Δες τε τι έχουν κάνει οι νεαροί ,μεταξύ των οποίων και ένας δικός μας ο Φώτης Μπράβο παιδιά!!!
ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΥΠΟΤΙΤΛΟΥΣ

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
Δες τε τι έχουν κάνει οι νεαροί ,μεταξύ των οποίων και ένας δικός μας ο Φώτης Μπράβο παιδιά!!!
ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΥΠΟΤΙΤΛΟΥΣ
Εγώ κι ένας έφηβος ίσαμε με δεκαπέντε χρονών που κουβαλούσε ένα μπαλόνι.
Κι όπως τον προσπερνούσα, έβγαλα την ηλεκτρονική μου κάρτα –μόνο έτσι ανοίγουν οι πόρτες εκεί όταν περνάει η ώρα– για να περάσω μέσα από το Ιατρικό Κέντρο. Το πώς ο μικρός είδε το όνομά μου το ποντιακό σε μια κάρτα τόση δα και εν κινήσει, ακόμα δεν μπορώ να το εξηγήσω. Στο δευτερόλεπτο λοιπόν ρώτησε χαρούμενα «Έλληνας είστε κύριε; Εμάς μας φέρανε εδώ στο τάδε εργαστήριο, μας κάνανε τα αεροπορικά και το ξενοδοχείο κι όλα τα έξοδα, περάσαμε υπέροχα κι είδαμε τόσα πράγματα, μας κάνανε και πάρτι, για να μας χαιρετήσουν [έτσι εξηγείται το μπαλόνι], τρεις μέρες είμαστε εδώ κι αύριο γυρίζουμε στην Ελλάδα».Πενήντα μέτρα παρακάτω χωρίσαμε. Άλλη μια μικρή ιδιοφυΐα που προσέλκυσε ο μάγκας ο Αμερικανός, σκέφτηκα. Σε λίγα χρόνια από τώρα κι αυτός ο μικρός θα γίνει άλλη μια χήνα που θα γεννήσει τα χρυσά της αυγά σε τούτη εδώ τη χώρα. Αλλά έτσι είναι τα πράγματα, άμα το Πανεπιστήμιο είναι φημισμένο σε όλο τον κόσμο… Το MIT λοιπόν, όπως κι άλλα περίφημα πανεπιστήμια της Αμερικής, είναι από αυτά που στην Ελλάδα πολλοί τα αναφέρουν ως ιδιωτικά. Και πολύς ντόρος γίνεται και φασαρία γι’ αυτά. Για το αν θα πρέπει να δημιουργηθούν τέτοια πανεπιστήμια κι εδώ. Όχι στα ιδιωτικά κραυγάζουν οι μεν, ναι στα ιδιωτικά λένε άλλοι. Παντιέρες, πανό, καταλήψεις, διαδηλώσεις, κινήματα, πορείες, δακρυγόνα.Κι ανάθεμα αν οι περισσότεροι από αυτούς ξέρουν πού πάν’ τα τέσσερα στο ζήτημα αυτό. Λυπάμαι που θα καταστρέψω ένα ιδεολόγημα, για το οποίο πολλά κεφάλια έχουν ανοίξει σε πορείες, πολλές γροθιές έχουν σηκωθεί στον αέρα και πολλές αλυσίδες και λουκέτα έχουν μπει στις καταλήψεις των πανεπιστημιακών μας σχολών.
Το λοιπόν, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν υπάρχουν. Καλά το ακούσατε. Δεν υπάρχουν.
Ιδιωτική είναι μια επιχείρηση που έχει ιδιοκτήτη ή ιδιοκτήτες που έχουν σκοπό το κέρδος. Δηλαδή, έχουν ένα αφεντικό ή μετόχους που βάζουν λεφτά στην τσέπη από τα κέρδη της επιχείρησης. Το MIT και το Χάρβαρντ, όμως, δεν έχουν ούτε αφεντικό ούτε ιδιοκτήτες ούτε μετόχους. Γιατί λοιπόν θεωρούνται ιδιωτικά; Πολλοί κερδίζουν το ψωμί τους από αυτά. Αλλά κανένας δεν είναι ιδιοκτήτης, ούτε αφεντικό. Αφήστε με λοιπόν να σας εξηγήσω με απλά λόγια τι είναι αυτά τα πανεπιστήμια και πώς λειτουργούν.Πείτε πως σε μια μεγάλη γεωγραφική περιοχή δεν υπάρχει πανεπιστήμιο. Μαζεύονται λοιπόν οι κάτοικοι και οι τοπικοί φορείς και παράγοντες και λένε πως καλά θα ήταν να φτιάχναμε ένα πανεπιστήμιο στα μέρη μας. Δεν ζητάνε όμως από το κράτος να τους φτιάξει πανεπιστήμιο. Όσοι από αυτούς είναι πλούσιοι κάνουν μεγάλες δωρεές, και όσοι μπορούν βάζουν τα λεφτά κι αρχίζουν να φτιάχνουν το πανεπιστήμιο μόνοι τους, σύμφωνα με τους κανόνες, τους νόμους και τις προδιαγραφές της χώρας.Από την αρχή κοιτάνε να προσλάβουν ικανούς και άξιους καθηγητές, επιστήμονες κι ερευνητές, και καταρτισμένους εργαζόμενους. Έτσι, με την έρευνα που γίνεται και τις ανακαλύψεις και τις ευρεσιτεχνίες παράγεται πλούτος και φημίζεται το πανεπιστήμιο. Και επειδή η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, τα πράγματα μπαίνουν σε μια σειρά και πάνε με το χρόνο από το καλό στο καλύτερο.
Οι καλοί ανταμείβονται, οι χαρισματικοί έχουν κίνητρο να ξεδιπλώσουν τις αρετές τους, και οι εργατικοί προχωρούν ανεμπόδιστα.
Και το πανεπιστήμιο με τα έσοδά του από τα ερευνητικά προγράμματα, τις δωρεές, τις υπηρεσίες που προσφέρει και τις ευρεσιτεχνίες του έχει αυτάρκεια και δεν έχει ανάγκη κανέναν.Και νά τι κάνουν με το θέμα των φοιτητών. Επειδή το πανεπιστήμιο είναι φημισμένο, είναι σε θέση να διαλέξει τους φοιτητές που θα πάρει κάθε χρόνο. Κι έτσι διαλέγει τους καλύτερους. Οι καλοί μαθητές που με κάποιον τρόπο έχουνε τα λεφτά, πληρώνουν δίδακτρα. Οι ιδιοφυΐες, όμως, αν είναι φτωχόπαιδα, όχι μόνο δεν πληρώνουν, αλλά πληρώνονται κι από πάνω. Γι’ αυτά τα αστέρια, τα φτωχόπαιδα, λοιπόν, γίνεται μάχη ποιος θα τα πάρει. Υποτροφία και κάρτα σίτισης δωρεάν προσφέρει το Χάρβαρντ; Τα ίδια και δωρεάν κάρτα για το γυμναστήριο λέει το ΜΙΤ. Επενδύουν λεφτά πάνω στην αριστεία. Και τα πέντε φράγκα που δίνουν για τις υποτροφίες, τα καλά μυαλά με τις ανακαλύψεις που θα κάνουν αργότερα τους τα επιστρέφουν στο πολλαπλάσιο.Έτσι διατηρείται ένα υψηλό επίπεδο αποφοίτων, ερευνητικών επιτευγμάτων και φήμης. Οικονομική ευμάρεια, συνεχής πρόοδος και αυτάρκεια.
Αγγελικά πλασμένος κόσμος δεν υπάρχει ούτε εκεί, ούτε πουθενά σε αυτήν τη ζωή. Το σύστημά τους, όμως, δουλεύει έξυπνα και παραγωγικά.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και ο γεωπολιτικός ρόλος των φημισμένων αυτών πανεπιστημίων πολύ σημαντικός. Οι ξένοι απόφοιτοί τους γυρίζουν στις πατρίδες τους με πολύ δυνατές σπουδές και καταλαμβάνουν καίριες θέσεις. Οι περισσότεροι κρατάνε επαφές με τους καλούς φίλους που έκαναν εκεί και τους δασκάλους τους. Χτίζεται λοιπόν ένα παγκόσμιο δίκτυο δημοσίων σχέσεων και συνεργασίας.Δεν ξέρω πώς το λέτε εσείς αυτό το πανεπιστήμιο. Πάντως ιδιωτικό δεν είναι. Δεν ξέρω αν τον τρόπο της λειτουργίας του θα τον πείτε καπιταλιστικό, φιλελεύθερο, σοσιαλιστικό, κομμουνιστικό ή όπως αλλιώς τα λέτε και μας μπερδεύετε όλους. Εγώ τον λέω έξυπνο και προκομμένο. Και αυτό ακριβώς το πράγμα θέλω να το έχει και η πατρίδα μου. Εσείς;
Αναρτήθηκε από τον Γιάννη τον Πενταμοδιανό

Ποιος ήταν ο Διογένης, που περιφρόνησε τον Μέγα Αλέξανδρο, χλεύασε τον Πλάτωνα και κατέκτησε τη διασημότερη πόρνη; Διακήρυσσε ότι η στάση απέναντι στην εξουσία πρέπει να είναι ίδια με τη στάση απέναντι στη φωτιά…

Με συνέντευξή του στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος με αφορμή το βιβλίο του «Πειραιώτες» αναφέρεται και στην πολιτική κατάσταση της χώρας, και, κυριολεκτικά «ξεσκίζει» τον Τσίπρα.Ο Διονύσης Χαριτόπουλος, φανατικός Ολυμπιακός και Πειραιώτης, γράφει ξανά για τον τόπο όπου μεγάλωσε: τον Πειραιά. Γράφει με εκείνο τον δικό του γοητευτικό τρόπο για πρόσωπα και περιστατικά που τον σφράγισαν, που μέτρησαν στον τρόπο που βλέπει τον εαυτό του και τους άλλους.Oρισμένα αποσπάσματα της συνέντευξής του:Περιγράφετε έναν κόσμο που σήμερα δεν υπάρχει.«Δεν υπάρχει πια αυτή η εποχή. Η γειτονιά, οι συνθήκες που γεννούσαν αυτούς τους Πειραιώτες εξέλιπαν. Ακούω για τα θύματα της κρίσης της σημερινής εποχής. Είναι ντροπή να λέμε ότι ζούμε Κατοχή. Η φτώχεια δεν συγκρίνεται με εκείνη της Κατοχής, ούτε καν των δεκαετιών του ’50 και του ’60. Περνάμε δύσκολα, αλλά ας μην κάνουμε τέτοιες συγκρίσεις.Μεγαλώσατε σε μια γειτονιά όπου δεν πατούσε πόδι αστυνομικού.«Στον Πειραιά που περιγράφω κανείς δεν έβαζε διαμεσολαβητές, ούτε κατέφευγε στην αστυνομία για να βρει το δίκιο του. Το διεκδικούσε ο ίδιος, βασίλευε η αυτοδικία. Εγώ μέχρι που μεγάλωσα δεν ήξερα πώς είναι ο αστυνομικός αφού δεν πατούσε στο γκέτο. Την πρώτη φορά που είδα ένστολο, δεν ήμουν σε θέση να πω αν ήταν πυροσβέστης, ναύτης, τελωνειακός ή αστυνομικός…».Για τους νέους αυτός ο Πειραιάς δεν μοιάζει σαν κάτι εξωτικό;«Οι νέοι μαθαίνουν ποιοι ήταν οι πατεράδες, οι παππούδες τους. Με ρωτούν αν υπάρχουν σήμερα μάγκες. Είναι οι σοβαροί, ολιγόλογοι, δωρικοί, εργατικοί άντρες που προστατεύουν τους δικούς τους ανθρώπους».Σήμερα όμως ο άντρας έχει χάσει κάτι σημαντικό αυτής της υπόστασης: την εργασία.«Αυτό είναι κατάρα. Ο άντρας νιώθει άχρηστος όχι μόνο στην κοινωνία που τον καταδίκασε στην ανεργία αλλά ακυρώνεται μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Η γυναίκα και τα παιδιά όταν δεν υπάρχει φαγητό στο τραπέζι αυτόν θα κοιτάξουν. Και τότε υπήρχε ανεργία αλλά επικρατούσε άλλη αντίληψη για τη δουλειά.Οι άντρες έκαναν τα πάντα για το μεροκάματο. Στο λιμάνι, στις βιοτεχνίες, στους δρόμους. Μάζευαν χαρτόνια ή ρινίσματα σιδήρου από τα μηχανουργεία, που πουλούσαν μετά ως μέταλλα. Η φτώχεια ήταν μεγάλη. Σ’ ένα δωμάτιο ζούσαν πέντε άτομα. Δεν υπήρχαν απλώς εργοστάσια ή γραφεία. Οι άνθρωποι ήταν αναγκασμένοι να επινοούν δουλειές προκειμένου να επιβιώσουν, αυτές που αναθέσαμε στους μετανάστες. Η ευμάρεια που μεσολάβησε μας αλλοτρίωσε, μας αποχαύνωσε».Κάποια στιγμή δημιουργήθηκε ένα κύμα αντίστασης, αλλά χάθηκε στη μετάφραση του «όχι» σε «ναι».«Είδαμε την κωλοτούμπα του αιώνα με το «όχι» που έγινε «ναι». Το χειρότερο είναι πως ο λαϊκός ριζοσπαστισμός που δημιουργήθηκε λόγω μνημονίων ευτελίστηκε και διαλύθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ.Ο Τσίπρας, για να πάρει την εξουσία, πλασαρίστηκε σαν το νερό του Καματερού που όλα τα γιατρεύει. Και γίναμε μπάχαλο. Βλέπεις υπουργούς και αναρωτιέσαι από πού ήρθαν και γιατί…».Μα αυτό δεν διεκδικούσαν; Να κυβερνήσουν;«Ηταν για χρόνια εκτός ζωής. Μιλούσαν με τεράστια σιγουριά για πράγματα που αγνοούσαν εντελώς. Από το 4% η απελπισία του ελληνικού λαού τούς έφερε στην εξουσία. Η υποσχεσιολογία δημιούργησε προσδοκίες. Αλλά αυτοί οι τύποι, στα λόγια και στις πράξεις, προσπαθούν να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα.Ανακατεύουν λίγο Μαρξ, λίγο Κέινς, λίγο Σμιθ και λίγο πολίτικαλ κορέκτ. Τι λύσεις να βρουν αφού αγνοούν το πρόβλημα; Οι άνθρωποι για χρόνια δεν βρίσκονταν μέσα στη ζωή αλλά σ’ ένα κομματικό γραφείο κουβεντιάζοντας όλη μέρα ή σε καμιά δημόσια υπηρεσία όπου τηλεφωνιούνταν για τα ζητήματα της οργάνωσης. Πόσοι απ’ αυτούς ξέρουν το ευλογημένο 8ωρο;Το ΠΑΣΟΚ του ’81 ήταν της πιάτσας, ήξεραν τι να κάνουν, γι’ αυτό και μας κατάκλεψαν. Αυτοί εδώ είναι άσχετοι. Αλλά το χειρότερο είναι ότι εγκλώβισαν τον κόσμο μέσα στη θλίψη».Αδιέξοδο λοιπόν;«Κοίτα, η ζωή δεν είναι μόνο πολιτική και μάλιστα τύπου κουτσομπολιού, πρωινάδικου. Μας έχουν βάλει μέσα σ’ ένα ξεκατίνιασμα που ενδιαφέρει μόνο τα κόμματα, τους δημοσιογράφους και τα λαμόγια που κινούνται γύρω γύρω. Τον κόσμο δεν τον αφορούν οι φαντασιώσεις τους αλλά η ζωή του.Ο καθένας έχει να σκεφτεί δουλειά, χαρές, λύπες, πένθη, επιθυμίες, Δεν γίνεται να μας βάζουν στο παιχνίδι τους. Το «όλα είναι πολιτική» είναι μια μπαρούφα. Εχουμε μια ζωή να ζήσουμε, δεν θα μας την πάρουν. Εγώ δεν θέλω να βλέπω ειδήσεις, αρνούμαι να ασχολούμαι με όλους αυτούς τους παπάρες.Πότε η σύνταξη μειώνεται, πότε καταργείται, πότε βγαίνουμε από το ευρώ, πότε μένουμε. Λόγια, λόγια, λόγια και τρομοκρατία. Εχουν άγνοια της ζωής κι εγώ φοβάμαι πια μήπως προκαλέσουν καμιά εθνική καταστροφή. Δεν καταλαβαίνω τι κάνουν με τους πρόσφυγες. Θα μπαίνουν και θα βγαίνουν στα Σκόπια οι πρόσφυγες και οι Σκοπιανοί θα τους κυνηγούν στο ελληνικό έδαφος; Θα είμαστε η μοναδική χώρα με ανοιχτά σύνορα; Η Μητέρα Τερέζα του κόσμου;».Μπορούμε να αρνηθούμε τη διάσωση στο Αιγαίο;«Φυσικά δεν εννοώ να τους πνίξουμε. Οι κυβερνώντες ας βρουν τον τρόπο, δεν είναι δική μου δουλειά να δώσω λύση. Ξέρω ότι όσο καλός πρέπει να είμαι ως πολίτης με τους πρόσφυγες άλλο τόσο -μήπως περισσότερο;- πρέπει να είμαι με τον ταλαιπωρημένο συμπατριώτη μου.Μας έχουν φέρει σ’ αυτή την κατάσταση, να βλέπουμε τους κατατρεγμένους πρόσφυγες στο λιμάνι και στην Ειδομένη και να μας κολάζουν, να δοκιμάζουν την αξιοπρέπεια και το φιλότιμό μας. Δυστυχώς, ακόμα κι αν φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ, εναλλακτική δεν έχουμε. Και τι ζητάμε; Μια διαχείριση, βρε αδελφέ, όχι τον δεύτερο Ελευθέριο Βενιζέλο…».Θα μπορούσαν να γίνουν πράγματα που επιτρέπουν οι μνημονιακές υποχρεώσεις;«Πολλά θα μπορούσαν να γίνουν ώστε να ανακουφιστεί ο κόσμος, αλλά κανείς δεν ταράζεται. Τι άλλο έκαναν πέρα από τις 100 δόσεις και το σύμφωνο συμβίωσης; Ακούς υπουργό που μορφώθηκε, απέκτησε εμπειρίες, δίδαξε, να υποστηρίζει την κατάργηση της αριστείας. Το πολιτικό προσωπικό είναι από μέτριο και κάτω.Από τη μεταπολίτευση και μετά οι σοβαροί, άξιοι και χαρισματικοί δεν εμπλέκονται με την πολιτική. Ασχολούνται με τις δουλειές, τις επιχειρήσεις τους ή φεύγουν. Δεν πάει ο άλλος να γίνει βουλευτής με δέκα κομματόσκυλα γύρω του να τον φάνε.Ως πολίτες το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να καταφέρουμε να ζήσουμε ερήμην τους. Να μην τους υπολογίζουμε, να μην περιμένουμε τίποτα απ’ αυτούς. Να κλείσουμε τηλεοράσεις και ραδιόφωνα».Η επιμονή σας στην υπεράσπιση θεμάτων που άπτονται του έθνους, της πατρίδας, έχει δημιουργήσει μια παρεξήγηση σχετικά με τις θέσεις σας.«Οτι με θεωρούν εθνικιστή; Κοίτα, ο μικρόμυαλος μπορεί να με πει και καράφλα… Εγώ δηλώνω εθνιστής, μιλάω για την πατρίδα, λέξη που την ακούνε κάποιοι και βγάζουν σπυριά. Γιατί; Δεν μισώ καμιά χώρα, να είναι καλά και οι γείτονές μας και όλοι οι λαοί του κόσμου. Ομως πάνω απ’ όλα νοιάζομαι για την πατρίδα μου κι αυτό γιατί θέλω να είναι ελεύθερη.Αν δεν είναι ελεύθερη, όλα αυτά για τα οποία κόπτονται σήμερα οι φερόμενοι ως «διεθνιστές», δικαιοσύνη, δουλειά, αξιοπρέπεια, διεκδίκηση δικαιωμάτων, δεν θα υπάρχουν. Πήγαινε σ’ έναν Γάλλο, Αγγλο, Γερμανό να κακολογήσεις την πατρίδα του…».Γιατί σε εμάς η έννοια πατρίδα φορτίστηκε με την ιδέα του συντηρητισμού, του εθνικισμού;«Η Αριστερά μάς έμαθε γράμματα σε λάθος βιβλία. Η λέξη πατρίδα έγινε λέξη πορνό στον δημόσιο λόγο της Αριστεράς. Μέχρι και την περίοδο της μεταπολίτευσης οι ενταγμένοι αριστεροί απέρριπταν τους Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη ως εκπροσώπους της σάπιας αστικής κοινωνίας. Κάποτε διάβαζα τον κανόνα της Αριστεράς, όμως τα μάτια μου άνοιξαν όταν ανοίχτηκα και σε συντηρητικούς διανοούμενους και συγγραφείς».Αυτό ήταν κάποτε επιταγή της στρατευμένης τέχνης. Το παρατηρείτε και σήμερα;«Γιατί, λίγους μέτριους και άχρηστους έχει δοξάσει η Αριστερά; Δεν καθιέρωσε την υπογραφή τους σε συλλαλητήρια; Θεωρώ σολιψισμό, μέγιστη κατάρα, το να βλέπει κανείς τη ζωή μέσα από την οπτική οποιουδήποτε κόμματος.Δεν μου αρέσουν οι ανόητοι διαχωρισμοί πάνω στην τέχνη. Αντί δηλαδή να πρυτανεύει στην εκτίμησή μας η αισθητική απόλαυση που εισπράττουμε, να κατηγοριοποιούμε τους καλλιτέχνες σε δεξιούς ή αριστερούς».Εσείς, γράφοντας τον «Αρη», δεν ταυτιστήκατε με τον ήρωά σας, τις επιλογές, το όραμά του;«Δεν κάνεις βιογραφία χωρίς αγάπη για το πρόσωπο. Ο Αρης Βελουχιώτης ήταν η μεγαλύτερη μορφή του 20ού αιώνα. Αν έχουμε έναν ήρωα, αυτός είναι. Ηταν ο ήρωάς μου, ήμουν κοντά του και είμαι ακόμα. Ακούω από διανοούμενους της Αριστεράς το «επιχείρημα» ότι η έννοια πατρίδα ανήκει στο φαντασιακό μας. Μήπως η αγάπη, ο έρωτας δεν είναι στο φαντασιακό μας; Αλλά καθορίζουν τη ζωή μας.Η πατρίδα δεν είναι η γειτονιά μας στον κόσμο, αυτό που καθόρισε την κουλτούρα, το ήθος, τη συμπεριφορά στα πράγματα, το είναι μας; Θα μπορούσαμε να εκληφθούμε δηλαδή ως Βέλγοι;… Δεν νοείται κοινωνική επανάσταση που δεν ταυτίζεται με την πατρίδα. Ο Αρης, ο Πάμπλο, ως εθνιστές συστήνονταν. Οποιος δεν καταλαβαίνει τη διαφορά ας ανοίξει λεξικό… Δεν θα μπω σε συζήτηση». Πηγή: efsyn.gr
ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΑΓΓΕΛΑΚΟ/ LIFO
Tον γνώρισα το καλοκαίρι του 1984, στον κήπο του Μπαλτάζαρ. Δίπλα του η Ανθή. Και γύρω του μία από τις πιο χαρισματικές παρέες της πόλης. Καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού. Λαμπερός, με τη στόφα του σταρ. Πείραζε τους πάντες και δεχόταν τα πειράγματά τους. Γελούσε πονηρά και ανοιχτόκαρδα. Προκαλούσε και αφηνόταν στις προκλήσεις των φίλων του. Μιλούσε όπως έγραφε, αφού σύμφωνα με τη μαθήτριά του, τη Γεωργία Τριανταφυλλίδου, είναι ο μοναδικός που έχει καταργήσει τόσο αποφασιστικά τα όρια ανάμεσα στον προφορικό και στον γραπτό λόγο. Η πρώτη συνάντηση κράτησε μέχρι τις τέσσερις ή τις πέντε τα ξημερώματα. Το διαλύσαμε μόλις εκείνος είχε μαζέψει όση αγάπη μπορεί να μαζέψει κανείς σε μια νύχτα. Από τότε έπαψε να είναι για μένα ο Δημήτρης Μαρωνίτης ή ο καθηγητής Δ.Ν. Μαρωνίτης. Έγινε ο Μίμης, κι έτσι παραμένει ακόμη.
Μετρημένες στα δάχτυλα των δύο χεριών οι συναντήσεις μας. Το 1990 έψαχνα να βρω μια μετάφραση του «Αίαντα» που να εντάσσεται αβίαστα στον δοκιμιακό λόγο του Σταρομπίνσκι. Τον προτείνω στον Διονύση Καψάλη, ο οποίος διηύθυνε τη σειρά Λόγου Χάριν στις εκδόσεις Εστία. Ο Καψάλης δέχεται με τη μία και από τότε ξεκινάει για τον Μαρωνίτη μια μακρά πορεία που δίνει τον ολοκληρωμένο της καρπό το 2012, με την έκδοση της τραγωδίας του Σοφοκλή από το ΜΙΕΤ.
Tον βλέπω στο πάρτι του γάμου μου να χορεύει σαν έφηβος το «Serial Killer» των Talking Heads και ύστερα χανόμαστε για χρόνια. Ενδιαμέσως κρατάω τη συγκίνησή του στην πρεμιέρα της «Μαύρης Γαλήνης», σκηνοθετημένης και παιγμένης από τον Γιάννη Τσορτέκη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Κρατάω και όλες τις τυχαίες συναντήσεις μας στο υπόγειο του Πτι Παλαί, νυχτερινή προβολή πάντα, μόνος εκείνος, μόνος κι εγώ, ν’ ανταμώνουμε στο διάλειμμα, στο φουαγέ, και να με κυνηγάει που δεν έχω κόψει το τσιγάρο.
Κάποιοι βλέπουν μπροστά τους τον φίλο τους. Κάποιοι άλλοι τον μελετητή, τον στοχαστή, τον δοκιμιογράφο. Εγώ βλέπω ένα θηρίo
Στην παρουσίαση της συνολικής έκδοσης των ποιημάτων της Λαϊνά εξομολογείται δημόσια πως η μία του φωνητική χορδή έχει χαθεί. Είναι συγκινημένος και συγκινητικός. Δεν κάνει κανένα σκόντο σ’ αυτά που θέλει να πει. Η σπασμένη του φωνή είναι ανίκανη να βάλει εμπόδια στο περιεχόμενο: η προφορικότητα πρέπει να διασωθεί, ο συλλογισμός του να εκτεθεί. Κάποιοι βλέπουν μπροστά τους τον φίλο τους. Κάποιοι άλλοι τον μελετητή, τον στοχαστή, τον δοκιμιογράφο. Εγώ βλέπω ένα θηρίο.
Οι συνεννοήσεις για τη συνέντευξη γίνονται με την Ανθή. Ανάμεσα στις ερωτήσεις που ετοιμάζω, έχω εντάξει και κάποιες που θα ‘θελα πολύ να τον αιφνιδιάσουν. Έχω ξεχάσει πως πάω να «παίξω» με τον Μαρωνίτη. Πως η τέχνη του αιφνιδιασμού –του αρχικού, του τελικού, αλλά και όλων των ενδιάμεσων– είναι αποκλειστικά δική του.
Η πρώτη μας συνάντηση κρατάει δυόμισι ώρες. Με διώχνει, λέγοντάς μου τρυφερά «δεν θα με διαλύσεις εσύ». Ορίζουμε τη συνέχεια για το επόμενο Σάββατο. Επιστρέφω στο σπίτι, περνάω το ηχητικό υλικό από το κινητό στο λάπτοπ και, με τη γνωστή ατυχία ή την ατζαμοσύνη του πρωτάρη, χάνω τα 3/4 της συνέντευξης. Για να γίνουν χειρότερα τα πράγματα, τσιμπάω στο ενδιάμεσο μια ίωση φαρυγγίτιδας. Το θηρίο δεν κάνει πίσω: «Έλα να την τελειώσουμε». Κι έτσι, βρέθηκα μ’ ένα συμπληρωματικό υλικό μιάμισης ώρας, όπου δύο φωνές που ακούγονται μετά βίας συνθέτουν ένα σπάνιο ηχητικό ντοκουμέντο, το οποίο κατέστρεψα χωρίς τύψεις μόλις ολοκλήρωσα την απομαγνητοφώνηση.
Για το ξεκίνημα της συνέντευξης, του έχω ετοιμάσει μια έκπληξη. Του λέω ότι θα του διαβάσω κάτι, κι εκείνος θα το αναγνωρίσει. Του διαβάζω.
Το ποίημα είναι δικό του. Το δημοσίευσε σε μια επιφυλλίδα του, στο «Βήμα της Κυριακής», στις 16 Ιουνίου, μάλλον το 1985. Το είχα αντιγράψει στη γραφομηχανή, μια ηλεκτρική Olivetti, και το φυλάω από τότε. Δεν του λέω ότι το «Δάσος των παιδιών» γράφτηκε από τους δύο τελευταίους του στίχους και γράφτηκε γι’ αυτούς. Το μαθαίνει τώρα.
— Μίμη, πες μου για τη σφιχτή γυναίκα.
Τη μάνα μου;
— Τη μάνα σου. Και για τον ψηλό άντρα θέλω να μου μιλήσεις.
Την αγαπούσα τη μάνα μου, τη θαύμαζα. Μελαχρινή εκείνη, μαύρος εγώ ως παιδί, ξανθός ο πατέρας, κάτασπρος. Έως και τα εφηβικά μου χρόνια, έως και λίγο μετά, αγαπούσα τη μάνα μου μόνο. Αυτό που ένιωθα για τον πατέρα μου ήτανε κάτι άλλο. Ο πατέρας μου όμως περίμενε στην άκρη. Περίμενε πολύ στην άκρη, και ντρέπομαι λιγάκι που το λέω, τα τελευταία χρόνια τον αγαπώ πιο πολύ κι από τη μάνα μου, που είναι ο άνθρωπος που αγάπησα στη ζωή μου περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Αγαπώ τη σκιά του, αγαπώ την περίεργη μοναξιά του, μια αξιοπρέπεια που είχε, και την πείνα του, γιατί για πείνα επρόκειτο, για γράμματα. Νομίζω ότι από αυτόν τα κληρονόμησα αυτά. Η μάνα μου μού έδωσε ζωντάνια, ήταν πολύ ζωντανός άνθρωπος, κι εγώ μικρός ήμουν λιγάκι καραγκιόζης, έκανα διάφορα αστεία και τέτοια, από μόνος μου. Ο πατέρας μου ποτέ.
Ξαναγυρίζω στο χαμένο υλικό. Σκέφτομαι πόσο του ταιριάζει εν τέλει του Μαρωνίτη όλη αυτή η περιπέτεια: να προσπαθώ να σμίξω εικόνες και λόγια από μια χαμένη και μια σωσμένη εγγραφή. Τον ακούω να μου λέει για την αυτοκτονία του πατέρα του. Τον ρωτάω γιατί αυτοκτόνησε.
«Για να μην πονάει» μου απαντά. Μου υπόσχεται να μου φέρει το κείμενο που έγραψε τη μέρα του θανάτου του.
«Πέρασα τη μισή μου ζωή ως γιος της μάνας μου» λέει. «Τώρα είμαι πια ο γιος του πατέρα μου».
Μου αφηγείται πώς έπιασε τον πατέρα του ο Σγουράκης, ο παραγωγός που έφτιαξε το πρώτο τηλεοπτικό πορτρέτο του Μαρωνίτη στη σειρά «Μονόγραμμα». Τον έπιασε στα γυρίσματα και τον ρώτησε πώς αισθάνεται που ο γιος του είναι τόσο σημαντικός. Κι εκείνος απάντησε «και τα δυο μου παιδιά είναι εντάξει».
Είχα όμως αυτή την εικόνα η οποία μου μένει αξέχαστη: τον πατέρα μου στο αμφιθέατρο, εγώ να δίνω εξετάσεις ως υφηγητής, και να ‘ρχεται να κάθεται κάπου στη μέση, απόμερα, κι απ’ τη συγκίνησή του νομίζω ότι έφευγε όλο το αίμα, γινόταν κίτρινο το πρόσωπό του. Πρέπει να μ’ αγαπούσε.
— Πότε εντοπίζεις την πείνα του πατέρα σου για τα γράμματα;
Αυτή αρχίζει στην τετάρτη, ούτε την τετάρτη, στην πέμπτη του οχταταξίου, που εγώ περνάω ώρες ολόκληρες στο βιβλιοπωλείο του Συρόπουλου. Ο Συρόπουλος μου δίνει και βιβλία στο τζάμπα, και αυτά πήγαιναν σ’ ένα σπίτι μ’ ένα ντουλαπάκι στον τοίχο τόσο δα. Και το βράδυ, όταν η μάνα μου νύσταζε πια, κι έκλειναν τα μάτια της, αλλά δεν πήγαινε να κοιμηθεί, τον περίμενε. Ανέβαινε και κάθονταν ανακούρκουδα στο μπαούλο που είχαμε ο πατέρας μου και διάβαζε σαν τρελός: Ο’Νιλ, Ίψεν, Σόμερσετ Μομ, ό,τι μπορείς να φανταστείς χώνευε, δεν τα κουβέντιαζε, αλλά νομίζω πως τ’ αγαπούσε πάρα πολύ. Και είχε κι αυτό, να μην το ξεχάσω: δεν μιλούσε ποτέ απευθείας όταν είχε κάτι να μου πει, είτε παράπονο, είτε δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω, γιατί αγάπη αγάπη, να με πιάσει και να μ’ αγκαλιάσει, δεν είχα. Είχα όμως αυτή την εικόνα η οποία μου μένει αξέχαστη: τον πατέρα μου στο αμφιθέατρο, εγώ να δίνω εξετάσεις ως υφηγητής, και να ‘ρχεται να κάθεται κάπου στη μέση, απόμερα, κι απ’ τη συγκίνησή του νομίζω ότι έφευγε όλο το αίμα, γινόταν κίτρινο το πρόσωπό του. Πρέπει να μ’ αγαπούσε. Αισθανόμουνα και λίγο, με συγχωρείς που θα το πω, είχε δίκιο ο άνθρωπος, με φοβόντανε, φοβόνταν πού θα πάω, δεν ξέρω, φοβόνταν τι θα γίνω. Δεν μου μίλησε ποτέ γι’ αυτά.
— Ενώ η αδερφή σου, η Μαρίκα, ήταν πιο απλή γι’ αυτόν.
Πολύ πιο απλή. Η Μαρίκα με λάτρεψε, είναι ένας χρυσός άνθρωπος και τώρα ακούει το όνομά μου και δεν μπορείς να φανταστείς πώς κάνει. Άλλη φορά θα σου μιλήσω για την αδελφή μου, χαϊδολογούμασταν σαν τρελοί, ως παιδιά που μέναμε στο σπίτι μόνοι μας. Μια κατάσταση απίστευτη, με την κυρία Σουλτανάκη και την κυρία Πηνελόπη απάνω, και μια αυλή στην οποία έτρεχα εγώ για να κατουρήσω στην άκρη, δεν ξέρω, φίλε…
— Κι αυτή η εικόνα, η πρώτη εικόνα σου, μ’ εσένα τυλιγμένο σε μια κόκκινη κουβέρτα;
Κι αυτή η εικόνα που μου έχει μείνει με τη μάνα μου. Εγώ μοιάζει να έχω πυρετό –σπανίως όταν είχα πυρετό έπεφτα στο κρεβάτι, ήμουνα τζαναμπέτης– κι είχε καθίσει στη σκάλα −με κόκκινα κεραμίδια η σκάλα− μ’ εμένα στην αγκαλιά της, μ’ ένα παπλωματάκι από πάνω, πρέπει να ήμουν τριών τεσσάρων χρονών. Η πρώτη εικόνα που έχω είναι στην αγκαλιά της μάνας μου, μ’ αυτό το παπλωματάκι, που το θυμάμαι σαν τώρα.

Οι εικόνες της παιδικής και της εφηβικής του ηλικίας περνάνε σαν σε βιουμάστερ: ο Μίμης στους ώμους του πατέρα του παρακολουθεί τη συγκέντρωση των καπνεργατών στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης· τα χρόνια του στο Κατηχητικό και, αργότερα, στη θρησκευτική οργάνωση νέων «Ζωή»· η φιλία του με τον Τάκη Τρακατέλλη, τον κατοπινό Αρχιεπίσκοπο Δημήτριο της Αμερικής, διδάκτορα του Χάρβαρντ και της Θεολογικής Σχολής της Βοστώνης· οι ώρες που περνάει, μαθητής του οχταταξίου πια, στο βιβλιοπωλείο του Αλέκου Συρόπουλου και του Σόλωνα Μόλχο, διαβάζοντας επί τόπου ό,τι πέφτει στα χέρια του. Οι δύο βιβλιοπώλες τού χαρίζουν βιβλία, βάζοντας τα θεμέλια σε αυτό που η Λίζυ Τσιριμώκου θα αποκαλέσει, 50 χρόνια αργότερα, ο «φιλαναγνώστης Μαρωνίτης». Και τέλος, η καθοριστική του συνάντηση με τον Κωνσταντίνο Μπότσογλου, φιλόλογο στο Πρότυπο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος διαβάζει, στο πρώτο κιόλας μάθημα, ολόκληρο τον «Πρωταγόρα» του Πλάτωνα στην τάξη: το «μικρόβιο» μεταδίδεται απευθείας στον προέφηβο Μαρωνίτη που δεν παύει να σκαλίζει τα πλατωνικά κείμενα μέχρι σήμερα.
— Τελειώνοντας το Πειραματικό, δίνεις εξετάσεις και πετυχαίνεις στη Θεολογική Σχολή. Στην Αθήνα.
Ναι. Και σε τέσσερις μήνες τα παρατάω και φεύγω κι επιστρέφω στη Θεσσαλονίκη.
— Και ενδιαμέσως πηγαίνεις και στα θεατράκια σου. Το σκας. Έμενες σε εστία;
Σ’ ένα δωμάτιο μας είχανε στην αρχή, μάλιστα είχα περάσει με υποτροφία. Ήτανε οχτώ κρεβάτια, και κοιμόμουνα εκεί.
— Και το σκας και πού πηγαίνεις;
Πηγαίνω στο Εθνικό, στο Θέατρο Τέχνης, στο Άστυ, τα «Σταφύλια της οργής» του Στάινμπεκ εκεί τα πρωτοβλέπω. Στον Ορφέα, τον παλιό Ορφέα, αυτήν τη μεγάλη αίθουσα, την καταπληκτική. Το σκάω σαν τρελός. Να φανταστείς, δε, ότι εγώ δούλευα γραφομηχανή, γιατί αυτήν τη δουλειά μού είχανε δώσει για μεροκάματο, με τις ώρες. Το ‘σκαζα και πήγαινα εκεί. Με πιάσανε και μου είπαν «δεν γίνεται». Αν δεν γίνεται, τότε αντίο σας.
—Στο τετράμηνο παρεμβαίνει ο Μπότσογλου.
Παρεμβαίνει ο Μπότσογλου και προς τιμήν του, ο οποίος πηγαίνει στον Ξυγγόπουλο, καθηγητή της Βυζαντινής Τέχνης, και του δίνει ψευδώς να βεβαιώσει ότι είχα πετύχει στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών.
Ο παλιός καθηγητής εγγυάται στον Ξυγγόπουλο ότι ο νεαρός Μαρωνίτης θα αριστεύσει. Το στοίχημα κερδίζεται και ο μαθητής δικαιώνει τον δάσκαλο στις εξετάσεις του πρώτου κιόλας εξαμήνου.
Η Ανθή μπαίνει στην κουβέντα γελώντας: «Έγινε μια πλαστογραφία».
Κι έγινε αυτή η μεταγραφή.
— Τα μαθητικά σου χρόνια τα περνάς στη «Ζωή». Στο Δημοτικό υπάρχει και το Κατηχητικό. Μ’ αυτήν τη σχέση σου, τη σχέση με τη θρησκεία, ξεμπερδεύεις ποτέ;
Ποτέ δεν ξεμπερδεύεις εντελώς. Νομίζω ότι δεν πρέπει κανείς να ρωτά τον εαυτό του αν ξεμπέρδεψε ή όχι με το θέμα αυτό. Μη με ρωτάς. Ούτε ναι, ούτε όχι. Πάντως, όχι ένα απόλυτο υποκριτικό «όχι». Όπως ούτε ένα καθησυχαστικό «ναι».
Άλλο πράγμα το Καλό και το Κακό, καθαρά μεγέθη, υπαρκτά, μες στον κόσμο γύρω μας, μες στο κορμί μας επίσης, κι άλλο πράγμα ο καλός και ο κακός. Σε καθαρά μεγέθη δεν υπάρχουν πουθενά.
— Και το μοίρασμα του κόσμου σε καλούς και κακούς, σε Καλό και Κακό;
Αν μου έλεγαν τι έχω να πω στον εαυτό μου και σε κάποιους φίλους, θα τους έλεγα να μοιράσουν σωστά τα πράγματα ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό. Άλλο πράγμα το Καλό και το Κακό, καθαρά μεγέθη, υπαρκτά, μες στον κόσμο γύρω μας, μες στο κορμί μας επίσης, κι άλλο πράγμα ο καλός και ο κακός. Σε καθαρά μεγέθη δεν υπάρχουν πουθενά. Το Καλό και το Κακό υπάρχουν. Ο καλός και ο κακός είναι φαντασίωση, όχι ανύπαρκτοι, αλλά είναι φαντασίωση. Πότε βγαίνουν το Καλό και το Κακό και πώς μοιράζονται δεν ξέρω. Ξέρω πώς μοιράζονται σιγά-σιγά σ’ εμένα, αλλά δεν ξέρω αν θα το μάθω έως την τελευταία μου πνοή.
— Τις μεταπτυχιακές σου σπουδές τις πραγματοποιείς στη Γερμανία με υποτροφία κι εκεί συναντάς τον Βάλτερ Μαργκ και τη γυναίκα του…
Η οποία ήτανε πιο δημοκρατική από τον Μαργκ. Ο Μαργκ είχε πολεμήσει στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε έναν δικό του σεβασμό, δικαιολογημένο πρέπει να σου πω, αλλιώς πρέπει να είμαστε ηλίθιοι για να μην το δούμε. Καλώς ή κακώς πολεμούσε, και τα βιώματά του τα πολεμικά ήταν αυτά που ήταν φυσικό να έχει ένας άνθρωπος σ’ έναν πόλεμο. Γι’ αυτό του άρεσε πάρα πολύ η «Ιλιάδα». Πολιτικά, θα έλεγα ότι ήταν αυτός ο άνθρωπος που μου έδωσε, ως δάσκαλος, τα περισσότερα, μαζί με τον Μπότσογλου, στη ζωή μου – μπορούμε να πούμε ότι ήταν συντηρητικός. Ήταν συντηρητικός. Πάντως, δεν ήταν αριστερός. Ήξερε ότι εγώ τσιλιμπουρδίζω με την Αριστερά. Αλλά ο τρόπος που διάβαζε, ο τρόπος που μετέφραζε, ο τρόπος που μ’ έπαιρνε μαζί του στο Βισμπάντεν… Τον αγάπησα έως το τέλος, πρέπει να ήμουνα από τους λίγους ανθρώπους που μιλούσε στα τελευταία του, και όλα αυτά στα γερμανικά, τ’ αστεία γερμανικά μου, τώρα που το σκέφτομαι, πώς τα έλεγα, ρε παιδάκι μου, και λύνονταν η γλώσσα μου μ’ αυτό τον άνθρωπο, δεν μπορώ να καταλάβω. Ποτέ δεν έδειξε δυσαρέσκεια γιατί τα γερμανικά που μιλούσα δεν ήταν αυτά που έπρεπε να είναι. Η γυναίκα του ήτανε πιο φιλελεύθερος άνθρωπος. Ήξερε πού είναι το κουμπί του άντρα της, το συντηρητικό, ήξερε ότι είχα εγώ μπερδέματα με τα πολιτικά στην Ελλάδα, και σε υπέροχες βόλτες που ξέρουν να τις κάνουν οι Γερμανοί στα βουνά και στα λαγκάδια πάντα με πλησίαζε και θα ‘λεγα με προστάτευε, για μην παρεξηγήσω τον συντηρητισμό του άντρα της.

— Πάμε λίγο στην Ανθή. Πότε την ερωτεύεσαι;
Η Ανθή ήταν μια οπτασία, όπως η Ναυπλιώτου που είδα χτες, και είναι ακόμα. Ούτε πίστευα ποτέ ότι θα γίνει η γυναίκα μου. Την αγάπησα αμέσως.
— Ήσουνα υφηγητής τότε;
Δόκιμος υφηγητής. Έκανα μαθήματα και στη Νομική Σχολή, κι ερχόταν και η Ανθή με κάποια Σεφερτζή, φίλη, ξαδέλφη. Λάτρεψα την πλάτη της. Στο σινεμά καθόμουνα από πίσω, έχει υπέροχη πλάτη. Και με τον Σεφέρη έπαθα αυτήν τη δουλειά. Θυμάμαι την πλάτη του Σεφέρη. Νομίζω ότι μ’ αυτούς τους δύο ανθρώπους έχω μείνει: με την πλάτη την πανέμορφη της Ανθής κι αυτή την παράξενη πλάτη του Σεφέρη. Μ’ αγάπησε η Ανθή, μ’ αγάπησε πολύ πιο θαρραλέα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, κι έμεινε θαρραλέα απέναντί μου.
— Και σήμερα; Χρόνια μετά και το δεύτερο ιωβηλαίο, πώς είσαστε μαζί;
Εξακολουθεί να είναι τόσο ωραία όσο τη βλέπεις. Εξακολουθεί, ώρες-ώρες, να είναι τόσο τρυφερή μαζί μου κι εξακολουθεί, ώρες-ώρες, να μου δείχνει ότι έχει μπουκώσει. Νομίζω ότι μεγαλύτερη τύχη δεν θα μπορούσα να έχω.
— Θέλω να σε ρωτήσω σχετικά με την εμπειρία της «Μαύρης Γαλήνης». Είναι γνωστή η ιστορία της σύλληψης και της φυλάκισής σου από τους δικτάτορες. Υπήρξε φόβος; Ο φόβος μεταλλάσσεται;
Φαίνεται ότι υπήρξε. Και δεν ήταν εύκολο καθόλου. Την έβγαλα όπως την έβγαλα, καθώς, περνώντας τη δοκιμασία που πέρασα, κατάργησα ακόμα και για τους βασανιστές μου τη διάκριση μεταξύ δειλίας και γενναιότητας. Δεν ήμουνα ούτε δειλός ούτε γενναίος, κι αυτό το κράτησα ως τώρα. Σιχαίνομαι αφάνταστα αυτήν τη διάζευξη. Τι γίνεται όταν δεν ακουμπάς ούτε στο ένα ούτε στο άλλο; Ή τ’ αφήνεις μόνο του να βγει ή, αν είναι κάτι να βγει, πρέπει να έχεις υπομονή και πράξη αντί για λόγια. Αλλά όταν λέω πράξη αντί για λόγια, να μην παρεξηγηθώ: τα λόγια μου αισθάνομαι ότι είναι πράξη κι εδώ που έφτασα, η πράξη μου, και αυτό το κάνω τώρα μαζί σου, είναι λόγος. Δεν θέλω να τα χωρίσω.
— Ισχύει ότι η «Μαύρη Γαλήνη» γράφτηκε σε χαρτοπετσέτες; Κάπου το είχα διαβάσει αυτό.
Σε χαρτοπετσέτες. Μάλλον χάθηκαν. Όταν βγήκα την τρίτη φορά, τις έδωσα σ’ ένα φιλικό ζευγάρι για μη χαθούν. Τελικά, δεν ξέρω τι έγιναν, δεν με πειράζει. Αυτό όμως που θέλω να σου πω, το βράδυ που έπαθα τη διάτρηση μες στο κελί, μεσάνυχτα, οι πόνοι ήταν αβάσταχτοι. Ήρθε ένας ανθυπολοχαγός, γιατρός, ένα καλό παιδί, ο οποίος με έψαυσε και μου είπε, «φωνάξτε, κύριε Μαρωνίτη, πρέπει να εγχειριστείτε αμέσως». Το αμέσως έγινε την άλλη μέρα, αλλά πρώτο αίσθημα: άπαξ και βγήκα από το κελί και κάθισα με πόνους φριχτούς στον ελεύθερο χώρο, στις σκάλες, για μια στιγμή αισθάνθηκα τέτοια ευτυχία, που δεν μπορώ να σου την περιγράψω, ότι ήμουνα έξω. Σε κάποια δόση με μετέφεραν σ’ ένα στρατιωτικό νοσοκομείο και έπειτα από μια δεύτερη κρίση, είχα φτάσει στο αμήν – κάποτε θα σου πω τι σημαίνει να φτάνεις στο αμήν. Δεν θα την ξεχάσω αυτή την αίσθηση, του επερχόμενου τέλους, ήτανε και οι πόνοι φαίνεται, μια περίεργη γλύκα. Αισθανόμουν μια περίεργη γλύκα, η οποία κράτησε όλη τη νύχτα, έως ότου ήρθε η Ανθή. Όταν όμως οι πόνοι είχανε γίνει αβάσταχτοι, κύλησα εγώ από το κρεβάτι και πήγα και κρεμάστηκα στο σώμα του φύλακα, Κώστας λεγόταν, θυμάμαι, ο οποίος δεν μπορούσε μετά, έφυγε στην Αμερική αυτός, έφυγε. Δεν μπορούσε να κρατήσει αυτό το θέαμα. Ένα χρυσό παιδί, απ’ ό,τι αποδείχθηκε, ήρθε και κατέθεσε ο πατέρας του στις δίκες. Απλώς το λέω για να σου πω, αισθάνθηκα λιγάκι ευγνωμοσύνη, έφτασα στο αμήν κι έχω την αίσθηση αυτής της γλύκας όταν έρχεται το τέλος.
— Και τι είναι το αμήν;
Το αμήν είναι… νόμιζα ότι σβήνω, αλλά αισθανόμουνα μια γλύκα, σαν να είμαι και τώρα στο κρεβάτι κι έχω ξεκάθαρες τις εικόνες, ξεκάθαρη και του εαυτού μου, όταν κινήθηκα και πήγα και κρεμάστηκα, πρόσεξε, από το σώμα, ενσυνείδητα, του παιδιού αυτού, σπαρταρώντας από πόνο. Σ’ το λέω, ξέρεις γιατί; Για να μη φοβόμαστε τον θάνατο. Μου έχει μείνει, το λέω ξεκάθαρα, αυτή η γλύκα μου έχει μείνει. Αν είναι έτσι να πεθάνει κανένας, εντάξει, παιδιά. Υπάρχει εκεί κάτι γλυκό, παρόλο που είναι γελοία η λέξη. Δεν θα το ξεχάσω.
Δεν είχα αισθανθεί ποτέ και δεν είχα σκεφτεί με τρόπο που να με ταρακουνήσει αυτό που θα ονομάσουμε «ασάφεια του πότε αρχίζει η ζωή μας».
— Μίμη, είπες ότι στη διάρκεια της φυλάκισής σου καταφέρνεις να μεταστρέψεις τους δεσμοφύλακες.
Ναι. Ο πιο άγριος, από ένα σημείο και πέρα, σχεδόν μου συμπεριφέρονταν τρυφερά. Μου έφερνε πρόσθετο φαγητό. Μια φορά με πήρε κι εκεί που μαζεύονταν και τρώγανε, μου λέει «έλα να φας μαζί μας.» Γι’ αυτό σου λέω, άλλο το Καλό και το Κακό, άλλο ο καλός και ο κακός. Αυτός ήταν ένα θηρίο ανήμερο με όλους, αλλά εμένα δεν μ’ άγγιξε ποτέ.
Γυρίζει στην Ανθή. Της ζητάει να του θυμίσει το όνομα του στρατιωτικού γιατρού που του έσωσε τη ζωή. Είναι ένας ταγματάρχης ονόματι Βασώνης. Η Ανθή λέει πως όταν τον αντίκρισε στο νοσοκομείο, το πρόσωπό του ήταν μια νεκρική μάσκα. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν ήταν ακόμη ζωντανός ή αν είχε πεθάνει. Μετά την ανάρρωση τον ξαναγυρίζουν στο κελί. Η Ανθή του πηγαίνει σε κάθε επισκεπτήριο φρυγανιές, απαραίτητες για τα γαστρικά υγρά. Δεν του τις δίνουν ποτέ. Την ημέρα της αποφυλάκισης τη φωνάζουν σ’ ένα διπλανό γραφείο για να της παραδώσουν τα προσωπικά του αντικείμενα. Ο ένας τοίχος, από το πάτωμα μέχρι τη μέση, ήταν καλυμμένος από πακέτα με φρυγανιές.
— Όλη σου η ζωή υπακούει, θαρρείς, στο μοτίβο της αρμονικής σύνθεσης των αντιθέσεων: αρχαιοελληνιστής-νεοελληνιστής, Θεσσαλονίκη-Αθήνα, ιδιωτικός Μαρωνίτης-δημόσιος Μαρωνίτης.
Ποτέ δεν το αισθάνθηκα ως ένα αντιθετικό σχήμα και εκεί ήταν ίσως η υπομονή μου.
— Παίζεις, όμως, πάνω στη συμπληρωματικότητα.
Στη συμπληρωματικότητα, καταρχήν. Όσο ακόμη η σχέση με τον εαυτό μου δεν έχει ξεκαθαρίσει, η αμφιβολία μετατίθεται στο αν είμαι πράγματι συμπληρωματικός μ’ εμένα τον ίδιο.
— Θα επιμείνω στη συμπληρωματικότητα, προσθέτοντας τα ζεύγη: λόγος-πράξη και μεταφρασμένος-πρωτότυπος λόγος. Θαρρείς πως έχουμε ένα πλέγμα από αντίθετα, ως προς την κατεύθυνσή τους, ή αντιθετικά, ως προς τη δυναμική τους, νήματα τα οποία υφαίνεις.
Δεν είμαι εγελιανός, όσο διάβασα και ξέρω. Επομένως, δεν με θέλγει αυτή η διαλεκτική. Γιατί φοβάμαι ότι αν υποχωρήσει κανείς στην αξία του σχήματος της διαλεκτικής, θα στραπατσάρει κάτι άλλο, το οποίο ή υπάρχει ή δεν υπάρχει. Από ένα σημείο και πέρα αισθανόμουν ότι δεν μου χρειάζεται αυτό το μοίρασμα που υπαινίσσεσαι, γενικότερα, σε εκδηλώσεις της ζωής μου, και θα μπορούσα να πω και πολύ ιδιωτικά επιχειρήματα, αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζονται. Πάντως, είμαι περισσότερο, υπό αυτή την έννοια, πλατωνικός παρά εγελιανός. Πονηρά Πλατωνικός, πάντα τον γούσταρα, γιατί και ο δάσκαλός μου ο Μπότσογλου με έμαθε να διαβάζω Πλάτωνα, και πάντα θαύμαζα τι πονηρός συγγραφέας είναι.
— Ποια είναι η πονηριά του;
Η πονηριά του είναι ότι ενώ μιλά για αντιθετικά σχήματα, σε κάποια δόση τα τινάζει στον αέρα και σε κοροϊδεύει.
— Από τη μια τα αρχαία κείμενα, Όμηρος, Ηρόδοτος, Ησίοδος, και οι τραγικοί, Σοφοκλής, κυρίως, αλλά και Ευριπίδης. Έχεις ήδη μεταφράσει τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» και τώρα καταγίνεσαι με τον «Οιδίποδα Τύραννο». Τον Αισχύλο δεν τον έχεις αγγίξει ακόμη.
Αν ζήσω, θέλω να μεταφράσω τους «Επτά επί Θήβας».
— Από την άλλη, ποίηση και πεζογραφία, από τον Σολωμό μέχρι τις επιδραστικές φωνές του εικοστού αιώνα και τα κείμενα της σύγχρονης λογοτεχνικής σοδειάς. Αρχαιοελληνιστής και νεοελληνιστής συγχρόνως, σ’ έναν συνδυασμό χωρίς προηγούμενο και χωρίς συνέχεια. Δεν λειτούργησες ποτέ αντιθετικά, τουναντίον μάλιστα. Πώς ορίζεις εσύ τον ρόλο σου ανάμεσα στην αρχαία ελληνική γραμματεία και στη νέα;
Κι εδώ, λιγότερο θα μιλούσα για συμπληρωματικότητα και περισσότερο για συνοχή και συνέχεια. Τουλάχιστον, έτσι ήρθαν τα πράγματα, δεν τα διάλεξα εγώ για να υπολογίζω πόσο συμπληρωματικά είναι μεταξύ τους και επομένως δεν πρόκειται για ένα είδος φιλοδοξίας να πάω από το Α έως το Ω. Η συνέχεια και η συνοχή προέκυψαν μέσα από την ίδια τη ζωή μου καταρχήν, τον τρόπο που φανταζόμουνα και φαντάζομαι ότι είναι η σπουδή και πιο πολύ μέσα από ένα στοιχείο, το οποίο απλοϊκά θα έλεγα, αλλά μαζί και σημαντικά, ότι είναι η γλώσσα. Η γλώσσα είναι κοινός παρονομαστής, για να μην πω ο κοινός αριθμητής, των κειμένων που έχω γράψει και με τα οποία έχω ασχοληθεί.
— Η γλώσσα ως συνεκτικός ιστός;
Η γλώσσα, στην περίπτωση αυτή, μέσα σε ένα τρίγωνο ή ενδεχομένως και τετράγωνο. Το τρίγωνο είναι γραφή-ανάγνωση ή ανάγνωση-γραφή, και τα δύο δηλαδή, και τελευταία αυτό που θα ονόμαζα μεταγραφή. Αισθάνομαι πως η μεταγραφή αποτελεί ένα δίχτυ ασυνήθιστου, πράγματι, συνδυασμού και αποτελέσματος. Αλλά τι είναι η μεταγραφή; Τον τελευταίο καιρό, όταν ο κύκλος ή το τρίγωνο «γραφή-ανάγνωση-γραφή» πάει να συμπληρωθεί, βγαίνει από μόνο του, θαρρείς, ένα κείμενο μεταγραφής. Πρόσφατο παράδειγμα είναι ο τρόπος που μετέγραψα τα «Γράμματα στην Κριμαία» του Κούνδουρου.
— Τις ερωτικές του επιστολές στη Σωτηρία Ματζίρη;
Ναι. Στις εκδόσεις Άγρα, στον Πετσόπουλο βγήκανε. Από αυτά, με έναν μικρό πρόλογο δικό μου, έχει βγει –με τα δικά του λόγια– ένα πρότυπο, αν θες, για το θέμα που συζητάμε, δείγμα του τι εννοούμε όταν μιλάμε για μεταγραφή.
— Μου έχεις πει και για ένα τετράγωνο.
Το τετράγωνο είναι «ανάγνωση-γραφή-μεταγραφή», και ο τέταρτος όρος είναι αυτός που είχα ονομάσει στο δοκίμιο για τον Τάκη Σινόπουλο «παρανάγνωση». Ίσως η μεταγραφή να είναι μια εξέλιξη και μια αξιοποίηση, όχι αρνητική πια αλλά θετική, αυτού που τότε ονόμασα παρανάγνωση, φτιάχνοντας ένα τετράγωνο διαφορετικό. Είναι πιο σύνθετο ως εγχείρημα και ως αποτέλεσμα η μεταγραφή από την παρανάγνωση. Η παρανάγνωση έχει ένα στοιχείο πιο υποκειμενικό από τη μεταγραφή, που έχει τουλάχιστον ένα στοιχείο δυαδικό: από δύο πράγματα να προκύπτει ένα, κατά κανόνα όχι ακριβώς υπέρ εμού, αλλά διά του δευτέρου όρου αυτής της συνεύρεσης. Για να τελειώνουμε προς το παρόν με τούτο το θέμα, ο δάσκαλος για το πώς ανακυκλώνεται το τρίγωνο «γραφή-ανάγνωση-γραφή» ήταν ο Καβάφης και ειδικότερα το ποίημά του «Εν τω μηνί Αθύρ». Δεν είχα καταλάβει, έως την τελευταία φορά που έγραψα, τι κάνει ακριβώς στο ποίημα αυτό ο Καβάφης. Οιονεί διαβάζει, οιονεί γράφει και ερμηνεύει συγχρόνως ο ίδιος αυτό που έχει γράψει, είτε προς την κατεύθυνση της παρανάγνωσης είτε προς την κατεύθυνση, με τους νέους όρους που προτείνω, της μεταγραφής. Έτσι που νομίζει κανείς ότι βγαίνει ένα μοντέλο όχι συμπληρωματικότητας, αλλά συνέχειας, για την οποία σου μίλησα στην αρχή.
— Τι συμβαίνει μ’ αυτές τις έννοιες; Καμιά φορά έχω την εντύπωση πως δεν βγαίνουν από το μυαλό σου αλλά από τη ζωή σου συνολικά. Ή, έστω, εφαρμόζονται σ’ αυτήν. Σαν διαβάζοντας να σε διαβάζεις και γράφοντας να σε μεταγράφεις.
Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι ο όρος μεταγραφή εμφανίζεται και προκύπτει ως γράψιμο τα τελευταία δυο-τρία χρόνια, όπου επίσης βγήκε στη φόρα ένα άλλο ζεύγος. Δεν είχα αισθανθεί ποτέ και δεν είχα σκεφτεί με τρόπο που να με ταρακουνήσει αυτό που θα ονομάσουμε «ασάφεια του πότε αρχίζει η ζωή μας». Είναι το ασαφέστερο στοιχείο, το οποίο ουσιαστικά δεν μπορούμε και να το χωνέψουμε, δεν μπορούμε να το κάνουμε δικό μας, σε αντίθεση ή σε συμπληρωματικότητα, που θα ‘λεγες εσύ, ή σε συνέχεια, που θα ‘λεγα εγώ, με το τέλος και ως επερχόμενο και ως συντελεσμένο, το οποίο, όπως καταλαβαίνεις, στα 87 γίνεται ένα ισχυρό βίωμα. Που δεν το σπρώχνω, δεν το κουκουλώνω. Αν σου πω ότι σιγά-σιγά αισθάνομαι ένα είδος ευγνωμοσύνης, δεν θα το πιστέψεις.
— Ευγνωμοσύνη για τι; Για ποιο πράγμα;
Μέσα σ’ αυτό το κύκλωμα, έχω την εντύπωση ότι και το τέλος είναι κι αυτό δικό μου. Ίσως, δε, είναι περισσότερο δικό μου απ’ ό,τι η αρχή της ζωής μου. Κι αυτό το «δικό μου» δεν το λέω εγωιστικά, το λέω βιωματικά. Γι’ αυτό και στα τελευταία μου γραπτά αντηχεί αυτό το στοιχείο. Δεν είναι ακριβώς συμφιλίωση, κανείς δεν συμφιλιώνεται με τον θάνατό του. Είναι αυτό που προσπάθησα ως τώρα να σου πω, και να μην τ’ αλλάξω άλλο, να μην το συμπληρώσω άλλο: πάντως, αν υπάρχει φόβος, ώρες-ώρες μοιάζει να μην υπάρχει πια καθόλου. Είναι λίγο φιλάνθρωπος φόβος, όχι αυτάρεσκος.
Ηπρώτη μας συνάντηση τελειώνει εδώ. Με προλαβαίνει στην πόρτα και μου δίνει το κείμενο για τον πατέρα του που μου έχει τάξει. Γραμμένο τη μέρα του εκούσιου θανάτου του. Μέσα σε θήκη πλαστική, τυπωμένο εις διπλούν, λίγες αράδες στριμωγμένες στο πάνω μέρος της σελίδας. Δεν αντέχω να φτάσω μέχρι το σπίτι. Στον δρόμο πια, ακουμπάω σε μια κολόνα της ΔΕΗ και διαβάζω:
«Πρόλαβε ο Ιούλιος τον Αύγουστο. Αλλιώς θα είχαν συμπληρωθεί τα έξι χρόνια από τη δική της αναχώρηση. Ίσως γι’ αυτό κι εκείνος έφυγε βίαιος, αγριεμένος. Όμως τα μάτια κλειστά, το κεφάλι γέρνοντας δεξιά, βρήκε ξανά το παλιό του σχήμα. Οι γραμμές του προσώπου ανασυντάχθηκαν και η περήφανη μύτη ίσιωσε.
Μια ζωή αυτοσχέδιος στοχαστής, δεν έλεγξε την τελευταία του διδαχή. Ελευθερώθηκε το τρομαγμένο ζώο. Ύστερα, για λίγες μόνον ώρες, πέτρωσε η εκδίκηση. Την ασπαστήκαμε.
Δι’ ελέου και φόβου η Μαρίκα κι εγώ».
Δέκα λεπτά με τα πόδια από το σπίτι του μέχρι το δικό μου. Έχω να γεμίσω τη διαδρομή.
— Μίμη, ποιο είναι το θηρίο;
— Ποιο είναι το θηρίο που γύρευες;
— Το δάσος το έδεσε για χάρη σου;
Άσπρα μούρα, μαύρα μούραby sarant |
Μπήκε η άνοιξη, πλησιάζει η βασιλική εποχή των φρούτων, ο Μάης δηλαδή και ο Ιούνης. Στο ιστολόγιο έχουμε παρουσιάσει όλα σχεδόν τα οπωρικά της εποχής, με μια εξαίρεση που θα την καλύψουμε σήμερα. Εννοώ μια οικογένεια μικρών καρπών που μερικά από αυτά τα γνωρίζει ο άνθρωπος από την αρχή του χρόνου, αλλά εξακολουθεί να τα καταναλώνει έτσι, άγρια, όπως και πριν από χιλιάδες χρόνια, όταν ήταν τροφοσυλλέκτης. Εννοώ τα «φρούτα του δάσους» όπως συλλογικά είναι γνωστά όταν δίνουν το άρωμά τους σε χυμούς και παγωτά. Μαζί τους θα εξετάσουμε όμως και τον μεγάλο αδελφό τους, τα μούρα, παρά τις μεγάλες διαφορές, γιατί ανήκει στην ίδια οικογένεια. Και αφού είναι μεγάλος αδελφός, στα μούρα αφιερώνουμε το μεγαλύτερο κομμάτι του άρθρου, αλλά και τον τίτλο. Να πω εδώ ότι το άρθρο αυτό είναι παρμένο από το βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις, αλλά εδώ έχω κάνει κάποιες αλλαγές και προσθήκες.Όλα αυτά τα μικρούλια φρούτα στα αγγλικά λέγονται συλλογικά berries, διότι τα περισσότερα έχουν τη λέξη αυτή ως β’ συνθετικό: raspberry, blackberry, blueberry κτλ. Στα ελληνικά δεν ξέρω αν έχουμε στανταρισμένη απόδοση ή αν τα λέμε “μουροειδή”. Βρίσκω στα λεξικά ότι το berry το λέμε μώρον, προσέχοντας να μην πέσει ο τόνος. Πάντως, από τα μούρα θα ξεκινήσουμε.Το μούρο είναι ο καρπός της μουριάς· η μουριά είναι δέντρο που μπορεί να φτάσει σε μεγάλο ύψος και που ζει πολύ. Υπάρχει η κόκκινη μουριά, η άσπρη και η μαύρη, που δίνουν καρπούς του αντίστοιχου χρώματος. Η άσπρη και η μαύρη μουριά, όμως, έπαιζαν τα παλιότερα χρόνια πολύ σημαντικό ρόλο στην οικονομία, όχι για τους καρπούς τους αλλά για τα φύλλα τους. Φυσικά, τα φύλλα δεν τρώγονται από τον άνθρωπο, είναι όμως έξοχη τροφή για τον μεταξοσκώληκα και η παραγωγή του μεταξιού ήταν κεντρική οικονομική δραστηριότητα επί αιώνες.Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου
Πιο πέρα έμπαινε λίγο φως απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο, αλλά ο γέρος που ψηλάφιζε τους τοίχους ήταν τυφλός, είχε γεννηθεί τον προηγούμενο αιώνα, ήταν ταπεινός, αν και ήταν διάσημος. Ήταν ο Χόρχε Φρανσίσκο Ισίδρο Λουίς Μπόρχες. Ο πιο σημαντικός συγγραφέας της Λατινικής Αμερικής. Ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του αιώνα μας.Ο Μπόρχες κάθισε απέναντι μου και μια συναρπαστική μυστηριώδης κουβέντα είχε ξεκινήσει με τον Αργεντινό συγγραφέα που έβαλε την υπογραφή του στο Χρυσάφι των τίγρεων.Στην προεδρική σουίτα του ξενοδοχείο «Ρύθημνα» ο τυφλός Μπόρχες μου πρόσφερε συναρπαστικές στιγμές συμπυκνωμένης σοφίας. Ήταν τυφλός τουλάχιστον τριάντα χρόνια. Ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω. Τα γαλανά μάτια του κοίταζαν στο κενό κι όταν διέκρινα μια δέσμη φωτός από το παράθυρο, είχε ήδη πιαστεί απ’ το μπράτσο λεγοντάς μου«Σενιόρ οδηγήστε με στο φώς!»«Είμαι πολύ ντροπαλός άνθρωπος, που βρίσκει πολύ γοητευτικό το ότι είναι εδώ μαζί σας σινιόρ και σας μιλάει, το ίδιο γοητευτικό είναι η Ελλάδα, η Κρήτη, ο Λαβύρινθος!»
«Για μένα η αγωνία του λαβυρίνθου δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά την ανθρώπινη αγωνία στην αναζήτηση της ελπίδας. Με λίγα λόγια ο ίδιος ο Λαβύρινθος είναι ένα χάος…»
Και πρόσθεσε:
«Το να είσαι τυφλός δεν είναι σκοτάδι, απλώς είναι μια μορφή μοναξιάς. Δεν γεννήθηκα τυφλός. Τυφλώθηκα αργότερα, το 1955. Όταν ήμουν διευθυντής στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Μπουένος Άιρες. Όλη μου η οικογένεια στο παρελθόν έχασε το φως της. Αυτό δεν είναι τόσο κακό όσο νομίζουν οι άνθρωποι. Το φοβερό είναι να είσαι τυφλός στην ψυχή. Στη δική μου περίπτωση είναι μια μορφή χρησιμότητας. Ο πολύς κόσμος με ενοχλεί. Φρόντισα να τυφλωθώ για να μην τους βλέπω. Τώρα προτιμώ να βλέπω τη ζωή μου μπροστά σαν Έλληνας. Το παρελθόν προσπαθώ να μην το σκέφτομαι. Στα φαντάσματα που με επισκέπτονται τη νύχτα δεν δίνω σημασία. Τα χρησιμοποιώ, τα κάνω διηγήματα, ποιήματα ή άλλα όνειρα, αφού η λογοτεχνία είναι η μοίρα μου…»
Την κουβέντα μας διέκοψε η τότε γραμματέας του και μετέπειτα σύζυγός του κυρία Μαρία Κοντάμα.«Η υγεία του είναι εύθραυστη. Ας μη μιλήσετε άλλο μαζί του…»Όμως ο Μπόρχες επέμενε την ώρα που τον αποχαιρετούσα:«Μείνετε, σενιόρ. Μείνετε κοντά μου».Ήταν οι τελευταίες λέξεις του Μπόρχες, που σχεδόν κλαψούριζε για την παρέα ενός δημοσιογράφου που δήλωνε θαυμαστής του. Επόμενη κίνηση να του σφίξω το χέρι και να σφίξω πιο καλά την κασέτα του μαγνητοφώνου, καθώς άκουγα έναν ψαλμό δυσαρέσκειας για την επιμονή μου απο τη Μαρία Κοντάμα.*******Τόπος: Ξενοδοχείο «Ρύθημνα», Μάιος του 1984Συνδαιτυμόνες: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Πέτρος Κασιμάτης*********
Από το βιβλίο του Πέτρου Κασιμάτη – Μυστικά δείπνα: Συναντήσεις με ήρωες και αντιήρωες Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Όταν βγαίνετε έξω στον ήλιο ενισχύετε το ανοσοποιητικό σας σύστημα. Αυτό συμβάλλει στη δημιουργία περισσότερων λευκών αιμοσφαιρίων ώστε να μπορεί ο οργανισμός να καταπολεμά ασθένειες. Ο ήλιος σκοτώνει επίσης όλα τα είδη των βακτηρίων, ιών, μυκήτων , ακόμα και μερικά παράσιτα στα ρούχα και στο νερό.Πολλοί άνθρωποι διαπιστώνουν ότι η έκθεση στο φως του ηλίου καταπολεμά το έκζεμα*, την ακμή , την ψωρίαση. Το φως βελτιώνει το κυκλοφορικό αυξάνοντας τα επίπεδα οξυγόνου στα κύτταρα του αίματος με αποτέλεσμα να παράγεται περισσότερη ενέργεια.Επίσης το ηλιακό φως βελτιώνει τη διάθεση. Με περισσότερο ήλιο έχετε μεγαλύτερα επίπεδα ενδορφινών και σεροτονίνης, αισθάνεστε πιο ευτυχισμένοι και η ζωή σας φαίνεται πιο εύκολη. Επίσης ενισχύεται το γαστρεντερικό σύστημα και ο μεταβολισμός.Το φως το ηλίου μειώνει την αρτηριακή πίεση και τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, βοηθά στην απώλεια βάρους , βελτιώνει την λειτουργία του ήπατος και των νεφρών καθώς διεγείρει την επίφυση που είναι υπεύθυνη για τη ρύθμιση των ορμονών.Επίσης, το μαύρισμα είναι σημαντικό για την υγεία του δέρματος καθώς προφυλάσσει από λοιμώξεις. Έχετε πιο υγιή οστά επειδή ενισχύεται η βιταμίνη D η οποία μειώνει τη χοληστερίνη και προλαμβάνονται έτσι καρδιαγγειακές παθήσεις και εγκεφαλικά επεισόδια. Η έλλειψη βιταμίνης D και ηλιακού φωτός μπορεί να οδηγήσει σε ανεπάρκεια των επινεφριδίων, αλλεργίες, αυτοάνοσες διαταραχές, διαβήτη, σεξουαλική δυσλειτουργία, παχυσαρκία, οστεοπόρωση, προβλήματα συμπεριφοράς.Μελέτες που εκπονήθηκαν το 2007 έδειξαν ότι όσοι εργάστηκαν υπό το φως του ηλίου είχαν λιγότερα προβλήματα στα οστά τους. Όσοι δεν είχαν ποτέ σχεδόν βγει στον ήλιο, είχαν πολύ υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης του λεμφώματος Hodgkin** , ενώ υπάρχουν ενδείξεις πως η έλλειψη έκθεσης στο ηλιακό φως μπορεί να συνδέεται και με τη σκλήρυνση κατά πλάκας.Άλλες μελέτες δείχνουν ότι η έλλειψη φωτός μπορεί να οδηγήσει σε ρευματοειδή αρθρίτιδα, άσθμα, βρογχίτιδα, κρυολογήματα, φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, νόσο του Crohn*** , γαστρεντερίτιδα, σχιζοφρένεια, μυοπάθεια και ακόμα και προβλήματα στο θυρεοειδή αδένα. Πλέον όσοι «μαζεύουν ηλιακό φως» είναι λιγότερο πιθανό να εμφανίσουν συμπτώματα Αλτσχάιμερ, ενώ άτομα με Πάρκινσον μπορούν να επωφεληθούν.Ο ήλιος βελτιώνει την ποιότητα του ύπνου διότι ο εγκέφαλος παράγει περισσότερη μελατονίνη**** , ενώ υπάρχει έρευνα που δείχνει ότι η μελατονίνη μπορεί να επιβραδύνει τη διαδικασία γήρανσης.Οι μελέτες δείχνουν ότι τα μωρά από πρόωρη γέννα μπορούν να αποκτήσουν καλύτερη λειτουργία αίματος και λιγότερα νευρολογικά προβλήματα αν εκτεθούν σε ελάχιστο ηλιακό φως. Ταυτόχρονα η έκθεση στον ήλιο έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τον κίνδυνο καρκίνου, προστάτη, παχέος εντέρου και καρκίνου του μαστού , ενώ όσοι πάσχουν από ίκτερο , βελτιώνονται.*κατάσταση του δέρματος που έχει πολλές διαφορετικές αιτίες, χαρακτηρίζεται συνήθως από ξηρότητα, κνησμό, ερυθρότητα και φλεγμονή.**καρκίνος του λεμφατικού ιστού*** Η νόσος του Crohn είναι μία πάθηση στην οποία το τοίχωμα ενός ή περισσοτέρων τμημάτων του πεπτικού συστήματος πρήζεται, ερεθίζεται και φουσκώνει. Αυτό το πρήξιμο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα και την στένωση του πεπτικού σωλήνα σε αυτό το σημείο. Τα προσβεβλημένα από Crohn τμήματα μπορεί να είναι από λίγα εκατοστά εντέρου ή και μεγαλύτερα, ένα μέτρο ή και περισσότερο. Μπορεί να προσβληθεί οποιοδήποτε σημείο της περιοχής από το στόμα έως τον πρωκτό ενώ μπορεί να είναι προσβεβλημένες και περισσότερα από ένα σημεία κάθε φορά. Το πιο σύνηθες σημείο όπου παρουσιάζεται η φλεγμονή είναι ο τελικός ειλεός, αλλά μπορεί και να προσβληθεί μέρος του κόλου ή και όλο, είτε μόνο του είτε μαζί με τον πλαϊνό ειλεό. Επίσης είναι συχνή και η φλεγμονή μέσα ή γύρω από τον πρωκτό. Η φλεγμονή μπορεί να διαμορφωθεί σε: (α) σχισμές (ελκώδη ρήγματα) στο δέρμα ή το πρωκτικό κανάλι, (β) συρίγγια (μικρές σχισμές που βγάζουν πύον) γύρω από τον πρωκτό, ή (γ) δακτύλιους (πρησμένα και συχνά επίπονα εξογκώματα) ακριβώς έξω από τον πρωκτό.**** Η μελατονίνη είναι ορμόνη που παράγεται από τον εγκέφαλο και συγκεκριμένα από την επίφυση. Βοηθά τον οργανισμό μας να γνωρίζει πότε είναι ώρα για ύπνο και πότε είναι η ώρα για να ξυπνήσουμε.

Τέσσερις ημέρες πριν από το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών, οι Rolling Stones άνοιγαν τον χορό των ροκ συναυλιών στην Ελλάδα. Η συναυλία τους στο γήπεδο του Παναθηναϊκού άρχισε κανονικά, αλλά δεν τελείωσε ποτέ.
Τον Ιανουάριο του 1967 ο Μικ Τζάγκερ και η παρέα τους κυκλοφόρησαν το νέο τους άλμπουμBetween the Buttons, που σημείωσε μεγάλη επιτυχία, με τραγούδια, όπως τα Let’s Spend The Night Together και Ruby Tuesday. Για την άνοιξη είχαν προγραμματίσει η περιοδεία στην Ευρώπη, εν μέσω της σοβούσας διαμάχης του Μικ Τζάγκερ και του Μπράιαν Τζόουνς, των δύο ηγετικών μορφών του συγκροτήματος.
Στα νότια της Ευρώπης, η Ελλάδα βρισκόταν σε μια δύσκολη καμπή της ιστορίας της. Με εμφανείς ακόμη τις πληγές της «Αποστασίας»βάδιζε ολοταχώς για εκλογές, έχοντας στο τιμόνι της την κυβέρνηση της Ε.Ρ.Ε. υπό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Οι εκλογές ήταν προγραμματισμένες για τις 28 Μαΐου και αναμενόταν να εξελιχθούν σε ένα θρίαμβο της Ενώσεως Κέντρου και του Ανδρέα Παπανδρέου, ηγετικού στελέχους του κόμματος εκείνη την περίοδο. Η κατάσταση ήταν τεταμένη. Το Παλάτι και η Δεξιά δεν απέκλειαν κάποιας μορφής συνταγματική εκτροπή, με την επιβολή μιας βραχυχρόνιας δικτατορίας. Δεν είχαν υπολογίσει τους Συνταγματάρχες!

Στις 22 Μαρτίου κυκλοφορεί το 77ο τεύχος του μουσικού περιοδικού Μοντέρνοι Ρυθμοί με μια είδηση βόμβα: «Δεν είναι ούτε πρωταπριλιάτικο ψέμα, ούτε διαφημιστικό κόλπο. Οι Ρόλινγκ Στόουνς έρχονται». Η συμφωνία είχε κλείσει προ οκταημέρου μεταξύ του δημοσιογράφου και ατζέντη Νίκου Μαστοράκη και του μάνατζερ του συγκροτήματος Ντέβιντ Απς.
Η συναυλία ορίστηκε για τις 17 Απριλίου στην Αθήνα και θα έκλεινε την ευρωπαϊκή περιοδεία των Rolling Stones, η οποία θα άνοιγε στις 25 Μαρτίου στη Στοκχόλμη. Ως χώρος διεξαγωγής επιλέχτηκε το γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και τα εισιτήρια κόστιζαν από 60 έως 120 δραχμές, αρκετά «αλμυρά» για το νεαρόκοσμο της εποχής. Υπήρχαν και λίγα εισιτήρια των 500 δραχμών, ακριβώς μπροστά από την εξέδρα. Οι αφίσες που κυκλοφόρησαν ανάφεραν ότι «το ρεσιτάλ είναι υπό την αιγίδα του δημάρχου Αθηναίων κ. Γεωργίου Πλυτά και οι εισπράξεις του θα διατεθούν για φιλανθρωπικό σκοπό».
Την Κυριακή 16 Απριλίου κυκλοφόρησε η φήμη ότι οι Στόουνς αναμένονται στην Αθήνα. Εκατοντάδες νεαροί πολιόρκησαν το αεροδρόμιο του Ελληνικού για να τους υποδεχθούν και να τους δουν από κοντά. Σημειώθηκαν μικροσυγκρούσεις με την αστυνομία, η οποία έκανε χρήση γκλομπ για να τους απομακρύνει. Αντί για τα μέλη του συγκροτήματος, είχαν έλθει οι τεχνικοί, οι οποίοι δεν έχασαν την ευκαιρία να μοιράσουν αυτόγραφα σε κάποιους αδαείς συγκεντρωμένους, που τους πέρασαν για τους Στόουνς.
Οι Rolling Stones ήλθαν ανήμερα της συναυλίας με πτήση της Ολυμπιακής Αεροπορίας και κατέλυσαν στο «Χίλτον». Τους δημοσιογράφους, που βρέθηκαν στο αεροδρόμιο, εντυπωσίασε η πανέμορφη σύζυγος του πιο άσχημου από το συγκρότημα, του μπασίστα Μπιλ Γουάιμαν. Ήταν Δευτέρα στην Αθήνα και ο ήλιος διαδεχόταν τα σύννεφα και τη βροχή.
Νωρίς το απόγευμα, τα μέλη του συγκροτήματος -πλην του Μπράιαν Τζόουνς που κοιμόταν- έδωσαν την καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου. «Τι γνωρίζετε για το Σέξπιρ;», ρώτησε ένας δημοσιογράφος. «Και σεις τι γνωρίζετε για τον Όμηρο;» απάντησε με ερώτηση ο Μικ Τζάγκερ, ο μόνος ομιλητικός της παρέας.
Οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή:
– «Ποια είναι η γνώμη σας για τη μουσική σας;».
– «Τα τραγούδια μας εκφράζουν την εποχή μας. Δεν είμαστε υστερικοί, όπως πιστεύεται, αλλά οι μεγαλύτεροι δεν μπορούν να μας καταλάβουν.»
– «Τι πιστεύετε για τους Μπιτλς;»
– «Τους αγαπάμε πάρα πολύ.»
– «Πως περνάτε τις ελεύθερες ώρες σας;»
– «Με κορίτσια.»
– «Είστε αγαπημένοι μεταξύ σας;»
– «Ναι, και η απόδειξη είναι ότι κοιμόμαστε μαζί στο ίδιο κρεβάτι.»
– «Αλλά ο Μπιλ Γουάιμαν είναι παντρεμένος. Τι έχει να πει επ’ αυτού η γυναίκα του;» αντέτεινε ο ο δημοσιογράφος.
– «Κοιμάται μαζί μας» απάντησε ο Τζάγκερ.
Περίπου την ώρα της συνέντευξης τύπου των Στόουνς, οι πρώτοι θεατές άρχιζαν να μπαίνουν στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Γύρω στις 7 το βράδυ, στις εξέδρες της «Λεωφόρου» βρίσκονταν γύρω στα 8.000 άτομα. Η εξέδρα ήταν στημένη στη σέντρα του γηπέδου και μέσα στον αγωνιστικό χώρο επιτρεπόταν η είσοδος στους λίγους που είχαν να πληρώσουν το πανάκριβο εισιτήριο των 500 δραχμών. Το γήπεδο ήταν ζωσμένο από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις.
Σε λίγη ώρα άρχισε το πρώτο μέρος του προγράμματος, με ελληνικά συγκροτήματα και καλλιτέχνες. Εμφανίστηκαν κατά σειρά οι Loubogg, MGC, Idols, Τάσος Παπασταμάτης, Δάκης και We Five. Στις 9:30 μ.μ. οι Στόουνς ανέβηκαν στη σκηνή και άρχισαν τη συναυλία τους με το Last Time. Οι θεατές ξεπερνούσαν τους 10.000 και οι αστυνομικοί έκαναν αισθητή την παρουσία τους μέσα στον αγωνιστικό χώρο και γύρω από τη σκηνή, έχοντας σαφείς εντολές να συλλαμβάνουν όποιον παρεκτρεπόταν, τουτέστιν, όποιος απλώς σηκωνόταν από τη θέση του για να χορέψει ή να χειροκροτήσει με ενθουσιασμό.
Οι Στόουνς συνεχίζουν τη συναυλία τους με τα τραγούδια Lady Jane, 19th Nervous Breakdown,Ruby Tuesday και Let’s spend the night together. Λίγο πριν αρχίσουν να παίζουν το Satisfaction, ο Τζάγκερ είχε την έμπνευση να ράνει τους θεατές με κόκκινα γαρύφαλλα. Δεν μπόρεσε ο ίδιος να φθάσει στην εξέδρα και ανέθεσε τη δουλειά στον μάνατζερ της περιοδείας τους, Τομ Κέιλοκ, ο οποίος είχε μπαταρισμένο το ένα χέρι του, καθώς τρεις μέρες νωρίτερα είχε τραυματισθεί, προσπαθώντας να προστατεύσει τον Τζάγκερ από την επίθεση ενός θεατή στη συναυλία της Ζυρίχης.
Η πράξη θεωρήθηκε επαναστατική από την Αστυνομία και αμέσως έξι άνδρες της έπεσαν πάνω στον δυστυχή Κέιλοκ και τον έσπασαν στο ξύλο. Οι υπεύθυνοι του γηπέδου, με διαταγή της Αστυνομίας, κατέβασαν τον γενικό και η συναυλία τερματίσθηκε άδοξα μέσα σε πυκνό σκοτάδι. Τα μέλη των Rolling Stones φυγαδεύτηκαν στο ξενοδοχείο, μη μπορώντας να καταλάβουν τι συνέβη. Αγανακτισμένοι θεατές συγκρούστηκαν με την αστυνομία και συγκρότησαν διαδήλωση, η οποία κατέληξε μπροστά από το «Χίλτον». Την ατμόσφαιρα δονούσε το σύνθημα: «Τσιλιχρήστο (σ.σ. ο τότε διευθυντής της Αστυνομίας) παραιτήσου!».
Η επομένη της συναυλίας ήταν η ημέρα της αναχώρησης για τα μέλη του συγκροτήματος, που υποβλήθηκαν σε εξαντλητικούς ελέγχους στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Ο Μικ Τζάγκερ πέταξε για το Λονδίνο, ο Μπράιαν Τζόουνς για το Μόναχο, προκειμένου να παρακολουθήσει την πρεμιέρα της ταινίας του Φόλκερ Σλέντορφ Mord und Totschlag (A Degree of Murder, ο αγγλικός τίτλος), της οποίας είχε γράψει τη μουσική. Ο Κιθ Ρίτσαρντς έχασε το αεροπλάνο για το Λονδίνο και πέταξε για το Μόναχο με τον Τζόουνς, ενώ η οικογένεια Γουάιμαν παρέμεινε στην Αθήνα για ολιγοήμερες διακοπές. Για κακή της τύχη, η ημέρα της αναχώρησης συνέπεσε με την εκδήλωση του πραξικοπήματος της 21η Απριλίου. Το αεροδρόμιο ήταν κλειστό και η οικογένεια Γουάιμαν αναγκάστηκε να μείνει στην Αθήνα μέχρι τις 23 Απριλίου, οπότε πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το Λονδίνο.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/