Παύλος Σιδηρόπουλος: Ο Πρίγκηπας
Μερικά στοιχεία για το περιβάλλον στο οποίο γαλουχήθηκε, ανατράφηκε και μεγάλωσε ο Παύλος.
Ο Π. Σιδηρόπουλος μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που απαρτιζόταν και από τις δύο γονεϊκές πλευρές από εμβληματικές προσωπικότητες. Ο Πατέρας του Κωνσταντίνος Σιδηρόπουλος προερχόταν από τον Ρώσικο Ελληνισμό της διασποράς, με εύπορη οικογενειακή κατάσταση και κοινωνική θέση ξεχωριστή στο Σοχούμ του Ρώσικου Πόντου. Η παιδεία του και η ανατροφή του ήταν αντάξια του περιβάλλοντος που μεγάλωσε. Η παιδική ηλικία του Κωνσταντίνου Σιδηρόπουλου -αρχικά στο Κιλκίς και μετέπειτα στην Θεσσαλονίκη- είναι καμωμένη με τη γλυκύτητα της νοσταλγίας της Μαύρης Θάλασσας, με το όνειρο για μια εύρωστη πατρίδα, με παιδεία ευρύτερη από την ντόπια οπτική, όπως συνέβαινε με τον ελληνισμό της διασποράς που χαρακτηριζόταν με πνευματική οικουμενικότητα.
Εκείνο που θυμάμαι από τον Κωνσταντίνο Σιδηρόπουλο ήταν η καταπληκτική του δεξιότητα στο τραγούδι. Τραγουδούσε (αυτοδίδακτος ων) με δεινότητα και ικανότητα κομμάτια από όπερες καθώς και ρώσικα κλασσικά άσματα. Πολλές φορές το ρώσικο τραγούδι «μαύρα μάτια» τραγουδιόταν στο σπίτι των Σιδηρόπουλων, καταμεσήμερο όταν έπαιρνε τη δροσιά του καλοκαιριού το μελτεμάκι στην οδό Πατησίων ή το «καλίνκα» όταν παρέα με τον πατέρα μου τα βράδια της άνοιξης σεργιανούσαν στους κάθετους δρόμους της Πατησίων. Το μεγάλο ταλέντο (επιπέδου όπερας) παρέμεινε σε ερασιτεχνική χαρά καθ’ ότι ο πατέρας του Παύλου με σπουδές χημικού είχε ιδρύσει το μοναδικό εργοστάσιο φωτογραφικού χαρτιού στην Ελλάδα.
Η μητέρα του Παύλου -η υπέροχη Τζένη- γόνος λογίων και μεγάλων προσωπικοτήτων από το Ηράκλειο της Κρήτης. Εγγονή του Ζορμπά, με ανατροφή από τον Ραδάμανθυ Αλεξίου και με θεία την Έλλη Αλεξίου, την Γαλάτεια Καζαντζάκη και τον Λευτέρη Αλεξίου. Η Τζένη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα νεαρή με σκοπό να συμπληρώσει τις μουσικές της σπουδές πιάνου, στο Ωδείο Αθηνών. Πράγματι μετά από 12 χρόνια είχε κατακτήσει όλα τα μεγάλα μουσικά πτυχία. Η μουσική της παιδεία ήταν υψηλού επιπέδου. Να σημειώσω ότι ο παππούς του Παύλου, Ραδάμανθυς Αλεξίου (νομομηχανικός του Ν. Ηρακλείου στην Κρήτη) υπήρξε καταπληκτικός μουσικός. Σπούδασε βιολί και έπαιζε ανυπέρβλητη κρητική λύρα και κιθάρα. Υπήρξε ο αγαπημένος αοιδός σε κρητικές μαντινάδες. Όταν πήγαινε για δουλειά ή επίσκεψη κουβαλούσε πάντα μαζί το βιολί πράγμα που σήμαινε οτι μόλις η εργασία θα τελείωνε θα γινόταν γλέντι με δικές του συνθέσεις και κρητικές μαντινάδες. Η αδελφή του λογοτέχνης Έλλη Αλεξίου (Λιλίκα την προσφωνούσε η οικογένεια) διηγείτο χαρακτηριστικά: «Όταν άκουγες βιολί από μακριά -χωρίς να βλέπεις- αντιλαμβανόσουν το βιολί του Ραδάμανθου. Έσταζε μέλι και μαράζι. Τόσο ξεχωριστός μουσικός υπήρξε».
Κυριάκος Ντελόπουλος – Στύρα, 1970
Η οικογένεια Σιδηροπούλου, χαρακτηριζόταν από το ήθος που χαρακτήριζε τις περισσότερες οικογένειες των Πατησίων εκείνης της εποχής. Δηλαδή: Μέτρο, λιτός τρόπος διαβίωσης, παιδεία, καλλιέργεια της αισθητικής, αγάπη και άφθονη δημοκρατία. Υπήρξε πρωτοπόρα οικογένεια στον τρόπο των φιλικών σχέσεων και της ανυπέρβλητης -χωρίς φειδώ- φιλοξενίας. Η Μουσική μαζί με τα μαθηματικά και την κλασσική παιδεία ήταν τρόπος ζωής των Σιδηροπουλαίων…..!
Η παρέα μαζί τους αποτελούσε σχολείο με διδακτορικό ανθρώπινων σπουδών ….! Το τοπίο συμπληρωνόταν από τις επιλογές των θερινών διακοπών……..!
Το θέρετρο -ως μόνιμος καλοκαιρινός τόπος- ήταν τα Νέα Στύρα της Εύβοιας της ανυπέρβλητης εκείνης εποχής…! Η οικογένεια του Παύλου διάλεγε απλά, απλούστατα, θερινά καταλύματα με πλήρη απουσία πολυτέλειας και περιττού διάκοσμου και ευκολίας. Εκεί τα καλοκαίρια ο Παύλος άρχισε να επιδίδεται σε ερασιτεχνικές μουσικές μέρες και βραδιές…..! Τα αυτοσχέδια κρουστά πήγαιναν και έρχονταν …..! Οι μικρότεροι χειροκροτούσαμε… μια και αποτελούσαμε -εμείς ως ευήκοοι μαρίδα- τους εκλεκτούς θαμώνες του κλαμπ. Πώς ήταν ο Παύλος εκείνη την εποχή;; Ήταν αυτός που πάντα ξέραμε. Ευγενής, σου μιλούσε και σε κοίταζε στα μάτια, προστατευτικός με την «μαρίδα», ανάβλυζε αρετή και τρυφερότητα. Έτσι, με δυο λέξεις, παρέμεινε μέχρι το τέλος του.
Γιατί τον αποκάλεσαν «πρίγκηπα» και συνεχίζουν να τον αποκαλούν έτσι.
Πρώτα απ΄ όλα να ξεκαθαρίσουμε ότι ο Παύλος υπήρξε «λαϊκός» με αστική ευγενική καταγωγή. Η λαϊκότητα του ήταν ενσυνείδητη επιλογή. Μετά υπήρξε ιδιαιτέρως αγαθός, με την έννοια που δίνουμε εδώ στην Ελλάδα. Δηλαδή επέλεγε το δρόμο της αρετής με πλήρη συνείδηση. Αυτή η επιλογή του μαζί με την λαϊκότητα που απέπνεε τον οδηγούσε όλο και περισσότερο στην ζύμωσή του με τον λαό -με την νεολαία- με τρόπο που γινόταν ένα μίγμα μαζί τους. Τους ενέπνεε και εμπνεόταν. Αυτή η διαδικασία είναι η βαθύτερη ουσία της τέχνης και του καλλιτέχνη. Να σημειώσουμε επίσης ότι ο Παύλος υπηρέτησε πιστά και υπήρξε ένας από τους λίγους που δημιούργησαν το ελληνικό ροκ. Αφιερώθηκε στην γραφή στίχων, (τολμώ να πω ποίηση με όλη τη βαρύτητα του ορισμού) Ελληνικών στίχων, με ρυθμούς που να πατούν στην παράδοση ζυμωμένους με το ροκ. Αυτή η σπουδαία δημιουργικότητα -που πατούσε στις καρδιές των απλών ανθρώπων και εκεί, σ’ αυτό το βωμό έστηνε σα μικρές λιτανείες χορούς μαζί τους, απλώνοντας το χέρι- αυτό τον ρίζωσε βαθιά στις ψυχές των ανθρώπων και σαν καλλιτέχνη αλλά και σαν άνθρωπο.
Αυτές οι προσωπικότητες είναι λαμπερές. Αυτές οι προσωπικότητες είναι ξεχωριστές πλασμένες με χρυσάφι. Είναι ΠΡΙΓΚΗΠΕΣ.
Τέτοια η στόφα και η φύση του Παύλου. Πρίγκηπα τον είπαν μετά τον ξαφνικό και πρόωρο θάνατο του. Ίσως επειδή εμείς οι άνθρωποι πάντα αναζητούμε και αγαπάμε ως πρίγκηπα μόνο μια ευγενική και απλόχερη, άδολη, ψυχή. Και όταν ονοματίζουμε κάποιον με τέτοια ιδιότητα ποτέ δεν το παίρνουμε πίσω.
Να ‘σαι καλά Παυλάκη εκεί στα ψηλά.
Ζευγάρια: κοινό ή χωριστό ταμείο;
Συχνά αυτό το γεγονός τα ζευγάρια το εξηγούν ως εξής: «Μοιραζόμαστε τις οικονομικές υποχρεώσεις κι έτσι ο καθένας αναλαμβάνει το δικό του μερίδιο ευθύνης», π.χ. ο ένας πληρώνει το ενοίκιο και ο άλλος τους λογαριασμούς, ο ένας έχει αναλάβει τα μερικά έξοδα των παιδιών (ρούχα, παπούτσια, σχολικά…) και ο άλλος μερικά άλλα (φροντιστήρια, δραστηριότητες…) κλπ.. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι είναι μία έντιμη και ενδεχομένως δίκαιη συμφωνία, η οποία μάλιστα αν τηρείται, μπορεί να λειτουργήσει μια χαρά κι ως εκ τούτου γιατί όχι; Γιατί να μην έχουν ξεχωριστούς λογαριασμούς; Γιατί να τα μπλέκουν…;Στον αντίλογο αυτής της συνήθειας (ή αυτής της τακτικής), παρουσιάζεται μία μάλλον απλή ένσταση: «Τι σημαίνει ξεχωριστά; Χωριστά από τι; Τι ξεχωρίζεται;» Φυσικά και αναπόφευκτα αυτό που ξεχωρίζεται είναι ο ένας σύζυγος από τον άλλον! Αυτό όμως τι εξυπηρετεί, από τι μας προστατεύει; Δεν υπονοείται εδώ η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο συντρόφων; Δεν υπονομεύεται έτσι η έννοια του»μαζί»;Και αν τελικά, κι αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο, αν δεν μπορούμε να μοιραστούμε τα εισοδήματά μας, τότε πως μπορούμε να μοιραστούμε τα συναισθήματά μας;
Συνεπώς στο ερώτημα »κοινό ή χωριστό ταμείο» η θέση του γράφοντος είναι προφανώς υπέρ του κοινού… Όχι όμως σαν ένα καταναγκαστικό κανόνα για μία επιτυχή συμβίωση – εξάλλου τίποτα δεν εξασφαλίζει κάτι τέτοιο παρά μόνο η συναισθηματική σύμπνοια, η εμπιστοσύνη και η αποδοχή του άλλου γι’ αυτό που είναι, αλλά σαν ένα πρώτο, συμβολικό βήμα για την ολοκλήρωση της ενότητας που λέγεται »ζευγάρι» – και στην συνέχεια »οικογένεια».Ένα είναι το σίγουρο: σε αυτήν την ενότητα, την αληθινή και ουσιαστική ένωση των δύο συντρόφων, ούτε που θα μας νοιάζει σε ποιανού το όνομα »θα μπούνε» τα λεφτά, γιατί τότε τα σημαντικά και τα κρίσιμα μετατοπίζονται αλλού: στην αγάπη, την εκτίμηση και την ανάγκη εν τέλει να είσαι μαζί με τον άλλον… ~ Γιάννης Ξηντάρας , Ψυχολόγος Πηγή: blog.nowdoctor.gr
Κέρδος online 15/6/2016 13:36
| Ο Λουκάς Α. Κονανδρέας, πολύπλευρη προσωπικότητα με επιτυχίες παντού από τή Δωρίδα
ΣΤΑΜΦΟΡΝΤ, ΚΟΝΕΚΤΙΚΑΤ. Ο Δρ. Λουκάς Κονανδρέας είναι γνωστός στο Στάμφορντ και σε γύρω περιοχές του Κονέκτικατ, διότι ήταν ο πρώτος που ίδρυσε ιδιόκτητο Κέντρο Επειγόντων Περιστατικών στο Στάμφορντ, που προσέφερε και συνεχίζει να προσφέρει τη δυνατότητα σε χιλιάδες ασθενείς να έχουν καλύτερη υγεία και να απολαμβάνουν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες.
Είναι επίσης γνωστός λόγω της ενασχόλησής του με τα κοινά και την κοινότητα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Στάμφορντ Κονέκτικατ, καθώς επίσης και λόγω των επιτυχιών του στο γκολφ που του είχε εξασφαλίσει πολλές πρωτιές συμπεριλαμβανομένου και του τίτλου του πρωταθλητή στο ερασιτεχνικό πρωτάθλημα.
Είναι επίσης ο μοναδικός ομογενής του Κονέκτικατ, από ό,τι είναι γνωστό, που το ελληνικό όνομά του θα μνημονεύεται στον αιώνα τον άπαντα, καθώς μια από τις νεότερες οδούς στα βόρεια προάστια του Στάμφορντ φέρει το όνομά του «Konandreas Drive».
Προ δύο ετών ξεδίπλωσε ένα κρυφό του ταλέντο και προσέφερε το δικό του πετραδάκι στην αγγλική και ελληνική λογοτεχνία. Πρόκειται για το βιβλίο «Παναγιώτα: Καλύτερα σκοτωμένη παρά, χωρισμένη – Αληθινή ιστορία φόνου», το οποίο εκδόθηκε στην Ελλάδα από τον εκδοτικό οργανισμό CaptainBook.grκαι κυκλοφόρησε το περασμένο φθινόπωρο.
Το βιβλίο αυτό στην Ελληνική αποτελεί μετάφραση του πρωτότυπου «Better Dead Than Divorced: The Trial of Panayota – A True Story» που εξέδωσε ο εκδοτικός οίκος «Hard Work Publications» και κυκλοφόρησε στις 27 Σεπτεμβρίου 2014.
Η αγγλική έκδοση διατίθεται από την www.amazon.com και το 2015 απέσπασε το χάλκινο μετάλλιο του οργανισμού «Nonfiction Authors Association», ενώ η ελληνική έκδοση διατίθεται από το Βιβλιοπωλείο του «Εθνικού Κήρυκα».
Ο «Εθνικός Κήρυκας» λαμβάνοντας υπόψη του την πολυσχιδή δράση και προσφορά του Δρ. Λουκά Κονανδρέα αποφάσισε να τον τιμήσει αναδεικνύοντάς τον Πρόσωπο του τρέχοντος τεύχους του «Περιοδικού».
Η συνέντευξη
Η πρώτη επικοινωνία με τον ιατρό – συγγραφέα Λουκά Κονανδρέα έγινε λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία στην ελληνική γλώσσα του βιβλίου του «Παναγιώτα: Καλύτερα σκοτωμένη παρά, χωρισμένη – Αληθινή ιστορία φόνου». Ο συγγραφέας έστειλε σαν δώρο ένα βιβλίο του στα κεντρικά γραφεία του «Εθνικού Κήρυκα» και παράλληλα ζήτησε να το αξιολογήσουμε μέσα από μια κριτική.
Με το διάβασμα του βιβλίου, μάθαμε αρκετά για τις «ρίζες» του γιατρού και συγγραφέα κ. Κονανδρέα. Αυτό, αλλά και η προσφορά του Δρα Κονανδρέα στην Ιατρική και στην Ομογένεια του Στάμφορντ μας ώθησαν να κάνουμε τη συνέντευξη στο σπίτι του επί της Οδού Κονανδρέα (Konandreas Drive), αφ’ ενός μεν για να έχουμε την άνεση του χώρου και του χρόνου, αφ’ ετέρου δε να γνωρίσουμε την σύζυγό του Τζόρτζια (Γεωργία) και τα παιδιά τους Τζόναθαν και Παναγιώτη που συνέβαλαν στην καταγραφή της ιστορίας και οι οποίοι, όπως αναφέρει και στον πρόλογο του βιβλίου, επέμειναν «να μην ξεφύγει ούτε πόντο από την πραγματικότητα».
Ο Λουκάς Κονανδρέας και η Τζόρτζια μας υποδέχτηκαν τηρώντας με ευλάβεια τις παραδόσεις των ιδιαίτερών τους πατρίδων, του Κουπακίου και της Βορδόνιας, αντίστοιχα.
Το Κουπάκιο Δωρίδος είναι ένα ορεινό χωριό του Νομού Φωκίδος στο οποίο τον Σεπτέμβριο 1953 διεπράχθη η δολοφονία της Παναγιώτας και την οποία ο Δρ. Κονανδρέας έκανε βιβλίο, ενώ η Βορδόνια ανήκει στο Δήμο της Σπάρτης του Νομού Λακωνίας.
Η συνέντευξη μάς έδωσε τη δυνατότητα να αντιληφθούμε καλύτερα τον ρόλο της Τζόρτζια στην επαγγελματική σταδιοδρομία του Δρ. Λουκά Κονανδρέα, στη δημιουργία μιας αξιοζήλευτης οικογένειας και στη συγγραφή του βιβλίου.
Ο Δρ. Κονανδρέας τόσο κατά τη διάρκεια της συνέντευξης όσο και στον πρόλογο του βιβλίου του, εξήγησε το λόγο για τον οποίο μισό αιώνα μετά το ειδεχθές έγκλημα αποφάσισε να ασχοληθεί με αυτό και να ερευνήσει σε βάθος τη δικογραφία, τα δημοσιεύματα του αθηναϊκού και περιφερειακού Τύπου.
Αν και τόσο ο ίδιος όσο και τα αδέλφια του έζησαν από κοντά την τραγωδία, τις δίκες και τον αγώνα του πατέρα τους Αθανασίου Κονανδρέα, να τιμωρηθούν τόσο αυτός που τράβηξε τη σκανδάλη, όσο και ο ηθικός αυτουργός –ο Γεώργιος Νίτσος- και δεν χρειάζονταν άλλες μαρτυρίες, εν τούτοις ο συγγραφέας αφιέρωσε μια ολόκληρη δεκαετία (από το 2003 μέχρι το 2013) στην έρευνα της υπόθεσης και στην καταγραφή των καταθέσεων των μαρτύρων αυτού του στυγερού εγκλήματος και όσων παρακολούθησαν από κοντά την πρώτη δίκη που έγινε στην Αθήνα και κατέληξε να χαρακτηριστεί «πεπλανημένη» και τη δεύτερη δίκη που έγινε στη Χαλκίδα.
Η πρωταγωνίστρια
Η Παναγιώτα γεννήθηκε στο Κουπάκι και σε νηπιακή ηλικία έμεινε ορφανή. Ο πατέρας της είχε έρθει για πρώτη φορά στην Αμερική περί το 1910, αλλά επέστρεφε στην Ελλάδα, οπότε και γεννήθηκε η Παναγιώτα. Ξαναέφυγε μετά για την Αμερική αλλά μετά από μια εγχείρηση στο Σικάγο για στομαχικά προβλήματα πέθανε. Ετσι η Παναγιώτα υποχρεώθηκε να δουλεύει σε μια εύπορη οικογένεια στο χωριό της. Το 1935 γύρισε στο Κουπάκι από την Πάτρα όπου ζούσε ο Γιώργος Νίτσος, 18 χρόνων, του οποίου επίσης ο πατέρας έφυγε για την Αμερική.
Όπως μας τα διηγήθηκε ο Δρ. Κονανδρέας, «η Παναγιώτα και ο Γιώργος, που είχαν περίπου την ίδια ηλικία, τα έφτιαξαν, η σχέση τους μαθεύτηκε και αυτό οδήγησε σε γιατρό για τεστ παρθενίας. Ο γιατρός αποφάνθηκε ότι δεν ήταν παρθένα και ο πατέρας μου, σαν εκπρόσωπος της οικογένειας, βρήκε τον Νίτσο και τον ‘πίεσε’. Του είπε να τιμήσει τον λόγο που είχε δώσει στην Παναγιώτα, ότι θα την παντρευόταν και έτσι εκείνη συμφώνησε να κάνει σεξ μαζί του. Παντρεύτηκαν το ‘40 λίγο πριν τον πόλεμο. Το 1940-41 λόγω του πολέμου γύρισαν κάποιοι φοιτητές από το χωριό που ζούσαν στην Αθήνα και έφεραν έναν χοροδιδάσκαλο για να διδάξει στους χωρικούς ευρωπαϊκούς χορούς. Ο άντρας της Παναγιώτας ερωτεύτηκε μια από τις νεοφερμένες και άρχισε να αναζητεί ανθρώπους να σκοτώσουν τη γυναίκα του. Ο πατέρας μου που έμαθε για τις προθέσεις του αυτές προειδοποίησε την Παναγιώτα , ότι ο άνδρας της θα την σκοτώσει, να φύγει, αλλά αυτή δεν τον άκουσε.
Μετά τον Εμφύλιο και γύρω στο 1950, ο πατέρας μου με την προτροπή της Παναγιώτας φτιάχνει το μαγαζί του στο χωριό και συνεταιρίζεται με τον άνδρα της, Γιώργο Νίτσο.
Εναν χρόνο μετά ο Γιώργος τα έφτιαξε με μια άλλη δεκαοχτάχρονη και αυτή τη φορά διάφοροι άνθρωποι πήγαν στον πατέρα μου και του είπαν ότι ο Νίτσος τους έδινε λίρες για να σκοτώσουν την Παναγιώτα. Ο Γιώργος είχε πολλά χρήματα που έρχονταν σε δολάρια, από την οικογένειά του στην Αμερική.
Ο πατέρας μου ανησύχησε. Πήγε βρήκε την Παναγιώτα και την προέτρεψε πολλές φορές να τον αφήσει και να φύγει από το χωριό για να σώσει την ζωή της.
‘Δεν θέλω να γίνω η μόνη γυναίκα χωρισμένη στο χωριό. Καλύτερα σκοτωμένη, παρά χωρισμένη’, του απαντούσε η Παναγιώτα.
Ενδοοικογενειακή βία
Σε όλα τα 14 χρόνια του γάμου τους ο Γιώργος κακομεταχειριζόταν την Παναγιώτα. Ηταν βίαιος, την χτυπούσε και την έκανε να υποφέρει ψυχολογικά. Εκείνη με τον τρόπο της φρόντιζε να κρύβει τα πάντα και κανείς δεν ήξερε ακριβώς σε τι βαθμό υπέφερε η νέα γυναίκα.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 1953 στο χωριό είχε μια χοροεσπερίδα. Ο Γιώργος Νίτσος με την Παναγιώτα δεν πήγαν στη χοροεσπερίδα, αλλά για δείπνο στον γαμπρό του. Καθώς επέστρεφαν στο σπίτι ο Νίτσος έβαλε τον κουμπάρο του και την τουφέκισε μέσα στη ρεματιά. Ξεσηκώθηκε το χωριό. Ο Νίτσος προσπάθησε να ενοχοποιήσει έναν άλλο άνδρα στο χωριό με τον οποίο καλλιεργούσε για χρόνια τεχνητή έχθρα και να πει ότι εκείνος ήθελε να σκοτώσει τον ίδιο και ότι κατά λάθος σκότωσε την γυναίκα του.
Ο πατέρας μου ήξερε τι είχε γίνει και ποιος το έκανε και ήθελε να πάρει το όπλο του να σκοτώσει εκείνο το βράδυ τον Νίτσο, αλλά τον συγκράτησαν οι συγχωριανοί.
Πέθανε η Παναγιώτα σε περίπου 15 λεπτά. Τους συνέλαβαν αλλά ο Νίτσος είχε πολλά χρήματα και πολλές κοινωνικές και πολιτικές διασυνδέσεις.
Το χωριό διαιρέθηκε και οι υποστηρικτές των δυο δραστών άρχισαν να απειλούν τον πατέρα μου, ο οποίος για προστασία κυκλοφορούσε με πιστόλι.
Ο αδελφός της Παναγιώτας που ζούσε στην Αυστραλία προέτρεψε τον πατέρα μου να κυνηγήσει τους εγκληματίες και υποσχέθηκε ότι τα δικαστικά έξοδα θα ήταν δικά του, αλλά μετά από μια αρχική συνδρομή είπε, πως δεν του επέτρεπαν τα οικονομικά του να συνεχίσει τη χρηματική βοήθεια.
|
![]() |
| Oι τρεις γενιές της οικογένειας Κονανδρέα σε μια φωτογραφία από το προσκυνηματικό ταξίδι τους στην ιδιαίτερη πατρίδα. Μεταξύ αυτών υπάρχουν τέσσερις γιατροί, δύο οδοντίατροι, δύο δικηγόροι, τρεις με διδακτορικά πτυχία και συνάμα καθηγητές, ένας μηχανικός-εφευρέτης, δύο με μεταπτυχιακές σπουδές στην Διοίκηση Επιχειρήσεων και ένας βιβλιοθηκάριος. |
Ένας τυπάκος στο νεκροταφείο….
Ο μύθος του ’83 – 100.000 κόσμος στο beach πάρτι της Βουλιαγμένης [photos+vds]
Επιμέλεια Χριστίνα Τσατσαράγκου – Φωτογραφίες: Αρχείο Έθνους

Μια συναυλία που έγινε μύθος! Το πρώτο τεράστιο μπιτς πάρτι της Αθήνας, στο οποίο διασκέδασαν 100 χιλιάδες θεατές και μάλιστα… ημίγυμνοι. Το 1983 η πλαζ του ΕΟΤ έζησε το δικό της παραθαλάσσιο Woodstock στην υπαίθρια συναυλία του Λουκιανού Κηλαηδόνη. Κοσμοπλημμύρα για το ‘Πάμε μια Βόλτα στη Βουλιαγμένη’, κόντρα στη σοβαροφάνεια της μεταπολίτευσης.Οι εφημερίδες έγραψαν για μια «νύχτα πνιγμένη στα ναρκωτικά», αλλά δεν ήταν αυτή η ουσία. Λίγο μετά τα 40ά του γενέθλια, πίσω στο 1983, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης αποφάσισε να κάνει στην Αθήνα κάτι που δεν είχε ξαναγίνει. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν μια έμπνευση της στιγμής, αφού ο «φτωχός και μόνος καουμπόι» από την Κυψέλη προετοίμαζε το Πάρτυ στη Βουλιαγμένη πάνω από έναν χρόνο.
Κι αν αναρωτιέσαι γιατί αυτό το event ονομάστηκε Πάρτυ στη Βουλιαγμένη, ο ίδιος Λουκιανός εξηγεί σε συνέντευξή του: «Ένωσα τρία τραγούδια μου που προϋπήρχαν, τα Θερινά Σινεμά (το σημείο που λέει Είναι Κάτι Νύχτες με Φεγγάρι), το (Πάμε μια Βόλτα) Στη Βουλιαγμένη και το (Θέλω ένα Βράδυ να κάνω ένα) Πάρτυ».
Η έμπνευση πίσω από το περίφημο «Πάρτυ στη Βουλιαγμένη»
«Ο κόσμος μπήκε από τις πόρτες αλλά και από τα κάγκελα, γιατί δεν ξέρανε όλοι ότι οι πόρτες ήταν ανοιχτές. Έγινε ένα τρελοκομείο»
Ο απόφοιτος αρχιτεκτονικής Λουκιανός Κελαηδόνης οραματίστηκε μαζί με τη σύζυγό του Άννα Βαγενά, «μια λαϊκή βραδιά με κάποιο αισθητήριο», μία μουσική γιορτή μέσα στο κατακαλόκαιρο. Με κεφάτες παρέες να λικνίζονται στη μουσική του κάτω από το φως του φεγγαριού. Με μπίρες, πυροτεχνήματα, χαρά και ξενοιασιά.Η ιδέα ήταν να κλείσει την πλαζ του ΕΟΤ στη Βουλιαγμένη μια νύχτα με πανσέληνο και να την μεταμορφώσει σε συναυλιακό χώρο. Και ήταν ο πρώτος που έβγαλε τις συναυλίες από τα γήπεδα (χαρακτηριστικό των πολιτικών συναυλιών της Μεταπολίτευσης) και τις τοποθέτησε σε φυσικούς χώρους.
Όπως λέει ο ίδιος: «Πηγαινοερχόμουν έξι μήνες. Μέτρησα τα πάντα. Το μόνο που δεν προέβλεψα ήταν η μεγάλη προσέλευση του κόσμου» Καλά το καταλαβαίνουμε αυτό, αφού δεν υπήρχε καμία εμπειρία διοργάνωσης μεγάλων συναυλιών – με νοικιασμένα από την τροχαία γουόκι τόκι επικοινωνούσαν για τα διαδικαστικά εκείνη τη βραδιά! Το event έγινε γνωστό στο κοινό με μια λιτή αφίσα και ανακοινώσεις στο ραδιόφωνο.Σε άλλη συνέντευξή του ο δημιουργός αναφέρει για την αρχική έμπνευση της ιστορικής συναυλίας:«Το 1982 κάνω τον πρώτο μου Λυκαβηττό, για τον οποίο έγραψα μετά και το τραγουδάκι “κι αν περνούσε η ώρα κι ανέβαιναν πολλοί” κλπ. Αφού γέμισε ο Λυκαβηττός και είχε μείνει άλλος ένας Λυκαβηττός απ’ έξω, ήρθαν οι μπάτσοι και μου λένε «Φωνάζουν απ’ έξω να μπούνε μέσα, να μπούνε;». Λέω «Να μπούνε, αφού δεν έχει άλλα εισιτήρια, να μπούνε».
Ο Λυκαβηττός χωράει γύρω στις 3500 χιλιάδες με εισιτήρια, πρέπει να μπήκαν 5.000, 5.500, 6.000, γύρω γύρω, παντού. Εκείνο το βράδυ λοιπόν ήταν η πρώτη μαζική αντιμετώπιση που είχα από τον κόσμο. Για να ευχαριστήσω λοιπόν αυτό τον κόσμο, σκεφτόμουν για το επόμενο καλοκαίρι, να κάνω ένα πάρτυ και να περάσουμε καλά. Σκέφτηκα λοιπόν να το κάνω σ’ ένα δασάκι στο Ψυχικό. Και σκέφτομαι «Τι μαλακίες λες, εκεί δε χωράνε ούτε τριακόσιοι…»μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, συνέλαβα την ιδέα, ότι όπως είναι το Ρωμαϊκό θέατρο κι εμείς παίζουμε στον κύκλο, θα κάνω στη Βουλιαγμένη που την αγαπούσα, στην Πλαζ κι εκεί που είναι ο κύκλος θα βάλω μια πλατφόρμα και θα μπω να τραγουδήσω μέσα εκεί… Αγαπούσα τη Βουλιαγμένη, είχα γράψει ήδη τη «Βουλιαγμένη».
Το Γενάρη διάλεξα την ημερομηνία, την Πανσέληνο του Ιουλίου. Τότε διευθυντής στην τηλεόραση ήταν ο Βασίλης ο Βασιλικός, είμαστε φίλοι, μαθαίνει ότι θα κάνω τη συναυλία στη Βουλιαγμένη και μου λέει «Να το μεταδώσουμε ζωντανά». Του λέω «Θα μου κόψει εισιτήρια κλπ». Μου λέει «Μην ανησυχείς καθόλου, δεν πρόκειται να σου κόψει τίποτα». Πράγματι έτσι έγινε. Τότε ήταν δυο κανάλια. Την άλλη μέρα όλη η Ελλάδα είχε δει τη «Βουλιαγμένη». Ήταν μια εξαιρετική βραδιά…
«Ο κόσμος θα ήταν σε ένα ημικύκλιο. Λογικά η ορχήστρα, το κέντρο δηλαδή του κύκλου, θα ήταν μέσα στη θάλασσα». Και έτσι ήρθε η ιδέα για την πλωτή εξέδρα, πήγε στο Κερατσίνι και τη βρήκε. Στερεώθηκε και με τέσσερις άγκυρες και όσοι έπρεπε να ανέβουν πηγαινοέρχονταν με κρις κραφτ.
προσδοκία!
Κόπηκαν γύρω στα 25.000 εισιτήρια, αλλά μέσα στο χώρο βρέθηκαν ίσως και 100.000 άνθρωποι.
Κίνησε γη και ουρανό! Πήγε στη Μελίνα Μερκούρη, υπουργό Πολιτισμού τότε με το ΠΑΣΟΚ, και της είπε: «Θέλω μια πλαζ του ΕΟΤ για εκείνη τη μέρα, που θα έχει και φεγγάρι», της ζήτησε να έχει και… πυγολαμπίδες και το τότε υπουργείο Γεωργίας τού είπε πως τον Ιούλιο δεν θα είναι η εποχή τους!
«Ήθελα να θάψω και ουίσκι κάτω από την άμμο. Θα γινόταν μία κόλαση», να το έψαχναν, να έπαιζαν, να γίνονταν όλοι ένα, να χαλάρωναν και να περνούσαν όμορφα. Να γίνονταν παιδιά. «Μετά το είπαν beach party και έμαθα ότι στην Αμερική είχαν τέτοια, εγώ δεν ήξερα τι ήταν τα beach party, εγώ ήθελα να κάνω απλώς ένα πάρτυ», λέει ο Λουκιανός.«Ήθελα την ώρα που θα μπαίνει ο κόσμος να ακούγεται μουσική καουμπόικη, αυτά που παίζανε στα saloon, όπως και έγινε. Βρήκα την Έλλη τη Σεμιτέκολο, μία καταπληκτική πιανίστρια, και πριν τη δύση του ήλιου έπαιξε ένα μεγάλο κομμάτι από Scott Joplin, αυτά τα ragtime που λέμε. Ήθελα και μια μεγάλη μπάντα με πνευστά να παίξει κομμάτια του Glen Miller, το Moonlight Serenade για παράδειγμα, και τελικά τα κατάφερα, είχα μία ορχήστρα γύρω στα 16-17 άτομα».
Τι έγραψε ο Τύπος για το «Woodstock» του Κηλαηδόνη!
Έλειπε το βερμούτ και οι Μπητλς, υπήρχε ο Λουκιανός, ο Νιόνιος και χιλιάδες λίτρα μπίρας!
Την επομένη, ο Τύπος είχε πρωτοσέλιδο το Πάρτυ στη Βουλιαγμένη, αλλά δεν παρέλειψε να παραπονεθεί για την ταλαιπωρία του κόσμου. Η Τροχαία έζησε έναν εφιάλτη με χιλιάδες μικροτρακαρίσματα και το γκαζόν της πλαζ καταστράφηκε ολοσχερώς. Χρειάστηκαν 30 άτομα να δουλεύουν δύο μέρες για να καθαριστεί η πλαζ, που ήταν γεμάτη πλαστικές καρέκλες, κομμένες σαγιονάρες και άδεια κουτάκια μπίρας.
Τι είπε ο Λουκιανός; «Δεν ξέρω αν το επιχειρήσω άλλη φορά στη Βουλιαγμένη, αλλά μία παρόμοια εκδήλωση θα ήθελα να ξαναγίνει. Δε φταίω εγώ παιδιά αν υπήρξε τέτοια μαζική κινητοποίηση προς τη Βουλιαγμένη. Αυτό που σίγουρα λυπάμαι είναι που ταλαιπωρήθηκαν πολλοί φίλοι. Τώρα που διαπιστώσαμε πως δεν υπάρχουν χώροι για τόσες χιλιάδες κόσμου, την επόμενη φορά θα μαζευτούμε στον κάμπο της Θεσσαλίας!» απολογήθηκε με χιούμορ. Σε άλλες του δηλώσεις ξεκαθάρισε ότι τέτοια μαγεία συμβαίνει μόνο μια φορά. Και δεν το ξαναεπιχείρησε!Κάποιοι, όπως ο Β. Φίλιας στην Ελευθεροτυπία, που έγραψε για ένα βράδυ πνιγμένο στα ναρκωτικά και για την αποθέωση του αμερικανικού τρόπου ζωής ή ο Ν. Ζαχόπουλος, που σχολίασε «έναν κάτωχρο Κηλαηδόνη, που δεν είπε παρά τρία μόνο τραγούδια γαντζωμένος από μια κιθάρα», προφανώς δεν εκτίμησαν το… υπερθέαμα. Για όσους όμως θυμούνται ακόμη την πανσέληνο εκείνη πάνω από την αμμουδιά, για τους μουσικούς, τους θεατές, το κοινό που έζησε ή ονειρεύτηκε να είχε ζήσει τη βραδιά, το πάρτι στη Βουλιαγμένη ήταν το πιο επιτυχημένο πάρτι της τότε εποχής.
Όπως δήλωσε και ο ίδιος ο Λουκιανός: «… ήταν μία ευτυχισμένη στιγμή, ήταν ο κόσμος σε ένα άλλο μήκος κύματος, είχε μία άλλη ξενοιασιά, μια άλλη ανάγκη. Αυτό που προσέφερε, πέρα από όλα τα άλλα, είναι ότι ήταν μία πρώτη πρόταση για να σταματήσουν οι συναυλίες να γίνονται στα γήπεδα, που ήταν ένας πολύ σκληρός χώρος για μουσική, για να ψάξουμε άλλους χώρους, έχω την εντύπωση πως η Βουλιαγμένη οδήγησε στο να γίνονται πια συναυλίες στα ποτάμια, στα κάστρα, στους λόφους».
Από τότε έχουν γίνει πολλές συναυλίες, φεστιβάλ και μουσικά θεάματα. Μάλιστα ο ίδιος ο Λουκιανός οργάνωσε πανηγυρικό event αναβίωσης το Σάββατο 15 Ιουνίου 2013 στον κήπο του Μεγάρου Μουσικής. Τίποτα όμως δεν μπορεί να φέρει πίσω την αθωότητα, τη μαγεία, τον αυθορμητισμό και την αίσθηση ελευθερίας που είχε εκείνο το πάρτυ … πίσω στο 1983.

















