Το τρέξιμο του καθηγητή!!!!
Ο Ιούδας πρόδωσε τον Κύριο που με το Σταυρικό Του μαρτύριο μας έδωσε τη δεύτερη ευκαιρία. Κι έτσι, αν το παλέψουμε, μπορούμε να αποκαταστήσουμε την πρότερη φύση μας και να’ μαστε για πάντα μες στην καλή χαρά.
Ο Ιούδας λοιπόν από τότε έγινε το πρότυπο του προδότη. Και όχι άδικα. Η ιστορία είναι γεμάτη προδότες, αλλά σαν τη δική του την προδοσία δύσκολο να βρεις. Πώς είναι δυνατό να βλέπεις μπροστά στα μάτια σου τόσα και τόσα αδιανόητα θαύματα, τέτοια αγάπη, τόση καλοσύνη και να την προδίδεις; Πώς προδίδεις την τελειότητα και το μεγαλείο του Ύψιστου Δασκάλου που σου έκανε την τιμή να σε διαλέξει ως έναν από τους δώδεκα πρωτοκορυφαίους μαθητές Του; Πώς γίνεται να προδώσεις τον Υιό και Λόγο του Θεού, όταν βιώνεις και ζεις από κοντά χειροπιαστές αποδείξεις της υπέρτατης Αλήθειας;Αυτά τα ερωτήματα έχουν βασανίσει πολλούς. Θεολόγους, συγγραφείς, ποιητές, φιλοσόφους. Σπουδαία μυαλά καταπιάστηκαν με το θέμα κι έχουν φτιάξει σενάρια σχετικά με το πώς το σκέφτηκε ο Ιούδας και πώς την πάτησε με αυτόν τον φρικτό τρόπο. Νομίζω λοιπόν πως ο Θεός δεν επιτρέπει να πάρουμε σίγουρες απαντήσεις γι’ αυτό το ζήτημα, για να διαβάζουμε όλοι μας αυτά τα διαφορετικά σενάρια και να προβληματιζόμαστε.
Κι έτσι να ωφελούμαστε χρησιμοποιώντας τον Ιούδα σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα ως παράδειγμα προς αποφυγή.
Τα τροπάρια της Εκκλησίας μας αποκαλούν τον Ιούδα δυσσεβή και όχι ασεβή. Νομίζω ότι υπάρχει μια μικρή διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δύο. Πράγματι, ο Ιούδας με όλα αυτά που βίωσε δεν θα μπορούσε να μην έχει σεβασμό (δεν ήταν α-σεβής) απέναντι στον Κύριο. Απλώς ο σεβασμός του δεν ήταν ο ορθός (ήταν δυσ-σεβής). Δεν ήταν, δηλαδή, προς τη σωστή κατεύθυνση. Πράγματι, αν γυρίσουμε πίσω στην κρίσιμη στιγμή της αποστασίας του εξαποδώ, όταν έγινε κι η Σύναξη των Αρχαγγέλων, μπορούμε καλύτερα να καταλάβουμε τη διαφορά. Βροντοφωνάζει λοιπόν τότε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, για να συγκρατήσει τους Αγγέλους, ώστε να μην παρασυρθούν και πάνε με τον άλλον, «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου». Δεν τους λέει μόνο να σταθούν με σεβασμό (φόβο) απέναντι στο Θεό, αλλά και καλώς. Εκεί στο «καλώς» το έχασε ο Ιούδας. Εκεί το χάνουν κι όσοι δεν στέκονται με την απόλυτα σωστή νοοτροπία (Ορθό-δοξα) απέναντι στον Χριστό, και γίνονται αιρετικοί – όλοι τους.Γράφει στο Ευαγγέλιο ότι ο Ιούδας ήταν φιλοχρήματος κι ότι έβαζε και χέρι στο κοινό ταμείο. Η φιλαργυρία του λοιπόν σίγουρα ήταν η βάση, αλλά είναι πολλοί που εικάζουν ότι από μόνο του αυτό το ελάττωμα δεν ήταν ικανό να τον οδηγήσει στην προδοσία.
Ας δούμε λοιπόν κι άλλα πιθανά σενάρια – με την έννοια ότι είτε ισχύουν είτε όχι, εμείς μπορούμε να βγούμε ωφελημένοι από την ανάλυσή τους.
Είναι ένα περιστατικό που περιγράφεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, το οποίο είναι αρκετά αποκαλυπτικό για τον τρόπο που σκέφτεται ο Ιούδας. Πάει το λοιπόν η Μαρία η αδερφή του Λαζάρου κι αλείβει τα πόδια του Χριστού με μύρο. Κι τι λέει ο Ιούδας γι’ αυτό; Ότι αυτό δεν είναι σωστό, γιατί θα μπορούσε το μύρο αυτό να εκποιηθεί και τα χρήματα να δοθούν στους φτωχούς. Άρα εδώ δεν έχουμε μόνο φιλαργυρία. Εδώ έχουμε και αλαζονεία!Αυτά είναι! Άμα είσαι έξυπνος και ψαγμένος, που λένε, δεν μένεις στο απλό. Όλα τα φέρνεις βόλτα με τη λογική, όλα τα καταφέρνεις. Κάνεις και μάθημα και υποδείξεις και στον Δάσκαλο, άμα λάχει. Έτσι είναι, άμα είσαι μεγάλος μάγκας. Λες και δεν ήξερε ο Χριστός για τους φτωχούς. Λες και δεν μπορούσε να την σταματήσει τη Μαρία και να της πει «άσε, μην το ξοδεύεις το πολύτιμο μύρο και πάει τσάμπα»… Τον Ιούδα περίμενε να του το πει. Εμ βέβαια… πού να του κόψει το μυαλό του Θεού τώρα…
Για να ανασταίνει τον Λάζαρο από τους νεκρούς καλός είναι. Αλλά στα άλλα… άσ’ τα. Δεν του κόβει και πολύ.
Έτσι λοιπόν θα σκέφτηκε ο Ιούδας και με τα τριάντα αργύρια. Κοίτα είπε να δεις τι ξύπνιος που είμαι. Τσεπώνουμε τα τριάντα και όταν έρθουν τα κορόιδα να πιάσουν τον Χριστό, τότε Αυτός σαν Θεός που είναι θα τους φυσήξει και θα μαρμαρώσουν. Ή –ακόμα καλύτερα– θα τους κάνει σκόνη. Κι έτσι και θα τους τα πάρουμε, και τη δύναμή μας θα δείξουμε, και όλα καλά. Και η πίτα ολάκερη και ο σκύλος χορτάτος. Γεια σου ρε Ιούδα μεγάλε κουμανταδόρε! Έτσι, κανόνισέ τα εσύ και βάλε και τον Θεό να χορέψει στο ρυθμό που βαράς. Όλα τα τακτοποίησες… Αλλά… κάτι σου ξέφυγε μάλλον. Έτσι δεν είναι; Μήπως να κρατούσες μια πισινή βρε Ιούδα; Μήπως να ρωτούσες πρώτα τον Χριστό τον ίδιο για το σχεδιασμό σου; Ή έστω κανέναν από τους άλλους μαθητές; Έτσι λέμε, για μια δεύτερη γνώμη…Αλαζονεία λοιπόν. Ταπεινοφροσύνη ούτε για δείγμα.Έτσι να το κάνουμε κι εμείς οι νεοέλληνες. Να μη ρωτάμε τους Θεοφόρους πατέρες και τους Αγίους. Δεν χρειάζεται. Είμαστε σπουδαίοι κουμανταδόροι απάνω στους θρόνους μας. Να κάνουμε τις κολεγιές και τις διπλωματίες μας. Κι επειδή είμαστε σπουδαίοι και διανοούμενοι και πεφωτισμένοι και μας κόβει πολύ το μυαλό, θα τα φέρουμε βόλτα όλα από μόνοι μας. Κι ο Θεός τότε θα τρέξει από πίσω μας να μας υποστηρίξει. Δεν κουνάμε το κεφάλι μας καλύτερα να συνέλθουμε;Γιατί ο άλλος, ο «ξύπνιος», στο τέλος «απελθών απήγξατο»…
ΤΣΑΜΟΥΡΙΑ-Ηρθε η Ωρα η Ελλάδα να κάνει απαιτητες τις πολεμικές αποζημιώσεις από τους (κατά δήλωση τους) Απογόνους των Τσάμηδων
Οι ένοπλοι Τσάμηδες πολέμησαν στο πλευρό των SS και της Βερμαχτ και συμμετείχαν σε πολλές εκκαθαρίσεις κατά των Ελλήνων κατοίκων στην περιοχές όπου έδρασαν.
Ομάδες τις Εθνικής Αντίστασης κυρίως του Ν.Ζέρβα (ΕΔΕΣ), αντιστάθηκαν στους ένοπλους Τσάμηδες που ασκούσαν βία σε όλα τα χωριά.
Η πρώτη αποφασιστική νίκη ήταν στην μάχη της Μενίνα (Νεράιδας) που διήρκησε δυο μερόνυχτα από τις 17 έως τις 18 Αυγούστου 1944
Οι Τσάμηδες μαζί με του Γερμανούς κατέφυγαν στον Αλβανία, ενώ ακολούθησαν τους ενόπλους και οι οικογένειες τους
Το 1945 το Ειδικό Δικαστήριο…
Δοσιλόγων Ιωαννίνων κατεδίκασε ερήμην 1,930 εγκληματίες Τσάμηδες, κάποιοι με την ποινή του θανάτου αν και ειχαν καταφύγει ασφαλεις στην Αλβανία.
Μετά τις τελευταίες δηλώσεις του Αλβανού Πρωθυπουργού Εντι Ραμα, ότι υπάρχουν Αλβανοί πολίτες που δηλώνουν απόγωνοι των Τσάμηδων, ειναι Ιστορική ευκαιρία από την Ελλάδα να ζητήσει τις πολεμικές επανορθώσεις για τα εγκλήματα που διεπραξαν κατά της Ανθρωπότητας, ενάντια στους κατοίκους των περιοχών της Ηπείρου
Από πότε υπάρχουν μαλάκες;
Απανέκαθεν, θα πείτε, ή έστω «ανέκαθεν» ή από τότε που βγήκαν οι λάσπες, αλλά η ερώτηση του τίτλου είναι καθαρά γλωσσική, ενδιαφέρεται παναπεί για τη λέξη και όχι για το σημαινόμενό της. Αλλά ούτε και τη λέξη καθαυτή θα εξαντλήσουμε, κι ας είναι (λένε κάποιοι) η γνωστότερη στο εξωτερικό ελληνική λέξη ή η συχνότερη ελληνική προσφώνηση.Το άρθρο γράφεται κυρίως για να φιλοξενήσει δυο λεξιλογικά ευρήματα που μου έστειλε ο φίλος μας ο Spiridione, που τα κρατούσα στο ηλεσυρτάρι ελπίζοντας να βρω καιρό να εξετάσω σφαιρικά κι ολόπλευρα το ζήτημα, αλλά επειδή κάτι τέτοιο είναι αμφίβολο αν θα το μπορέσω στο κοντινό μέλλον λέω να τα παρουσιάσω τώρα, κι ας μην καλύπτουν πλήρως το θέμα -που έτσι κι αλλιώς δεν καλύπτεται εύκολα. Οπότε, προσθέτω κι εγώ τα ετυμολογικά μου κι έγινε το αρθράκι.Αλλά να δούμε πρώτα την ετυμολογία της λέξης. Ο μαλάκας προέρχεται από το μεσαιωνικό «η μαλάκα» = η μαλάκυνση.Η αρχή βρίσκεται στο αρχαίο επίθετο «μαλακός», που δεν σήμαινε μόνο τα μαλακά αντικείμενα, ή τον μειλίχιο άνθρωπο, αλλά και τον δειλό, τον ηθικά αδύναμο, τον θηλυπρεπή, τον παθητικό ομοφυλόφιλο. Η μαλακία είναι λέξη διάσημη από τον Επιτάφιο του Περικλή, όπως τον παραδίδει ο Θουκυδίδης, και τη διάσημη φράση «φιλοκαλούμεν τε γαρ μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας», στην οποία, προς δόξαν της αδιατάραχτης συνέχειας της ελληνικής γλώσσας, ούτε η ευτέλεια σημαίνει τη σημερινήν ευτέλεια, ούτε η μαλακία τη σημερινή μαλακία. Δίνω τη μετάφραση της Έλλης Λαμπρίδη: Αγαπούμε δηλαδή και δουλεύομε την ομορφιά χωρίς να τη συγχέομε με την πολυτέλεια, και κυνηγούμε τη γνώση και τη σοφία χωρίς για τούτο να χάνομε τον αντρισμό μας·Η μαλακία λοιπόν είναι η ηθική αδυναμία, η νωθρότητα, η εκθήλυνση επίσης, ενώ στους ελληνιστικούς χρόνους παίρνει και τη σημασία της παθητικής ομοφυλοφιλίας. Στα μεσαιωνικά χρόνια, μαλακία είναι λοιπόν η εξασθένιση, αλλά παίρνει και τη σημασία «αυνανισμός». Το ρήμα «μαλακίζομαι» παίρνει κι αυτό τη σημασία «αυνανίζομαι» ενώ το ενεργητικό, το «μαλακίζω» έχει και τη σημασία «κραδαίνω»: κοντάριν εμαλάκιζεν, την κονταρέαν με δώσει, στον Διγενή.Ο μαλάκας δεν έχει ακόμα κάνει την εμφάνισή του, αλλά υπάρχει «μαλακιστής» (αυτός που αυνανίζεται). Η δε μαλάκα παίρνει και τη σημασία του γνωστού μαλακού τυριού.Ο μαλάκας, είπαμε, προήλθε από τη μαλάκα, αλλά πότε; Δεν το ξέρουμε. Τέτοιες λέξεις, που είναι ταμπού, δεν είναι εύκολο να τις βρεις γραμμένες. Ως τώρα, στο ιστολόγιο είχαμε δει τον Σουρή να βρίζει μεν τους μαλλιαρούς (στο γύρισμα του 20ού αιώνα) γράφοντας «η μαλλιαρή μαλάκα» (με την έννοια της αποβλάκωσης), ενώ είχαμε βρει και μια στιχομυθία του Αχιλλέα Παράσχου, όπως την παρέδιδε ο Μπ. Άννινος το 1906.Λέει ο Άννινος ότι «Περί τα τέλη του βίου του [Παράσχου], κάποιος εκ των λογίων, δυσαρεστηθείς διά δυσμενή κρίσιν του Αχιλλέως περί τινος θεατρικού του έργου, τον απεκάλεσεν εν τη οργή του μαλάκαν.
— Εγώ μαλάκας! απήντησεν εξαφθείς ο ποιητής. Και μου το λέγεις συ, ο Παδισάχ της μαλάκας!…»Είχα τότε γράψει ότι μου φαινόταν πολύ προχώ να εμφανίζεται γραπτώς η λέξη «μαλάκας» εν έτει 1906.Και εδώ έρχονται τα ευρήματα του Spiridione.Καταρχάς, ο Σπύρος βρήκε γραπτή εμφάνιση της λέξης «μαλάκας» σε μεταφρασμένο μυθιστόρημα από το 1888, από το κορυφαίο τότε περιοδικό Εστία.Πρόκειται για το μυθιστόρημα «Ο υποψήφιος» – μυθιστορία Ιουλίου Κλαρετή μετάφρασις Χ.Α. (αγνοώ ποιος είναι), στη σελίδα 650:«…- την έπαθε ο Μαλάκας. Ο Βερδιέ ησθάνετο την οργήν του καταπίπτουσαν, μετατρεπομένην εις θάμβος. Μαλάκας ! το όνομα αυτό το παραληφθέν εκ των χυδαίων καθημερινών αστειοτήτων τού έκαμνε την εντύπωσιν εμπτυσμού κατά πρόσωπον….Μαλάκας! Δεν ηδύνατον να καταστείλη την αγανάκτησίν του….Μαλάκαν! Τον απεκάλεσαν Μαλάκαν, ενώ εξερρηγνύετο εις γέλωτας το πλήθος…«.Αν ανατρέξουμε στο πρωτοτυπο (σελ. 256) θα δούμε ότι ο «μαλάκας» είναι μετάφραση του ramollot.– Rincé, le Ramollot!Αυτό, λέει, βγαίνει από τον ηρώα ιστοριών της εποχής Colonel Ramollot, γι’ αυτό και είναι με κεφαλαίο και προφανώς προέρχεται από το ramolli.Το δεύτερο εύρημα του Σπύρου είναι από χρονογράφημα του Κονδυλάκη στο Εμπρός το 1911, ακριβέστερα στις 24.7.1911 και έχει τον εύγλωττο τίτλο «Η μαλάκα», εδώ με τη σημασία της γεροντικής άνοιας.Μεταφέρω ένα απόσπασμα:Η λέξις μαλάκα κατήντησεν τόσον κοινή και τόσον εύκολα αποδίδεται εις τους γέροντας, ώστε δεν δύναται να είπει κανείς έως πού εκτείνονται τα όριά της. Εις την Ελλάδα την μεταχειρίζονται οι περισσότεροι όπως την λέξιν «εκφυλισμόν». Έκφυλος λέγεται και εκείνος ο οποίος φορεί βραχιόλι και εκείνος ο οποίος καπνίζει χασίς. Αλλ’ εν γένει έκφυλος λέγεται εκείνος ο οποίος κάμνει πράγματα τα οποία ημείς δεν κάμνομεν, είτε εξ αποστροφής, είτε και εξ αδυναμίας.Ομοίως μαλάκας λέγεται κάθε γέρος ο οποίος δεν σκέπτεται ως νέος ή και όταν προσπαθεί να φαίνεται νεότερος αφ’ό,τι είναι, εν γένει δε ο γέρων ο οποίος δι’ ένα ή δι’ άλλον λόγον δεν μας αρέσει. Θα υπέθετεν κανείς ότι οι τόσον περιφρονητικώς εργαζόμενοι περί των γερόντων θα είναι επιεικείς προς τους νέους. Αλλ’ όχι, οι νέοι είναι βλάκες. Ποιος είναι αυτός; Ένας βλαξ. Και αν τους πιστεύσει κανείς, πρέπει να υποθέσει ότι ο τόπος αυτός κατοικείται από ξεκουτιάρηδες, από ηλιθίους και εκφύλους. Ορίστε λοιπόν έπειτα να πιστεύσετε όταν σας λέγουν δι’ ένα άνθρωπον ότι είναι μαλάκας και να εννοήσετε τι θέλουν να είπουν με αυτόν τον χαρακτηρισμόν.Με μια πρώτη ματιά, φαίνεται απίστευτο να χρησιμοποιείται η λέξη «μαλάκας» εν έτει 1911 με τόση φυσικότητα, από τον κορυφαίο χρονογράφο της εποχής, σε έντυπο μεγάλης κυκλοφορίας (και όχι, ας πούμε, σε ένα μυθιστόρημα του υποκόσμου). Κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο πχ. για τον Παλαιολόγο το 1961. Αλλά διαβάζοντας καταλαβαίνουμε ή μάλλον υποθέτουμε ότι το 1911 η λέξη «μαλάκας» ήταν περίπου συνώνυμη, αν και ίσως κάπως βαρύτερη, από τη «γεροξεκούτης», «ραμολιμέντο» και δεν παρέπεμπε αλλού, όπως στα επόμενα χρόνια.Την εντύπωσή μας αυτή μας την επιβεβαιώνει το ελληνογαλλικό λεξικό του Ηπίτη, της ίδιας εποχής (1909), το οποίο έχει λήμμα μαλάκας = ο πάσχων από μαλάκυνσιν: ramolli.Αργότερα, η σημασία μετατοπίστηκε. Υποθέτω ότι η συνδεση με τον αυνανισμό θα υπήρχε λανθάνουσα, και κάποια στιγμή θα κυριάρχησε.Οπότε, δεν απαντήσαμε μεν στο ερώτημα «από πότε υπάρχουν μαλάκες», αλλά βρήκαμε την παλαιότερη καταγραφή της λέξης σε γραπτό κείμενο: 1888. Μέχρι να βρούμε ακόμα παλαιότερη, φυσικά
















