χτυπάτε τύμπανα. Ηχήστε σάλπιγγες.
Νάτος έρχεται. Σ’ αυτόν τον γκρεμιστή δόθηκε το προνόμιο του χτίστη του φωτός.
Με νου καρδιά, πίστη κι αγάπη άσβηστη, έρχεται:
«Ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.
Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ’ αγρίμια
ξανάρχεται. Καλώς να ρθή. Γκρεμίζω τη ασκήμια.
Και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές ν’ ανοίξω,
Και μ’ ένα Ναι να τιναχτώ, μ’ ένα Όχι να βροντήξω.
Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας όποιοι είστε.
Γρικάω, βγαίνει από μέσα μου μια προσταγή: Γκρεμίστε!»
(Κωστή Παλαμά.Ο Γκρεμιστής)
Εμπρός, να γκρεμίσουμε τις προβατογκαμήλες τους, σάπιους που μας τυραννούν, τα σάπια, τα παλιά, τα έργα των πανούργων, ανίκανων, μικρών κυβερνητών μας.
Να χτίσουμε, την καινούργια Ελλάδα. Την Ελλάδα που δεν θα ντρεπόμαστε να τη λέμε Ελλάδα.
Ποιος είπε πως επέρασε της λεβεντιάς η ώρα; (Κ. Παλαμάς
Και εις το όνομα της γραίας που τάιζε δικέφαλους αετούς με σπόρο που μάζευε στο μαύρο της μαντίλι. Που σταυροκοπιόταν στην εκκλησιά και έκαμνε τους Αγγέλους να κλαίνε. Που κουβαλούσε τα ασήκωτα τσουβάλια στην πλάτη.
Ω, μικροκαμωμένο θεριό, πόσα εικονίσματα Αγίων χώρεσαν στην αγκαλιά σου; Πόσα βλαστάρια έκαμες ν’ ανθίσουν στον παράδεισο; Σε άλλη γη τα φύτεψες και σ’ άλλη γη τα πότισες με το δάκρυ σου. Σε ντρέπομαι… Δεν γονατίζω!Και εις το όνομα του γέροντα που η γη όργωσε βαθιές ρυτίδες στο πρόσωπό του. Που διασκέδαζε με ελληνικά παλαίσματα και αριστοφάνεια επιτραπέζια δίστιχα. Κάθε χάντρα στο κεχριμπαρένιο σου κομπολόι κι ένας αιώνας. Ω, Ίωνα ακατάβλητε, πόσα σχολειά κι εκκλησιές χτίσαν τα χέρια σου με τις μαβιές τους φλέβες; Πόσους συντρόφους έκλαψες στο γυρισμό σου Αργοναύτη; Με την κάμα σου διαμέλισες το χρυσόμαλλο δέρας κι έστειλες από ένα μικρό κομμάτι στις ξενιτιές. Λίγο φως και λίγο αλάτι και γι’ αυτούς. Σε ντρέπομαι… Δεν γονατίζω!Και εις το όνομα του παλικαριού που είχε το Σταυρό των Αποστόλων του σκαρωμένο με φυσεκλίκια στο στήθος. Εγένετο εν πνεύματι τον πυρρίχιον ορχούμενος και κείται ματωμένος. Πότισε με το αίμα του μιας φουντουκιάς τη ρίζα. Κοκκίνισε το ασημοσκαλισμένο κλαδί της αμπέλου στο εγκόλπιο (τη πάππονος δώρημαν) για την ελευθερία και του Χριστού την Πίστη την Αγία.
Εσύ είσαι η άμπελος η αληθινή Κύριε. Στο εικόνισμά Σου μπροστά, στην Παναγιά και στους Αγίους σου γονατίζω. Σε άλλον κανέναν μπροστά δεν γονατίζω. Ντρέπομαι το παλικάρι… Δεν γονατίζω!
Και εις το όνομα εκείνου του Ιερέως. Που κάθε Κυριακή έπαιρνε το Χριστό στην αγκαλιά του και μοίραζε το Φως το Αληθινό. Που ήταν η παρηγοριά των χαροκαμένων και των ορφανών. Που μάτωνε τα γόνατά του κάθε νύχτα αναβλύζοντας ψιθύρους. Κύριε… το ποίμνιο…Κύριε… Τον κρέμασαν, στολίδι στο δέντρο της ζωής. Για να λειτουργεί με τους Αγγέλους και να διώχνει τους επίβουλους πάνω απ’ την κούνια των μωρών με τη βροντοφωνάρα του. Τον ντρέπομαι τον παπά… Δεν γονατίζω!Και εις το όνομα του Εθνομάρτυρα πολίτη. Που σου έδειξε πώς φτιάχνονται οι πόλεις, έτσι που να ’ναι εν τη εώα πασών άριστες. Και σου έγραψε λόγια στερνά σε γράμμα, για να ξέρεις πώς ζουν και πώς πεθαίνουν οι ήρωες, οι λεβέντες οι αθάνατοι Έλληνες. Εξομολογήθηκε, κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων και έφυγε κατευθείαν για τις Ουράνιες Μονές. Με μια μικρή στάση στην αγχόνη. Πήγε σε εκείνη την πατρίδα που δεν θα τη χάσει ποτέ. Κι εκεί κοντά στον Χριστό προσεύχεται, για να γράφουνε λέει όλα τα Ποντιόπουλα 20 στα διαγωνίσματα. Κι ο παπάς που μαρτυρήσανε μαζί τον μαλώνει. Προσευχή εν αβούτη, νέπε; Μα αυτός ακάθεκτος. Τον ντρέπομαι τον Εθνομάρτυρα πολίτη… Δεν γονατίζω!Και εις το όνομα των άκακων αρνίων. Των βλασταριών που κακοποιήθηκαν, βασανίστηκαν, σφαγιάστηκαν, αρρώστησαν και πέθαναν στο δρόμο. Στον παράδεισο ενηλικιώθηκαν πια και έδωσε ο Θεός και μοιάζουν οι άγουροι σαν πολεμιστές Άγιοι Βυζαντινοί. Στον τύπο κάπως του Άγιου Μερκούριου. Και τα κορτσόπα σαν αμαζόνες. Όταν κανέναν Έλληνα τον πιάνει ο φόβος, έρχονται και τον δορυφορούν αοράτως. Και του διώχνουν τις φοβίες πότε χτυπώντας τον στο φιλότιμο και πότε πιο αυστηρά – το έχουν αυτό το δικαίωμα.
Αυστηρά, με κοφτές ιαχές τον παροτρύνουν. Σήκω πάνω ψοφίμι! Τι φοβάσαι! Σήκω και πολέμα!… Τα ντρέπομαι τα πουλόπα… Δεν γονατίζω!
Και εις το όνομα της γυναίκας εκείνης της σιωπηλής. Για κείνην λέω με τα καθαρά τα ομμάτεα. Που στεκόταν ριζωμένη στη γη σαν βάτος αφλέκτως καιόμενη. Σαν Καρυάτιδα άντεξε αλύγιστη τη θύελλα, την καταιγίδα, τον πόνο, την απώλεια. Σηκώνει αγόγγυστα τα αετώματα με τα κατορθώματα των ηρωικών της τέκνων. Και μπορεί με παρρησία να επικαλείται την Παναγία. Με το δικαίωμα της ρομφαίας που διαπέρασε και τη δική της καρδιά. Σιωπηλή, γονατισμένη, απλώνει τα χέρια. Ικέτιδα. Προστάτης των σύγχρονων νεογέννητων Ηρακλήδων. Που πρέπει να μάθουν από πολύ νωρίς πια πώς να πνίγουν κάθε όφιν νοητόν με τα παιδικά τους χέρια. Την ντρέπομαι τη γυναίκα… Δεν γονατίζω!Και εις το όνομα της δασκάλας και του δασκάλου. Που μέσα στην τάξη μοίραζαν κομμάτια την ψυχή τους. Ένα σε κάθε τους παιδί. Την ψυχή τους την ίδια, αυτήν την εσθιόμενη και μηδέποτε δαπανώμενη. Αυτούς που βλέπανε τα καραβάκια που ρίχνανε στις θάλασσες να εξημερώνουν τον Εύξεινο Πόντο. Και στέκονταν και τα καμαρώνανε σαν φάροι πάνω σε βράχο – ο βράχος συμβολίζει τον Χριστό. Κι εσένα δάσκαλε σε κυνήγησαν τα θηρία από τους πρώτους. Ξέρανε ποιους πρέπει να κυνηγήσουν πρώτους. Κι εκεί που είστε τώρα κοντά στον Κύριο, σας ακούω που προσεύχεστε. Και πιάνουν τ’ αυτιά μου στην προσευχή σας να λέτε συνέχεια τη λέξη «φώτισον».
Όλο «φώτισον» και «φώτισον». Τον ντρέπομαι τον δάσκαλο… Δεν γονατίζω!
Τόσοι και τόσοι Άγιοι έλκουν την καταγωγή τους από τον Πόντο. Κι άλλοι τόσοι ασκήτεψαν, αγίασαν, δίδαξαν και θαυματούργησαν στον Πόντο. Αυτούς τους Αγίους –γνωστούς κι αγνώστους– επικαλούμαι. Να μας δίνουν δύναμη, για να μη γονατίζουμε μπροστά στην κάθε δυσκολία, στο ψέμα, στην αδικία, στην ασέβεια και στην κάθε είδους βρομιά. Με τέτοιους προγόνους δεν μας το πρέπει, είναι ντροπή. Έτσι θα τιμήσουμε εμπράκτως τη μνήμη τους.
ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΘΗΝΑ ( 1850 – 920 )
1

Aριστερά σταθμευμένες σούστες και κάρο και δεξιά δύο ιππήλατα τραμ στην πλατεία Συντάγματος, τις αρχές του 20ου αιώνα. H πλατεία πιο μεγάλη, με στενότερο τον δρόμο απ’ όπου δύο γραμμές κατευθύνονταν προς τις οδούς Mητροπόλεως και Φιλελλήνων. Πολλοί Αθηναίοι, επειδή οι αποστάσεις στην Αθήνα ήταν μικρές «το έκοβαν με τα πόδια», όπως συνήθιζαν να λένε. Και επειδή όταν έβρεχε κόλλαγε στα παπούτσια τους λάσπη, έλεγαν «έκοψα λάσπη». Από τότε καθιερώθηκε η έκφραση που λέμε μέχρι σήμερα, όταν θέλουμε να πούμε ότι απομακρυνόμαστε γρήγορα από κάτι.
Συνέχεια….2
«Πελαγόρνιθες» με φτερά 6 μ. τρομοκρατούσαν την Ανταρκτική

Τα πρώτα απολιθώματα άρχισαν να εμφανίζονται πριν από τρία χρόνια κοντά σε μια ερευνητική βάση της Αργεντινής στο ανταρκτικό νησί του Μοράμπιο. Ένα οστό που ανακαλύφθηκε πρόσφατα επέτρεψε τελικά στους παλαιοντολόγους να καταλήξουν ότι επρόκειτο για πτηνό στην οικογένεια των πελαγορνιθίδων.
Ζωντανά αεροπλάνα
Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της οικογένειας, η οποία εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει απογόνους, ήταν το πραγματικά τεράστιο μέγεθος -ακόμα και τα πιο μικρόσωμα είδη είχαν φτερά συγκρίσιμο με τα σημερινά άλμπατρος, τα οποία φτάνουν σε άνοιγμα φτερών τα 3,3 μέτρα.
Για να συλλαμβάνουν τη λεία τους, τα γιγαντόσωμα θαλασσοπούλια είχαν εξελίξει προεξοχές του ράμφους που θυμίζουν δόντια, αν και δεν έχουν άμεση σχέση με τα πραγματικά δόντια των ερπετών, από τα οποία κατάγονται τα πτηνά.
Σύμφωνα με τον Μάρκος Σενίσο, διευθυντή του Μουσείου Φυσικών Επιστημών στη Λα Πάμπα της Αργεντινής, το απολίθωμα στην Ανταρκτική είναι η μεγαλύτερη πελαγόρνιθα που έχει βρεθεί ποτέ.
Παραμένει ασαφές γιατί τα πτηνά αυτά έφτασαν σε τόσο μεγάλα μεγέθη. Το πιθανότερο, λένε οι ερευνητές, είναι ότι οι υψηλές θερμοκρασίες των ωκεανών πριν από 50 εκατομμύρια χρόνια ίσως προσέφεραν μεγάλη αφθονία τροφής.
Η ανακάλυψη δημοσιεύεται στο Journal of Paleontology.
Κέρδος online 23/5/2016 0:12







ΔΕΒΕΝΟΧΩΡΙΤΕΣ ΣΤΗ ΒΟΥΡΓΟΘΝΔΙΑ



