Διδακτική ιστορία: Ο παπάς που δεν «έβγαζε» Ανάσταση αν δεν ήσαν όλοι οι χωριανοί παρόντες 

Απ’ όλες τις διηγήσεις των παλαιών γερόντων, που κατά καιρούς έχω ακούσει, την πιο όμορφη και την πιο συγκινητική θεωρώ πως την άκουσα από τον μπάρμπα-Θανάση Παπαντώνη, τον, για πολλά χρόνια, ψάλτη της εκκλησίας μας.

Την άκουσα το Μεγάλο Σαββατο του έτους 1970, μέσα στο σπιτοκάλυβό του, που βρισκόταν στον κάτω μαχαλά του χωριού μας.

Είχε τελειώσει, θυμάμαι, η θεία λειτουργία με την πρώτη Ανάσταση. Εγώ, φεύγοντας από την εκκλησία, ακολούθησα τον μπάρμπα-Θανάση στο σπίτι του. Με αγαπούσε ο γέροντας και η αγάπη του με τραβούσε κοντά του και, όπως μου ‘λεγε, με προετοίμαζε για διάδοχό του στο αναλόγιο.

Όταν φθάσαμε στο σπίτι, καθίσαμε κοντά στο αναμμένο τζάκι. Η θεια Θανάσαινα, αφού με καλωσόρισε, έσπευσε να γεμίσει τη χούφτα μου με ξερά σύκα, καρύδια και σταφίδες.

«Σήμερα παιδί μου», μου είπε, «έχουμε αυστηρή νηστεία, γι’ αυτό σου δίνω, να φας, ξηρούς καρπούς. Αύριο, που θα είναι Λαμπρή, έλα να σε κεράσω κόκκινο αυγό και γλυκιά καρυδόπαστα που έφτιαξα για τη γιορτή».

Την ώρα που η θεια Θανάσαινα μου έλεγε αυτά, είδα τον μπάρμπα-Θανάση να κουνάει δακρυσμένος το κεφάλι του και αυθόρμητα τον ερώτησα: «Τι συμβαίνει μπάρμπα, γιατί κλαις;»

«Αχ, Δημήτρη μου, (αυτό ήταν το κοσμικό μου όνομα) μου είπε, μέρα που είναι σήμερα, ο νους μου πήγε στους παλιότερους χωριανούς μας που έζησαν εδώ στον τόπο μας και που τώρα αναπαύονται κάτω στο κοιμητήριο του χωριού. Ήταν άλλοι άνθρωποι αυτοί, παιδί μου, δεν τούς φτάνουμε εμείς στην πίστη και στην αγιότητα. Αυτοί, χωρίς αμφιβολία, μιλούσαν με τον Θεό και τούς αγίους Του.

Θυμάμαι, σαν απόψε, Μεγάλο Σάββατο, κάτι θαυμαστό που συνέβη εδώ στον διπλανό συνοικισμό. Όταν χτύπησε η καμπάνα της εκκλησιάς, για την Ανάσταση, όλο το χωριό, κατά οικογένειες, ξεκίνησε για την εκκλησιά.

Μαζί τους ανέβαιναν και ο γερο-Γεωργακός, ο τσέλιγκας, με τη φαμελιά του. Μολις πέρασαν τη μεγάλη ανηφόρα, άκουσαν, μέσα στην ησυχία της νύχτας, πέρα στα μαντριά του Γεωργακού, μεγάλο θόρυβο.

Ο Γεωργακός έκαμε λίγο πιο πέρα και έβαλε αυτί για ν’ ακούσει καλύτερα τι συμβαίνει. Μαζί του στάθηκαν και άλλοι χωριανοί.

«Λύκοι μπήκαν στο μαντρί μου, είπε. Απόψε διάλεξαν να το κάνουν. Ξέρω εγώ, ο σατανάς τούς έστειλε για να με εμποδίσει να πάω στην Ανάσταση, αλλά, έννοια του, δεν θα του κάνω το χατίρι.»

Κοίταξε πέρα προς τα μαντριά και φώναξε δυνατά: «Απόψε προβατάκια μου σας δίνω του Θεού μου». Και στρέφοντας το πρόσωπό του στους συνοδοιπόρους του χωριανούς, τούς είπε: «Εγώ θα πάω στην εκκλησιά να ακούσω το «Χριστός Ανέστη», που τόσο πολύ το περιμένω και το λαχταρώ. Θέλω να λειτουργηθώ με τη φαμελιά μου και να κοινωνήσουμε τα Άχραντα Μυστήρια. Πενήντα μέρες ετοιμαζόμαστε για τη μεγάλη αυτή νύχτα, δεν τη χάνω με τίποτα.»

«Τι είναι αυτά που λες Γεωργακέ;» του είπαν οι πλησιέστεροι συνοδοιπόροι του.

«Τρέξε γρήγορα να γλυτώσεις τα πρόβατά σου και να σώσεις την περιουσία σου που με πολλούς και πολύχρονους κόπους έφτιαξες. Φύγε γρήγορα, μη χασομεράς. Κάθε λεπτό που περνάει η ζημιά που σου κάνουν οι λύκοι γίνεται και πιο μεγάλη. Σκέψου, σε παρακαλούμε, την οικογένειά σου που ζει απ’ αυτά τα πρόβατα.»

«Ένα να μην μείνει, τούς αποκρίθηκε ο τσέλιγκας, εγώ θα πάω στην Ανάσταση και ό,τι θέλει ο Θεός ας γίνει».

Αυτά είπε και κίνησε για το ναό, σκορπίζοντας σ’ όλους τούς χωριανούς του τον θαυμασμό για τη μεγάλη του πίστη!

Στην εκκλησιά, πρώτος και καλύτερος ο τσέλιγκας! Στεκόταν, αγέρωχος, στο στασίδι του κρατώντας στα χέρια του την ολοφώτεινη λαμπάδα του, που με το φως της χάϊδευε το ρυτιδωμένο πρόσωπό του.

Στο κάλεσμα του ιερέα: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», πήγε πρώτος αυτός και μαζί του ιεραρχικά όλη η φαμελιά του και κοινώνησαν τα Άχραντα Μυστήρια.

Όταν ο λειτουργός διάβαζε τον Κατηχητικό Λογο του Ιερού Χρυσοστόμου, ο Γεωργακός στεκόταν μπροστά στην Ωραία Πυλη και άκουγε με προσοχή.

Στα λόγια του παπά: «Ο Άδης, φησίν, επικράνθη», επαναλάμβανε το «επικράνθη» με πείσμα και θυμό, λες και εκδικιόταν τον Άδη και μαζί του τον διάβολο με τη σκοτεινή δυναστεία του. Και όταν το κείμενο έφτασε στο: «Ανέστη Χριστός και ζωη πολιτεύεται», ο τσέλιγκας, στην κάθε επανάληψη του «Ανέστη», φώναζε δυνατά και θριαμβευτικά, με φωνή που σκέπαζε εκείνες των συνεορταστών του, το δικό του «Ανέστη».

Παρότι δεν ήξερε πολλά γράμματα, ο τρόπος που αντιδρούσε στο άκουσμα των ρημάτων «επικράνθη και Ανέστη», έδειχνε πως όχι μόνον τα καταλάβαινε, αλλά κυριολεκτικά τα βίωνε μέσα στην ψυχή του. Χωρίς, δηλαδή, να το ξέρει, θεολογούσε!

Βγαίνοντας από την εκκλησιά, αφού είπε το «Χριστός Ανέστη» με τη φαμελιά του και τούς χωριανούς και άκουσε το «Αληθώς Ανέστη», κίνησε για το σπίτι του, γεμάτος αναστάσιμη χαρά και αγαλλίαση.

Όταν έφτασαν στο σπίτι, αφού πρώτα άναψαν το καντήλι με το Αναστάσιμο Φως, έστρωσαν τραπέζι για να φάνε την παραδοσιακή μαγειρίτσα και να τσουγκρίσουν το κόκκινο αυγό.

Αφού φάγανε και οι άλλοι αποσύρθηκαν για ύπνο, ο Γεωργακός, που δεν τον χωρούσε ο τόπος, πήρε την γκλίτσα του και βγήκε από το σπίτι για να πάει στα μαντριά να δει τι ζημιά του έκαναν οι λύκοι και πόσα από τα πρόβατα του απόμειναν. Ανέβαινε τον ανηφορικό δρόμο που οδηγούσε στις στάνες του, με γρήγορο βηματισμό, έχοντας διαρκώς το νου του στα ζωντανά του.

Όταν έφτασε πολύ κοντά τον ανησύχησε η μεγάλη ησυχία που επικρατούσε εκεί.

«Άϊντε, είπε, πάνε τα προβατάκια μου, δεν θα γλύτωσε κανένα», και μ’ αυτές τις σκέψεις, μπήκε στο μαντρί. Εκεί, έζησε όλο το θαύμα της Ανάστασης.

Τα πρόβατά του είχαν στριμωχθεί όλα μαζί στην αριστερή πλευρά του μαντριού, ακίνητα, σαν μαρμαρωμένα. Στην άλλη πλευρά, είδε να γυαλίζουν, μέσα στο σκοτάδι, τέσσερα μάτια.

Πανω στα ξερά χορτάρια που στρώνουν οι βλάχοι για νά ‘ναι τα ζωντανά τους στεγνά και ζεστά, κάθονταν, σαν τα ήμερα σκυλιά, δυο λύκοι και τον κοίταζαν.

Συγκλονισμένος απ’ αυτό που έβλεπε, πήγε αθόρυβα και άνοιξε τη μαντρόπορτα. Ύστερα, στάθηκε λίγο παράμερα και για να διώξει τούς λύκους, κτύπησε με δύναμη τις παλάμες των χεριών του. Οι λύκοι πετάχτηκαν αμέσως έξω απ’ το μαντρί και εξαφανίστηκαν.

Ο Γεωργακός τότε στράφηκε προς τα πρόβατα. Τα μέτρησε ένα προς ένα και ω του θαύματος! Τα βρήκε όλα, όχι μόνο ζωντανά και σωστά στον αριθμό, αλλά και ανέγγιχτα! Οι λύκοι, δηλαδή δεν τα είχαν ακουμπήσει. Ούτε καν μια σταλαγματιά αίματος δεν βρέθηκε πάνω στο μαλλί τους και στο δάπεδο!

Ο πολύπειρος βοσκός, που στα τόσα χρόνια που φρόντιζε τα πρόβατά του, γνώρισε κι άλλες τέτοιες «επισκέψεις», που όλες είχαν το κόστος τους, άλλες μικρό και άλλες μεγάλο, κατάλαβε πως αυτό που του συνέβηκε την Αναστάσιμη αυτή νύχτα, ήταν θεία παρέμβαση!

Χωρίς καμιά, γι’ αυτόν, αμφιβολία, ο Αναστάς Κύριος φίμωσε τα στόματα των λύκων και προστάτευσε τα πρόβατά του. Γι’ αυτό, πήγε και γονάτισε ανάμεσά τους και αφού έκανε τρεις φορές τον σταυρό του, φώναξε θριαμβευτικά: «Χριστός Ανέστη»! Και τότε, ω των θαυμασίων Σου Κυριε, όπως έλεγε στους χωριανούς του, άκουσε τα πρόβατα να του αποκρίνονται, με ανθρώπινη φωνή: «Αληθώς Ανέστη»!

«Τέτοιοι άνθρωποι, παιδί μου, ζούσαν στα χωριά μας εκείνα τα χρόνια», είπε ο μπάρμπα-Θανάσης τελειώνοντας την ιστορία του, «άνθρωποι, φτωχοί μεν, αλλά αληθινοί χριστιανοί, με μεγάλη πίστη και ευσέβεια». Και συνέχισε:

«Ήταν αδιανόητο, για όλους μας ανεξαιρέτως, να λείψουμε, την αγιασμένη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου, απ’ την Ανάσταση του Χριστού μας. Ο παπάς μας δεν «έβγαζε» Ανάσταση αν δεν ήσαν όλοι οι χωριανοί παρόντες, από τα βυζανιάρικα παιδιά μέχρι τούς γέροντες, μόνον οι κατάκοιτοι εξαιρούνταν».

Η ιστορία του μπάρμπα-Θανάση κυριολεκτικά με μάγεψε και από τότε φυτεύτηκε για πάντα μέσα στην ψυχή μου και ποτέ δεν ξαναβγήκε από εκεί.

Κάθε Μεγάλο Σάββατο την αναπολώ και η θύμησή της με συγκινεί βαθύτατα. Την θεωρώ πνευματική ένεση που με δυναμώνει και με ενισχύει πνευματικά για να γιορτάζω και εγώ, με την πρέπουσα ευλάβεια, την Ανάσταση του Κυρίου μου. Την διηγούμαι και στους πιστούς που έρχονται στο μοναστήρι μας για να ωφελούνται και αυτοί.

Πηγή: Γέροντας Δαμασκηνός Ζαχαράκης, καθηγούμενος Ιεράς Μονής Αγάθωνος Φθιώτιδος, “Το πάσχα του Γεωργακού” (apantaortodoxias.blogspot.gr)

Ένα Νόμπελ αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα

by sarant

Το ιστολόγιό μας έχει υπότιτλο “για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και όλα τα άλλα” και, πράγματι, αφιερώνει στη λογοτεχνία ικανό μερίδιο της ύλης του, κι όμως, μέχρι τώρα, στα εφτάμισι χρόνια της ύπαρξής του δεν έχει σχολιάσει ποτέ την απονομή κάποιου Νόμπελ λογοτεχνίας, από τα εφτά που έχει δει να απονέμονται (και τα θυμίζω: 2009 – Χέρτα Μύλερ, 2010 – Μάριο Βάργκας Γιόσα, 2011 – Τόμας Τρανστρέμερ, 2012 – Μο Γιαν, 2013 – Άλις Μάνρο, 2014 – Πατρίκ Μοντιανό, 2015 – Σβετλάνα Αλεξίεβιτς).Για το φετινό Νόμπελ θα κάνουμε εξαίρεση -διότι το Νόμπελ λογοτεχνίας του 2016 είναι ένα Νόμπελ αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα. Όπως θα ξέρετε, χτες ανακοινώθηκε η βράβευση του Μπομπ Ντίλαν, του Αμερικανού τραγουδοποιού που εξέφρασε το αντιπολεμικό κίνημα της δεκαετίας του 1960 και επηρέασε βαθύτατα τις επόμενες γενιές της αμφισβήτησης.Σπάνια η απονομή ενός βραβείου Νόμπελ έχει προκαλέσει τόση αίσθηση -εγώ δεν θυμάμαι καμιά άλλη βράβευση που να συζητήθηκε τόσο, τουλάχιστον μετά τη βράβευση του Κίσινγκερ. Εδώ που τα λέμε, πρόκειται για όνομα διάσημο, ενώ κάποιοι από τους βραβευμένους των τελευταίων ετών ήταν παγκοσμίως άγνωστοι όταν βραβεύτηκαν -και τουλάχιστον ένας έμεινε και μετά.Φυσικά η διασημότητα δεν είναι κριτήριο της αξίας ενός λογοτέχνη και ούτε όλες οι αντιδράσεις στην ανακοίνωση της βράβευσης του Ντίλαν ήταν επιδοκιμαστικές. Πολλοί εξεπλάγησαν από τη βράβευση, αρκετοί εξέφρασαν διαφωνία ενώ κάποιοι αντέδρασαν με θυμηδία -γιατί όχι και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είπε κάποιος· η Μαντόνα, είπε κάποιος άλλος.Βλέπετε, ο Ντύλαν βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ενώ είναι τραγουδοποιός, γράφει τραγούδια. Στην απόφαση της Σουηδικής Ακαδημίας τονίζεται ότι βραβεύεται «για τη δημιουργία νέων δρόμων ποιητικής έκφρασης μέσα στη μεγάλη παράδοση του αμερικανικού τραγουδιού». Πρωτη φορά βραβεύεται τραγουδοποιός με την ανώτατη διάκριση για έναν λογοτέχνη κι αυτό, εύλογα, ξένισε πολλούς.Εύλογα ξένισε, αν και το όνομα του Ντίλαν δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία -όσοι παρακολουθούν κάπως τα βραβεία Νόμπελ θα θυμούνται ότι και παλιότερα είχε αναφερθεί το όνομά του και είχαν υπάρξει αντιδράσεις υπέρ και κατά ενός τέτοιου ενδεχόμενου (ο φίλος Δαεμάνος στη Λεξιλογία μού θύμισε ένα άρθρο του 2013 υπέρ της βράβευσης του Ντίλαν).Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ένα Νόμπελ αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα

by sarant

Το ιστολόγιό μας έχει υπότιτλο “για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και όλα τα άλλα” και, πράγματι, αφιερώνει στη λογοτεχνία ικανό μερίδιο της ύλης του, κι όμως, μέχρι τώρα, στα εφτάμισι χρόνια της ύπαρξής του δεν έχει σχολιάσει ποτέ την απονομή κάποιου Νόμπελ λογοτεχνίας, από τα εφτά που έχει δει να απονέμονται (και τα θυμίζω: 2009 – Χέρτα Μύλερ, 2010 – Μάριο Βάργκας Γιόσα, 2011 – Τόμας Τρανστρέμερ, 2012 – Μο Γιαν, 2013 – Άλις Μάνρο, 2014 – Πατρίκ Μοντιανό, 2015 – Σβετλάνα Αλεξίεβιτς).Για το φετινό Νόμπελ θα κάνουμε εξαίρεση -διότι το Νόμπελ λογοτεχνίας του 2016 είναι ένα Νόμπελ αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα. Όπως θα ξέρετε, χτες ανακοινώθηκε η βράβευση του Μπομπ Ντίλαν, του Αμερικανού τραγουδοποιού που εξέφρασε το αντιπολεμικό κίνημα της δεκαετίας του 1960 και επηρέασε βαθύτατα τις επόμενες γενιές της αμφισβήτησης.Σπάνια η απονομή ενός βραβείου Νόμπελ έχει προκαλέσει τόση αίσθηση -εγώ δεν θυμάμαι καμιά άλλη βράβευση που να συζητήθηκε τόσο, τουλάχιστον μετά τη βράβευση του Κίσινγκερ. Εδώ που τα λέμε, πρόκειται για όνομα διάσημο, ενώ κάποιοι από τους βραβευμένους των τελευταίων ετών ήταν παγκοσμίως άγνωστοι όταν βραβεύτηκαν -και τουλάχιστον ένας έμεινε και μετά.Φυσικά η διασημότητα δεν είναι κριτήριο της αξίας ενός λογοτέχνη και ούτε όλες οι αντιδράσεις στην ανακοίνωση της βράβευσης του Ντίλαν ήταν επιδοκιμαστικές. Πολλοί εξεπλάγησαν από τη βράβευση, αρκετοί εξέφρασαν διαφωνία ενώ κάποιοι αντέδρασαν με θυμηδία -γιατί όχι και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είπε κάποιος· η Μαντόνα, είπε κάποιος άλλος.Βλέπετε, ο Ντύλαν βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ενώ είναι τραγουδοποιός, γράφει τραγούδια. Στην απόφαση της Σουηδικής Ακαδημίας τονίζεται ότι βραβεύεται «για τη δημιουργία νέων δρόμων ποιητικής έκφρασης μέσα στη μεγάλη παράδοση του αμερικανικού τραγουδιού». Πρωτη φορά βραβεύεται τραγουδοποιός με την ανώτατη διάκριση για έναν λογοτέχνη κι αυτό, εύλογα, ξένισε πολλούς.Εύλογα ξένισε, αν και το όνομα του Ντίλαν δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία -όσοι παρακολουθούν κάπως τα βραβεία Νόμπελ θα θυμούνται ότι και παλιότερα είχε αναφερθεί το όνομά του και είχαν υπάρξει αντιδράσεις υπέρ και κατά ενός τέτοιου ενδεχόμενου (ο φίλος Δαεμάνος στη Λεξιλογία μού θύμισε ένα άρθρο του 2013 υπέρ της βράβευσης του Ντίλαν).Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Τάσος Βουλγαράκης: Γιατί πουλήσαμε τη Γιούλα

Εικόνα

Του Χάρη ΦλουδόπουλουΜια ιστορία 70 ετών, ένα τέλος και μια καινούρια αρχή. Η ιστορική υαλουργία Γιούλα, περνά πλέον στον έλεγχο ενός ισχυρού διεθνούς ομίλου που έχει τη δυνατότητα και τους πόρους να περιμένει την ανάκαμψη της ελληνικής αγοράς. Οι Έλληνες βασικοί μέτοχοι της εταιρείας, η οικογένεια Βουλγαράκη, η οποία αποχωρεί δεν παίρνει χρήματα. Αντί χρηματικού τιμήματος, επέλεξε να κρατήσει τα εργοστάσια στη Βουλγαρία και την Ουκρανία. Αυτό είναι ένα ακόμη story βγαλμένο μέσα από την οδυνηρή πραγματικότητα της οικονομικής – και όχι μόνο – κρίσης, η οποία επί 7 χρόνια δοκιμάζει τις αντοχές όλων μας. Και στον επιχειρηματικό στίβο έχει οδηγήσει όχι μόνο προβληματικές αλλά και υγιείς επιχειρήσεις σε αδιέξοδο. Άλλωστε εάν η Yioula δεν ήταν μια υγιής επιχείρηση δε θα μπορούσε να προσελκύσει έναν αξιόπιστο και ισχυρό αγοραστή. “Δεν πήγαινε άλλο” τονίζει ο Τάσος Βουλγαράκης ένα από τα αδέλφια της οικογένειας που επί χρόνια βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της μάχης που έδωσε η ενεργοβόρος βιομηχανία για ένα στοιχειωδώς ανταγωνιστικό περιβάλλον λειτουργίας και ενεργειακού κόστους. Επειδή πολλά ακούγονται και γράφονται, ο ίδιος ξεκαθαρίζει τη δομή της συμφωνίας που επετεύχθη με την πορτογαλική εταιρεία ΒΑ Vidro (οι λεπτομέρειες θα ανακοινωθούν σύντομα επισήμως). Η Yioula αποτιμήθηκε στα 520 εκατ. ευρώ, ωστόσο τίμημα σε χρήματα δεν καταβλήθηκε στους βασικούς μετόχους παρά μόνο στους μειοψηφίας της εταιρείας, δηλαδή στην Εθνική Τράπεζα, τη Eurobank και τη Global Finance.Η οικογένεια Βουλγαράκη αντί χρηματικού τιμήματος, διατήρησε υπό τον έλεγχό της τα εργοστάσια που παράγουν ποτήρια στη Βουλγαρία και γυάλινες φαρμακευτικές συσκευασίες στην Ουκρανία. “Δε χρωστάμε πλέον, απαλλαχτήκαμε από το τραπεζικό χρέος και μας έμειναν κάποια εργοστάσια να προχωρήσουμε και να κάνουμε μια νέα αρχή” τονίζει ο κ. Βουλγαράκης.Όσο για τους εργαζόμενους; “Δε θα υπάρξει κανένα πρόβλημα. Ο νέος μέτοχος έχει δεσμευτεί ότι δε θα κάνει ούτε μειώσεις προσωπικού, ούτε μειώσεις μισθών. Ήρθαν για να μείνουν και έχουν την οικονομική δυνατότητα και το μέγεθος να αντέξουν να περιμένουν πότε θα περάσει η κρίση” τονίζει ο κ. Βουλγαράκης.Στο ερώτημα γιατί ελήφθη η συγκεκριμένη απόφαση ο κ. Βουλγαράκης είναι αφοπλιστικός: “εάν θέλαμε εμείς να αγοράσουμε τη BA Vidro θα έπρεπε να δανειστούμε από το εξωτερικό με επιτόκιο στην καλύτερη περίπτωση 8-9%. Ξέρετε με τι επιτόκιο χρηματοδοτούνται οι Πορτογάλοι; Με 1%”.Ακόμη και στο ενεργειακό, όπου τα τελευταία χρόνια βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, το γεγονός ότι έγιναν κάποια βήματα τα τελευταία χρόνια, δε μειώνει το γεγονός ότι τα όποια σωστά μέτρα ήρθαν πολύ αργά και αφού είχε πρώτα εξαντληθεί υπό το βάρος της κρίσης ο παραγωγικός ιστός. Το 2012 κύκλοι της διοίκησης της Yioula δήλωναν με νόημα στην εφημερίδα Κεφάλαιο ότι το ερώτημα δεν είναι γιατί βρίσκεται η εταιρεία στο εξωτερικό, αλλά γιατί παραμένει στην Ελλάδα. Τέσσερα χρόνια μετά η δήλωση αποδεικνύεται προφητική. Η Yioula για να συνεχίσει να υπάρχει μπαίνει κάτω από το μετοχικό έλεγχο ενός ισχυρού διεθνούς παίκτη, ενώ οι μέχρι σήμερα βασικοί μέτοχοι και συνεχιστές της οικογενειακής παράδοσης που ξεκίνησε λίγο μετά το τέλος του πολέμου και την απελευθέρωση κάνουν μια νέα αρχή διατηρώντας κάποια από τα εργοστάσια στο εξωτερικό. Όπως έκαναν το 1947 δύο μικρασιάτες πρόσφυγες στην Αθήνα, ο Κυριάκος και Γιάννης Βουλγαράκης…  

(Αυτο)κριτική
Του Στάθη – enikos.grΔύσκολα εμφανίζεται στην Ιστορία τέτοια οβιδιακή μεταμόρφωση, τέτοια μετάλλαξη ενός πολιτικού ηγέτη, όπως αυτή του κ. Τσίπρα. Και το ίδιο δύσκολα ένα αριστερό κόμμα, ή έστω το μέρος εκείνο του κομματικού σώματος που του απέμεινε, παρακολουθεί αυτή τη μετεξέλιξη προσπαθώντας να μιλήσει τη γλώσσα που μιλούσε πριν να αυτομολήσει στην πολιτική που αντιμαχόταν.

 Σπανίως, επίσης, στην Ιστορία αυτή η μεταμόρφωση συντελείται τόσο γρήγορα. Και τόσο ξετσίπωτα.

Θα αναφερθώ μόνον σε ένα απ’ τα χίλια που έλεγε ο κ. Τσίπρας, πριν να αρχίσει κι αυτός να αραδιάζει τα χίλια ένα παραμύθια της Χαλιμάς.Ελεγε: «Η λέξη ισοδύναμα έχει εισαχθεί απ’ την τρόικα. Οταν αναζητούνε ισοδύναμα, εννοούν ισοδύναμους πόνους».Τώρα όλοι οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ομιλούν στα πάνελ και από του βήματος της Βουλής για τους εν λόγω πόνους -τα ισοδύναμα- ως να πρόκειται για φάρμακα που θεραπεύουν πάσα λύπη και στεναγμό, ως να πρόκειται για παραμυθία αυτών των ίδιων, ώστε να αντέξουν τον αυτοδιασυρμό τους.Εσχατοι των Κλαζομενίων και υπομείονες των Αβδηριτών.Δεν έχει, όμως, πλέον καμία σημασία να υπενθυμίζει κανείς στον κ. Τσίπρα τι έλεγε και τι λέει.Το έργο έχει προχωρήσει, βρισκόμαστε σε μια νέα σελίδα. Κι αυτή, επίσης, σπανίως εμφανίζεται στην Ιστορία, εις όσα αφορούν τουλάχιστον την παρουσία της Αριστεράς διεθνώς.Σπανίως κόμματα της Αριστεράς έχουν περιπαίξει τη λογική, έχουν ατιμάσει την ηθική κι έχουν διασύρει την ιδεολογία τους όσον ο κ. Τσίπρας και το κόμμα του, απ’ όταν ο ίδιος κι όσοι τον ακολούθησαν πέρασαν κάτω απ’ τα καυδιανά δίκρανα της υποταγής.Σπανίως οι ηττημένοι ηττώνται μέσα τους και οι ήρωες μεταμορφώνονται σε ρεμάλια, όπως έγινε με πολλούς από τους Σέρβους μετά τον πόλεμο που έχασαν.Η Αριστερά, σε όλες της τις εκδοχές, εκφράζει την ταξική αντίθεση με τη Δεξιά, σε όλες της επίσης τις εκδοχές.Ποτέ άλλοτε, ή σπανίως, ένα κόμμα της Αριστεράς δεν έχει διασύρει τόσο πολύ και τόσο, σαν έτοιμο από καιρό, αυτήν την αντίθεση.Και μαζί της και τον εαυτόν του.Οι γενίτσαροι ήταν αθώοι. Τους άρπαζαν μωρά οι Οθωμανοί και τους ανάθρεφαν τέρατα. Ο ΣΥΡΙΖΑ που απέμεινε δεν αποτελείται από γενίτσαρους.Αυτοί που αυτομόλησαν στη δεξιά πολιτική δεν ήταν αρπαγμένα μωρά, αλλά ενήλικες που ανάλωσαν -αν όχι όλοι, πάντως οι περισσότεροι και οι καλύτεροι- τη ζωή τους στρατευμένοι στις ιδέες, στα ιδανικά και στον τρόπο της Αριστεράς.Που ως τώρα δεν ήταν ποτέ η χλεύη της Δεξιάς.Μα δεν αυτομόλησαν, θα έλεγε κανείς, υποχώρησαν για να ανασυνταχθούν και να πολεμήσουν την επόμενη μέρα. Μάλιστα. Πώς πολεμάνε; Λέγοντας όσα κατήγγειλαν; Πράττοντας όσα απέρριπταν; Ή, μήπως, δεν εφαρμόζουν το μνημόνιο που οι ίδιοι υπέγραψαν και μαζί με όλες τις εκδοχές της Δεξιάς υπερψήφισαν; Ή, μήπως, δεν γνωρίζουν ότι τα περί ισοδύναμων είναι φούμαρα, καθώς ο ίδιος ο κ. Τσίπρας έλεγε – ή, μάλλον, ούτε καν φούμαρα, αλλά «πόνοι»;Σε τι ελπίζουν; Σε ένα λέγε-λέγε-λέγε, ό, τι μείνει κι όπου βγάλει; Τόσο μπορούν; Πέστε μου ένα (αριθμός 1) μέτρο, που έφεραν ως αντιστάθμισμα στα εγκληματικά μέτρα που δέχθηκαν να επιβάλουν. Ενα! Ούτε ένα. Ενώ αντιθέτως βροχή, βροχή φωτιάς κι Αρμαγεδδών, οι διαταγές που εκτελούν.Κι επιπλέον διαπράττουν το αίσχιστο: φορτώνουν στον λαό τον φόνο του εαυτού του.«Μας ψηφίσατε, δεν μας ψηφίσατε»,; ερωτούν ξεδιάντροπα εκείνους που φόβισαν, εκείνους που εξαπάτησαν.Ο κ. Τσίπρας έγινε πρωθυπουργός για να έχουμε υπερπρωθυπουργό τον κ. Μάαρτεν Φέρβεϊ ή όποιον άλλο γκαουλάιτερ μας στείλει το Βερολίνο.Σπανίως μια μετάλλαξη λαμβάνει σάρκα και οστά σε τέτοιο βάθος και με τέτοια ταχύτητα.Ο κ. Τσίπρας μιμείται πλέον τον μακαρίτη Ανδρέα Παπανδρέου, με όλο και πιο ανατριχιαστικό τρόπο.Ομιλεί με τη σύνταξη του Ανδρέα, τις παύσεις του Ανδρέα, τη στίξη του Ανδρέα.Και το πιο ανατριχιαστικό, όλο και πιο έντονα πια η φωνή του θυμίζει τη φωνή του Ανδρέα.Ανατριχιαστικό, αλλά αναμενόμενο, διότι όσο πιο κούφιος είναι ο μίμος, τόσο πιο έντονη ακούγεται η ηχώς του ινδάλματός του.Σπανίως ένας πολιτικός έχει μιμηθεί τόσους πολλούς και τόσα πολλά.Ο κ. Τσίπρας μιμείται την πολιτική Σαμαρά, τους τρόπους του Βενιζέλου και το στιλ του Ανδρέα.Τον μόνον που δεν μιμείται ο κ. Τσίπρας είναι τον σύντροφο Τσίπρα που πιστέψαμε, που βοηθήσαμε, που αγαπήσαμε.Η ντροπή που βαραίνει πολλούς από εμάς για όλο αυτό είναι το ελάχιστο.Η οδύνη, όμως, που βοηθήσαμε να βαραίνει σήμερα, απ’ όλο αυτό, κόσμο και κοσμάκη είναι ανεξιλέωτη…

Διάβαζα χθες τα επιθετικά updates μιας φίλης μου στο Facebook. Τρολάριζε εκδήλως. Για να υπερασπιστεί τα πεπραγμένα της κυβέρνησης (που την έχει βολέψει σε μια θέση δημοσιογραφική) τραμπούκιζε δίχως έλεος έναν κόσμιο συνομιλητή, με άλματα λογικής και ελάχιστη αυτογνωσία. Ήξερα ότι θα χαρεί, της χρώσταγα μια χάρη, και πάτησα like (που το έσβησα μετά).
Ταυτόχρονα, στη Βουλή, η συζήτηση για τη διαφθορά εξελισσόταν με σχεδόν ταρτουφικούς μονολόγους, καθώς λευκά περιστέρια έστεφαν τους πολιτικούς και πύρινες γλώσσες ενός λόγου ψεύτικου μέχρι το τελευταίο κόμμα του επεκρέμαντο πάνω τους. Παρακολουθούσα αηδιασμένος την εξοργιστική γλώσσα του σώματός τους (τον τεταμένο δείκτη ιεροκήρυκα, το σηκωμένο φρύδι, το σαρκαστικό γέλιο θριάμβου – ένα τέλειο ψέμα, ένα τέλειο έγκλημα). Έκλεισα το λάπτοπ και βγήκα.
Τι με έκανε να «δικαιολογήσω» τη φίλη μου, αλλά όχι τους σωτήρες του έθνους; Ξέρω (και ξέρει) ότι αν δεν την είχαν βολέψει στη θεσούλα, ο ενθουσιασμός της θα ήταν μισός, αν όχι ανύπαρκτος. Ότι το μένος της είναι στρεψόδικο, κι εν πάση περιπτώσει γεμίζει κι αυτή με υποκριτικά λογύδρια τον δημόσιο διάλογο – όπως κι άλλοι. Όπως (σχεδόν) όλοι.
Τι μ’ έκανε, λοιπόν, να τη δικαιολογήσω;
Έλα ντε! Ας πούμε, η καμπούρα της ηλικίας μου. Η γνώση ότι κάπου εδώ έχουμε ξανάρθει. Κι ότι δεν θέλω να είμαι ένας ακόμη από τους εκατομμύρια εισαγγελείς που ξεφυτρώσανε σαν μολόχες στο Facebook. Όλοι βρίζουν! Βρίζουν, ηθικολογούν, δικάζουν, αποκεφαλίζουν. Κάθε λεπτό, ποτάμια αίματος βάφουν τις φλώρικες ποδιές. Τις άσπιλες και ανεπίληπτες ποδιές. Εκατομμύρια αγγελικοί εισαγγελείς, με δέρμα κερένιας κούκλας, στο χρώμα της καρμπονάρας, σφίγγουν το φραγγέλιο στα μέτωπα των κακομοίρηδων που η φύση δεν τους έκανε γλωσσοκοπάνες ή απλώς δεν έχουν το θράσος να εγκαλούν το έθνος για τις ατιμίες που και οι ίδιοι διέπραξαν. 

Ο αλαζών του Ηθικού Πλεονεκτήματος φορτώνει από τον ίδιο του τον ενθουσιασμό σχεδόν αυτιστικά και στο τέλος «πιστεύει» και τη φτηνότερη παπάρα του, ακροβατώντας σαν ζόμπι με τα χέρια μπροστά, στην κόψη του νοήματος. Αυταπατάται με ηδονή, για να εξαπατήσει τους άλλους

Αλλά ας τα πάρω από την αρχή.
Μια φορά κι έναν καιρό, έβριζα κι εγώ.Έβριζα κυρίως τους συναδέλφους μου. Και νόμιζα ότι αυτό είναι καλό, διότι αποδεικνύει δια της εις άτοπον απαγωγής την ηθική μου ανωτερότητα. Μέχρι που ανακάλυψα ότι τα βρισίδια μου ήταν και κάτι ακόμη: Φθόνος! Κι ότι το Ηθικό Πλεονέκτημα το επικαλούνται κυρίως εκείνοι που θέλουν να το χρησιμοποιήσουν πρόστυχα. Δηλαδή, οι Υποκριτές. Είπα στον εαυτό μου: «Βούλωσ’ το, σκύψε το κεφάλι, δούλεψε. Αν φθονείς κάτι, μην το βρίζεις, αλλά φτάσε το. Αν είσαι ηθικός, μην αυτοδιαφημίζεσαι, άσε τον χρόνο να το δείξει, αν το δείξει».
Α, αυτό το Ηθικό Πλεονέκτημα! Έγινε ο φερετζές κάθε μοντέρνας υποκρισίας. Ένας κοινωνιολόγος, αν όχι φιλόσοφος, θα είχε να πει πολλά γι’ αυτό τον καινούργιο τύπο κεκρουσμένου, διχαστικού Έλληνα που έχει πεισθεί ότι μπορεί να κάνει και να λέει ό,τι θέλει, αρκεί να το ονομάζει αριστερό (ή φιλελεύθερο). Γνωρίζοντας πολύ καλά, στο βάθος του, ότι λέει ψέματα και υποκρίνεται.
Αυτός (ο υποκριτής του Ηθικού Πλεονεκτήματος) είναι ο αθλιότερος μεταξύ των αθλίων: διότι εξαπατώντας το πιο εκλεκτό κομμάτι της φύσης μας (την έλξη προς το Καλό), μας κάνει τελικά να αμφιβάλλουμε γι’ αυτό. Και το λερώνει. 

 
Όχι ότι είναι εύκολο να είσαι απολύτως ειλικρινής κι ακέραιος – το αντίθετο! Είναι ακατόρθωτο. Διαβάζω καμιά φορά παλιά άρθρα μου και φρικάρω από τις δικές μου στρεψοδικίες. Οι οποίες, εν μέρει, ήταν και προϊόν μιας ενθουσιαστικής ψευδαίσθησης. Διότι συμβαίνει κάτι ακόμη, creepy: ο αλαζών του Ηθικού Πλεονεκτήματος φορτώνει από τον ίδιο του τον ενθουσιασμό σχεδόν αυτιστικά και στο τέλος «πιστεύει» και τη φτηνότερη παπάρα του, ακροβατώντας σαν ζόμπι με τα χέρια μπροστά, στην κόψη του νοήματος. Αυταπατάται με ηδονή, για να εξαπατήσει τους άλλους.
Να το πάω πιο μακριά; ΟΛΟΙ είμαστε υποκριτές σε κάποια φάση, σε κάποια ζώνη της ζωής μας. Αλλιώτικα κρίνουμε μια φίλη που τρολάρει από έναν πρωθυπουργό. Στους φίλους μας δίνουμε έξτρα δικαιολογίες. Τους εχθρούς μας τους βρίζουμε πριν ανοίξουν το στόμα τους.
Διάβαζα προ καιρού ένα άρθρο, για το βιβλίο Γιατί όλοι (οι άλλοι) είναι υποκριτές, ενός καθηγητή του Princeton. Έλεγε, πάνω-κάτω, ότι η ανθρώπινη υποκρισία είναι απάλευτη, είναι εγγενές γνώρισμα της φύσης του εγκεφάλου. Υπάρχουν διαφορετικά εγκεφαλικά νεύρα που ενεργοποιούνται π.χ. στην απειλή της φωτιάς και διαφορετικά εγκεφαλικά νεύρα που ενεργοποιούνται όταν παίζεις με το παιδί σου. Αρκετές φορές, τα μεν είναι απροσπέλαστα από τα δε, με αποτέλεσμα ένας τρυφερός πατέρας να μην αποκλείεται, λίγο μετά, να βγει έξω και να δολοφονήσει έναν μετανάστη. Ο «Ιανός» του Καίσλερ.
Αν είναι όμως έτσι ―αν είναι στη φύση μας να υποκρινόμαστε όπου μάς βολεύει ή κινδυνεύουμε―  τότε γαία πυρί μιχθήτω; Τότε να αμοληθούνε τα σκυλιά στο Ίντερνετ, να διδάξουν Πασκάλ οι πουτάνες, να μιλήσουν για Τεχνη οι πρεζέμποροι, για Ηθικά Νικομάχεια τα λαμόγια; Να δεχτούμε ότι θα μας εγκαλούνε ηθικά οι πιο ανήθικοι; ότι θα μας κυβερνά ο μεγαλύτερος υποκριτής; 
Εδώ εισέρχεται στη σκηνή ο άνθρωπος.Δηλαδή ο Χαρακτήρας του. Ο Πολιτισμός του. Η σοφία της εμπειρίας του. Αν είναι δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο, να εξισωθούν αυτά που πιστεύουμε με αυτά που λέμε ή αυτά που λέμε με αυτά που κάνουμε, τότε ας προσπαθήσουμε να τα φέρουμε κοντά. Όσο γίνεται, όσο μπορούμε. Δύσκολο πολύ― όμως αυτή η δυσκολία ξεχωρίζει τους δεύτερους από τους πρώτους.
Στο μεταξύ, ας πάψουμε να κουνάμε το δάχτυλο, ενώ καταπίνουμε καμήλες. Ηθικά ανώτεροι γίνονται εκείνοι που πρωτίστως κρίνουν τις δικές τους ανεπάρκειες. Οι υπόλοιποι απλώς καλπάζουν πάνω στ’ άλογο, ευτυχισμένοι στην τύφλα τους.

Αυτός ήταν ο λόγος που «δικαιολόγησα» τη φίλη μου. Είναι στη φύση μας. Αλλά ας βοηθήσει λίγο κι αυτή τον εαυτό της! Tο άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

Τα «φαντάσματα» της Πάρνηθας.

 Το μυστικό καταφύγιο του δικτάτορα Παπαδόπουλου με τις «υπόγειες διαφυγές» και το εγκαταλελειμμένο Ξενία που κάποτε ήταν σανατόριο και το επισκέπτονται οι φίλοι του μεταφυσικού

 Ανήκουν στους σύγχρονους «αστικούς μύθους» γιατί χτίστηκαν με φιλόδοξα σχέδια και  κατέληξαν να είναι ερείπια. Τα εγκαταλελειμμένα κτίρια στην Πάρνηθα τραβούν το ενδιαφέρον τόσο για την ιστορία τους, όσο και για τη εποχή που εκπροσωπούν. Παράλληλα τροφοδοτούν ευφάνταστα σενάρια για φαντάσματα και δημιουργούν μυστήριο γύρω από την σημερινή εικόνα τους.

 Η κρυφή βίλα του Παπαδόπουλου Χτίστηκε στην εποχή της παντοδυναμίας του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου από το 1967 έως το 1973 μέσα στην καρδιά του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας με σκοπό να γίνει το ορεινό του εξοχικό.
 Αποτελούσε το τρίτο κατά σειρά σπίτι του δικτάτορα μετά την έπαυλη στο Λαγονήσι και την μονοκατοικία της οδού Αδριανού στο Ψυχικό.
 Η βίλα στο Λαγονήσι ήταν η αγαπημένη κατοικία του δικτάτορα, δώρο του μεγιστάνα Ωνάση. Βρισκόταν πάνω στην θάλασσα σε ένα ιδιόκτητο ακρωτήρι. 
Η Πάρνηθα που επέλεξε για εξοχικό, του προσέφερε απομόνωση, ασφάλεια και ορεινές διαδρομές. Εξάλλου ο ίδιος ήταν λάτρης του κυνηγιού. 
Η βίλα της Πάρνηθας ήταν απλησίαστη λόγω της στρατιωτικής φρουράς και του αποκλεισμού της περιοχής από κάθε πρόσβαση. Για πολλά χρόνια επικρατούσε μυστήριο γύρω από την ακριβή θέση και το μέγεθός της.
 Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι είχε χτιστεί σε δύο επίπεδα και ότι ήταν γύρω στα 400 τετραγωνικά. Η δαπάνη για την ανέγερση της βίλας έφτασε σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας Βραδυνή (1 Δεκεμβρίου 1973) στα 100 εκατομμύρια δραχμές. 
Το σπίτι εξοπλίστηκε από γνωστό οίκο επίπλων της εποχής. Όπως  διαβάζουμε «το φρούριον διαθέτει υπόγειες διαβάσεις με διαφυγές» και μη ορατό ελικοδρόμιο. 
 Επίσης πληροφορούμαστε ότι διέθετε «σύστημα ραντάρ με οθόνη ακριβέστατης εμβέλειας» που  μπορεί να καταγράφει τα πάντα σε απόσταση μέχρι 300 μέτρων. 
Το φωτορεπορτάζ του 1973 για το καταφύγιο του δικτάτορα στην Πάρνηθα. Τότε δεν κατάφεραν να το προσεγγίσουν από κοντά. Στο ισόγειο υπήρχαν οι χώροι υποδοχής, το γραφείο, η κουζίνα και οι βοηθητικοί χώροι, ενώ στον πάνω όροφο βρίσκονταν έξι υπνοδωμάτια. Τα ραντάρ και οι υπόλοιπες εγκαταστάσεις ήταν στο υπόγειο.
 Η φρουρά κατοικούσε σε ξεχωριστό χώρο , ενώ διπλές περιφράξεις εμπόδιζαν οποιαδήποτε ανεπιθύμητη είσοδο.
 Τα χρόνια μετά την πτώση της χούντας το κτίριο  λεηλατήθηκε. Σε κοντινή απόσταση μπορεί κανείς να διακρίνει τα υπολείμματα του στρατώνα της φρουράς και το ελικοδρόμιο.
 Η καταστροφική φωτιά του 2007 έκαψε όλο το δάσος τριγύρω του. Το σημείο είναι προσβάσιμο σε πεζοπόρους και ποδηλάτες. 
Το Ξενία- φάντασμα στην Πάρνηθα Κοντά στην βίλα Παπαδόπουλου υπάρχει ίσως το διασημότερο «αστικό φάντασμα» της Αττικής. Λειτούργησε αρχικά ως σανατόριο από το 1914 ως παράρτημα του νοσοκομείου Ευαγγελισμός. Εκεί νοσηλεύτηκε ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος. Το κτίριο που σώζεται ως σήμερα χτίστηκε το 1935.
 Το 1961 η φυματίωση αντιμετωπίστηκε με αντιβιοτικά και τα σανατόρια έπαψαν να έχουν λόγο ύπαρξης. Έτσι, αποφασίστηκε η μετατροπή του κτιρίου σε Ξενία, στο πλαίσιο της ανέγερσης παρόμοιων ξενοδοχείων ανά την Ελλάδα, και αγοράστηκε από τον ΕΟΤ. Όμως η γειτνίασή του με το επίσης νεότευκτο Μον Παρνές, η έλλειψη θέας προς την Αττική και η προβληματική πρόσβαση το οδήγησαν σε εμπορική αποτυχία και ο ΕΟΤ αποφάσισε να στεγάσει εκεί την Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων. Αλλά και αυτή έκλεισε το 1980. Τη συνέχεια μπορεί κανείς να τη μαντέψει: εγκατάλειψη, λεηλασία, απόλυτο ξεγύμνωμα μέχρι να μείνουν μόνο οι τοίχοι. Οι φήμες και οι διαδόσεις για φαντάσματα και μεταφυσικές παρουσίες απλώς προσθέτουν μυστήριο στον μύθο του. Δεν υπάρχει καμία περίφραξη σε κανένα του σημείο. … 

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/ta-fantasmata-tis-parnithas-to-mistiko-