Παραπέμπει σε τύπους μιας άλλης γενιάς Αμερικανών, παλιότερης από τη δική του.
Σε κείνους που έκαναν τις ΗΠΑ υπερδύναμη και ξεχώρισαν με τα επιτεύγματά τους στις τέχνες, τα γράμματα και στις επιχειρήσεις. Εργοστασιάρχες που έφτιαχναν τα πράγματα έτσι που να μη χαλάνε ποτέ. Δημοσιογράφους μαχητικούς που δεν υπολόγιζαν κόστος μπροστά στην αποκάλυψη της αλήθειας. Πολιτικούς που έδωσαν κοινωνικούς αγώνες και θυσίασαν ακόμα και τη ζωή τους.Επιστήμονες που ήταν προσηλωμένοι σε αρχές και αξίες. Καλλιτέχνες που σε μάγευαν με τη μουσική τους ή με τη σκηνική τους παρουσία στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Απλοί εργαζόμενοι σε κάθε τομέα που δούλευαν σκληρά κι έντιμα. Που είχαν για μεγαλύτερο έπαινο ο ένας για τον άλλο το «καλός επαγγελματίας». Που το πρώτο που έλεγαν, όταν ήθελαν να διαμαρτυρηθούν για κάτι απέναντι σε κάθε είδους δημόσιο λειτουργό, ήταν το περιβόητο «εγώ πληρώνω τους φόρους μου».
Αρκετοί ήταν αυτοί οι Αμερικανοί στην εποχή τής –καλώς εννοούμενης– αθωότητας του αμερικανικού ονείρου. Είχε κι έχει πολύ σκοτάδι η Αμερική. Αλλά έχει και φως.
Μόνο που παλιότερα το φως που εξέπεμπε ήταν περισσότερο από ό,τι σήμερα. Τότε, βέβαια, τα περισσότερα κολέγια και τα πανεπιστήμια των ΗΠΑ είχαν ισχυρά τμήματα Κλασικών Σπουδών. Κάτι που δεν ισχύει πια…Εκείνο το όμορφο κομμάτι της παλιάς Αμερικής χρειάζεται ο κόσμος. Εκείνο που ξεχώριζε καθαρά μέσα στο μυαλό του το καλό από το κακό, και που έλεγε τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη. Που είχε να δώσει αυθεντικό ήθος και μαγκιά, κι όχι αποστειρωμένες ανοησίες και υποκρισίες «πολιτικής ορθότητας». Που ήξερε να ξεχωρίσει το δίκαιο και το σωστό από το συμφεροντολογισμό. Αυτό το κομμάτι της Αμερικής δεν μπόρεσε ποτέ να πάρει το πάνω χέρι στα πράγματα. Υπήρξε όμως κι αγωνίστηκε, το πάλεψε σκληρά κι ενέπνευσε. Άραγε υπάρχει και σήμερα;
Στο πλαίσιο αυτό, νομίζω πως η ομιλία που έδωσε ο απερχόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ στην Αθήνα είναι πραγματικά βαρυσήμαντη.
Σε πολλά από αυτά που είπε συμφωνώ. Κάποια άλλα τα αντιμετωπίζω με σκεπτικισμό. Ανεξάρτητα από αυτό, όμως, δεν μπορεί να παραγνωρίσει κανείς την προσπάθεια που κάνει ένας κορυφαίος και πανίσχυρος πολιτικός να ανοίξει έναν ουσιαστικό διάλογο για τη δημοκρατία και την ποιότητά της στην εποχή μας.Σπανίζουν οι πολιτικοί αυτού του επιπέδου στις μέρες μας, που από τη θέση τους ανοίγουν μια κουβέντα που φέρνει τη φιλοσοφική αναζήτηση στο επίκεντρο της πολιτικής πράξης. Όπως ακριβώς έγινε με τους σπουδαίους φιλοσόφους μας στην Αρχαιότητα. Εμβληματική και πάντα επίκαιρη παραμένει, άλλωστε, η πρόταση του Πλάτωνα:
«Όταν οι φιλόσοφοι βασιλέψουν και οι βασιλιάδες φιλοσοφήσουν, μόνο τότε θα ευτυχήσουν οι λαοί».
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, ένας από τους καλύτερα πληροφορημένους ανθρώπους στον πλανήτη, έκρινε πως είναι ανάγκη να ανοίξει τώρα ένας διεθνής διάλογος για τη δημοκρατία και την ποιότητά της. Η κίνηση αυτή ούτε τυχαία είναι, ούτε πρέπει να υποτιμηθεί.Ο λεγόμενος και «πλανητάρχης» έκρινε πως ο αυτονόητος τρόπος για να ξεκινήσει η ανταλλαγή αυτή των ιδεών, των απόψεων και της γόνιμης κριτικής, είναι πρώτα-πρώτα η επιστροφή στις ρίζες μας. Στην αρχαία Ελλάδα – εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν όλα. Αυτή είναι η μόνη ορθολογική βάση και αφετηρία της συζήτησης. Ο κοινός τόπος που είναι απαραίτητος για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε.Έτσι ξεκίνησα κι εγώ την αρθρογραφία μου εδώ κι έναν περίπου χρόνο στις στήλες του δυναμικού pontos-news.gr. Από την πολλή την αγωνία μου ως «πολίτης», που σύμφωνα με αυτό που είπε ο πρόεδρος Ομπάμα, είναι το πιο υψηλό αξίωμα μέσα σε μια δημοκρατία.
Μπορεί να μην έχουμε την πρόσβαση που έχει ο «πλανητάρχης» στην πληροφορία, αλλά κάτι καταλαβαίνουμε κι εμείς ως Έλληνες, Ίωνες-Πόντιοι, με τη βοήθεια του Θεού.
Στο πρώτο άρθρο μου με τίτλο «Σαν “παλιόψαθα των εθνών”» έγραψα: «η δημοκρατία με τις όποιες ατέλειές της είναι ο καλύτερος δυνατός τρόπος για να κυβερνιούνται τα έθνη σήμερα, ώστε να απολαμβάνει η υφήλιος την ελευθερία και την ειρήνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αν δεν ενηλικιωθεί, δεν ωριμάσει, δεν προοδεύσει, δεν τελειοποιηθεί η δημοκρατία στις μέρες μας, πολύ φοβάμαι πως η κριτική για τις ατέλειές της θα κάνει τον κόσμο μας να διολισθήσει σε ολοκληρωτικές λογικές και πρακτικές. Η αδυναμία του ελληνισμού να βγει για ακόμα μια φορά μπροστά στην ανθρώπινη διανόηση και να οδηγήσει τη δημοκρατία στη θεωρία και στην πράξη της, στο επόμενό της βήμα έχει και θα έχει ακόμα πιο δραματικές συνέπειες σε βάθος χρόνου».Στα πέντε πρώτα άρθρα μου λοιπόν, εδώ κι έναν χρόνο, κατέθεσα την προσωπική μου άποψή για το μείζον ζήτημα που ανοίγει ο πρόεδρος Ομπάμα. Εύχομαι και η πατρίδα μου και οι ΗΠΑ να ανακαλύψουν ξανά τη γνήσια ταυτότητά τους και τον καλό τους τον εαυτό, για να συμβάλλουν ουσιαστικά και με φιλότιμο στο διάλογο για τη δημοκρατία.




Τα κάρα με τα οποία μετέφεραν τον καφέ οι αδελφοί Λουμίδη Μέχρι τότε τα νοικοκυριά και τα καφενεία αντιμετώπιζαν με δυσπιστία τα έτοιμα παρασκευάσματα και προτιμούσαν να καβουρδίζουν τον καφέ, χρησιμοποιώντας πρόχειρα σύνεργα της κουζίνας τους. Δηλαδή τηγάνια, κατσαρόλες αλλά και το λεγόμενο «γύφτικο μυλαράκι». Δοκιμάζοντας όμως το χαρμάνι των αδελφών Λουμίδη, συνειδητοποίησαν πως δεν υπήρχε πλέον λόγος να κοπιάζουν. Τα επαγγελματικά εργαλεία που επιστράτευσαν οι πρωτοπόροι επιχειρηματίες, παρήγαγαν καφέ άριστης ποιότητας σε σύντομο χρονικό διάστημα. Όταν η φήμη τους εξαπλώθηκε στον Πειραιά, άρχισαν να διανέμουν τον «ανόθευτο» ελληνικό καφέ τους με κάρα, προκειμένου να εξυπηρετήσουν όλους τους πελάτες τους. Από πού έμαθαν την τέχνη του καφέ Το 1910 οι αδελφοί Λουμίδη αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την γενέτειρά τους, για να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη. Μπορεί η Κάρυστος να προσέφερε μια καλής ποιότητας ζωή, αλλά οι ευκαιρίες για επαγγελματική εξέλιξη ήταν περιορισμένες. Ο Αντώνιος, ο Νίκος και ο Ιάσων ήρθαν στην Αθήνα, θέλοντας να ασχοληθούν με την επεξεργασία του καφέ. Έπιασαν δουλειά σε καφεκοπτείο προκειμένου να μάθουν τα μυστικά της δουλειάς. Δεδομένου ότι τα μέσα που χρησιμοποιούσαν εκείνη την εποχή ήταν πρωτόγονα, η παραγωγή μεγάλης ποσότητας καφέ ήταν αδύνατη. Ο χειροκίνητος μύλος βάρους 12 κιλών που λειτουργούσε με ξύλο και κάρβουνο, καθιστούσε το καβούρδισμα μια εξαιρετικά επίπονη διαδικασία. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα τρία αδέλφια απέκτησαν σημαντική πείρα στην επεξεργασία του καφέ. Έτσι, έπειτα από μερικά χρόνια άνοιξαν τη δική τους επιχείρηση και λάνσαραν ένα χαρμάνι με το όνομά τους, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία. Επέκταση των καταστημάτων Το 1923, τα τρία αδέλφια αποφάσισαν να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους στο χώρο του καφέ. Άνοιξαν δεύτερο κατάστημα στον Πειραιά, το οποίο θα λειτουργούσε αποκλειστικά ως καφεκοπτείο. Με αφορμή το νέο κατάστημα της οδού Τσαμαδού 5, αποφάσισαν να εκσυγχρονίσουν και τα μηχανήματά τους. Την ίδια εποχή καθιέρωσαν τον Παπαγάλο ως επίσημο σήμα και το χαρμάνι τους πήρε την ονομασία «Έτοιμος Καφές Λουμίδης Παπαγάλος».
Το καφενείο του Λουμίδη Λίγα χρόνια μετά άνοιξαν καφεκοπτείο στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου και Αιόλου, στη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Το 1938 άνοιξε το καφενείο του Λουμίδη στην οδό Σταδίου, δίπλα στο «Βιβλιοπωλείον της Εστίας». Εκεί, εκτός από τον ισόγειο χώρο, υπήρχε και το περίφημο «Πατάρι» που αποτελούσε για χρόνια χώρο συνάντησης λογοτεχνών, δημοσιογράφων και καλλιτεχνών. Μεταξύ των θαμώνων του υπήρξαν ο Βάρναλης, ο Βαλαωρίτης, ο Σινόπουλος, ο Σαχτούρης, ο Ελύτης, ο Γκάτσος και ο Χατζιδάκις. «Με το Νίκο Γκάτσο είχαμε στήσει το στρατηγείο μας καταμεσής της οδού Σταδίου, στο πατάρι του Λουμίδη. Εκεί κουβαλούσαμε τις καινούριες αγάπες μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Θέλω να πω, τις καινούριες ποιητικές συλλογές και τις καινούριες φιλενάδες μας», έγραφε ο Οδυσσέας Ελύτης στο έργο του «Το χρονικό μιας δεκαετίας». Τα τρία αδέρφια στην προσπάθεια τους να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό της εποχής, υιοθέτησαν το σλόγκαν «έκαστος εις το είδος του και ο Λουμίδης στους καφέδες».
Τη δεκαετία του ’70 ο Καφές Λουμίδη έχοντας ήδη κατακτήσει την ελληνική αγορά, έκανε την εμφάνιση του στην Ευρώπη και την Αμερική. Λίγα χρόνια αργότερα, η εταιρία Λουμίδης Παπαγάλος εντάχθηκε στην οικογένεια της Νεστλέ. … 




