες εκφράσεις γαμάει (και δέρνει), που απηχώντας σαδομαζοχιστικές πρακτικές περιγράφει κάποιον/-α που διαπρέπει και κυριαρχεί σε έναν τομέα, και γαμώ για κάποιον/-α ή κάτι που ξεχωρίζει («Είναι και γαμώ τα άτομα»), πηγαίνει γαμιώντας(ίσως αναλογικά από τους τύπους γαμιόλης/-α, αντί του αναμενόμενου γαμώντας), πολύ γρήγορα ή μεταφορικά για κατάσταση ή διαδικασία εξαιρετικά και επιδεινούμενα φορτική, πιεστική και αγχωτική («Αυτή είναι η κατάντια μας και γι’ αυτό μας πηγαίνουν και θα μας πηγαίνουν γαμιώντας»).Τέλος, σε ό,τι αφορά τα παράγωγα του ρήματος, τα γαμησιάτικα, το αντίτιμο που οφείλει κανείς να πληρώσει, για να έρθει σε αγοραία συνουσία, καταλήγουν να σημαίνουν τα κοροϊδίστικα λεφτά ή το να υποστεί κανείς τις συνέπειες χωρίς να είναι ο (κύριος) υπαίτιος (πβ. κερατιάτικα): «Αντί να βρούμε τους Λαυρέντηδες, πληρώνουμε γαμησιάτικα στην τρόικα». Επίσης, το επίθ. γαμιόλης/-α και η μτχ. γαμημένος/-η δηλώνουν τον ενοχλητικό, τον κακεντρεχή, τον εξευτελισμένο,τον πρόστυχο, τον ανάξιο λόγου: «Η γαμιόλα η Google μετονόμασε σε χάρτη την Κρήτη ως Ottoman crete’», «Στα παπάρια μου ποιος βλέπει ή δεν βλέπει το γαμημένο το προφίλ μου».Θετική χροιά έχουν τα επίθ. γαμάτος/-η και γαμιστερός/-ή, δηλαδή εξαιρετικός στο είδος του (εξού π.χ. και η ιστοσελίδα για κινηματογραφόφιλους http://gamato.ning.com/movies), ενώ, όπως συχνά συμβαίνει με τις λέξεις-ταμπού, ακόμη και οι δυσφημιστικοί όροι, υπό συγκεκριμένες επικοινωνιακές περιστάσεις, κυρίως όταν οι συνομιλιακές σχέσεις των συμμετεχόντων είναι οικείες και το πλαίσιο ανεπίσημο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν με θετική χροιά, ως δείκτες οικειότητας (Άντε ρε γαμιόλη, σήκωσε το γαμωτηλέφωνό σου, επιτέλους!). Μάλιστα, δεν αποκλείεται και η εμφάνισή τους στη δημόσια σφαίρα σε κειμενικά είδη, όπως τα οπαδικά συνθήματα («Σήκωσέ το, το γαμημένο, δεν μπορώ, δεν μπορώ να περιμένω», βλ. και σελ. 305-308).Κλείνοντας, ένα συνολικό σχόλιο σε ό,τι αφορά αυτό το πολυ-ρήμα της Ν.Ε., είναι ότι ο γλωσσικός σεξισμός, που σχολιάσαμε νωρίτερα, με αφορμή τις κυριολεκτικές χρήσεις του, απηχείται και σε μεταφορικό επίπεδο: οι συσχετισμένοι με το αρσ. τύποι της ενεργητικής φωνής παράγουν «θετικές» σημασίες, π.χ. γαμάει και δέρνει, γάμησα, είναι και γαμώ τα παιδιά, σε αντίθεση με τους συνυφασμένους με το θηλυκό παθητικούς, λ.χ. γαμήθηκα στη δουλειά, γαμιέσαι, άντε γαμήσου (π.χ. ποτέ δεν θα λέγαμε άντε γάμά!). Έτσι το δίπολο ενεργητικό/παθητικό του κυριολεκτικού επιπέδου μετασχηματίζεται σε θετικό/αρνητικό σε μεταφορικό.Για να δικαιώσω τη φήμη που έχω ως ψείρας, θα κάνω δυο παρατηρήσεις.* Σωστά επισημαίνεται ότι το ρήμα γαμώ είναι στη Νέα Ελληνική συνηρημένο σε -άω ενώ στα αρχαία ήταν σε -έω (γαμέω-γαμώ). Ωστόσο, θα έπρεπε να σημειωθεί ότι μειοψηφικά διασώζονται και τύποι που αντιστοιχούν στο -έω, όπως π.χ. η παλιότερη έκφραση «δε γαμείς ψηλά καπέλα», η οποία νομίζω ότι μόνο έτσι λέγεται, αν ακόμα λέγεται (και όχι «δεν γαμάς…»). Παρακαλώ επιβεβαιώστε.* Τα γαμωσταυρίδια νομίζω πως δεν έχουν σχέση με τις άλλες λέξεις με τις οποίες συμπαρατίθενται. Ενώ όταν λέμε γαμωκατάσταση χαρακτηρίζουμε αρνητικά μια κατάσταση, όταν λέμε «γαμωσταυρίδια» δεν… χαρακτηρίζουμε αρνητικά τα σταυρίδια, λέξη άλλωστε που δεν στέκεται μόνη της.Επίσης, θέλω να σχολιάσω κάτι. Νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια έχουμε μεγάλη άνοδο του επιθέτου «γαμημένος», που πρέπει να οφείλεται (και) σε κακή, κατά λέξη μετάφραση του αμερικάνικου fucking, ενώ τις περισσότερες φορές στα ελληνικά δεν πρέπει να αποδοθεί έτσι. Αλλά για το θέμα αυτό τα έχει πει πολύ καλά ο φίλος Γιάννης Χάρης, οπότε δεν έχω να προσθέσω τίποτα, σας παραπέμπω στο κείμενό του.Με δυο λόγια, έχουμε ένα εξαιρετικό βιβλίο που θα μας απασχολήσει και στο μέλλον. Αν αγαπάτε τη γλώσσα, σας το συστήνω θερμά!Σαραντάκος Ν

Ο προέδρος απουσιάζει από το οροπέδιο,καιρό έχει να ακουστεί   το ,” μια μέρα στον παράδεισο “.

Αποκλειστικές  και έγκυρες πληροφορίες φέρουν τον πρόεδρο να συχνάζει σε παμπ και μάλιστα μεταμεσονύκτια!!!

Δύο η ώρα μετά από τα μεσάνυκτα. Κτυπάει το τηλέφωνο. Μόλις έχω ξαπλώσει και περνάω από τα πράσινα λιβάδια στις γαλάζιες λίμνες. Στην άλλη άκρη του τηλεφώνου είναι ο Θάνος Τζήμερος: «Έφτασε η ώρα. Ο Αλέξης δίνει συνέντευξη στον Χατζηνικολάου. Είναι η ευκαιρία μας να μπούμε, επιτέλους, στα ανάκτορα». Πάντα είχα την απορία γιατί οι επαναστάσεις γινόντουσαν τέτοιες βάρβαρες ώρες…Το ραντεβού είναι έξω από τον βασιλικό κήπο. Ο Θάνος φτάνει, όπως πάντα, λίγο καθυστερημένος. Είναι χαρακτηριστικό των ηγετών. Εκείνο, όμως, που μου προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο εκνευρισμό είναι το γεγονός ότι είμαστε μόλις δύο! Δύο τύποι, εκ των οποίων ο ένας αγουροξυπνημένος. Βαδίζουμε με γοργό και αποφασιστικό βήμα προς το Μέγαρο Μαξίμου.Ο ένας είναι ο αρχηγός των στασιαστών. Ο Θάνος ο Τζήμερος. Ο φόβος και ο τρόμος των ΣΥΡΙΝΑΖΕΛ. Ο άνθρωπος που η ματιά του και μόνο μπορεί να σκορπίσει τους εχθρούς στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ο άλλος είμαι εγώ. Ο ηγέτης της αντιπολίτευσης των στασιαστών. Δύο φιλελέδες  είναι ικανοί να ιδρύσουν μέχρι και τρία κόμματα. Χειρότεροι και από τα γκρουπούσκουλα της αριστεράς.  Φτάνουμε έξω από το Μέγαρο. Κι εκεί που περιμένουμε το καλύτερο, εκεί που περιμένουμε να μπούμε μέσα και να βρούμε τα τρολ του ΣΥΡΙΖΑ να δίνουν ηρωικές μάχες στα social media, κτυπάει το … τηλέφωνο!Όχι, δεν είναι ο Θάνος Τζήμερος! Είναι ένας καλός φίλος, πρώην κομμουνιστής: «Σύντροφε έμπλεξες. Ο Αλέξης ανέφερε στην συνέντευξη του στο Star το liberal.gr ως πηγή ενημέρωσης των καναλαρχών»…Το φτωχό liberal.gr είχε αυτή την τιμή; Είναι ο μεγάλος εχθρός της κυβέρνησης; Δηλαδή, ο πρωθυπουργός νιώθει να «απειλείται» μόνο από τον Θάνο Τζήμερο και το liberal.gr και αναφέρει τα ονόματά τους σε μία τόσο σημαντική συνέντευξη από την οποία ο ελληνικός λαός περίμενε να πληροφορηθεί για τα όσα κρίσιμα συμβαίνουν; Απειλείται από δύο «μικρούς» κι όχι από τη αντιπολίτευση; Είναι δυνατόν ένας πρωθυπουργός να δείχνει με το δάκτυλό του τον αρχηγό ενός μικρού κόμματος και τον ιδιοκτήτη μιας μικρής και νέας ιστοσελίδας; Τι κάνει, δηλαδή, η αντιπολίτευση την ίδια ώρα και περνά τόσο απαρατήρητη;  Στέλνει γράμματα  με τον αραμπά; Με τα ΕΛΤΑ;Αρνούμαι να πιστέψω ότι το liberal.gr είναι εχθρός του οποιουδήποτε. Ή ότι δήθεν έχει στοχοποιηθεί. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι ζούμε σε μία αστική δημοκρατία που ο καθένας έχει το δικαίωμα να λέει, να γράφει και να σκέφτεται ό,τι θέλει. Κι έχει ακόμη δικαίωμα να ονειρεύεται. Ότι θα φύγουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα κι ότι θα επιστρέψουμε έτσι στην ομαλότητα. Διότι αυτό που ζούμε σήμερα δεν είναι μία κανονική κατάσταση. Είναι ο ορισμός της ανωμαλίας.

Θανάσης Μαυρίδης

thanasis.mavridis@liberal.gr

Κόκκινη κλωστή δεμένη… στο χέρι βάζουμε την πρώτη ημέρα του Μαρτίου – Τι δείχνει το έθιμο

Ο Μάρτης ή Μαρτιά είναι ένα παμπάλαιο έθιμο, με βαλκανική διασπορά. Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια, όπου οι μύστες έδεναν μια κλωστή, την Κρόκη, στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι, όπως παρατηρεί ο λαογράφος Νικόλαος Πολίτης.

Σύμφωνα με το έθιμο, την 1η του Μάρτη, οι μητέρες φορούν στον καρπό του χεριού των παιδιών τους ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον Μάρτη ή Μαρτιά, για να τα προστατεύει από τον πρώτο ήλιο της άνοιξης, που είναι ιδιαίτερα βλαβερός, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες. 


Ο Μάρτης προφυλάσσει επίσης, όπως πιστεύεται, από τα κουνούπια και τους ψύλλους, ενώ απομακρύνει τις αρρώστιες και άλλα κακά.

Τον φτιάχνουν την τελευταία μέρα του Φλεβάρη και τον φορούν την πρώτη μέρα του Μάρτη, πριν βγουν από το σπίτι. Σε μερικές περιοχές ο Μάρτης φοριέται στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού σαν δαχτυλίδι για να μη σκοντάφτει ο κάτοχός του.

Το βραχιολάκι αυτό το βγάζουν στο τέλος του μήνα ή το αφήνουν πάνω στις τριανταφυλλιές όταν δουν το πρώτο χελιδόνι, για να το πάρουν τα πουλιά και να χτίσουν τη φωλιά τους, ή το καίνε με το αναστάσιμο φως του Πάσχα.

Η χριστιανική εκκλησία διά του Ιωάννου του Χρυσοστόμου θεωρεί το έθιμο ειδωλολατρικό ήδη από τον 5ο αιώνα.

Ο «Μάρτης» στα Βαλκάνια

Το έθιμο του Μάρτη γιορτάζεται ίδιο και απαράλλαχτο στα Σκόπια με την ονομασία Μάρτινκα και στην Αλβανία ως Βερόρε. Οι κάτοικοι των δύο γειτονικών μας χωρών φορούν βραχιόλια από κόκκινη και άσπρη κλωστή για να μην τους «πιάσει» ο ήλιος, τα οποία και βγάζουν στα τέλη του μήνα ή όταν δουν το πρώτο χελιδόνι. Άλλοι πάλι, δένουν τον Μάρτη σε κάποιο καρποφόρο δέντρο, ώστε να του χαρίσουν ανθοφορία, ενώ μερικοί τον τοποθετούν κάτω από μια πέτρα κι αν την επόμενη ημέρα βρουν δίπλα της ένα σκουλήκι, σημαίνει ότι η υπόλοιπη χρονιά θα είναι πολύ καλή.

Τηρώντας παραδόσεις και έθιμα αιώνων, οι Βούλγαροι, την πρώτη ημέρα του Μάρτη, φορούν στο πέτο τους στολίδια φτιαγμένα από άσπρες και κόκκινες κλωστές που αποκαλούνται Μαρτενίτσα. Σε ορισμένες περιοχές της Βουλγαρίας, οι κάτοικοι τοποθετούν έξω από τα σπίτια τους ένα κομμάτι κόκκινου υφάσματος για να μην τους «κάψει η γιαγιά Μάρτα» (Μπάμπα Μάρτα, στα βουλγαρικά), που είναι η θηλυκή προσωποποίηση του μήνα Μάρτη. Η Μαρτενίτσα λειτουργεί στη συνείδηση του βουλγαρικού λαού ως φυλαχτό, το οποίο μάλιστα είθισται να προσφέρεται ως δώρο μεταξύ των μελών της οικογένειας, συνοδευόμενο από ευχές για υγεία και ευημερία.

Το ασπροκόκκινο στολίδι της 1ης του Μάρτη φέρει στα ρουμανικά την ονομασία Μαρτιζόρ. Η κόκκινη κλωστή συμβολίζει την αγάπη για το ωραίο και η άσπρη την αγνότητα του φυτού χιονόφιλος, που ανθίζει τον Μάρτιο και είναι στενά συνδεδεμένο με αρκετά έθιμα και παραδόσεις της Ρουμανίας. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο θεός Ήλιος μεταμορφώθηκε σε νεαρό άνδρα και κατέβηκε στη Γη για να πάρει μέρος σε μια γιορτή. Τον απήγαγε, όμως, ένας δράκος, με αποτέλεσμα να χαθεί και να βυθιστεί ο κόσμος στο σκοτάδι.

Μια ημέρα ένας νεαρός, μαζί με τους συντρόφους του, σκότωσε τον δράκο και απελευθέρωσε τον Ήλιο, φέροντας την άνοιξη. Ο νεαρός έχασε τη ζωή του και το αίμα του -λέει ο μύθος- έβαψε κόκκινο το χιόνι. Από τότε, συνηθίζεται την 1η του Μάρτη όλοι οι νεαροί να πλέκουν το «Μαρτισόρ», με κόκκινη κλωστή που συμβολίζει το αίμα του νεαρού άνδρα και την αγάπη προς τη θυσία και άσπρη που συμβολίζει την αγνότητα.

Πηγή: sansimera

Περί πυρρίχιου λόγος εγκωμιαστικός

1 Μαρτίου 2016, 09:00
Δεν ξέρω και πολλά για τους χορούς, αλλά όταν παρακολουθώ τον υπέροχο πυρρίχιο το κάνω με κατάνυξη. Συγκινούμαι, γιατί σκέφτομαι πως έτσι διαιωνίζεται και διδάσκεται με τον πιο εμφατικό τρόπο το δημοκρατικό ήθος του υπεύθυνου και περήφανου πολίτη-οπλίτη της Αρχαιότητας. Χωρίς λόγια, μονάχα με το χορό. Όλοι το παραδέχονται πως ο πυρρίχιος είναι χορός πολεμικός. Όλες οι κινήσεις του μοιάζουν να είναι μια καλή προθέρμανση πριν τη μάχη. Ζέσταμα για τη μέση και όλες τις μυϊκές ομάδες των άνω και των κάτω άκρων. Προετοιμασία για μια σκληρή σωματική δοκιμασία.

 

Αλλά εκτός από προθέρμανση, ο πυρρίχιος φαίνεται πως είναι και μια στοχευμένη προπόνηση για τις κινήσεις της φάλαγγας των οπλιτών.

Ο χορός με τα μαχαίρια μού μοιάζει πιο πολύ ομηρικός. Θυμίζει τον ατομικό τρόπο μάχης, ο ένας ήρωας απέναντι στον άλλο. Ο πυρρίχιος όμως είναι απόλυτα ομαδικός. Δεν υπάρχει κανένας που σέρνει το χορό κάνοντας τα δικά του τσαλίμια και τις δικές του φιγούρες. Είναι κι αυτό όμορφο κι εντυπωσιακό πολλές φορές. Αλλά στον πυρρίχιο, όπως όλοι ξέρουμε, δεν υπάρχει. Οι κινήσεις των χορευτών είναι απόλυτα συντονισμένες και όλοι τους κινούνται μπρος και πίσω, δεξιά κι αριστερά, χωρίς να χαλάνε την παράταξη. Δεμένοι, με ομοιογένεια, ομόθυμα, ένα σώμα – μια ψυχή που λένε. Αυτό δεν ήταν και το κλειδί της επιτυχίας της φάλαγγας των οπλιτών στη μάχη; Αν χαλάσει η συγκρότηση, αν δεν υπάρχει συντονισμός, αν υπάρξει έστω και ένας αδύναμος κρίκος, η φάλαγγα αποτυγχάνει ως παράταξη μάχης. Έτσι είναι και στον πυρρίχιο. Οι χορευτές πρέπει να είναι λίγο ως πολύ ισάξιοι, να είναι όλοι τους ικανοί. Έστω κι ένας αν υπολείπεται, το χορευτικό θα είναι για γέλια.Αν λοιπόν ο χορός των μαχαιριών παραπέμπει στις εποχές των μυθικών ηρώων, ο πυρρίχιος αντανακλά την υστερότερη πολιτειακή οργάνωση της ελληνικής Αρχαιότητας. Εκπέμπει το πνεύμα των προπατόρων μας που οργανωμένα, ως απεσταλμένοι της Πόλεως, σηκώθηκαν και πήγαν με τις τριήρεις τους να δημιουργήσουν τις αποικίες στην Ιωνία και στον Πόντο.

Στο ομαδικό αυτό πνεύμα δεν ταιριάζουν οι αδύναμοι κρίκοι, οι απροπόνητοι, οι απαίδευτοι, οι ατομιστές κι οι φιλοτομαριστές.

Πού είναι λοιπόν το πνεύμα του πυρρίχιου σήμερα; Διαπνέεται απ’ αυτό η πολιτεία των Ελλήνων; Σας θυμίζει καθόλου τη σέρρα ο τρόπος που… χορεύει το ελληνικό Δημόσιο; Τα ερωτήματα είναι ρητορικά. Φαντάζομαι ήδη τους αγαπημένους μας αναγνώστες να φέρνουν στο μυαλό τους την υπερρεαλιστική αυτή σκηνή και να γελούν σαρδόνια. Δεν υπάρχει ομοιογένεια, ομοθυμία, συγχρονισμός και πειθαρχία μάλλον εκεί… Σωστά; Κακώς βγάλαμε, επομένως, τους Πόντιους να χορέψουν στην τελετή της Ολυμπιάδας που οργανώσαμε. Μου φαίνεται πως έπρεπε να βγάλουμε κάποιους άλλους χορευτές που θα κινούνταν αλλοπρόσαλλα πάνω στη σκηνή. Κάποιους να χοροπηδάνε ασυντόνιστα, πρωτόγονα, και να χτυπιούνται αλλόκοτα ο καθένας μοναχός του. Αυτό θα αντιπροσώπευε καλύτερα τη νοοτροπία και τον ψυχισμό της κρατικής μας οντότητας.Κι έτσι μοιραία η συζήτηση φτάνει στα κλισέ για τους σύγχρονους Έλληνες που είναι πάντα διχασμένοι, αρέσκονται στις διαφωνίες και δεν μπορούν ποτέ να συνεννοηθούν σε πέντε βασικά θέματα. Για τα γονίδιά μας που μας κάνουν ατομιστές και μας εμποδίζουν να πειθαρχούμε και να αποδίδουμε σωστά σε ομαδικές προσπάθειες. Για τις κακές επιρροές της μακραίωνης σκλαβιάς στους Οθωμανούς και τα ρέστα. Κι όλα αυτά τα κοινότυπα διανθίζονται πάντα και με τις λαμπρές εξαιρέσεις. Παραδείγματα ομοψυχίας μπροστά στον κίνδυνο, όταν όλοι ενωμένοι και τα λοιπά… και τα λοιπά… Και πασπαλίζονται ακόμα και με μερικά λόγια για το φιλότιμο (τη λέξη που μόνο στα ελληνικά υπάρχει) και για τους Έλληνες που, όταν πάνε στο εξωτερικό, διαπρέπουν. Και για επιμύθιο ακολουθούν πάντα τα ευχολόγια. Τι καλά που θα ’τανε να είχαμε ομοψυχία… και τι θαύματα που κάνουμε, όταν ομονοούμε!

«Να μπορούσαν να βρουν οι πολιτικοί μας ένα μίνιμουμ εθνικής συνεννόησης» είναι η αντίστοιχη ευχή στην περίεργη και άχαρη αυτή διάλεκτο που ακούμε να μιλούν στις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα.

Αυτές οι συζητήσεις και τα ευχολόγια, όμως, δεν βγάζουν πουθενά. Και ούτε πρόκειται ποτέ να δώσουν λύση. Ο στιβαρός ορθολογισμός και η οξύνοια του Θουκυδίδη μάς εξηγούν το γιατί: «Δεν μπορεί να υπάρξει σταθερή φιλία μεταξύ πολιτών ούτε συμμαχία μεταξύ πόλεων, αν δεν υπάρχει κοινή αντίληψη για την αρετή-εντιμότητα και για τις παρόμοιες ηθικές αξίες της ζωής». Μέσα σε τρεις γραμμές ο αρχιμάστορας της Ιστορίας την τελειώνει τη συζήτηση. Καμιά ελπίδα, λοιπόν, δεν υπάρχει για εθνική ομοψυχία σήμερα. Κι αυτό επειδή δεν μας ενώνει πια μια κοινή αντίληψη για την αρετή. Δεν υπάρχει ικανού βαθμού ταυτότητα απόψεων σχετικά με τις αξίες και το ήθος. Δεν υπάρχει αναγνωρίσιμη και ξεκάθαρη ταυτότητα-εθνική ταυτότητα.Η συγκολλητική μας ουσία, το ελληνικό και ορθόδοξο ήθος, εν πολλοίς εξέλιπε. Στη θέση του υπάρχει πια ένα συνονθύλευμα ξενόφερτων αντιλήψεων και κοσμοθεωριών από Δύση και Ανατολή. Θολοκουλτούρες, γκουρουισμοί και θεοσοφίες, γι’ αυτούς με μεταφυσικές αγωνίες. Χρήμα και συμφεροντολογισμός για τους πιο πραγματιστές.

Κάτι ανεδαφικοί ψευτοπροοδευτισμοί από εδώ, κάτι μπουρδολογίες του συρμού από εκεί. Γλυκανάλατες ψυχαναλύσεις, τέχνες ακατανόητες, ιδεολογήματα και τρικυμίες εν κρανίω.

Στον ολοκληρωτισμό η ομοθυμία του λαού είναι ψεύτικη και επιβάλλεται με την προπαγάνδα, τη ρουφιανιά και τη βία. Στη δημοκρατία η ελάχιστη ομοθυμία που απαιτείται για την προκοπή και την επιβίωση μιας κρατικής οντότητας επιτυγχάνεται με την παιδεία. Μια παιδεία που σέβεται, καλλιεργεί και διαιωνίζει τα πιο ευγενικά χαρακτηριστικά της εθνικής ταυτότητας, όπως αυτή χαράχτηκε από τον κάθε λαό με τους αγώνες, τις θυσίες και τα επιτεύγματά του. Όχι όπως την έχει στο μυαλό του ο κάθε ψωροφαντασμένος ιδεοληπτικός που του δόθηκε κάποια μορφή εξουσίας.Κι αν θέλετε να καταλάβετε καλύτερα τι εννοώ, δεν χρειάζονται άλλα λόγια. Χαζέψτε για κάμποση ώρα το άγαλμα της Νίκης της Σαμοθράκης. Ακούστε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Ή δείτε τους Τραντέλλενες να χορεύουν τη σέρρα.