


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.

Δημήτρης Κανελλόπουλος
Τί ἀντάρτης ἤμουνα ἐγώ;
Φύγαμε ἀπὸ τὰ Τριπόταμα ἀπογιοματάκι πρὸς βράδυ. Εἴχαμε γίνει ζυμάρι ἀπὸ τὴ βροχή. Οὔτε τὴ γλώσσα μας δὲν εἴχαμε στεγνή. Δὲν μᾶς εἴπανε γιὰ ποὺ πᾶμε. Περπατάγαμε ἀδιαμαρτύρητα. Εἴχαμε πιάσει καὶ πηγαίναμε ὅλο τὸ πλάι τοῦ βουνοῦ ἀπὸ ἕναν κατσικόδρομο. Καταλαβαίναμε ὅτι ὁ καιρὸς λιγόστευε. Τὸ βλέπαμε παντοῦ αὐτό. Ὡς κι ὁ τόπος σὰ νὰ μὴ μᾶς ἤθελε πιά.
Ἀπὸ κάτου, στὰ δεξιά μας, ἤτανε ὁ χωματόδρομος. Σὲ μερικὰ σημεῖα ἤμασταν ὁρατοί. Ἔτσι ὅπως ἔβλεπα τὸ δρόμο ἔλεγα δὲν θὰ τὴν βγάλουμε καθαρή. Κατεύθυνση εἴχαμε τὴ Μαμαλούκα. Λοχαγὸς ἤτανε ὁ Ὀδυσσέας καὶ διμοιρίτης ὁ Γιώρης Τερλέγκας. Στὸ δρόμο ὁ Τερλέγκας γύρεψε ἄδεια ἀπὸ τὸν Ὀδυσσέα νὰ πάει στὸ χωριὸ του τὸ Τσαρούχλι, νὰ ἰδεῖ τὴ μάνα του.
Τὸ Τσαρούχλι ἤτανε κάνα δυὸ χιλιόμετρα πάνω ἀπὸ τὴ Μαμαλούκα. Ἔτσι πρὶν μποῦμε στὴ Μαμαλούκα ὁ Τερλέγκας ἔφυγε. Οἱ ὑπόλοιποι συνεχίσαμε, μπήκαμε στὸ χωριὸ κι ἀφοῦ βάλαμε τὶς σκοπιές, μοιραστήκαμε σὲ διάφορα σπίτια. Ἐγὼ μ’ ἄλλους τρεῖς πήγαμε στὸ σχολεῖο. Ἦταν ἕνα πέτρινο κτήριο στὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ. Εἴδαμε φῶς. Χτυπήσαμε τὴν πόρτα, νὰ μὴν τρομάξουμε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονταν μέσα. Μᾶς ἄνοιξε μιὰ δασκαλίτσα. Ξαφνιάστηκε. Τὴν χαιρετήσαμε κι ἐκείνη μᾶς εἶπε περάστε. Κατάλαβε τί θέλουμε. Τὸ σχολεῖο εἶχε κι ἕνα δωμάτιο γιὰ κάθε δάσκαλο. Μὲ τζάκι. Ἤτανε ἀναμμένο. Ἔκαιγε κότσιαλα.
«Ἐλᾶτε», εἶπε ἡ δασκάλα, «νὰ, μονιάστε ἐδῶ στὸ δωμάτιο, ἐγὼ θὰ πάω στὸ σπίτι μιᾶς φίλης μου…»
«Μην σὲ βγάλουμε ἀπὸ τὴ γωνιά σου τέτοια ὥρα, θὰ κοιμηθοῦμε πλάι στὴν αἴθουσα», τῆς εἶπε ἕνας…
«Ὄχι, ὄχι μὴν ἀνησυχεῖτε. Ἔχω νὰ μείνω», ἐπέμεινε καὶ παίρνοντας λίγα πράματα στὰ χέρια, μᾶς καληνύχτισε κι ἔφυγε.
Βγάλαμε τοὺς μανδύες μας καὶ τὰ βρεγμένα ροῦχα, ὁ Θεὸς νὰ τὰ κάνει ροῦχα, καὶ τὰ βάλαμε πλάι στὴ φωτιὰ νὰ στεγνώσουν. Ρίξαμε κότσιαλα στὴ φωτιὰ κι αὐτὴ κόρωσε. Ξεχάσαμε τὴν πεῖνα μας μὲ κάτι ξεροκόμματα που είχαμε από μέρες. Βολευτήκαμε. Κατόπιν σορωθήκαμε στὸ δωμάτιο καὶ ξεραθήκαμε ἀμέσως στὸν ὕπνο. Μαῦρον ὕπνο δηλαδή. Στὴν πραγματικότητα δὲν κοιμόμασταν ποτέ. Λαγοκοιμόμασταν! Ἀνοιγόκλειναν τὰ μάτια συνέχεια καὶ τ’ αὐτιὰ ἔπιαναν κάθε τσάχαλο, ἀκόμη καὶ τὸ πιὸ μικρό. Ἀλλὰ ἔτσι πεθαμένοι ποὺ ἤμασταν, ἡ ζέστη μᾶς μαλάκωσε κι ἔκλεισαν τὰ τσίνορά μας.
Δὲν προλάβαμε νὰ ζεσταθοῦμε καὶ νὰ ξεκουραστοῦμε καὶ μετὰ ἀπὸ καμιὰ ὥρα, μέσα στὴν μαύρη νύχτα βάρεσε ἡ σάλπιγγα. Κάποιος τὴν ἄκουσε καὶ μᾶς ξύπνησε. Ντυθήκαμε στὰ γρήγορα καὶ μαζευτήκαμε στὴν πλατεία. Δὲν εἶχε φωτίσει ἀκόμη. Μᾶς ἔκοψε ἡ πείνα καὶ τὸ κρύο. Ὁ Τερλέγκας ποὺ εἶχε φύγει πρὶν ἀπὸ μερικὲς ὧρες μὲ ἄδεια, νὰ πάει νὰ δεῖ τὴ μάνα του, εἶχε γυρίσει πίσω. Ἔφερε τὴν πληροφορία ὅτι πηγαίνοντας γιὰ τὸ Τσαρούχλι εἶδε τὴν ἐμπροσθοφυλακὴ τοῦ στρατοῦ ν’ ἀνεβαίνει. Ἔβαλε αὐτὶ καὶ τοὺς ἄκουσε μὲς στὴ νύχτα. Γύρισε πίσω καὶ εἰδοποίησε τὴ διοίκηση.
«Ἀπάνου, κατὰ τὸ Μαῦρο Λιθάρι», εἶπε ὁ Ὀδυσσέας καὶ τὸ πήραμε κατὰ κεῖ. Τὸ περικοπὸ πήγαινε μὲ δυσκολία πλάι ἀπὸ ἕνα γκρεμὸ κατὰ τὴν Ἀχαία. Ἀνεβαίναμε γρήγορα, παρὰ τὴν πείνα καὶ τὴν κούρασή μας. Θέλαμε νὰ πιάσουμε τὸ πλάι. Νὰ ἐλέγχουμε τὶς κινήσεις τους. Στὸ δρόμο μας ἤτανε μιὰ λάκα. Εἶχε καὶ λίγα δεντράκια τίποτα ρουπάκια, λίγα πουρνάρια καὶ λειχῆνες. Δὲν βγήκαμε ἀπάνω στὴ λάκα. Κάτσαμε ἀκριβῶς ἀπὸ κάτου. Πίσω μας ἤτανε τὸ βουνὸ τοῦ Σοποτοῦ. Ἐκεῖ φτιάξαμε τὰ πολυβολεῖα καὶ στήσαμε ἐνέδρα. Τοὺς περιμέναμε. Βλέπαμε ὅλες τὶς κινήσεις τους ἀπὸ κεῖ. Εἴχανε φῶς. Μπορεῖ νὰ ’χανε καμιὰ γεννήτρια. Εἴμαστε μούσκεμα πλάτη μὲ πλάτη. Εἶχε ξαστεριὰ καὶ τὸ γύρισε σὲ πάγο. Δὲν ἔνοιωθα τὰ πόδια μου καὶ μοῦ ’ρχότανε ἀναγούλα ἀπὸ τὴν πείνα. Τότε ἔσκασε τὸ πρῶτο φῶς στὸν Πάρνωνα. Τοὺς βλέπαμε ἀπὸ κάτω μας πεντακάθαρα.
Ἦρθε ἕνας σύνδεσμος καὶ μᾶς ἔφερε τὴν πληροφορία ὅτι ἤσαντε τὰ τάγματα τοῦ Δρακουλαράκου καὶ τοῦ Κοτσώνη. Μετὰ τοὺς εἴδαμε νὰ ἑτοιμάζονται, ν’ ἀνέβουν πρὸς τὰ πάνου. Βάλανε ἐμπροσθοφυλακὴ καὶ κινήσανε. Μᾶλλον τὸ εἴχανε βάλει γιὰ τὰ Καλάβρυτα. Εἴχαμε ἐντολὴ νὰ μὴν χτυπήσουμε. Πλήρης ἀκινισία. Τοὺς περιμέναμε ἀκροβολισμένοι. Ὅταν φτάσανε στὰ ἑκατὸν πενῆντα, διακόσια μέτρα τὸ πολύ, ἀρχίσαμε νὰ τοὺς βάλουμε μὲ τὰ μπρέν. Ξαφνιαστήκανε. Ἔτρεχαν πέρα δῶθε. Τοὺς καθηλώσαμε. Φάνηκε ὅτι δὲν μᾶς εἴχανε ἀντιληφθεῖ. Ὑποχωρήσανε κατὰ τὴ Στρέζοβα καὶ ὀχυρωθήκανε ἀπέναντι ἀπὸ τὸ δρόμο. Τότες ἀρχίσανε νὰ μᾶς βάλουνε μὲ ὅλμους. Ἐμεῖς συνεχίζαμε μὲ τὰ μπρέν. Δημιουργήσαμε ἕνα ἰσχυρὸ φράγμα πυρός.
Ἡ μάχη κράτησε ἕξι μέρες. Κρατάγαμε καλά. Ἀλλὰ κι κεῖνοι δὲν ὑποχωρούσανε. Τὰ χαράματα τῆς ἕκτης μέρας εἰδοποιηθήκαμε ν’ ἀνέβουμε πάνω, στὴ λάκκα γιὰ νάχουμε τρόπο διαφυγῆς ἅμα σφίξουν τὰ πράματα. Τὸ κρύο συνέχιζε νὰ εἶναι φοβερό. Τουρτουρίζαμε. Τὰ παπούτσια μας, μαῦρα παπούτσια δηλαδή, ἤσαντε χάρβαλα. Μανδύες δὲν εἴχαμε οἱ περισσότεροι. Ὁ Ὀδυσσέας διέταξε νὰ συμπτυχθοῦμε καὶ νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ἀνέβουμε ἀπάνω ἀπὸ τὴ λάκα γιὰ νὰ ’χουμε τρόπο διαφυγῆς κατὰ τὸ βουνὸ τοῦ Σοποτοῦ.
Ἀρχίσαμε ν’ ἀνεβαίνουμε μὲ προσοχή. Τὸ κρύο θέριζε πάνω στὸ βουνὸ καὶ στ’ ἀπόσκια εἶχε μιὰ πασπάλα χιόνι. Τὴν ὥρα ποὺ πατήσαμε πάνω στὴ λάκα φανήκανε τ’ ἀεροπλάνα. Εἴχανε δώσει τὸ στόχο κι ἀμέσως ἀρχίσανε νὰ ρίχνουνε κάτι καινούργιες βόμβες, ποὺ σκάγανε μ’ ἕναν φοβερὸ κρότο στὶς θέσεις ποὺ εἴχαμε προηγουμένως. Μόλις σκάγανε οἱ βόμβες, μιὰ τεράστια φωτιὰ ἐξαπλωνότανε μὲ τρομερὴ ταχύτητα κι ἔκαιγε τὰ πάντα ἀπὸ ἄκρη σὲ ἄκρη. Μείναμε ἀκίνητοι. Σκιαχτήκαμε πολύ. Τέτοιο πράμα δὲν τό ’χαμε ξαναδεῖ. Λὲς καὶ ρίχνανε μπιτόνια μὲ βεντζίνα. Εὐτυχῶς δὲν μᾶς πετύχανε γιατί βάνανε παρακάτου, ἐκεῖ ποὺ εἴχαμε ταμπουρωθεῖ τὶς προηγούμενες μέρες. Βάρεσε ὑποχώρηση. Ξεκινήσαμε χωρὶς πνοή, τρέχοντας κατὰ πάνου στὴν πλαγιά. Τότε ξαναγύρισαν τ’ ἀεροπλάνα κι ἄρχισαν νὰ ρίχνουνε τὰ μπετόνια μὲ τὴ βεντζίνα ἀπάνου μας. Μας εἴχανε ἐντοπίσει. Ἐκεῖ τρέχαμε νὰ σωθοῦμε ὅπως μποροῦσε ὁ καθένας. Εὐτυχῶς καταφέραμε καὶ μπήκαμε στὸ δάσος μὲ μικρὲς ἀπώλειες. Τραβηχτήκαμε ἀνατολικὰ καὶ τὸ πήραμε κατὰ πάνω. Φτάσαμε στὴ χαράδρα τοῦ Ζήλου, μιὰ χαράδρα κοντὰ στὴ Χόβολη καὶ κάναμε ἀφάνεια μέχρι νὰ περάσει ἡ μέρα. Μιὰ καΐλα ἔκατσε στὴ μύτη μου ἀπὸ τότε.
Κατὰ τὸ σούρουπο πῆρε νὰ βρέχει δυνατότερα. Ἔριχνε μιὰ χυτούρα ἀσταμάτητη. Σηκωθήκαμε νὰ κατεβοῦμε μέσα τὸ ρέμα καὶ νὰ πιάσουμε τὴν ἀπέναντι πλαγιά. Ἀπὸ πάνου εἶναι ἡ Χόβολη. Ἐκεῖ σκοπεύαμε νὰ διανυχτερεύσουμε. Κατεβήκαμε μέσα στὴ λάσπη καὶ φτάσαμε στὴν κοίτη τοῦ ρέματος. Περάσαμε πλάι ἀπὸ κάτι ἐξώσπιτα. Ἤσαντε ἔρημα. Δὲν μείναμε ἐκεῖ γιατί ἂν μᾶς στριμώχνανε μέσα στὸ ρέμα δὲν τὴ γλυτώναμε. Ἀνεβήκαμε τὴν πλαγιά. Τὸ χωριὸ ἦταν στὰ πεντακόσια μέτρα. Δὲν ἀκουγότανε τίποτα ἐξὸν ἀπὸ τὸν ἀγέρα καὶ τὸν ἦχο τῆς βροχῆς. Κι ἕνα σκυλὶ ποὺ ἔκοβε τὴν ἅλυσό του ἀπὸ τὰ γαβγίσματα. Πρῶτα μπῆκε ἡ ἐμπροσθοφυλακὴ κί μᾶς εἰδοποίησε ὅτι ἦταν «καθαρά». Προχωρήσαμε μέσα μὲ προσοχὴ καὶ στρατοπεδέψαμε. Βάλαμε φρουρές. Παλιὰ εἴχαμε συνδέσμους στὸ χωριό. Τώρα ὅμως, οἱ δικοί μας εἴχανε χαθεῖ. Πολλὲς οἰκογένειες τοῦ χωριοῦ τὶς εἴχανε μαζέψει στὴ Στρέζοβα, νὰ μὴ μᾶς βοηθᾶνε λέγανε.
Μπῆκα σ’ ἕνα σπίτι. Ἡ φαμελιὰ σκιάχτηκε. Τοὺς καθησύχασα. Ὁ ἄντρας ἤτανε ἴσια μὲ σαράντα χρόνων. Καλοταϊσμένος, βαρὺς. Ἤτανε ἀκόμη ἡ γυναίκα του καὶ τὰ τέσσερα παιδάκια του. Ἕνα κορίτσι καὶ τρία ἀγοράκια. Δὲν εἴχανε προλάβει νὰ σηκωθοῦνε ἀπὸ τὸ τραπέζι. Τὸ κορίτσι τρομαγμένο πῆγε κλαίγοντας πίσω ἀπὸ τὸν πατέρα του. Ἤτανε τὸ μεγαλύτερο. Τοὺς εἶπα νὰ μὴ φοβοῦνται.
«Δὲν θὰ πειράξω κανέναν», εἶπα πάλι… «Μιὰ γωνιὰ νὰ στεγνώσω μονάχα κι ἕνα κομμάτι ψωμὶ, ἅμα σας βρίσκεται…», εἶπα.
«Νὰ κάτσεις παιδάκι μου, ἀλλὰ δὲ μᾶς περίσσεψε οὔτε ντρούδα, τὸ δόλιο… μόλις τώρα φάγαμε κι ἐμεῖς κάτι λαχανίδες μὲ δυὸ μπουκιὲς ψωμάκι… φτωχοὶ ἀνθρῶποι εἴμαστε…»
«Λίγο λάδι κάτι νὰ βάλω στὸ στόμα μου», παρακάλεσα…
«Δὲν ἔχουμε στάλα παιδάκι μου…», εἶπε ὁ φαμελιάρης, ἀλλὰ ἐκείνη τὴν ὥρα, ἕνα τράνταγμα ἀκούστηκε στὴν πόρτα καὶ μπῆκε μέσα ἀπρόσκλητος, ἕνας δικός μας ταϋγέτης, μὲ τὸ ὅπλο προτεταμένο. Ὅπλισε ταυτόχρονα. Ἐμένα οὔτε ποὺ μὲ κοίταξε. Εἶπε στὸ νοικοκύρη μὲ ἄγρια φωνή:
«Ποῦ τὄχεις τὸ ψωμὶ ρέ; Μίλα μὴν τὸ κάνεις σὰν τὴν ἄλλη βολά… Μίλα γιατί θὰ σᾶς καθαρίσω ὅλους…». Ἐνῶ τὰ ἔλεγε αὐτά, ἔκανε ἕνα βῆμα δεξιὰ καὶ πετάει τὶς κουβέρτες ἀπὸ τὸ γιοῦκο στὸ πάτωμα. Ἐκεῖ στὴ μέση, πάνω σὲ μιὰ μπαντανία φανερωθήκανε τρία καρβέλια ψωμί. Χωρὶς νὰ χάσει καιρό, τὰ παίρνει καὶ γυρίζει νὰ φύγει… Τότε ὁ νοικοκύρης φώναξε:
«Δώσε ἕνα κομμάτι καὶ στὸ παιδί…»
Αὐτὸς ἔκλεισε μὲ δύναμη τὴν πόρτα πίσω του, χωρὶς νὰ τοῦ δώσει σημασία. Ὁ νοικοκύρης μὲ κοίταζε μ’ ἕνα ὕφος πονηρό. Ἐγὼ ντράπηκα. Κατέβασα τὸ κεφάλι. Δὲν ξέρω γιατί. Ἔκανα ἕνα βῆμα πίσω κι ἀφοῦ τὸν καληνύχτισα, βγῆκα ἀπὸ τὴν πόρτα. Ἔξω σκοτάδι. Ἔκατσα σὲ μιὰ κόχη. Μὲ πῆρε τὸ κλάμα. Τί ἀντάρτης ἤμουνα ἐγώ, ποὺ οὔτε ἕνα κομμάτι ψωμὶ δὲν μποροῦσα νά ’βρω; Μετὰ σηκώθηκα. Πῆγα σ’ ἕνα ἄλλο σπίτι πιὸ πέρα καὶ χτύπησα. Μ’ ἄνοιξε μία γριά. Τὴν παρακάλεσα καὶ μ’ ἄφηκε νὰ μπῶ στὸ κατώι. Νὰ μὴν παγώσω. Ἐκεῖ μόλις ξάπλωσα πάνω σ’ ἕνα κασόνι, μ’ ἔπιασε μιὰ ἀνακαψίλα. Ἔφτυσα χολή. Ἀπὸ κείνη τὴ νύχτα ὑποφέρω ἀπὸ τὸ στομάχι μου.
Δημήτρης Κανελλόπουλος
Όταν η κορασίδα πιάνει μια χρυσόμυγα
η σβούρα του μεσημεριού λάμπει μες το κεφάλι της!






Το μόνο πράγμα πιο επικίνδυνο από την άγνοια είναι η αλαζονεία…
Είμαστε ένα Κράτος-οπερέττα. Ολα απαγορεύονται και τίποτα δεν απαγορεύεται.
Ο κακομοίρης ο καταστηματάρχης που θα τοποθετήσει μια κάμερα ασφαλείας που θα πιάνει πλάνα από δημόσιους χώρους, κινδυνεύει ακόμα και με φυλάκιση, αν τον μηνύσει κάποιο στραβόξυλο. Από την άλλη, η Αστυνομία, “χτενίζει” τις ίδιες αυτές, ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ κάμερες, για να βρει άκρη σε κάποιο έγκλημα και πολλές φορές μόνο έτσι βρίσκει.
Αν θυμάστε, πριν κατατεθούν τα βίντεο της εμπορικής αμαξοστοιχίας στα Τέμπη, το μόνο που ήταν διαθέσιμο ήταν ένα βίντεο από ένα μαγαζί στη Λεπτοκαρυά, που μας έδειξε ότι δεν υπήρχαν ξυλόλια και βλακόλια επάνω στο συρμό.
Σήμερα, συνέλαβαν αυτό το τέρας που πέταξε το κοριτσάκι στη θάλασσα σα να πετούσε σκουπίδια, χάρη σε 2-3 “παράνομες” κάμερες και το πείσμα των οργάνων της Τάξης.
Πως το βλέπετε, κύριοι πολιτικάντηδες όλων των κομμάτων, που με τις λυσσαλέες σας αντιδράσεις αλλά και με τα φοβικά σας σύνδρομα, καταλήγουμε να ανακαλύπτουμε την Αλήθεια ΜΕ ΠΑΡΑΝΟΜΑ (σύμφωνα με την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων) μέσα;
Οτιδήποτε πράττουμε σε Δημόσιο Χώρο, δεν μπορεί να έχει την προστασία της Ιδιωτικότητας που έχουμε μέσα στο σπίτι ή το μαγαζί μας, οπότε, αφήστε τις βλακείες και δώστε “όπλα” στις Διωκτικές Αρχές. Όποιος δεν διαπράττει αδικήματα, δεν έχει να φοβάται τίποτα και όποιος δεν θέλει να δουν τον κώλο του, να ξεβρακώνεται μέσα στο σπίτι του.
Τέλος!
Κώστας Κάπος


Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Κοπέλα ντυμένη παραδοσιακά γεμίζει καράφα με κρασί.
Η «Γιορτή Κρασιού» που διεξαγόταν στο Δαφνίυπήρξε αναμφισβήτητα ένας επιτυχημένος θεσμός. Μια στατική του 1958 είναι ενδιαφέρουσα. Συμμετείχαν 117.000 επισκέπτες, εκ των οποίων το 20% ήταν αλλοδαποί. Καταναλώθηκαν 54.191 οκάδες οίνου, εκ των οποίων 30.619 οκάδες γλυκύς και 23.572 ξηρός. Πωλήθηκαν ή διανεμήθηκαν 45.00 καράφες και 80.000 ποτηράκια διακοσμημένα με παραστάσεις της Γιορτής[1]. Μεταβαλλόταν πλέον στην μεγαλύτερη ελληνική τουριστική εκδήλωση, με ευρύτερη διεθνή απήχηση.
Τόσο η Ελληνική Περιηγητική Λέσχη όσο και Οργανισμός Τουρισμού επένδυαν πλέον, το 1960, δημιουργώντας μόνιμες εγκαταστάσεις, αρχής γενομένης από εστεγασμένο χώρο σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Σφαέλλο. Τους άλλους χώρους διακόσμησε ο ζωγράφος Σπύρος Βασιλείου[2]. Τα διάφορα θεάματα ανέβαιναν σε τέσσερις πίστες, λειτουργούσαν δύο ορχήστρες και παρουσιάζονταν χορευτικές συνθέσεις. Τις μακέτες των κοστουμιών των κοριτσιών που ξεναγούσαν τους καλεσμένους και προσέφεραν κρασί είχε φιλοτεχνήσει η ζωγράφος Αλκμήνη Νικολαΐδου[3].
Πανδαισία κρασιών με ογδόντα ποικιλίες απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδος και φαγητό για όλα τα βαλάντια. Λειτουργούσαν το εστιατόριο στο Τουριστικό Περίπτερο, ένα ακόμη εστιατόριο σε εστεγασμένο χώρο, ένα μικρότερο και δύο ταβέρνες. Η «Γιορτή του Κρασιού» ξεκινούσε στις επτά και τέλειωνε στις ένδεκα και μισή. Από το 1965 η εμπλοκή πλέον του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού επεκτάθηκε και στην διαχείριση της γιορτής, της οποίας το μέγεθος είχε λάβει εθνικές διαστάσεις. Εντάχθηκε στο γενικότερο πρόγραμμα του ΕΟΤ, ο οποίος χρηματοδότησε περισσότερες δράσεις επιδιώκοντας να επεκτείνει την «Γιορτή του Κρασιού» σε «Μεσογειακή»[4].
Γι’ αυτό προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν με προϊόντα τους αρκετά κράτη (Γαλλία, Ιταλία, Γιουγκοσλαβία, Ισπανία, Τουρκία, Ισραήλ κ.ά.). Ταυτοχρόνως εκλήθησαν και ξένοι εμπειρογνώμονες για να δοκιμάζουν τα κρασιά και να προσφέρουν την άποψη και την γνώση τους. Ένας μήνας χαράς και γλεντιού με λαϊκούς χορούς, ξένες και ελληνικές ατραξιόν αλλά και Καραγκιόζη από τον Σπαθάρη. Μαύρα μπαλέτα από την Ουγκάντα αλλά και τον χορευτικό όμιλο της Ρένας Καμπαλάδου[5].

Ο Βαγγέλης Σειληνός και η Ρένα Καμπαλάδου σε χορευτικό.
Αθάνατες ρετσίνες, γλυκόπιοτες ρομπόλες, μπρούσκα, μοσχάτα, λευκά κρασιά έτρεχαν ασταμάτητα από δεκάδες βαρέλια. Προσπαθώντας να τονώσουν ακόμη περισσότερο την Γιορτή, οι διοργανωτές οργάνωναν διάφορα έκτακτα γεγονότα, όπως η εκλογή της «Μις Γιορτή του Κρασιού» και την «Βραδυά της Μίνι ζυπ» το 1967[6].
Επί πολλά χρόνια καθιερώθηκαν τα λαϊκά προγράμματα και από την «Γιορτή του Κρασιού» παρέλασαν λαϊκοί καλλιτέχνες όπως οι Γιώργος Ζαμπέτας, Βαγγέλης Περπινιάδης, Σπύρος Ζαγοραίος, Παναγιώτης Μιχαλόπουλος κ.ά.[7]. Πολλοί υποστηρίζουν πως ο θεσμός καταργήθηκε διότι εκφυλίσθηκε προϊόντος του χρόνου[8]. Πράγματι, η αδιαφορία των οργανωτών να ανανεώσουν την λειτουργία της και το πολιτιστικό περιβάλλον στο οποίο λειτουργούσε οδήγησε, κατά κάποιο τρόπο, στην απώλεια της αίγλης της. Είχαν χαθεί η πρωτοτυπία και η ελληνικότητα της εμπνεύσεως που εκθείαζε κάποτε ο Δημήτρης Ψαθάς[9], καθιερώνοντας τον όρο «Κρασογιορτή». Δεν είχαν ληφθεί υπόψη οι παραινέσεις του Σπύρου Μελά, ο οποίος προέτρεπε τους οργανωτές να χρησιμοποιούν υψηλά ποιοτικά χαρακτηριστικά για να ανανεώνουν τη σύγχρονη γιορτή του κρασιού.

Περίπτερο σε «Γιορτή του Κρασιού».
«Η στασιμότης δεν είναι ποτέ καλή. Χρειάζεται πάντοτε κάτι καινούργιο, ανάπτυξις και αξιοποίησις ωρισμένων μερών της εορτής και προσθήκη νέων θεμάτων», έγραφε προφητικά ο ακάματος χρονογράφος[10]. Φτάνουμε στην δεκαετία 1980 όταν ενέσκηψε ρεύμα ανατροπών, επηρεάζοντας και την τοπική αυτοδιοίκηση, στην οποία περιήλθε η διαχείριση της περιοχής. Επισήμως οι νομαρχιακές αρχές πρότειναν την μετάθεση στα Μεσόγεια, παρά το γεγονός ότι η Γιορτή διατηρούσε χαρακτηριστικά που επέτρεπαν να προβλέπεται η αναζωογόνησή της. Στα μέση της δεκαετίας ’80 διαρκούσε περίπου ένα 45νθήμερο και προσείλκυε ακόμη Έλληνες και ξένους επισκέπτες. Ωστόσο, η αδιαφορία αλλά και οι διαθέσεις του ΕΟΤ άλλαξαν.
Επίσης τα τοπικά συμφέροντα και η έλλειψη φιλόδοξων προγραμμάτων οδήγησαν σε μαρασμό τον θεσμό που προσέφερε τις υπηρεσίες του επί τέσσερις περίπου δεκαετίες. Το τυπικό τέλος δόθηκε με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΟΤ που ανακοινώθηκε από τον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Νίκου Σκουλά τον Αύγουστο 1984. Η απόφαση ήταν εναρμονισμένη με την γενικότερη κυβερνητική πολιτική «για την προώθηση της ισότητας των δύο φύλων». Θεωρήθηκε πως γενικά τα Καλλιστεία «εκμεταλλεύονται το γυναικείο σώμα και θα ήταν ανακόλουθο για την Πολιτεία να διοργανώνει τέτοιου είδους εκδηλώσεις», όπως ανέφερε η ανακοίνωση[11]. Αντί να καταργήσουν τα ιδιόμορφα Καλλιστεία που τελούνταν στα πλαίσια της «Γιορτής του Κρασιού» κατάργησαν την γιορτή.
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» 5 Σεπτεμβρίου 2018
Πηγή: Αθηναϊκά


