Τα Μυστικά όσων δεν αρρωσταίνουν
By ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΚΡΗΣΣυνηθίζουμε να αποδίδουμε στην τύχη το ότι μερικοί άνθρωποι φαίνεται να μην υποφέρουν ποτέ από ασθένειες που στέλνουν εμάς τους υπόλοιπους κάτω από τα παπλώματα για μέρες.
Oι γιατροί δεν έχουν ακόμα προσδιορίσει με σιγουριά τους τρόπους να παραμείνουμε υγιείς. Γιατί να μη ρίξουμε, λοιπόν, μια ματιά στις συνήθειες όσων οι αρρώστιες δεν αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς τους και -γιατί όχι;- να τις υιοθετήσουμε;
[1] Στρεσάρονται λιγότερο
Σε περιόδους έντονου άγχους, ο οργανισμός, για να υποστηριχτεί η κατάσταση εγρήγορσης, παράγει μεγάλες ποσότητες αδρεναλίνης και κορτιζόλης και παράλληλα καταστέλλει το ανοσοποιητικό σύστημα, με αποτέλεσμα να μειώνεται έτσι η ικανότητά του να καταπολεμά βακτήρια και ιούς.
Στην περίπτωση που προκληθούν μόνιμες διαταραχές στο ανοσοποιητικό σύστημα εξαιτίας του στρες και συντρέχουν και άλλοι παράγοντες, όπως π.χ. μια γενετική προδιάθεση, δεν είναι απίθανο το ανοσοποιητικό σύστημα να αρχίσει να αντιμετωπίζει τον ίδιο τον οργανισμό σαν ξένο σώμα και συχνά να στρέφεται εναντίον διάφορων οργάνων, προκαλώντας αυτοάνοσα νοσήματα (π.χ. ρευματοειδή αρθρίτιδα, θυρεοειδίτιδα).
Έρευνες δείχνουν, επίσης, ότι οι αγχωμένοι άνθρωποι κινδυνεύουν περισσότερο από καρδιακές νόσους, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να παρουσιάσουν σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου ή άλλες παθήσεις του γαστρεντερικού συστήματος (π.χ. γαστρίτιδα, έλκος) και αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ψυχικών διαταραχών, όπως η κατάθλιψη.
Το άγχος έχει επιπτώσεις και στη γυναικεία γονιμότητα, στην υγεία του δέρματος, επηρεάζει το μεταβολισμό και συνδέεται με στυτική δυσλειτουργία, ενώ συχνά επιδεινώνει ήδη υπάρχοντα προβλήματα υγείας, όπως π.χ. η οστεοπόρωση και το βρογχικό άσθμα.
[2] Αγαπούν τα βακτήρια
Αφήστε τα παιδιά σας να παίξουν με το χώμα, μην πλένετε συνεχώς τα χέρια σας με αντιβακτηριδιακό σαπούνι, σταματήστε να ανησυχείτε αν το σπίτι σας είναι αρκετά καθαρό. Με λίγα λόγια, βάλτε λίγη βρομιά στη ζωή σας!
Αυτό συμβουλεύουν οι ειδικοί, αφού έχει πλέον αποδειχθεί πως η υπερβολική καθαριότητα μπορεί να ευθύνεται εν μέρει για την εκδήλωση άσθματος, εκζεμάτων και γενικότερα αλλεργίας, κυρίως στα παιδιά.
Μάλιστα, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Μπρούνελ του Λονδίνου παρακολούθησαν περισσότερα από 13.000 παιδιά από την εμβρυϊκή τους ηλικία μέχρι και μετά την ηλικία των 16 ετών και βρήκαν ότι οι γυναίκες που χρησιμοποιούσαν πολλά οικιακά προϊόντα καθαρισμού στη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους ή σύντομα μετά τη γέννα, αύξαναν τον κίνδυνο εμφάνισης άσθματος των παιδιών τους.
Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι τα ποσοστά αλλεργιών στους ανθρώπους που ζουν σε «αποστειρωμένα» διαμερίσματα της πόλης είναι υψηλότερα από αυτά όσων κατοικούν στην επαρχία. Η επαφή μας από μικρή ηλικία με τα μικρόβια βοηθά στη δημιουργία αντισωμάτων, ενισχύοντας το ανοσοποιητικό μας σύστημα και άρα την άμυνα του οργανισμού μας απέναντι στις αρρώστιες.
[3] Προτιμούν τις φυσικές θεραπείες με βότανα
Μπορεί η δυτική ιατρική να καταφεύγει συνήθως στα φάρμακα ως μόνο τρόπο αντιμετώπισης όλων των προβλημάτων υγείας, κανείς όμως δεν μπορεί να παραβλέψει και το ρόλο της φύσης. Πρώτος ο Ιπποκράτης είχε μιλήσει για τη δύναμη των φυτών και των βοτάνων που, χάρη στις ιδιότητές τους, συμβάλλουν στην αντιμετώπιση πολλών ασθενειών.
Μάλιστα, από τα περίπου 250 φυτά που χρησιμοποιούσε στους ασθενείς του, αρκετά αποτελούν τη βάση ακόμα και σύγχρονων φαρμάκων. Σύμφωνα με την παραδοσιακή κινεζική ιατρική, ο καθένας μπορεί να βρει ένα πολύτιμο βότανο για κάθε πρόβλημα (π.χ. υπέρταση, παχυσαρκία, εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα).
Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, πως θα πρέπει να προμηθευτούμε όποιο βότανο υπάρχει στην αγορά για να παραμείνουμε υγιείς. Μια μικρή αλλαγή στην καθημερινότητά μας είναι μια αρχή. Η συστηματική κατανάλωση πράσινου τσαγιού, για παράδειγμα, μειώνει την αρτηριακή πίεση και το λίπος, ενώ φαίνεται να έχει ακόμα και αντικαρκινική δράση χάρη στις πολυφαινόλες που περιέχει, γνωστές ως κατεχίνες.
[4] Κοιμούνται περισσότερο
Ο επαρκής ύπνος, αλλά όχι ο υπερβολικός (πάνω από 8-9 ώρες καθημερινά), θεωρείται παράγοντας μακροζωίας. Μάλιστα, έρευνα από την Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ έδειξε ότι όσοι κοιμούνται περισσότερες από 6 ώρες την ημέρα είναι πιο πιθανό να ζήσουν περισσότερα χρόνια.
Η έλλειψη ύπνου έχει ουσιαστικά αντίστοιχες επιπτώσεις στον οργανισμό με τις καταστάσεις στρες, αφού παράγεται περισσότερη κορτιζόλη (γνωστή ως «ορμόνη του στρες»), η οποία ανεβάζει την πίεση του αίματος, αυξάνοντας τις πιθανότητες καρδιακών προσβολών και εγκεφαλικών επεισοδίων. Επίσης, μελέτες σε ανθρώπους που εργάζονται νύχτα δείχνουν αυξημένα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου του μαστού και του εντέρου.
Οι επιστήμονες αποδίδουν τα υψηλά ποσοστά στο γεγονός ότι τα άτομα αυτά εκτίθενται στο φως το βράδυ, επομένως ο οργανισμός τους παράγει λιγότερη μελατονίνη, ορμόνη που θεωρείται ότι έχει προστατευτική δράση απέναντι στον καρκίνο. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια απέδειξαν επίσης ότι οι ενήλικοι που κοιμούνται λίγες ώρες καθημερινά έχουν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν παχύσαρκοι.
Οι ώρες ύπνου που χρειάζεται ο καθένας για να ξεκουραστεί είναι βέβαια θέμα ιδιοσυγκρασίας. Σύμφωνα με τους ειδικούς, όμως, ο κίνδυνος εμφάνισης ασθενειών αυξάνεται όταν κοιμόμαστε λιγότερες από 6-7 ώρες.
[5] Τρώνε λιγότερο
Εδώ και δεκαετίες, οι επιστήμονες γνωρίζουν, από μελέτες σε ζώα, ότι η κατανάλωση λιγότερων θερμίδων καθημερινά συνεπάγεται επιπλέον χρόνια ζωής. Μελετητές όμως από το Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν ανακάλυψαν ότι η μειωμένη κατανάλωση θερμίδων συνδέεται και στους ανθρώπους με μικρότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου, καρδιακών νοσημάτων και διαβήτη.
Σύμφωνα μάλιστα με τους ειδικούς, για να επιμηκύνουμε τη ζωή μας και φυσικά να απομακρύνουμε τον κίνδυνο νοσημάτων που σχετίζονται με τα παραπανίσια κιλά (π.χ. διαβήτης, υπέρταση, αυξημένα λιπίδια στο αίμα κλπ.), πρέπει να περιορίσουμε πρώτα από όλα τις θερμίδες που προέρχονται από τα απλά σάκχαρα (όπως η ζάχαρη), αφού η αύξηση της ινσουλίνης που προκαλούν, φαίνεται να σχετίζεται με τη μείωση του προσδόκιμου ζωής μας.
[6] Κάνουν συχνά αποτοξίνωση
Πολλά από τα χημικά που χρησιμοποιούνται σήμερα, όπως π.χ. οι διοξίνες και τα PCBs, δεν υπήρχαν στο περιβάλλον τον προηγούμενο αιώνα. Ίσως αυτή να είναι και η αιτία που τις τελευταίες δεκαετίες έχουν αυξηθεί τα ποσοστά εμφάνισης ασθενειών (π.χ. καρκίνων) που σχετίζονται με την έκθεση σε τοξικές ουσίες, λένε οι ειδικοί.
Αν και δεν υπάρχουν αρκετά επιστημονικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τα οφέλη της αποτοξίνωσης, μικρές αλλαγές στην καθημερινότητά μας που θα βοηθήσουν να απαλλαγούμε από τα συσσωρευμένα στο σώμα μας χημικά δεν μπορεί παρά να ωφελήσουν την υγεία μας.
[7] Διατηρούν την ισορροπία του pH τους
Το σώμα είναι υγιές όταν διατηρεί την αλκαλική/όξινη ισορροπία του (το pH) σε κανονικά επίπεδα (ουδέτερο είναι το 7). Αν τα επίπεδα του pH είναι χαμηλότερα από το μέσο όρο, εμφανίζονται συμπτώματα (π.χ. αίσθημα κόπωσης, στομαχικά προβλήματα).
Εμπλουτίζοντας τη διατροφή μας με λαχανικά, περιορίζουμε τον κίνδυνο να υπάρχει αυξημένο όξινο περιβάλλον στο σώμα και θωρακίζουμε την υγεία του οργανισμού μας.Πηγή vita.gr

Έργο «φάντασμα» 11 εκατ. ευρώ!
- επιπλέον 3-4 εκατ. ευρώ για να αγοραστεί ο αναγκαίος ιατροτεχνολογικός εξοπλισμός και
- να προσληφθούν περίπου 110 άτομα προσωπικό!
Το έργο που πέρασε από σαράντα κύματα παραλήφθηκε πρόσφατα από την περιφέρεια Ηπείρου. Υπάρχει αλήθεια κανείς που να πιστεύει ότι υπάρχει ποτέ περίπτωση να τεθεί σε λειτουργία; Βάζω στοίχημα από τώρα…Στη νέα μονάδα, προβλέπεται να λειτουργήσουν, τμήμα επειγόντων περιστατικών και επειγόντων παιδιατρικών περιστατικών, μονάδες βραχυχρόνιας νοσηλείας 25 κλινών, ένα μικρό άσηπτο γενικό χειρουργείο και διαγνωστικά εργαστήρια. Ήθελα να ξέρα ποιος έκανε και κυρίως ποιος ενέκρινε τη μελέτη σκοπιμότητας του έργου…Προφανώς, η ευθύνη για την πρωτάκουστη αυτή υπόθεση δεν ανήκει στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Το έχω ξαναπεί και επ’ ευκαιρίας θα το επαναλάβω. Η χώρα διαλύθηκε λόγω των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ – ΝΔ. Απλώς η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί τη φυσική συνέχεια και δίνει τη χαριστική βολή.Για την ιστορία, έχει σημασία να γνωρίζουμε το ιστορικό του έργου:το ΤΕΠ Ηγουμενίτσας δημοπρατήθηκε στις 31/07/2006 και η σύμβαση με τον ανάδοχο για την κατασκευή του υπεγράφη την 17/06/2008.Ο Ανάδοχος περαίωσε τις εργασίες του την 30/04/2013 και στις 30/09/2014 έληξε και η 15μηνη ευθύνη συντήρησης του έργου από τον ανάδοχο. Μάλιστα, στη συνέχεια υπήρξαν βανδαλισμοί και οι ζημιές χρεώθηκαν σε βάρος της εγγυητικής επιστολής που είχε καταθέσει ο ανάδοχος!Στις 24/12/2014 εκδόθηκε η βεβαίωση περαίωσης εργασιών, ενώ στις 02/07/2015 ορίστηκε από την Περιφέρεια Ηπείρου επιτροπή προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου. Το έργο παραλήφθηκε πριν λίγες ημέρες.Για να τεθεί σε λειτουργία το έργο πρέπει να ενταχθεί στο οργανόγραμμα κάποιου φορέα, που θα αναλάβει τη λειτουργία και την κάλυψη των δαπανών. Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε να ενταχθεί στο Νοσοκομείο Φιλιατών, το οποίο όμως αφενός απέχει 20 χλμ και αφετέρου δεν μπορεί να το υποστηρίξει επιστημονικά.Στο τραπέζι έχει πέσει επίσης η πρόταση να διασυνδεθεί λειτουργία με το πανεπιστημιακό νοσοκομείο Ιωαννίνων!Το έργο «φάντασμα» στην Ηγουμενίτσα έρχεται να προστεθεί σε ένα μακρύ κατάλογο με «αχρείαστα» έργα, που έγιναν για ψηφοθηρικούς λόγους ή απλώς για να απορροφήσουν κοινοτικούς πόρους και να τα φάνε οι εργολάβοι.Τι να πρωτοθυμηθώ: Θα αναφέρω μόνο δύο παραδείγματα:
- Φτιάξαμε ένα μεγαθήριο 750 κλινών στην Αλεξανδρούπολη, όταν οι ανάγκες της περιοχής θα καλύπτονταν άνετα από ένα νοσοκομείο με τη μισή δυναμικότητα.
- Σήμερα χτίζεται νέο νοσοκομείο 280 κλινών στη Χαλκίδα! Το έργο μας έχει στοιχίσει ήδη περίπου 24 εκατ. ευρώ και για την ολοκλήρωσή του χρειάζονται άλλα 47 εκατ. που έχουν ενταχθεί στο νέο ΕΣΠΑ.
Υ.Γ. Απολαύστε το ακόλουθο βίντεο για να δείτε πώς «πετάχτηκαν» τόσα λεφτά στην Ηγουμενίτσα…
ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΑΓΓΕΛΑΚΟ/lifo
— Η πρώτη φορά που βλέπω το όνομά σου είναι το 1977. Σε συναντώ στο οπισθόφυλλο του «Κιβώτιου». Στο σημείωμα που καταλήγει με τη φράση: «Μετά το “Κιβώτιο” του Αλεξάνδρου, ο πολυδαίδαλος λόγος του Προυστ δεν μοιάζει πια αμετάφραστος». Εκείνη την εποχή ήταν αδύνατον να περάσεις από την Αριστερά χωρίς να ακούσεις για τον Μαρωνίτη. Σήμερα η Αριστερά, το μεγαλύτερο κομμάτι της τουλάχιστον, είναι στην εξουσία. Πες μου αν κερδήθηκε κάτι και κυρίως τι χάθηκε σ’ αυτό το πέρασμα.
Χάθηκαν τα πάντα. Αλλά έμεινε το όνομά της. Κι εγώ θέλω να μην το χάσω το όνομα αυτό. Να το σεβαστώ. Αν θες, στο κάτω-κάτω της γραφής, τώρα πια ξέρουμε ότι η Ιστορία –ή αυτό που λέμε Ιστορία– δεν δέχεται τυμπανοκρουσίες αυτού του είδους σε ό,τι αφορά την Αριστερά ως Αριστερά. Ωστόσο, δεν μπορώ να αρνηθώ καταγωγικού τύπου αισθήσεις, όπως είναι, λόγου χάρη, η αίσθηση όταν με πήρε για πρώτη φορά ο πατέρας μου, αυτός ο περίεργος άνθρωπος, σ’ ένα συλλαλητήριο καπνεργατών στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και μ’ άφησε ν’ ακούσω και να δω όλο αυτό τον κόσμο τον καπνεργατικό. Αυτό με σφράγισε γενικότερα. Επομένως, δεν έχω πρόβλημα ότι έχασα την πολύτιμη Αριστερά. Η Αριστερά ήτανε κι αυτή ένα κομμάτι της Ιστορίας που φαίνεται ότι άρχισε όπως άρχισε, στράβωσε όπως στράβωσε και τινάχτηκε στον αέρα, όπως την έχουνε τινάξει αυτοί που τους χρειάζεται να στιγματιστούν ως εγκληματίες.
Η Αριστερά ήτανε κι αυτή ένα κομμάτι της Ιστορίας που φαίνεται ότι άρχισε όπως άρχισε, στράβωσε όπως στράβωσε και τινάχτηκε στον αέρα, όπως την έχουνε τινάξει αυτοί που τους χρειάζεται να στιγματιστούν ως εγκληματίες.
—Και τελειώσαμε με την Αριστερά;
Νομίζω, όχι. Γιατί κι εδώ ξέρεις τι γίνεται; Κι εδώ ακόμη, όχι εκβιαστικά διλήμματα. Όχι ακριβώς υπέρβαση εκεί όπου υπάρχει η διαφορά, αλλά πάντως όχι και τόσο χωριστά τα σπίτια μας, όχι τόσο χωρισμένοι με τα ίδια μας τα παιδιά. Θα μείνω και δεν θα έχω κανένα παράπονο αν δημοσιεύσουν την ομολογία μου ότι είμαι γιος καπνεργάτη.
—Χαρακτήρισες τους κυβερνώντες εγκληματίες. Ποιο είναι το έγκλημά τους; Το γκρέμισμα της ψευδαίσθησης;
Όχι. Δεν πιστεύω ότι μου γκρεμίζουν την ψευδαίσθησή μου.
— Την ελπίδα;
Ούτε. Θα το ήθελαν αυτό κάποιοι άθλιοι, μπορεί και να το επιδιώκουν κιόλας, αλλά εγώ δεν αισθάνομαι ότι μου γκρέμισε κανένας αυτόν το σεβασμό που ένιωθα από έφηβος σχεδόν, εξαιτίας του πατέρα μου και του περιβάλλοντός του, για κάποιους ανθρώπους που μπαινόβγαιναν στη φυλακή, μιλούσαν όπως μιλούσαν, από τον μπακάλη ως κάποιους πιο γραμματισμένους. Όχι. Ξέρεις, τι; Υπάρχουν μερικές λέξεις που και να θες να τις διαγράψεις, δεν διαγράφονται.
— Όπως;
Όπως η λέξη «αγάπη». Κι όπως η λέξη «Αριστερά».
— Ας μείνουμε λίγο ακόμη στην εξουσία. Υπήρξες καθηγητής για τρεις δεκαετίες. Οι επιφυλλίδες σου μπορούσαν να εκτινάξουν έναν ποιητή ή πεζογράφο στην πρώτη γραμμή, προκαλώντας άλλοτε τον φθόνο κι άλλοτε την αποδοχή, σίγουρα πάντως την αναγνωρισιμότητα. Ένιωσες ποτέ ότι ασκείς εξουσία;
Όχι, γιατί ακριβώς δεν νομίζω ότι θέλησα να εξουσιάσω. Αφού δεν μπορώ και δεν θέλω να εξουσιάσω τον εαυτό μου ή αυτό που έχει μείνει από τον εαυτό μου, γιατί θα έπρεπε σώνει και καλά να το περάσω στη σχέση με αυτό που λέμε εξουσία;
— Στα χρόνια σου τα πανεπιστημιακά, διαμορφώνεις έναν δικό σου τρόπο διδασκαλίας. Θα έλεγα πως φέρνεις μια τομή στα ακαδημαϊκά πράγματα. Ποιες μορφές δασκάλων σε εμπνέουν;
Θα σου αναφέρω τρία ονόματα: στο γυμνάσιο ο Μπότσογλου, στο πανεπιστήμιο ο Λίνος Πολίτης και στη Γερμανία ο Βάλτερ Μαργκ.
— Από πού αλλού παίρνεις στοιχεία για να φτιάξεις τον τρόπο σου;
Πάντως όχι από τον Κακριδή. Σε ό,τι αφορά τον Κακριδή, από την αρχή υπήρξε μια απώθηση του δικού του τρόπου, και άφηνα τον εαυτό μου, ψάχνοντας να βρω «αντ’ αυτού τι;». Αυτό, λοιπόν, το «αντ’ αυτού τι» ωρίμασε με τον καιρό και κατέληξε στα εξής: πρώτα-πρώτα, πρέπει να είσαι περήφανος δάσκαλος. Το άλλο, να αισθάνεσαι διδάσκοντας –αυτό άρχισε πολύ νωρίς– ότι μαθητεύεις και ότι μαθητεύοντας αφήνεις να βγει μόνο του το δασκαλίκι. Αυτό οι φοιτητές μου θαρρείς ότι το άρπαζαν στον αέρα και το τι μου παραστάθηκαν και μου παραστέκονται ως τώρα δεν λέγεται.
— Έφτιαξες τη δική σου μέθοδο διδασκαλίας;
Θα σου πω κάτι που δεν θα το πιστέψεις, αλλά μπορώ να σου δείξω τα τετράδια για να τα δεις. Εγώ έκανα μαθήματα, τα οποία τα έγραφα. Ποτέ δεν διάβαζα αυτά που έγραφα, ποτέ δεν δίδαξα χωρίς να είναι ολόκληρο το μάθημα γραμμένο. Ατέλειωτα τετράδια και τα ‘χω ακόμα. Έκανα και πολύ ωραία γράμματα, τα οποία τα έχασα τώρα με το κομπιούτερ κι έχω γίνει θηρίο, τώρα δεν μπορώ να γράψω ούτε το όνομά μου κανονικά, αλλά ό,τι έχω γράψει, και η «Μαύρη Γαλήνη» ακόμη είναι γραμμένη σωστά με το χεράκι μου.
— Αφού με ξαναπάς στη «Μαύρη Γαλήνη», μια τελευταία ερώτηση σχετικά μ’ αυτήν: αποτελεί με τον τρόπο της, και από τη στιγμή που είσαι ήδη έγκλειστος, μια ρωγμή στον τοίχο της σιωπής. Έχω την εντύπωση πως δεν την αντέχεις τη σιωπή. Είναι, άραγε, ο σταθερός σου εχθρός; Το θηρίο σου;
Πάλι πας να με μπλέξεις με δυαδικά σχήματα. Κι εδώ.
και το σινεμά, αλλά το θέατρο είναι ο μεγάλος μου καημός και η μεγάλη μου αγάπη….
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
— Ναι, το κάνω. Εδώ συνειδητά.
Κι εγώ θέλω ν’ αντισταθώ. Η «Μαύρη Γαλήνη» είναι ένα αυτοφυές κείμενο. Γράφτηκε μόνο του, ερήμην μου σχεδόν, και κατά περίεργο τρόπο νομίζω πως έμεινε ακέραιο. Με δυο λόγια, είναι αυτό που είναι. Τότε που έγινε, τότε που το έδωσα αμέσως να δημοσιευτεί στη «Συνέχεια» –δεν είχα κανέναν ενδοιασμό–, τότε που κάθισα καταρχήν και το καθαρόγραψα. Δεν το άλλαξα. Εν πάση περιπτώσει, ίσως να είναι το αποτέλεσμα ενός τρόπου να μη χωρίζουμε τα πράγματα σ’ αυτό που λέμε πεζό λόγο και ποιητικό. Νομίζω πως όσο περνάει ο καιρός το έχω κατορθώσει, γι’ αυτό και δεν έχω κανέναν καημό γιατί δεν έκανα λογοτεχνία. Πιστεύω ότι έκανα. Πιστεύω ότι δεν έκανα. Έχω ήσυχη τη συνείδησή μου σε σχέση μ’ αυτό που λέγεται συμπαντικά «λογοτεχνία». Όλο μου έκλεινε το μάτι η λογοτεχνία, λίγο με κορόιδεψε, λίγο την κορόιδεψα και σε κάποια δόση τα βρήκαμε. Και τα βρήκαμε χωρίς φιοριτούρες και χωρίς θριαμβολογία καμιά. Τώρα, δε, απολύτως καμιά.
— Για τη μετάφραση των ομηρικών επών έχουν γραφτεί πολλά και σημαντικά. Ένιωσες ποτέ ότι είσαι ο συνεχιστής μιας παράδοσης που πρέπει να την πας παραπέρα, να δημιουργήσεις ένα νέο έδαφος από το οποίο να επανεκκινήσουν οι αρχαιοελληνικές σπουδές;
Απερίφραστα ναι, και μάλιστα, όπως μπορείς να υποπτευθείς, σε αντίθεση με τον τρόπο μετάφρασης του Κακριδή. Από κει και πέρα, αυτός που μ’ έσπρωξε ήταν ο Λίνος Πολίτης, ο οποίος μου έλεγε «δοκίμασε, ρε Μίμη, μια άλλου είδους μετάφραση από τις μεταφράσεις Καζαντζάκη-Κακριδή». Κι έτσι, μια ωραία πρωία ή ένα ωραίο βράδυ, βγήκανε 120 στίχοι από την «Οδύσσεια».
— Πηγαίνοντας ανάποδα.
«Οδύσσεια», «Ιλιάδα» και τώρα σαν τρελός ξανά για την «Οδύσσεια».
— Πότε τοποθετείς το ξεκίνημα της μετάφρασης της «Οδύσσειας»;
Αρχές της δεκαετίας του ’80. Και αρχίζω να μεταφράζω κανονικά πια από το ’89. Εκεί, επίσης, έχω ένα σπρώξιμο από έναν φίλο: ο Μικρούτσικος ήταν διευθυντής του Φεστιβάλ Πατρών. Κάτι είχε μυριστεί και μου λέει: «Δεν μεταφράζεις μια ραψωδία ν’ ακουστεί απάνω στο Κάστρο;». Κι έτσι, μετέφρασα την πέμπτη ραψωδία της «Οδύσσειας». Την αγαπώ, μη σου πω πόσο και πώς. Το περίεργο είναι ότι δημιούργησε μια συγκίνηση φοβερή. Κολακεύτηκα πολύ γιατί ήταν παρών και ο Ελύτης, ο οποίος ήρθε στο τέλος και με αγκάλιαζε και με φιλούσε.
Χωρίς να σημαίνει τίποτε ψεύτικο, χωρίς να λέω ψέματα αυτήν τη στιγμή, η στόφα μου, όχι η επαγγελματική, αισθάνομαι ότι είναι, για τον τρόπο που ζω, που σου μιλώ αυτή την ώρα, θεατρική.
— Εσύ διάβασες;
Εγώ με τη Μάγια Λυμπεροπούλου. Ήτανε ένα καταπληκτικό ντουέτο στο ύπαιθρο, στη μέση μια φωτιά αναμμένη, και το παίζαμε κομμάτι-κομμάτι.
— Το βάπτισμα του πυρός, σαν να λέμε.
Το βάπτισμα του πυρός. Τελείωσε, λοιπόν, η ραψωδία η Ε’, που είναι ίσως από τις σημαντικότερες. Πρωθύστερη ραψωδία.
— Τις αναγνώσεις στο Εθνικό τις παρακολουθείς όλες;
Έπρεπε να ήσουν χτες κι όλες αυτές τις Παρασκευές. Υπάρχουν κάποιες μαγικές βραδιές, σε κατάμεστη αίθουσα. Δεν μπορείς να φανταστείς τι διαφορές υπάρχουν στον τρόπο με τον οποίο διαβάζουν τα ζευγάρια των ηθοποιών τις ραψωδίες της «Οδύσσειας».
— Χθες ποιοι διάβασαν;
Η Ναυπλιώτου, αυτό το τέρας ομορφιάς –Θε μου, δεν έχω δει τόσο ωραία κοπέλα– και η Σαββίδη που ήτανε και στην «Ιλιάδα», την οποία επίσης αγαπώ πάρα πολύ. Έγινε πανζουρλισμός στο τέλος.
— Τι σκέφτεσαι όταν ακούς τις ραψωδίες από άλλους ή όταν τις απαγγέλλεις εσύ στη δική σου μετάφραση;
Είναι τα δύο έπη στα οποία απερίφραστα λέω «δεν είναι δικά μου, δεν είναι δικά μου πια, δεν ήταν δικά μου ποτέ», κι όμως, όταν τα ακούω κι όταν τα λέω –κι αν δούλευε και η φωνή καλύτερα, αλλά δεν πειράζει, κι έτσι σπασμένη έχει κι αυτή την αξία της–, αισθάνομαι κάτι απίστευτο.
— Και το πέρασμα, εννοώ το αντίστροφο πέρασμα από την «Οδύσσεια» στην «Ιλιάδα», κρατάει τις ίδιες εντάσεις, τις ίδιες ποιότητες;
Αυτή η μετακίνηση, από την τρυφερότητα σχεδόν, όπως εξελισσόταν, που ένιωθα για την «Οδύσσεια», στον τρόμο με τον οποίο ξεκίνησε η μετάφραση της «Ιλιάδας»…
— Πες μου γι’ αυτό τον τρόμο.
Εκεί τα έδωσα όλα. Εκεί ξεχάστηκα ποιος είμαι, γιατί επιμένω, γιατί επιμένει το πράγμα αυτό με αυτό τον τρόπο στη ζωή μου. Όταν μου λέγανε «τώρα θα μεταφράσεις Ιλιάδα;», έλεγα: «Είστε τρελοί; Μετά την “Οδύσσεια;”». Όπως γινότανε η δουλειά πια καθ’ οδόν, ήταν εξ επαφής, δεν ξέρω πώς να την πω. H αντίσταση ήταν απερίγραπτη και η ειρωνεία του κειμένου, όπως το ‘πιανα για να μεταφραστεί, για να μη γίνει πατιτούρα της «Οδύσσειας», και δεν είναι, περηφανεύομαι γι’ αυτό, ίσως φανεί με τα χρόνια ότι είναι το ωριμότερο πράγμα που βγήκε απ’ το χεράκι μου.
— Ο τρόμος μετεξελίχθηκε σε λατρεία;
Λατρεία κανονική. Από πού κι ως πού, τώρα, να έχω τέτοια λατρεία… Δεν είναι λατρεία, ίσως όχι. Αισθάνομαι ότι από ένα σημείο και πέρα το κείμενο μου δίνεται, το γυρεύω, με γυρεύει, περιμένει να το γυρέψω. Αρχίζει να με γυρεύει κι ύστερα γίνεται: δίνεται και γίνεται.

το ειλικρινέστερο στοιχείο, θα έλεγα το σώμα. Ίσως μ’ αυτό γράφω. Πάντως, ποτέ δεν είναι
απόν το σώμα μου όταν γράφω. Ποτέ. Το σώμα μου ολόκληρο, σε βεβαιώνω…
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
— Λες στις επιφυλλίδες σου πως, όσο μεγαλώνεις, συναρμόζεις το γήρας με το γέρας, με την επιβράβευση της ίδιας της ύπαρξης. Το λες ειρωνικά αλλά και σοβαρά συγχρόνως. Τι βρίσκεις στο γήρας; Τις ερωτήσεις ή τις απαντήσεις;
Κι εδώ δάσκαλος είναι ο Καβάφης. Το λέει και ο ίδιος: «Εγώ είμαι ποιητής του γήρατος». Και υπάρχουν ποιήματα του Καβάφη που ενώνουν το γήρας ως οδυνηρό βίωμα αλλά μαζί και ως αποζημίωση των γηρατειών, έτσι ώστε το γήρας να γίνεται γέρας. Η μελαγχολία του «Εκ Κομμαγηνής» είναι ακριβώς ένας τέτοιος συνδυασμός. Είναι περίεργο, σου μιλούσα για τον καθηγητή μου τον Μπότσογλου, ο οποίος μου χάρισε, από πού κι ως πού, πώς δεν με φοβήθηκε κιόλας, έναν πολύ ωραίο τόμο με τα ποιήματα του Καβάφη. Το πρώτο βιβλίο που μου χάρισε. Όσο το σκέφτομαι, ποτέ δεν σκανδαλίστηκα με τον ερωτικό Καβάφη, αισθάνομαι και γι’ αυτόν την ίδια ευγνωμοσύνη που αισθάνομαι και για όλο του το έργο. Αλλά, κυρίως, ευγνωμοσύνη για βιώματα που γίνανε σιγά-σιγά και δικά μου, όπως είναι ο συνδυασμός γήρατος και γέρως στην ηλικία που βρίσκομαι, αλλά και κάτι άλλο το οποίο βγήκε κι αυτό στη φόρα τελευταία. Ένα κείμενο, και κυρίως ένα ποίημα καλό, αν προσέξει κανείς τι γίνεται, διαπιστώνει, και στον Καβάφη πολύ συχνά, αλλά και στον Σεφέρη, αν και λιγότερο, ότι είναι κείμενο το οποίο εφευρίσκει τον καιρό του και ορίζει τον τόπο του. Τα 3/4 των ποιημάτων του Καβάφη ορίζουν το ζεύγος «καιρός και τόπος». Κι όταν στηθεί αυτό το πλέγμα, τότε μπαίνουν όσα θέλει δρώμενα και όποιοι θέλει ως δρώντες του ποιήματος. Τεράστιο δίδαγμα.
— Άρα, μιλάμε για μια ποιητική σκηνοθεσία;
Ναι, αλλά όχι στημένη, στοχασμένη. Στοχασμένη. Παρ’ ολίγον ξεχασμένη. (Μου κλείνει το μάτι.) Έλα να κάνουμε λίγο τα καλαμπούρια τα δικά μου με τις λέξεις, που μ’ αρέσουν.
— Πάμε σε μια μεγάλη σου αγάπη ή, μάλλον, σε δύο. Θα έλεγα πως είσαι ή γίνεσαι με τα χρόνια επαγγελματίας θεατής. Αξεδιάλυτα κινηματογραφόφιλος και θεατρόφιλος. Πότε ξεκίνησε αυτό το δίπολο;
Άρχισαν μαζί θέατρο και σινεμά. Για το θέατρο ευθύνεται και πάλι ο Λίνος Πολίτης, όταν μ’ έβαλε κι έπαιξα τον μαντατοφόρο της «Ερωφίλης» και μετά στη «Θυσία του Αβραάμ», και ήρθε ο Γάλλος πρέσβης και μου έδινε υποτροφία να σηκωθώ και να φύγω κατευθείαν για τη Γαλλία. Αλλά ο πατέρας μου μού είπε «σπούδασε και μετά». Καλά που έγινε έτσι. Το τι μου αρέσει το θέατρο δεν μπορώ να σ’ το πω. Στη γειτονιά όπου καθόμαστε ήταν ένα σινεμά που είχε έναν περίβολο από τσίγκο και είχε τρύπες, απέναντι από το πανεπιστήμιο, «Χαρίλαος» λεγότανε. Κι εκεί το καλοκαίρι είχε κυρίως βαριετέ ή νούμερα, όπου ελάτρεψα την Ηρώ Χαντά. Από κει και πέρα, το σινεμά έγινε ψωμοτύρι για μας, για μένα και για την αδερφή μου. Ο πατέρας μου μας έστελνε το πρωί της Κυριακής, επειδή ήτανε και η τιμή πιο φτηνή, στο Αχίλλειο της Αγίου Δημητρίου, για να πάνε το βράδυ με τη μάνα μου μαζί. Νινή Ζαχά και δεν συμμαζεύεται, είχανε τότε νούμερα στο σινεμά. Αργότερα, όταν άρχισα να βλέπω θέατρο βαρβάτο και είχα την τύχη να δω παραστάσεις με τον Ζεράρ Φιλίπ και τη Μαρία Καζαρές… Να σ’ το διηγηθώ αυτό;
Λατρεύω, καθώς περνάει ο καιρός, τρία πράγματα.
Το ένα, είναι τα μωρά. Το άλλο, όσο και να φαίνεται περίεργο για μένα, λατρεύω τα σκυλιά. Και το τρίτο ίσως είναι και το πιο παράδοξο, και δεν ξέρω κι εγώ γιατί. Μ’ αρέσουν πάρα πολύ τα γυμνά βουνά. Τα γυμνά βουνά.
— Οπωσδήποτε.
Μ’ είχε πάει ο Λίνος, πάλι τη δεκαετία του ’60. Πήγα και δεύτερη φορά. Στήθηκα απ’ έξω και τους περίμενα να βγουν. Σε κάποια δόση εμφανίστηκε ο Ζεράρ Φιλίπ μ’ αυτή την υπέροχη γυναίκα, την Καζαρές, κι άρχισαν να περπατάνε, να κατεβαίνουν στην παραλία. Τα γαλλικά τα δικά μου – θα σου μιλήσω γι’ αυτό που ονομάζω «μονογλωσσία», αυτό θα είναι το τελευταίο πράγμα για το οποίο θα μιλήσουμε… Τους πήρα, λοιπόν, από πίσω και προσπαθούσα ν’ αρπάξω κουβέντες. Ακούω ότι γυρεύουν να πάνε κάπου να φάνε και παρεμβαίνω και με τα σπασμένα γαλλικά μου τους λέω «θα σας πάω εγώ». Και τους πήγα στον Στρατή, κάθισα μαζί τους, μιλήσαμε, και την άλλη μέρα στο σινεμά, στα Διονύσια, στη Θεσσαλονίκη, παιζόταν το «Φανφάν Λα Τουλίπ» με τον Ζεράρ Φιλίπ, και ήρθε εκεί. Εγώ κάτω, και μάλιστα στην άκρη του διαδρόμου, και περνάει ο Ζεράρ Φιλίπ και με αναγνωρίζει και μου δίνει το χέρι και λέω «τελειώσαμε». Με δυο λόγια, τίποτε δεν αγάπησα τόσο πολύ όσο το θέατρο, τα τελευταία χρόνια πάρα πολύ και το σινεμά, αλλά το θέατρο είναι ο μεγάλος μου καημός και η μεγάλη μου αγάπη.
— Μίμη, μου ‘χες πει και την πρώτη σου ατάκα σε παράσταση.
Θα σ’ την ξαναπώ. Τρίτη τάξη του δημοτικού. Έβγαινα στη σκηνή κι έλεγα «είμαι ο Λάκης Λακούβας, αδερφός της κυρίας Λακούβα που δίνει μαθήματα πιάνου στην κυρία Μαρτέλη». Και για να το κλείσω το θέμα: χωρίς να σημαίνει τίποτε ψεύτικο, χωρίς να λέω ψέματα αυτήν τη στιγμή, η στόφα μου, όχι η επαγγελματική, αισθάνομαι ότι είναι, για τον τρόπο που ζω, που σου μιλώ αυτή την ώρα, θεατρική.
— Ας μείνουμε σ’ αυτήν τη στόφα. Θα σου πω κάποια νήματα που έχω ξεχωρίσει: Υπόγειο του Κουν, Πολυμπέκετ της Πατεράκη, η αγάπη σου για τον Βογιατζή, το πέρασμα της «Μαύρης Γαλήνης» στη σκηνή.
Όλα. Όλα ισχύουν.
— Το ανέβασμα του «Αίαντα»…
Το οποίο δεν μ’ άρεσε πολύ εμένα, αλλά ήταν ένα καθαρό ανέβασμα, ακούστηκε ωραία το κείμενο, και είχε και κάποιες φωνές, αντρών κυρίως, του Περλέγκα λόγου χάρη, που μ’ ενθουσίασαν. Να δούμε τι θα γίνει τώρα με την «Αντιγόνη».
— Ποιος σκηνοθετεί;
Στο Εθνικό Θέατρο, ο Λιβαθηνός. Στην Επίδαυρο θα παιχτεί.
— Έχεις εμφανιστεί και ο ίδιος στην Επίδαυρο, σκηνοθετημένος από τον Δημήτρη Μαυρίκιο.
Ακριβώς, στην «Ηλέκτρα».
— Πες μου γι’ αυτό το πέρασμα, πώς σου ήρθε;
Είχε τρελαθεί ο Λευτέρης Βογιατζής, γιατί ήταν δική μου ιδέα να βγαίνω από την ορχήστρα και να κάθομαι απ’ έξω και να ξαναμπαίνω. «Πώς σου ήρθε αυτό το μπες-βγες» με είχε ρωτήσει, το είχε βρει υπέροχο. Φορούσα μια μαύρη καπαρντίνα που την έχω ακόμα και την αγαπώ πάρα πολύ, ήταν μια υπέροχη βραδιά.
— Κι έτσι, από τον Λάκη τον Λακούβα έφτασες στην Επίδαυρο, χωρίς να γίνεις ποτέ ηθοποιός.
Δεν είμαι θεατρόφιλος, αισθάνομαι ότι είμαι θεατρικός, ούτε θεατρίνος (συλλαβίζει αργά) θε-α-τρι-κός. Να σκέφτεσαι λίγο και τη λέξη, από το «θεώμαι».
— Μου μίλησες όμως για τη μονογλωσσία, ήθελες να τελειώσουμε μ’ αυτήν, αλλά λέω να την πιάσουμε τώρα, μην την ξεχάσουμε και οι δυο.
Συν τω χρόνω, και από ανάγκη και από συνθήκες ζωής, αλλά εν τέλει και από επιλογή μου, έχω γίνει κυριολεκτικά μονόγλωσσος. Ελληνόγλωσσος. Σαν να μην υπάρχουν άλλες γλώσσες. Αυτά τα λίγα που ξέρω από ξένες γλώσσες σιγά-σιγά εξαφανίζονται και τα ελληνικά, η γλώσσα –καθόλου εθνοπρεπώς αυτά που λέω–, κυριαρχούν. Το ‘χω καμάρι που έγινα μονόγλωσσος.
— Θα σε πάω σε μια ερώτηση κάπως δύσκολη. Ξεκίνησε νωρίς, και, αλίμονο πάντα είναι νωρίς, ο κύκλος των χαμένων φίλων και συνομιλητών: Λίνος Πολίτης, Γιώργος Σαββίδης, Παύλος Ζάννας, Τάσος Χρηστίδης, Κωστής Σκαλιόρας – τελευταία μάλλον αναχώρηση. Συνεχίζεται η διακοπείσα συνομιλία; Τους κουβαλάς;
Εγώ μιλάω πολύ με τους πεθαμένους φίλους μου. Είναι και πολλοί και εκλεκτοί, και όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά. Θα μου επιτρέψεις να ξεχωρίσω δυο ονόματα από αυτά που μου ανέφερες: το ένα είναι του Τάσου Χρηστίδη και το άλλο του Παύλου Ζάννα. Όταν μου έδωσε η Μίνα και διάβασα τα απομνημονεύματά του από τη φυλακή, είδα τις αναφορές του στην αφεντιά μου, με τη μία ή με την άλλη ευκαιρία, τόσο τρυφερές, που με άφησαν κατάπληκτο. Δεν του το έδειξα ποτέ, αν και το είχα πάρει είδηση, γιατί ξέρεις τι μου συνέβαινε; Στη Θεσσαλονίκη, εγώ κούφος μες στη φτώχεια μου την εποχή εκείνη, πέφτω από μια μεριά στο ζεύγος Φατούρου, Μίκας και Δημήτρη, και από την άλλη στον Παύλο και στη Μίνα Ζάννα. Πάντως, αν ήταν να διαλέξω δύο, θα διάλεγα αυτούς που σου είπα. Για να πω αν θα διάλεγα ένα… όχι. Ποτέ ένα.
— Το μυαλό σου τι το απασχολεί αυτή την εποχή; Τι είναι αυτό που σκέφτεσαι;
Δεν είναι πολλά πράγματα και θα τα πω συνθηματικά, κι ελπίζω να μη χρειάζεται να τα εξηγήσω, και αν μερικά ακούγονται ανεξήγητα, ας μείνουν όπως τα πω. Υπάρχει ένα τριαδικό σχήμα πάλι, μια μοίρα θα έλεγα, με τα εξής στοιχεία: αυτό που λέμε «ταυτότητα», αυτό που προέκυψε τον τελευταίο καιρό και το λέω «αυτότητα» κι ένα τρίτο, που είναι το πολυτιμότερο για μένα και το λέω «φιλότητα». Η ταυτότητα είναι το πιο εγωτικό στοιχείο, η αυτότητα φαίνεται ότι χρειάζεται να περάσουνε χρόνια, να βασανιστεί κανείς αρκετά, να λύσει τους κόμπους που τους κρατούσε δεμένους για συγκεκριμένους λόγους και να βγει το «αυτό», όχι ως τρίτο πρόσωπο, όχι, αλλά ως αυτόνομο στοιχείο: αυτότητα. Από κει και πέρα, η φιλότητα είναι η λέξη που ανακάλυψα τα τελευταία τέσσερα-πέντε χρόνια. Όταν, δε, διεπίστωσα ότι η λέξη είναι και ομηρική, τρελάθηκα. Υπάρχει και στην «Ιλιάδα» και στην «Οδύσσεια». Νομίζω ότι ωραιότερη λέξη στα ελληνικά, ίσως και στις άλλες γλώσσες, δεν θα βρεις.
— Τι συνθέτουν αυτά τα τρία στοιχεία;
Δεν είναι συνεχώς μαζί. Κάποτε κοντράρει το ένα το άλλο, υπάρχουν όμως και κάποιες ώρες, υπάρχουν κάποιες νύχτες, υπάρχουν κάποια όνειρα, όπου συμβάλλονται και τα τρία. Κι αυτή είναι η πιο μεγάλη ικανοποίηση και ησυχία που βρίσκει το σώμα μου και το μυαλό μου.
— Δίνεις σημασία στα όνειρα, τα ανέφερες και πρωτύτερα. Σε απασχολούν;
Ναι. Όχι όμως με τον τρόπο που θέλει συνήθως κανείς να τα εξηγήσει.
— Φροϊδικά, σε απασχολούν;
Φροϊδικά, ναι. Τώρα, δε, που τα πράγματα περνάνε από τη νηφαλιότητα στον ύπνο και στο όνειρο, και από το όνειρο στη νηφαλιότητα, νομίζω ότι η αυτότητα μπήκε με τα όνειρα στη γλώσσα μου και στην αίσθηση του ζωντανού λόγου μου. Είναι το κρυφό μου πράγμα, όχι γιατί θέλω να το κρύψω, αλλά γιατί είναι το πιο κρυφό σε οποιονδήποτε άνθρωπο, και καλό είναι να μείνει κρυφό, δεν χρειάζεται να το σκάψει κανείς κι άλλο, γι’ αυτό είναι και «αυτότητα», δεν είναι δικό μου εντελώς. Είναι αυτό που είναι.
— Πες μου λίγο για σένα, έξω από το γραφείο, μακριά από το κομπιούτερ και τα βιβλία, μακριά κι απ’ το μυαλό σου, αν γίνεται.
Τον τελευταίο καιρό έχω κάποια έμμονα στοιχεία. Λατρεύω, καθώς περνάει ο καιρός, τρία πράγματα. Τα μωρά, δεν μπορώ να σου πω πώς αισθάνομαι όταν τα βλέπω στον δρόμο ή στο καροτσάκι, κυρίως στο καροτσάκι.
— Είσαι από τους παππούδες που πάθανε πλάκα μόλις είδανε τον εγγονό τους;
Όχι. Όχι. Ο εγγονός είχε έρθει πιο πριν. Μιλάω για τα άγνωστα, γι’ αυτά τα μουτράκια που αν τα δεις με γλύκα, το αρπάζουν στον αέρα και σου τραβούν χαμόγελο. Το ένα, λοιπόν, είναι τα μωρά. Το άλλο, όσο και να φαίνεται περίεργο για μένα, ότι λατρεύω τα σκυλιά. Έχω την εντύπωση ότι και αυτά δεν είναι αγριεμένα μαζί σου, δεν αγριεύονται, βγάζουνε κάτι γλυκό όταν τα κοιτάξεις με έναν ορισμένο τρόπο και σε κοιτάξουν κι αυτά έτσι. Και το τρίτο ίσως είναι και το πιο παράδοξο, και δεν ξέρω κι εγώ γιατί. Μ’ αρέσουν πάρα πολύ τα γυμνά βουνά. Τα γυμνά βουνά.
— Η Τήνος, ας πούμε, το Ξώμπουργο.
Η Τήνος, ναι, η Τήνος έχει ολόκληρα τέτοια βουνά, αλλά και ο περίγυρος της Θεσσαλονίκης έχει τέτοιου είδους βουνά… Κι αυτά είναι πράγματα που βγήκανε καθ’ οδόν τα τελευταία χρόνια, αλλά θαρρείς ότι κυοφορούνταν μέσα μου και περίμεναν. Τι περίμεναν; Να γίνω σχεδόν 90 χρονών για να τα καταλάβω; Πάντως, λέω εντάξει, αφού βγήκαν τώρα…
— Καλώς τα.
Ναι, καλώς τα.
— Ησυχάζει ποτέ ο δαίμονας του σώματος;
Όχι. Όχι, γιατί κι εδώ δεν πρόκειται για συμπληρωματικότητα, πρόκειται για συνοχή. Τώρα, μάλιστα, που πέρασαν και τα χρόνια, αισθάνομαι όχι απλώς να συνέχεται το σώμα μου αλλά και να με συνέχει ολόκληρο. Επομένως, σέβομαι το σώμα μου γιατί αισθάνομαι πως με σεβάστηκε κι αυτό. Δεν υπήρξανε μπαγαποντιές ανάμεσα σ’ εμένα και το σώμα μου, κι αν με ρωτούσες ποιο ήταν το ειλικρινέστερο στοιχείο, θα έλεγα το σώμα. Ίσως μ’ αυτό γράφω. Πάντως, ποτέ δεν είναι απόν το σώμα μου όταν γράφω. Ποτέ. Το σώμα μου ολόκληρο, σε βεβαιώνω. Γι’ αυτό γράφω και ενύπνιος εγώ, στον ύπνο μου, όπου ξεσηκώνεται το σώμα μου στα όνειρά μου. Και μιλάει. Γράφει. Κι άλλες φορές περνάνε πράγματα στα γραπτά μου κι άλλες φορές διαλύονται.
— Μίμη, πες μου ένα τραγούδι που σ’ αρέσει, που το τραγουδούσες από πάντα.
Η Ανθή βάζει τα γέλια.
«Δεν είμαι ο Γιώργος που αγαπούσες μια φορά».
— Παρότι Μίμης;
Ανθή: Μας είχε πρήξει.
Στη Γερμανία, στο σπίτι του Μαργκ, με βάζανε και το τραγουδούσα συνέχεια, κι ένας Ελβετός…
Ανθή: Ένας καθηγητής πανεπιστημίου τώρα, σούπερ καθηγητής, τον άκουσε μια φορά κι ενθουσιάστηκε.
Το γουστάρω πολύ.
Θα κλείσω με τον τρόπο του: τον γουστάρω πολύ. Σήμερα περισσότερο από ποτέ. Με τη σπασμένη του φωνή και το μυαλό του χωρίς τσακισματιές. Με τα δάκρυά του και το θάρρος του, τη μανία του σχεδόν να εκτίθεται. Με τη διαρκή μετατόπιση της κλωστής από το δημόσιο στο ιδιωτικό και με την εξομολογητικότητά του που δεν τον εκθέτει ποτέ παραπάνω απ’ όσο θέλει ο ίδιος. Με το γνήσιο των συναισθημάτων του που αποστρέφονται την αισθηματολογία. Με την αναπόφευκτη μελαγχολία του. Με τον λόγο του που είναι ρυθμός, με τον ρυθμό του που είναι πράξη. Με το αδύνατο σώμα του να μιλάει κοφτερά όπως και τότε που ράγιζε καρδιές στα αμφιθέατρα. Τον γουστάρω γιατί είναι ο νεότερος 87χρονος που έχουμε ανάμεσά μας
Τι έλεγε ο ΠατροκοσμάςΔιαβάζοντας κανείς το βιβλίο «Ο Άγνωστος Πατροκοσμάς», θα δει πώς ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο μεγάλος Προφήτης του Γένους μας, είχε προβλέψει την ανάγκη εξεύρεσης σπόρων για την διαιώνιση όχι μόνο της γενιάς των φυτών, αλλά και των ιδίων των Ελλήνων!.. Διαβάζουμε:65. “Ζώα δεν θα μείνουν• θα τα φάνε. Φάτε και σεις μαζί μ΄ αυτούς. Στα Τζουμέρκα θα πάρετε σπόρο”.
Η «Κιβωτός των Σπόρων», που δημιουργήθηκε στη Νορβηγία για την διαφύλαξη του φυτικού βασιλείου!.. Όπως λέει ο Αμερικάνος οικολόγος Κάρι Φούλερ, στον οποίο ανήκει η ιδέα της δημιουργίας του Θησαυροφυλακίου: «Στη θερμοκρασία των -18 βαθμών Κελσίου οι σπόροι σημαντικών καλλιεργειών όπως το σιτάρι, το κριθάρι, το μπιζέλι μπορούν να αντέξουν για 1.000 χρόνια. Είναι μια μοναδική ασφάλεια ζωής για τον πλανήτη»…»!
Ο Σαρήπαπας , αγαπημένοι μας φίλοι ήταν Νομάρχης Φωκίδας , επί επταετίας , πολλοί λένε πως ήταν απόστρατος αξιωματικός και άλλοι , πως ήταν καθηγητής , λίγη σημασία όμως έχει αυτό , αφού αλλού είναι το..πρόβλημα..
Εγκαταστάθηκε λοιπόν στην Άμφισσα , και άρχισε να ασκεί τα καθήκοντά του , άγνωστος εν μέσω αγνώστων . Σιγά – σιγά άρχισε να μαθαίνει τον κόσμο , και να κυκλοφορεί , και ως φαίνεται ρωτούσε διάφορους απλούς ανθρώπους , πως βλέπουν τα πράγματα και αν είναι ευχαριστημένοι απ’ την εξυπηρέτηση των διαφόρων δημοσίων υπηρεσιών κλπ..κλπ ….
Απ’ την άλλη μεριά , ρωτούσε καθημερινά και τους αρμόδιους συνεργάτες του , τα ίδια πράγματ , πως δηλαδή πάει η κρατική μηχανή , πως εργάζονται οι δημόσιοι υπάλληλοι και αν εξυπηρετείται ο κόσμος , παίρνοντας πάντα τη στερεότυπη απάντηση πως όλα..βαίνουν ..άριστα .
Βέβαια , απ’την άλλη μεριά είχε και τις μαρτυρίες και γνώμες των πολιτών , που ήταν τελείως..αντίθετες απ’ τα όσα του έλεγαν οι υπηρεσιακοί παράγοντες , και συνέχεια το..” χάσμα ” όλο και..μεγάλωνε , αφού οι απόψεις των πολιτών όλο και χειροτέρευαν ενώ των υπηρεσιακών παραγόντων ήταν πάντα σταθερά..άριστες ..
Είδε κι’ αποείδε ο έρμος ο Σαρήπαπας , αφού δεν έβγαζε άκρη , και αποφάσισε να ..δράσει , πως ; Απλά , απλούστατα , ξεκίνησε ένα πρωί με τη συγκοινωνία και ανέβηκε στο Λιδορίκι , φορούσε ένα μπουφάν και μιά τραγιάσκα , και έτσι περνούσε απαρατήρητος , αφού και ο κόσμος δεν τον γνώριζε .
Έφτασε λοιπόν στο χωριό μας , πολύ πρωί , είχε πάει με το πρωινό λεωφορείο , έκανε μια βόλτα , έκατσε κάπου στο Αλωνάκι , ήπιε το καφεδάκι του και παρατηρούσε αν κυκλοφορούσαν άνθρωποι , γιατί ήταν η ώρα που άρχιζε η συναλλαγή με τους πολίτες ..τιποτα όμως , κίνηση δεν υπήρχε , οπότε ξεκινάει και επισκέπτεται κάποια υπηρεσία , ή ώρα είχε πάει οχτώ και…μπαίνει μέσα ..ερημιά , κανένας δεν υπήρχε , μόνο κάποια καθαρίστρια , τι ρώτησε λοιπόν αν μπορεί να εξυπηρετηθεί , και πήρε βέβαια την απάντηση πως δεν έχουν έρθει ακόμα οι υπάλληλοι ..
Έφυγε , έκανε άλλη μια βόλτα , μέχρι πέρα στη Βαθειά , ούτε εκεί είδε κίνηση , προχώρησε λίγο , πέρασε ένα μισάωρο και ξεκινάει να πάει πάλι στην ίδια υπηρεσία , μπαίνει , αλλά το σκηνικό είναι το..ίδιο , πάλι δεν είχαν έρθει οι υπάλληλοι , ξανάφυγε , και συνέχισε τη βόλτα του απ’ την άλλη πλευρά του χωριού ,η ώρα είχε πάει 9 και..πάει λοιπόν για τρίτη φορά στην γνωστή πια υπηρεσία , και αυτή τη φορά στάθηκε τυχερός , κάποιος είχε έρθει αλλά έφκιαχνε τον καφέ του , τον είδε όμως και του είπε να περιμένει λίγο και θα εξυπηρετηθεί ..
Ο Σαρήπαπας βέβαια είχε αρχίσει να..αφρίζει , περίμενε όμως υπομονετικά να γίνει το καφεδάκι , και ω του..θαύματος ! έφθασε και ο γυναικείος υπαλληλικός πληθυσμός , και φυσικά πήγαν να φκιάξουν τα κεφεδάκια τους , οπότε ρώτησε : Τι θα γίνει , θα με εξυπηρετήσετε ; παιρνοντας την απάντηση .. σε λίγο..οπότε δεν άντεξε , φαίνεται άλλο αυτό το καραγκιοζηλίκι , και έβαλε τις φωνές , χωρίς ακόμα να έχει δηλώσει την ταυτότητά του ..
Δεν είδε όμως και μεγάλη…συγκίνηση , απ’ τους υπαλλήλους , οπότε βγάζει την τραγιάσκα και ..συστήνεται : Σαρήπαπας ..τάδε , Νομάρχης Φωκίδας ..και βέβαια έπεσε ..κεραυνός , παγωμάρα , τους έβαλε τις φωνές , τους είπε όσα είχε και έπρεπε να τους πει και κατευθύνθηκε σε άλλη υπηρεσία , όπου είχε την ίδια αντιμετώπιση ..και φυσικά τους έβαλε..πόστα ..
Μαθεύτηκε λοιπόν στο Λιδορίκι η ..επεισοδιακή εμφάνιση του Νομάρχη και όπως είνα φυσικό έγινε το έλα να δεις..
Αυτό είχε όμως σαν αποτέλεσμα για κάμποσο καιρό όλοι οι υπάλληλοι να πηγαίνουν όχι μόνο στην ώρα τους , αλλά και..νωρίτερα και να εξυπηρετούν τους ταλαίπωρους απ’ τα χωριά που έρχονταν ώρες ποδαρόδρομο κι’ είχαν κι΄από πάνω την ταλαιπωρία τους απ’ τους υπαλλήλους ..
Έτσι λοιπόν έμεινε στην ιστορία ο Νομάρχης Σαρήπαπας , και όσο καιρό ήταν στην Άμφισσα , δούλευαν οι υπηρεσίες , ότα όμως έφυγε , γιατί δεν έμεινε πολύ , επανήλθε η ίδια κατάσταση …η οποία και…διαιωνίζεται..δυστυχώς.
Λυπούμαστε που χαλάμε την όμορφη γιορτή σας, αλλά η αλήθεια είναι ΑΥΤΗ ….!!!
Καλή σας μέρα και καλή εβδομαδα
Κνωσταντίνος Ευθ. Καψάλης
Δες τε τι έχουν κάνει οι νεαροί ,μεταξύ των οποίων και ένας δικός μας ο Φώτης Μπράβο παιδιά!!!
ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΥΠΟΤΙΤΛΟΥΣ
Εγώ κι ένας έφηβος ίσαμε με δεκαπέντε χρονών που κουβαλούσε ένα μπαλόνι.
Κι όπως τον προσπερνούσα, έβγαλα την ηλεκτρονική μου κάρτα –μόνο έτσι ανοίγουν οι πόρτες εκεί όταν περνάει η ώρα– για να περάσω μέσα από το Ιατρικό Κέντρο. Το πώς ο μικρός είδε το όνομά μου το ποντιακό σε μια κάρτα τόση δα και εν κινήσει, ακόμα δεν μπορώ να το εξηγήσω. Στο δευτερόλεπτο λοιπόν ρώτησε χαρούμενα «Έλληνας είστε κύριε; Εμάς μας φέρανε εδώ στο τάδε εργαστήριο, μας κάνανε τα αεροπορικά και το ξενοδοχείο κι όλα τα έξοδα, περάσαμε υπέροχα κι είδαμε τόσα πράγματα, μας κάνανε και πάρτι, για να μας χαιρετήσουν [έτσι εξηγείται το μπαλόνι], τρεις μέρες είμαστε εδώ κι αύριο γυρίζουμε στην Ελλάδα».Πενήντα μέτρα παρακάτω χωρίσαμε. Άλλη μια μικρή ιδιοφυΐα που προσέλκυσε ο μάγκας ο Αμερικανός, σκέφτηκα. Σε λίγα χρόνια από τώρα κι αυτός ο μικρός θα γίνει άλλη μια χήνα που θα γεννήσει τα χρυσά της αυγά σε τούτη εδώ τη χώρα. Αλλά έτσι είναι τα πράγματα, άμα το Πανεπιστήμιο είναι φημισμένο σε όλο τον κόσμο… Το MIT λοιπόν, όπως κι άλλα περίφημα πανεπιστήμια της Αμερικής, είναι από αυτά που στην Ελλάδα πολλοί τα αναφέρουν ως ιδιωτικά. Και πολύς ντόρος γίνεται και φασαρία γι’ αυτά. Για το αν θα πρέπει να δημιουργηθούν τέτοια πανεπιστήμια κι εδώ. Όχι στα ιδιωτικά κραυγάζουν οι μεν, ναι στα ιδιωτικά λένε άλλοι. Παντιέρες, πανό, καταλήψεις, διαδηλώσεις, κινήματα, πορείες, δακρυγόνα.Κι ανάθεμα αν οι περισσότεροι από αυτούς ξέρουν πού πάν’ τα τέσσερα στο ζήτημα αυτό. Λυπάμαι που θα καταστρέψω ένα ιδεολόγημα, για το οποίο πολλά κεφάλια έχουν ανοίξει σε πορείες, πολλές γροθιές έχουν σηκωθεί στον αέρα και πολλές αλυσίδες και λουκέτα έχουν μπει στις καταλήψεις των πανεπιστημιακών μας σχολών.
Το λοιπόν, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν υπάρχουν. Καλά το ακούσατε. Δεν υπάρχουν.
Ιδιωτική είναι μια επιχείρηση που έχει ιδιοκτήτη ή ιδιοκτήτες που έχουν σκοπό το κέρδος. Δηλαδή, έχουν ένα αφεντικό ή μετόχους που βάζουν λεφτά στην τσέπη από τα κέρδη της επιχείρησης. Το MIT και το Χάρβαρντ, όμως, δεν έχουν ούτε αφεντικό ούτε ιδιοκτήτες ούτε μετόχους. Γιατί λοιπόν θεωρούνται ιδιωτικά; Πολλοί κερδίζουν το ψωμί τους από αυτά. Αλλά κανένας δεν είναι ιδιοκτήτης, ούτε αφεντικό. Αφήστε με λοιπόν να σας εξηγήσω με απλά λόγια τι είναι αυτά τα πανεπιστήμια και πώς λειτουργούν.Πείτε πως σε μια μεγάλη γεωγραφική περιοχή δεν υπάρχει πανεπιστήμιο. Μαζεύονται λοιπόν οι κάτοικοι και οι τοπικοί φορείς και παράγοντες και λένε πως καλά θα ήταν να φτιάχναμε ένα πανεπιστήμιο στα μέρη μας. Δεν ζητάνε όμως από το κράτος να τους φτιάξει πανεπιστήμιο. Όσοι από αυτούς είναι πλούσιοι κάνουν μεγάλες δωρεές, και όσοι μπορούν βάζουν τα λεφτά κι αρχίζουν να φτιάχνουν το πανεπιστήμιο μόνοι τους, σύμφωνα με τους κανόνες, τους νόμους και τις προδιαγραφές της χώρας.Από την αρχή κοιτάνε να προσλάβουν ικανούς και άξιους καθηγητές, επιστήμονες κι ερευνητές, και καταρτισμένους εργαζόμενους. Έτσι, με την έρευνα που γίνεται και τις ανακαλύψεις και τις ευρεσιτεχνίες παράγεται πλούτος και φημίζεται το πανεπιστήμιο. Και επειδή η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, τα πράγματα μπαίνουν σε μια σειρά και πάνε με το χρόνο από το καλό στο καλύτερο.
Οι καλοί ανταμείβονται, οι χαρισματικοί έχουν κίνητρο να ξεδιπλώσουν τις αρετές τους, και οι εργατικοί προχωρούν ανεμπόδιστα.
Και το πανεπιστήμιο με τα έσοδά του από τα ερευνητικά προγράμματα, τις δωρεές, τις υπηρεσίες που προσφέρει και τις ευρεσιτεχνίες του έχει αυτάρκεια και δεν έχει ανάγκη κανέναν.Και νά τι κάνουν με το θέμα των φοιτητών. Επειδή το πανεπιστήμιο είναι φημισμένο, είναι σε θέση να διαλέξει τους φοιτητές που θα πάρει κάθε χρόνο. Κι έτσι διαλέγει τους καλύτερους. Οι καλοί μαθητές που με κάποιον τρόπο έχουνε τα λεφτά, πληρώνουν δίδακτρα. Οι ιδιοφυΐες, όμως, αν είναι φτωχόπαιδα, όχι μόνο δεν πληρώνουν, αλλά πληρώνονται κι από πάνω. Γι’ αυτά τα αστέρια, τα φτωχόπαιδα, λοιπόν, γίνεται μάχη ποιος θα τα πάρει. Υποτροφία και κάρτα σίτισης δωρεάν προσφέρει το Χάρβαρντ; Τα ίδια και δωρεάν κάρτα για το γυμναστήριο λέει το ΜΙΤ. Επενδύουν λεφτά πάνω στην αριστεία. Και τα πέντε φράγκα που δίνουν για τις υποτροφίες, τα καλά μυαλά με τις ανακαλύψεις που θα κάνουν αργότερα τους τα επιστρέφουν στο πολλαπλάσιο.Έτσι διατηρείται ένα υψηλό επίπεδο αποφοίτων, ερευνητικών επιτευγμάτων και φήμης. Οικονομική ευμάρεια, συνεχής πρόοδος και αυτάρκεια.
Αγγελικά πλασμένος κόσμος δεν υπάρχει ούτε εκεί, ούτε πουθενά σε αυτήν τη ζωή. Το σύστημά τους, όμως, δουλεύει έξυπνα και παραγωγικά.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και ο γεωπολιτικός ρόλος των φημισμένων αυτών πανεπιστημίων πολύ σημαντικός. Οι ξένοι απόφοιτοί τους γυρίζουν στις πατρίδες τους με πολύ δυνατές σπουδές και καταλαμβάνουν καίριες θέσεις. Οι περισσότεροι κρατάνε επαφές με τους καλούς φίλους που έκαναν εκεί και τους δασκάλους τους. Χτίζεται λοιπόν ένα παγκόσμιο δίκτυο δημοσίων σχέσεων και συνεργασίας.Δεν ξέρω πώς το λέτε εσείς αυτό το πανεπιστήμιο. Πάντως ιδιωτικό δεν είναι. Δεν ξέρω αν τον τρόπο της λειτουργίας του θα τον πείτε καπιταλιστικό, φιλελεύθερο, σοσιαλιστικό, κομμουνιστικό ή όπως αλλιώς τα λέτε και μας μπερδεύετε όλους. Εγώ τον λέω έξυπνο και προκομμένο. Και αυτό ακριβώς το πράγμα θέλω να το έχει και η πατρίδα μου. Εσείς;
Αναρτήθηκε από τον Γιάννη τον Πενταμοδιανό








