Τα οφέλη της ρακής στον οργανισμό

ρακί

Όλα, αρχικά, τα λευκά αποστάγματα ονομάζονταν «ρακή» είτε προέρχονταν από την απόσταξη στεμφύλων σταφυλιού ή σύκων ή χαρουπιών ή μαστίχας ή κυδωνιών ή γλυκάνισου ή μάραθου.
Κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, οι Έλληνες μυήθηκαν στην τέχνη παραγωγής του τσίπουρου. Μιας και το κρασί ήταν απαγορευμένο από το Κοράνι έπρεπε να μεταποιηθεί για να τους επιτραπεί η κατανάλωσή του. Καθώς, οι Οθωμανοί δεν είχαν μεγάλη σχέση με την αμπελοκαλλιέργεια, το επάγγελμα σύντομα ελληνοκρατήθηκε και οι Έλληνες ρακιτζήδες, μαζί με τους αρωματοποιούς, αποτέλεσαν μια προνομιούχο κοινωνική τάξη.Μετά την Μικρασιατική Kαταστροφή, οι ρακιτζήδες πρόσφυγες πια, αναζήτησαν μια νέα ευκαιρία για δουλειά και επιβίωση στον ελλαδικό χώρο κι έτσι η τέχνη τους άρχισε να εξαπλώνεται και στην παλαιά Ελλάδα.Σήμερα, οι όροι η «ρακή» ή το «ρακί» και «ρακιτζής» δεν χρησιμοποιούνται πια επισήμως, παρόλο που σε πολλά μέρη ο όρος επιζεί, κυρίως, για τα προϊόντα ντόπιας παραγωγής.Ρακή, τσίπουρο και τσικουδιά είναι ακριβώς το ίδιο πράμα. Τσίπουρο ή τσικουδιά είναι το υγρό που βγαίνει από την απόσταξη των σταφυλιών. Το τσίπουρο μπορεί να αρωματίζεται με μάραθο ή γλυκάνισο. Πολύ καλής ποιότητας τσικουδιά παράγεται, σήμερα, σε πολλά μέρη της Ελλάδας.Το μυστήριο της απόσταξης της τσικουδιάς…Οι ρίζες της απόσταξης βρίσκονται στην αρχαία Ελλάδα. Υπάρχουν ενδείξεις ότι γινόταν απόσταξη στη Μεσομινωϊκή Περίοδο 1.900 π.Χ.-1700π.Χ. και ο άμβυκας είναι σίγουρα ελληνική εφεύρεση.
Στη σύγχρονη ιστορία ξεκίνησε από το Άγιον Όρος και διαδόθηκε σε όλη την τουρκοκρατούμενη ανατολή. Το 1988, η τσικουδιά παράγεται μόνο από καζανάρηδες που έχουν στην κατοχή τους άμβυκες από την τουρκοκρατία. Τα καζάνια χρησιμοποιούνται από τα τέλη Οκτωβρίου μέχρι τον Ιανουάριο, οπότε όλο το χωριό αποστάζει την τσικουδιά του για όλο τον χρόνο στα λίγα καζάνια του χωριού.Το παραδοσιακό αλκοολούχο ποτό της Κρήτης είναι η τσικουδιά ή ρακή όπως έχει παραμείνει από την τούρκικη ονομασία της από το 1989.Η απόσταξη της τσικουδιάς, παραδοσιακά γίνεται σε μεγάλα καζάνια (αποστακτήρες) σε οργανωμένους χώρους, με τραπέζια, πάγκους και νεροχύτη.Ο άμβυκας κάνει μόνος του τη δουλειά σταγόνα σταγόνα. Κάθε τόσο, ο καζανάρης παίρνει ένα ποτηράκι τσικουδιά, το πετάει μέσα στη φωτιά να δει αν έχει ακόμα οινόπνευμα ή όχι και πότε θα τελειώσει η καζανιά για να βάλει μία άλλη.Εν τω μεταξύ, μαζεύονται φίλοι και γνωστοί, συμβάλλουν, συμμετέχουν, γίνονται μία ομάδα χωρίς συννενόηση. Γιατί όπου βλέπουν καπνό ξέρουν τι συμβαίνει, ξέρουν πού είναι τα καζάνια και μαζεύονται. Και δεν έρχονται με άδεια χέρια, κουβαλούν πράγματα και στήνεται μια γαστρονομική πανδαισία.Αυτό είναι το ενδιαφέρον στην απόσταξη της τσικουδιάς και όχι ο άμβυκας, αλλά οι άνθρωποι γύρω από το καζάνι και οι κουβέντες τους στο τραπέζι. Λέγονται τόσο ωραία πράγματα, για τα οικονομικά, τα κοινωνικά και τα φιλικά. Και όλα λύνονται με ένα χαμόγελο.Και ξαφνικά, έρχεται μία λύρα, έπειτα ένας αυλός και αρχίζουν οι μαντινάδες και μετά τα ριζίτικα…
”Βάλ’ του μία να πιει” Μια μεγάλη αγκαλιά που συνοδεύεται από μία τσικουδιά.Τα συνοδευτικά της τσικουδιάςΟφτή πατάτα, χλωρά κουκιά, κεφτέδες, μυζηθροπιτάκια, χοχλιοί, τσακιστές ελιές, μικρές κρητικές ελιές, ντολμαδάκια, ψητά μανιτάρια, βραστοί βολβοί, καυτερές κόκκινες πιπερίτσες, σύγκλινο, καπνιστά λουκάνικα, παστά μεζεδάκια, καπνιστά ψαρικά, αλλά και ξηροί καρποί όλων των ειδων, φιστίκια Κρήτης (αράπικα), αλατισμένα ή ανάλατα, αλλά και σφακιανά παξιμάδια που έχουν γλυκάνισο και άλλα παξιμάδια και κριτσίνια και κουλούρι Θεσσαλονίκης. To παραδοσιακό ποτό της Κρήτης, πάντως πάει παρέα με γευστικούς μεζέδες.Τα οφέλη της τσικουδιάς στην υγείαΤα λευκά αποστάγματα, σε μικρές δόσεις, (1-2 ποτηράκια) παρέχουν οφέλη στην υγεία. Το τσίπουρο (χωρίς γλυκάνισο) θεωρείται εξαίρετο χωνευτικό. Επίσης, χάρη στην αλκοόλη που περιέχει, προκαλεί αγγειοδιαστολή και μείωση της πίεσης. Ακόμη, έχει αντιμικροβιακές ιδιότητες, γι’ αυτό, άλλωστε, και χρησιμοποιείται σε πολλά γιατροσόφια για το κρυολόγημα, τον πυρετό και τον πονοκέφαλο. Είναι, επίσης, κατάλληλο ποτό για όσους κάνουν δίαιτα. Τα λευκά αποστάγματα αλλάζουν την ισορροπία των λιπών στο αίμα αυξάνοντας την καρδιοπροστατευτική «καλή» (HDL) χοληστερόλη και μειώνοντας την «κακή» (LDL) χοληστερόλη, ενώ ελαττώνουν και την συγκολλητική ικανότητα των αιμοπεταλίων των μορίων του αίματος που είναι υπεύθυνα για τις θρομβώσεις.Επίσης, χρησιμοποιείται για εντριβές και καταπλάσματα σε κρύωμα ή πιάσιμο.
Τέλος, βοηθάει στην επικοινωνία των ανθρώπων…Καλύτερα να πίνεται κρύα και σε κρύα ρακοπότηρα από την κατάψυξηΟι συνιστώμενες δόσεις αλκοόλ είναι για τις γυναίκες μέχρι 20 γρ. και για τους άνδρες μέχρι 32 γρ αλκοόλη την ημέρα. Αυτό μεταφράζεται σε 75 ml οινοπνευματώδους ποτού 40% την ημέρα.
Βέβαια αυτό ισχύει για όλους εκείνους που δεν πάσχουν από επιληψία, παγκρεατική νόσο ή ηπατοπάθεια.

– See more at: http://www.ekriti.gr/ygeia/

Πόσοι ιερείς πληρώνονται από το Δημόσιο- ποιο είναι το κόστος ετησίως

Του Σωτήρη Μητραλέξη:  Επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Πόλεως, Κωνσταντινούπολη / Ερευνητικός Εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Winchester
Σε προηγούμενο σημείωμα  διαπιστώσαμε έστω εισαγωγικά λοιπόν όχι μόνον την πολυπλοκότητα του ζητήματος, αν συνυπολογιστεί το δυσήνιο ζήτημα της πρώην και νυν εκκλησιαστικής περιουσίας και της ελλιπούς εποπτείας που υφίσταται γι’ αυτήν, αλλά και την ασάφεια και προβληματική ενημερότητα του εκατέρωθεν εκπορευόμενου δημοσίου λόγου για το θέμα. Σε ένα τέτοιο εκατέρωθεν ασφυκτικό πλαίσιο, οφείλουμε αφ’ ότου εξετάσουμε λεπτομερώς το ζήτημα να καταθέσουμε κάποιες προτάσεις για το μέλλον της μισθοδοσίας του κλήρου.
Προσανατολιζόμαστε στην απαγκίστρωση της μισθοδοσίας του κλήρου ως απλώς μισθοδοσίας του δημοσίου, και στην συνάρτηση αυτής με τα εκκρεμή ζητήματα της εκκλησιαστικής περιουσίας και της αναποζημίωτης απαλλοτριώσεως αυτής. Δεδομένου ότι δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το μέλλον στις σχέσεις εκκλησίας-κράτους, δηλαδή το εάν τα χιλιάδες εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα θα συνεχίσουν να είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) ή αν κάποτε, σε ενδεχόμενο «σκληρού» χωρισμού, θα μεταβληθούν σε ιδιωτικού, θα καταθέσουμε μια πρόταση και για τα δύο ενδεχόμενα.
Στην πρώτη περίπτωση, θα έχουμε έναν εξορθολογισμό της καταστάσεως, ενώ για την δεύτερη περίπτωση προτείνουμε ένα κονκορδάτο στο μοτίβο συμφωνιών ανάμεσα στην εκκλησία και στο κράτος που έχουν γίνει σε σειρά ευρωπαϊκών κρατών. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, παύει κάθε μισθοδοσία των κληρικών από το κράτος, αλλά παράλληλα και ανεξάρτητα από αυτό δεσμεύεται το κράτος σε μια κατ’ έτος παροχής συγκεκριμένου ποσού στην εκκλησία κατ’ αναλογία απαλλοτριωθεισών αλλά μη αποζημιωθεισών εκτάσεων, ποσό το οποίο θα συναρτάται με τον κατ’ έτος πληθωρισμό και το οποίο θα μπορεί ακολούθως να μεταχειρίζεται η εκκλησία για τη μισθοδοσία του κλήρου.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει στη Γερμανία με το κατ’ έτος ποσό το οποίο αναφέραμε προηγουμένως, και αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από λίγα χρόνια η ευαγγελική εκκλησία ζήτησε να μην της καταβάλλεται αυτό το ποσό από το κράτος, αφού πλέον θα μπορούσε μόνη της να χειριστεί τα του οίκου της, αλλά το κράτος αρνήθηκε[1]. Και αρνήθηκε στη λογική ότι αυτό το ποσό αντιστοιχεί ακριβώς σε απαλλοτριωθείσες από το κράτος εκτάσεις, και ως εκ τούτου δε θα μπορούσε να διακόψει την κατ’ έτος παροχή του χωρίς να υποχρεούται σε ένα δυσβάστακτο εφ’ άπαξ ποσό, το οποίο δε μπορεί να παράσχει. Και ως εκ τούτου συνεχίζει εκουσίως την κατ’ έτος παροχή. Ας εξετάσουμε το ζήτημα με περισσότερες λεπτομέρειες: 
Περιουσία – Μισθοδοσία
Τα αριθμητικά δεδομένα σήμερα (Οκτώβριος 2016) έχουν ως εξής: μισθοδοτούνται από το Δημόσιο 10.238 ορθόδοξοι ιερείς και 100 Αρχιερείς (επαρχιούχοι Μητροπολίτες, τιτουλάριοι και σχολάζοντες Μητροπολίτες, βοηθοί Επίσκοποι, πρεσβύτεροι, διάκονοι, ιεροκήρυκες), που ανήκουν σε α. 82 Μητροπόλεις Εκκλησίας της Ελλάδος, β. Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης και 8 Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Κρήτης, γ. 5 Ιερές Μητροπόλεις Δωδεκανήσου) και εκκλησιαστικοί υπάλληλοι (υφίστανται 292 οργανικές θέσεις ιεροκηρύκων και περίπου 380 θέσεις λαϊκών υπαλλήλων Μητροπόλεων, που δεν είναι όλες καλυμμένες).

Όσον αφορά τη θρυλούμενη ικανότητα των φορέων της εν γένει «Εκκλησίας» (Ελλάδος, Κρήτης, Μητροπόλεων Δωδεκανήσου) να μισθοδοτήσουν αυτήν την στιγμή τους κληρικούς τους αφ’ εαυτών, το ετήσιο κόστος (μισθών – εισφορών) των (περίπου) 193.000.000 ευρώ (2016) αδυνατεί άμεσα και μεσοπρόθεσμα να το καλύψει η Εκκλησία της Ελλάδος (κεντρικός φορέας) και οι 82 Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και η Εκκλησία της Κρήτης και οι 5 Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου, όπως εξηγήσαμε προηγουμένως. Στο κόστος αυτό περιλαμβάνονται 100 Αρχιερείς και οι διάκονοι, εφημέριοι, ιεροκήρυκες και εκκλησιαστικοί υπάλληλοι των τριών Εκκλησιών (Ελλάδος, Κρήτης, Δωδεκανήσου). Αυτό συναρτάται όχι μόνο με την περιορισμένη ρευστότητα στα εκκλησιαστικά ταμεία, αλλά και με το ίδιο το είδος της εκκλησιαστικής περιουσίας και τη δυνατότητα αυτής να αξιοποιηθεί.


Ως προς τη σύνθεση της ακίνητης περιουσίας ειδικά της Εκκλησίας της Ελλάδος (η «Εκκλησία της Ελλάδος» ως κεντρικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, οι Μητροπόλεις, Μονές, Ενορίες, Ιδρύματα κ.λπ.) υφίσταται βασικά:
Α. εμπράγματη ιδιοκτησία, μη νομικά καταγεγραμμένη ή μη εντοπισμένη τοπογραφικά, με μεγάλα τμήματα της καταπατημένα από μακρού χρόνου, και


Β. τραπεζικές μετοχές–εξανεμισμένης αξίας και απόδοσης πλέον, ήδη από το 2008 λόγω της νομοθετικής απαγόρευσης λήψης μερίσματος και μετά τις αραιώσεις των συμμετοχών λόγω διαδοχικών αυξήσεων κεφαλαίου και πλέον λόγω της αναγκαστικής ανταλλαγής μετοχών – ανακεφαλαιοποίησης τραπεζών.

Διασπορά ακίνητης περιουσίας και αδυναμία ελέγχου – διαχείρισης: Το 1930 η περιουσία 152 Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος με μια σειρά προεδρικών διαταγμάτων της δεκαετίας του 1930 κατεγράφη σε πίνακες (με στοιχειώδη περιγραφή, θέση, εμβαδόν κ.λπ.) και χωρίσθηκε σε «διατηρούμενη» και «ρευστοποιητέα», που η διοίκησή της παραχωρήθηκε στον κρατικό Ο.Δ.Ε.Π. («Οργανισμό Διαχείρισης Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής Περιουσίας»)[2].
Κατά το διάστημα 1930 – 1988 το μοντέλο του κρατικού Ο.Δ.Ε.Π. για τη διοίκηση της περιουσίας των 152 Ιερών Μονών, που η ρευστοποιητέα περιουσία τους υπήχθη στον Ο.Δ.Ε.Π. μάλλον δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Η διαχείριση γινόταν κεντρικά (Αθήνα) ή τοπικά, με Τοπικά Συμβούλια του Ο.Δ.Ε.Π., τα οποία επικουρούσαν τα τοπικά υποκαταστήματα της Εθνικής Τράπεζας, η οποία ανέλαβε δυνάμει σύμβασης με τον Ο.Δ.Ε.Π. την καταγραφή, αποτίμηση και καταμέτρηση της ρευστοποιητέας μοναστηριακής περιουσίας[3]. Πολλές εκκλησιαστικές εκτάσεις του Ο.Δ.Ε.Π. αφέθηκαν εκτεθειμένες σε καταπατήσεις ή παραμένουν ως τώρα ανεντόπιστες[4]. 


Ο Ο.Δ.Ε.Π. στόχευε κατά τον νομοθετημένο του σκοπό στη ρευστοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και στην αγορά μετοχών της Εθνικής Τράπεζας κυρίως, καθώς και άλλων τραπεζών από το προϊόν των εκποιήσεων της μοναστηριακής περιουσίας. Αποτελούσε δηλαδή ένα χρηματοδοτικό εργαλείο του Κράτους προς όφελος της Εθνικής Τράπεζας, και έτσι προέκυψε μία αξιόλογη συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος (η Εκκλησία της Ελλάδος το 1998 κατείχε το 1,75% και τις 30.9.2014 κατείχε το 0,3% μαζί με κληροδοτήματα, ιδρύματα, νοσοκομεία), η οποία πλέον απαξιώθηκε και απομειώθηκε. 


Συναφείς αντικειμενικές αδυναμίες προέκυψαν μέχρι σήμερα και στο ισχύον (από το 1988) μοντέλο διαχείρισης της (δασικής, αγροτικής και αστικής) ακίνητης περιουσίας, η οποία απέμεινε στον Ο.Δ.Ε.Π., και η οποία, μετά την κατάργηση του Ο.Δ.Ε.Π., περιήλθε στην Εκκλησία της Ελλάδος (κεντρικό Ν.Π.Δ.Δ.), και διοικείται πλέον μέσω της Ε.Κ.Υ.Ο. («Εκκλησιαστική Κεντρική Υπηρεσίας Οικονομικών» της Εκκλησίας της Ελλάδος). 


Τουλάχιστον το ελληνικό Δημόσιο, που αντιμετωπίζει παραπλήσια προβλήματα διαχείρισης της ακίνητης περιουσίας του, διατηρεί κατά τόπους στοιχειώδεις δομές εποπτείας (κτηματικές υπηρεσίες, δασαρχεία, λιμενικά ταμεία), τα οποία έχουν και τα απαραίτητα νομικά όπλα άμεσης αποβολής των καταπατητών (πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής κλπ.). Αντίθετα, η Εκκλησία της Ελλάδος στερούμενη ανάλογων «προνομίων», αν και νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, λειτουργεί σαν ιδιώτης σε περίπτωση καταπάτησης: οφείλει να ασκήσει αγωγή ή ζητήσει ασφαλιστικά μέτρα και να ακολουθήσει την μακρά οδό της ελληνικής δικαιοσύνης. 


Η Εκκλησία της Ελλάδος, της Κρήτης και οι Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου μέχρι σήμερα δεν έχουν


α) ολοκληρωμένο εκκλησιαστικό κτηματολόγιο. Ειδικά η Εκκλησία της Ελλάδος έχει ψηφιοποιήσει το αρχείο της, αλλά δεν έχει ολοκληρώσει την καταγραφή – ανάλυση της νομικής πληροφορίας (έλεγχο ή δημιουργία τίτλων, όπου επιτρέπεται) και την τοπογράφηση των ακινήτων των 152 Ιερών Μονών, τα οποία παρέλαβε από τον Ο.Δ.Ε.Π., 


β) (ειδικά η Εκκλησία της Ελλάδος) αποτελεσματικό περιφερειακό σύστημα προστασίας από καταπατήσεις και διαχείρισης των ανά την επικράτεια ακινήτων τους[5], 

γ) ανθρώπινο δυναμικό και οργανωτική λογική κατάλληλη για αποτελεσματική αξιοποίηση περιουσίας με κριτήρια ιδιωτικής οικονομίας. 


Το μόνο νομοθετημένο προνόμιο της ακίνητης μοναστηριακής περιουσίας, η απαγόρευση χρησικτησίας από τρίτους, στην πραγματικότητα έχει οδηγήσει σε εφησυχασμό, με αποτέλεσμα τη δημιουργία από μακρού χρόνου τετελεσμένων καταστάσεων χωρίς ρεαλιστική διέξοδο (π.χ. δύο και τρεις γενιές καταπατητών με οικοδομές σε εκκλησιαστικές εκτάσεις). 


Βασικό έσοδο των νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος, της Κρήτης και της Δωδεκανήσου είναι τα μισθώματα από τη διαχείριση ακινήτων τους -που φυσικά εντάσσονται στη γενικά αρνητική εικόνα, που εμφανίζει τα τελευταία χρόνια ο χώρος των ακινήτων
 

Περιγράψαμε προηγουμένως (και θα επανέλθουμε εν συνεχεία) τη χαώδη νομοθετική κατάσταση σχετικά με την μισθοδοσία των κληρικών, η οποία εν τέλει αποδεικνύεται πλημμελώς νομοθετημένη. Ως συνεισφορά στο κομμάτι αυτό της συζήτησης για τις σχέσεις (ή τον χωρισμό, ανάλογα με την οπτική κάθε πλευράς) Εκκλησίας – Κράτους, το οποίο αναφέρεται στο ζήτημα της μισθοδοσίας, θα προχωρήσουμε στο σχεδίασμα δύο προτάσεων -με την πρώτη να συνεπάγεται την (επιτέλους «νοικοκυρεμένη») μισθοδοσία του κλήρου από το Κράτος με οικονομική συμμετοχή της Εκκλησίας, και την δεύτερη να αίρει πλήρως την μισθοδοσία των κληρικών από το Κράτος, με παράλληλο «κονκορδάτο»[7] (συμφωνία αφηρημένης αποζημίωσης) σχετικά με την ήδη απαλλοτριωθείσα περιουσία. 


Είναι προφανές ότι αυτές οι προτάσεις δε θα μπορούσαν να ληφθούν υπό τη μορφή του… salad bar, δηλαδή επιλέγοντας μόνον όσα κομμάτια τους αφαιρούν από την Εκκλησία και αγνοώντας τα κομμάτια που αποτελούν αντιστάθμισμα των αφαιρουμένων ή τούμπαλιν∙ νοούνται μόνον στην ολοκληρία τους. 
Πρώτη πρόταση (συγκεκριμένη αποζημίωση – συμμετοχή της Εκκλησίας)

Η πρώτη πρόταση περιλαμβάνει τον νομικό, οικονομικό, αλλά και πρακτικό εξορθολογισμό του ζητήματος της μισθοδοσίας του κλήρου. Στόχος είναι:
(α) η νομοθετική δέσμευση του Δημοσίου για μισθοδοσία 10.500 οργανικών θέσεων κληρικών για την Εκκλησία της Ελλάδος, της Κρήτης και της Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου, με τους πλέον του αριθμού αυτού κληρικούς να μισθοδοτούνται από την οικεία Ιερά Μητρόπολη, στην οποία ανήκουν ή/και από την Εκκλησία της Ελλάδος ή της Κρήτης ή το Οικ. Πατριαρχείο (για τη Δωδεκάνησο). 
(β) η συμμετοχή της Εκκλησίας στη δαπάνη της μισθοδοσίας μέσα από ένα χρονοδιάγραμμα απόδοσης, αξιοποίησης της εκκλησιαστικής περιουσίας και επίτευξης συγκεκριμένων οικονομικών στόχων. Ως προς το (α): Ούτως ή άλλως, αυτήν την περίοδο της δημοσιονομικής εποπτείας ο νόμος 3833/2010 έχει θεσπίσει αναλογία 1 προς 5 αποχωρήσεις/διορισμοί με έξοδα του Κράτους
Στην πράξη έχουν περιορισθεί οι χειροτονίες κληρικών, λόγω του παραπάνω περιορισμού της ανάληψης της μισθοδοσίας από το Κράτος. Επιπλέον, όσοι νέοι κληρικοί χειροτονούνται, παραμένουν χωρίς μισθό από το Δημόσιο και, εάν έχουν, εξακολουθούν το επάγγελμα, που είχαν πριν την χειροτονία τους για να ζήσουν είτε λαμβάνουν κάποιο συμβολικό επίδομα από Ταμεία Αλληλοβοηθείας κληρικών, σε όσες Μητροπόλεις έχουν συσταθεί τέτοια ταμεία (σε 3-4 από τις 82 Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος).
Συνεπώς, η παραπάνω νομοθετική ρύθμιση πρέπει να έχει δύο φάσεις, παρόν στάδιο και επόμενο, καθώς έχει νόημα και εφαρμογή μόνο μετά την λήξη του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής και της άρσης του μνημονιακού περιορισμού διορισμών.
 Α. Επαναλαμβάνουμε το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο: 1. μέχρι σήμερα ο νόμος 536/1945: 1) έκανε λόγο για ενίσχυση από το Κράτος της μισθοδοσίας του κλήρου από ειδικό λογαριασμό, 2) θέσπισε 6.000 οργανικές θέσεις κληρικών για όλη την Ελλάδα (αν και το 1945 υπηρετούσαν 7.151 κληρικοί), 3) προέβλεπε ότι η Εκκλησία συμβάλλει στην μισθοδοσία του κλήρου με «εισφορά» ποσοστού 25% και (από το 1968) ποσοστού 35% από τα έσοδα των Ναών και οι ορθόδοξες οικογένειες συμβάλλουν με ετήσια «ενοριακή εισφορά» στα δημόσια ταμεία (καταργήθηκε το 1962). 2. η «εισφορά» των Ναών ίσχυσε από την 1/10/1945 μέχρι την 28/1/2004.
Η Κυβέρνηση Σημίτη κατήργησε την «εισφορά» (νόμος 3220/2004). Συνεπώς, η μισθοδοσία του κλήρου άρχισε να επιβαρύνει αποκλειστικά το Κράτος (χωρίς συνεισφορά της Εκκλησίας) μετά την 28.1.2004. 3. ο νόμος 4111/2013 (επί υπουργίας Διαμαντοπούλου), χωρίς να λύσει το θέμα της διαφοράς μεταξύ των οργανικών θέσεων και των πράγματι υπηρετούντων και μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο κληρικών όρισε ότι όσοι κληρικοί πληρώνονταν μέχρι τότε εξακολουθούν να αμείβονται, όχι από «ειδικό λογαριασμό» εκτός προϋπολογισμού, αλλά από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας. Είναι μια καθαρά δημοσιονομική ρύθμιση για την ορθή απεικόνιση των κρατικών λογαριασμών. 
Παρέλειψε συνειδητά να λύσει το θέμα σχετικά με τον αριθμό κληρικών, που δεσμεύεται να μισθοδοτεί και ασφαλίζει το Δημόσιο. Εξάλλου η εγγύηση της ύπαρξης πιστώσεων για καθορισμένο αριθμό κληρικών ήταν ανέφικτη, ενόσω ισχύουν οι μνημονιακές δεσμεύσεις της χώρας για τον δραστικό περιορισμό των διορισμών (άρθρα 10-11 νόμου 3833/2010). 
Β. Περιεχόμενο πρότασης:

1. να τεθούν βασικές αρχές: α) το πόσες οργανικές θέσεις κληρικών επιθυμεί να έχει η Εκκλησία της Ελλάδος είναι εσωτερικό της ζήτημα, απόκειται στην θρησκευτική της ελευθερία και αυτονομία κατά τα άρθρα 13 του Συντάγματος, 9 και 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Επομένως ο ορισμός 6.000 οργανικών θέσεων με κρατικό νόμο (αναγκαστικό νόμο 536/1945) απεικονίζει ένα ξεπερασμένο πολιτειοκρατικό πλαίσιο σχέσεων Κράτους και ορθόδοξης Εκκλησίας. Είναι δικαίωμα της Εκκλησίας να προσδιορίσει τις ανάγκες της σε οργανικές θέσεις κληρικών. 2. Το Δημόσιο όμως δεν δεσμεύεται ότι θα πληρώνει όσους κληρικούς χειροτονεί η Εκκλησία και θα τους τοποθετεί στις οργανικές θέσεις, που η ίδια συστήνει. Το πόσες από τις οργανικές θέσεις της Εκκλησίας θα μισθοδοτεί το Δημόσιο συναρτάται : i) με το μέγεθος της εκκλησιαστικής περιουσίας, που έλαβε το Δημόσιο λόγω δωρεάς/ή με απαλλοτριώσεις χωρίς αποζημίωση ή με αναγκαστικές εξαγορές (με μειωμένες αξίες) από την Εκκλησία (1833-1834, 1909, 1922, 1930, 1952 -προϋποτίθεται καταγραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας, η οποία είναι αναγκαία και μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει, βλ. κατωτέρω) και ii) τις δημοσιονομικές δυνατότητες του Κράτους. Κατά συνέπεια η κρατική μισθοδοσία συναρτάται με την εκκλησιαστική περιουσία, που κατέχει το Δημόσιο[8], και δεν επικαθορίζεται, ως συνέπεια, της συνταγματικής περιγραφής του Κράτους ως «θρησκευόμενου» ή ουδετερόθρησκου (κοσμικού ή λαϊκού). Ως προς το (β): 
Πώς θα συνεισφέρει η Εκκλησία:

1. Η Εκκλησία της Ελλάδος θα μπορούσε να κληθεί να δεχθεί επαναφορά της ειδικής «εισφοράς» του 35% από τα έσοδα των Ναών(που ίσχυσε από 1945 μέχρι 2004)∙ ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο συζήτησης. 2. Μπορεί να ορισθεί ότι ο φόρος εισοδήματος (για τους φορείς της Εκκλησίας της Ελλάδος θεσπίσθηκε με τον νόμο 3842/2010) ή ο ΕΝΦΙΑ (όπως είπαμε, μόνο οι φορείς της Εκκλησίας της Ελλάδος, χωρίς την Κρήτη – Δωδεκάνησο, πληρώνουν συνολικά περίπου 10.000.000 ευρώ) θα διατίθενται για την κάλυψη της μισθοδοσίας. 
3. Με την καταγραφή και εκκαθάριση εκκρεμοτήτων (Α), προστασία (Β) και αξιοποίηση – αύξηση αποδοτικότητας εκκλησιαστικής περιουσίας (Γ):
Α. Απαιτείται η καταγραφή της περιελθούσας στο Κράτος και της παραμένουσας στην Εκκλησία περιουσίας[9] και η εκκαθάριση περιουσιακών εκκρεμοτήτων μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, που αποτελεί προϋπόθεση για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και ενδεχομένως την ανάληψη της μισθοδοσίας μέρους ή όλων των κληρικών σε μελλοντικό χρονικό σημείο από την Εκκλησία. Επομένως, μια συμφωνία Εκκλησίας και Πολιτείας μπορεί να έχει επιφύλαξη/όρο αναθεώρησής της, όταν προκύψει ένα συμφωνημένο σύνολο πορισμάτων για την καταγραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας, που δόθηκε στο Κράτος και της εναπομένουσας περιουσίας της Εκκλησίας, καθώς και των εκκρεμοτήτων, που αφορούν την εκκαθάριση των μέχρι σήμερα συμβάσεων Εκκλησίας και Πολιτείας ή δημεύσεων ή απαλλοτριώσεων εκκλησιαστικής περιουσίας. Πρόκειται για έργο σύνθετο, πλην όμως εφικτό, αν και ενίοτε όχι με απόλυτη ακρίβεια σε τοπογραφικό επίπεδο, λόγω των εκτεταμένων καταπατήσεων της εκκλησιαστικής περιουσίας, όπως και της δημόσιας περιουσίας, καθώς προϋποθέτει τόσο την συγκέντρωση της νομικής πληροφορίας (εξακρίβωση τίτλων και συμβάσεων μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας), όσο και την κτηματογράφηση των ακινήτων (τοπογράφηση).
 Στο πλαίσιο της καταγραφής οφείλει να εκδοθεί: 1) Ένα πόρισμα: ποια και πόσα είναι τα ακίνητα των εκατοντάδων Μονών, που διέλυσε το Κράτος (1833-1834) και δήμευσε τις περιουσίες τους και μια συμφωνία για την αποτίμηση της αξίας τους, εφόσον τα παρακρατεί το Δημόσιο. Ο νόμος 4301/2014 όρισε ότι οι περιουσίες αυτών των διαλελυμένων Μονών ανήκουν πλέον στις Ιερές Μητροπόλεις. Αυτό βεβαίως είναι μια εντελώς θεωρητική πρόβλεψη. Στην πράξη δεν υπάρχει καταγραφή και τοπογράφηση αυτών των ακινήτων. 
Επίσης, στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις, δεν υπάρχει καν δυνατότητα πραγματικής ανάκτησής τους -π.χ. το μείζον μέρος της πόλης του Πειραιά, που καταλαμβάνει την πειραϊκή χερσόνησο, είναι κτισμένο πάνω σε μετόχι (μοναστηριακό ακίνητο) της διαλελυμένης Μονής Αγίου Σπυρίδωνος, το μισό Κολωνάκι μέχρι τον Λυκαβηττό είναι κτισμένο πάνω σε μετόχι της Μονής Ασωμάτων Πετράκη, όλη η περιοχή από το Νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ και κατά μήκος των οδών Βασιλίσσης Σοφίας, Μεσογείων έως και το Νοσοκομείο «Γεννηματάς» είναι μετόχι της Μονής Ασωμάτων Πετράκη, σημαντικό τμήμα του Υμηττού ανήκε σε τρία μετόχια, της Μονής Αγίου Ιωάννη Κυνηγού, Μονής Καισαριανής και της Μονής Αστερίου κ.λπ.).
Σε όσα από τα ακίνητα αυτά έχουν δημιουργηθεί τετελεσμένες καταστάσεις, που αποκλείουν την ανάκτησή τους (π.χ. ρυμοτομία και ανέγερση οικισμών, πόλεων, χάραξη δρόμων κ.λπ.), να καθορισθεί η αξία τους και να συμφωνηθεί ότι παραμένουν ως «τράπεζα γης» στο Δημόσιο, για την αξία της οποίας και τα διαφυγόντα (για την Εκκλησία) έσοδα εκ της οποίας υποχρεούται στην κάλυψη της μισθοδοσίας του Κλήρου. 
2) ένα πόρισμα: i) ποια είναι τα συγκεκριμένα εκκλησιαστικά κτήματα που απαλλοτριώθηκαν μετά το 1909 χωρίς καταβολή αποζημίωσης[10] είτε για λόγους αγροτικής αποκατάστασης ακτημόνων ή μικρών καλλιεργητών[11] είτε μετά το 1922 για λόγους αποκατάστασης των προσφύγων[12] (πρόκειται μάλλον για εκατοντάδες χιλιάδες ή και άνω του εκατομμυρίου στρέμματα)[13] ή εκμισθώνονταν αναγκαστικά με ελάχιστο μίσθωμα από το Κράτος χωρίς την συμφωνία των Μονών[14] και ii) πόσα κτήματα, αν και δημεύθηκαν, δεν διατέθηκαν στους ακτήμονες και πρόσφυγες, iii) όσα δεν διατέθηκαν για τον σκοπό, που τα παραχώρησε η Εκκλησία, μπορεί να συμφωνηθεί να επιστραφούν στην Εκκλησία, εφόσον είναι ώριμα προς αξιοποίηση ή αλλιώς εάν δεν είναι ώριμα προς αξιοποίηση (εάν π.χ. έχουν μεσολαβήσει δεσμεύσεις τους λόγω ρυμοτομίας ή προστατευόμενες περιοχές NATURA) να καθορισθεί η αξία τους και να συμφωνηθεί ότι παραμένουν ως «τράπεζα γης» στο Δημόσιο, για την αξία της οποίας και τα διαφυγόντα (για την Εκκλησία) έσοδα εκ της οποίας υποχρεούται στην κάλυψη της μισθοδοσίας του Κλήρου. 
3) ένα πόρισμα: i) πόσα από τα 770.000 στρέμματα αγροτολιβαδικής γης των Μονών, που παραχωρήθηκαν από την Εκκλησία στο Κράτος (Σύμβαση 18/9/1952, ΦΕΚ Α΄ 289/1952) με υποχρεωτικά μειωμένη αποζημίωση στο 1/3 της αξίας τους (πράγμα, που επέβαλε το τότε Σύνταγμα του 1952) προς τον σκοπό αποκατάστασης ακτημόνων γεωργοκτηνοτρόφων μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, δόθηκαν τελικά στους ακτήμονες και πόσα και ποιά απέμειναν στο Κράτος. Εάν πρόκειται για ακίνητα, που δεν δόθηκαν από το Κράτος για τον σκοπό που αφαιρέθηκαν, αλλά παρακρατήθηκαν, τότε να αποδοθούν στην Εκκλησία, στο πλαίσιο απόδοσης περιουσιακών στοιχείων, προς τον σκοπό συμβολής της στην μισθοδοσία του Κλήρου. ii) πόσα από τα δημόσια αστικά ακίνητα, που η Σύμβαση της 18/9/1952 ανέφερε ότι παραδίδει το Κράτος στην Εκκλησία προς αποζημίωσή της, τελικά ήταν όντως δημόσια ακίνητα και αξιοποιήσιμα (προέκυψε εκ των υστέρων ότι η Σύμβαση προέβλεπε παράδοση δημοσίων ακινήτων, που τελικά δεν ανήκαν στο Κράτος ή δεν ήταν αστικά και αξιοποιήσιμα, λόγω δασικών χαρακτηρισμών ή ρυμοτομικών δεσμεύσεων).
Εάν το Κράτος δεν επιθυμεί την επιστροφή των αδιάθετων εκκλησιαστικών ακινήτων στην Εκκλησία, καθώς και για όσα συμβατικώς παραχωρηθέντα ακίνητά του αποδείχθηκε ότι δεν ήταν δικά του ή αξιοποιήσιμα, να καθορισθεί η αξία τους και να συμφωνηθεί ότι παραμένουν ως «τράπεζα γης» στο Δημόσιο, για την αξία της οποίας και τα διαφυγόντα (για την Εκκλησία) έσοδα εκ της οποίας υποχρεούται στην κάλυψη της μισθοδοσίας του Κλήρου. 
4) ένα πόρισμα για την Σύμβαση Εκκλησίας – Πολιτείας της 11/5/1988 (κυρώθηκε με τον νόμο 1811/1988, ΦΕΚ Α΄ 231/1988): ως προς ποια ακίνητα μπορεί να εφαρμοσθεί πλέον αυτή η Σύμβαση. Η Σύμβαση προέβλεπε εν ολίγοις ότι για, όσα ακίνητα, νέμονται οι Μονές, και εφ’ όσον ελλείπουν τίτλοι ιδιοκτησίας τους επ΄ ονόματι των Ιερών Μονών (τα λεγόμενα «διακατεχόμενα ακίνητα»), συμφωνείται ότι παραχωρούνται στο Κράτος και το Κράτος θα καταβάλει για την ενίσχυση των Μονών ποσοστό 1% επί του συνολικού κονδυλίου του τακτικού προϋπολογισμού, το οποίο διατίθεται, δια του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, προς κάλυψη δαπανών για την Εκκλησία (μισθοδοσία αρχιερέων, ιεροκηρύκων, ιερέων, υπαλλήλων Μητροπόλεων, εκκλησιαστική εκπαίδευση κ.λπ.), δηλαδή ποσοστό 1% επιπλέον του εν λόγω κονδυλίου[15]. Προβλέπεται ότι το ως άνω ποσό θα κατανέμεται, με αποφάσεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, στις Μονές. 
Η Σύμβαση αυτή δεν έχει εκτελεσθεί μέχρι στιγμής. Πρόσφατα ο νομοθέτης (Ν. 4301/2014), αποδεχόμενος την νομολογία του Αρείου Πάγου, όρισε ότι τα προεδρικά διατάγματα της δεκαετίας του 1930, που αναγνώρισαν και διαίρεσαν την μοναστηριακή περιουσία «σε διατηρούμενη» και «ρευστοποιητέα», αποτελούν «τίτλους ιδιοκτησίας» των μοναστηριακών κτημάτων. Επομένως, η Σύμβαση μπορεί πλέον να εφαρμοσθεί μόνο για τα υπόλοιπα ακίνητα, τα οποία είναι εκτός πινάκων στα οικεία διατάγματα (οπότε κατέχονται από τις Μονές χωρίς «τίτλο ιδιοκτησίας»)[16]. Πρέπει: α) να προσδιορισθούν τα (υπό παραχώρηση στο Κράτος) διακατεχόμενα ακίνητα (τοπογράφηση, εκτίμηση αξίας), β) να αποφασισθεί -με νεώτερη συμφωνία- ή η τροποποίηση (συμπλήρωση) της Σύμβασης με συγκεκριμένους πίνακες ακινήτων και η αναθεώρηση των δεσμεύσεων του Κράτους με βάση νέα αποτίμηση της αξίας των διακατεχόμενων ακινήτων ή η (συμφωνημένη) καταγγελία της Σύμβασης. 
Β. Προστασία εκκλησιαστικής περιουσίας.

Νομοθέτηση αυξημένων και δραστικών μέσων προστασίας της εκκλησιαστικής περιουσίας, όμοιων με αυτά που έχει, ως νομικές δυνατότητες, το Ελλ. Δημόσιο (πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής καταπατητών, δυνατότητα καταγραφής των εκκλησιαστικών ακινήτων σε δημόσια βιβλία των Μητροπόλεων, Μονών κλπ.). 
Γ. Χρονοδιάγραμμα αξιοποίησης της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Πρόβλεψη συγκεκριμένων βημάτων με χρονικά καθορισμένους οικονομικούς στόχους για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και ειδικότερη συμφωνία για την σταδιακή αύξηση της συμμετοχής της Εκκλησίας στην μισθοδοσία του Κλήρου ανάλογα με την επίτευξη των παραπάνω στόχων. Φυσικά εδώ ανακύπτει ένα μείζον νομικό πρόβλημα, που προσπερνούσε μέχρι σήμερα ο νομοθέτης: όταν μιλούμε για επιστροφή ή αξιοποίηση εκκλησιαστικής περιουσίας, μιλούμε για την περιουσία των Ιερών Μονών, αυτή είναι η «ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας». Οι Μονές όμως είναι αυτοδιοίκητα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (8 από αυτές προσέφυγαν άλλωστε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ασχέτως εάν η Ιερά Σύνοδος κάλεσε τις Μονές να υπογράψουν την Σύμβαση του 1988 -κάποιες δεν το έκαναν, αφού είναι αυτοδιοίκητες). 
Θα δεχθούν οι ιδιοκτήτριες Μονές τα ακίνητά τους να αποτιμηθούν και να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο μίας συμφωνίας Κράτους και «Εκκλησίας» ως οικονομικό αντάλλαγμα για την μισθοδοσία του Κλήρου; Εδώ προκύπτει ένα εσωτερικό ζήτημα συνεννόησης των φορέων της Εκκλησίας (συμφωνίας Μονών με την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος ή της Κρήτης), το αποτέλεσμα της οποίας δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο, καθώς οι Μονές επί διακόσια χρόνια έχουν γίνει αντικείμενα δημεύσεως και γενικότερων αδικιών σε βάρος των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων τους, πολλές φορές δεχόμενες να θέσουν την υπογραφή τους με την υπόδειξη της Ιεράς Συνόδου σε συμφωνίες με το Κράτος, που εν τέλει και δεν εφαρμόσθηκαν και δεν απέδωσαν τίποτα στις Μονές, πολλές από τις οποίες δεν έχουν σήμερα στοιχειώδη μέσα επιβίωσης παρά την απόδοση σημαντικής ακίνητης ιδιοκτησίας τους στο Δημόσιο.
 Σύμφωνα με την πρώτη πρότασή μας λοιπόν, το Δημόσιο θα μπορούσε να δεσμευθεί νομοθετικά για την μισθοδοσία που αναφέραμε, με την οικονομική συνδρομή της Εκκλησίας δια των τρόπων που αναφέραμε. Και, μόνον αφ’ ης στιγμής λάβει χώρα ο εξορθολογισμός σχετικά με την κατάσταση της εκκλησιαστικής περιουσίας και η επιστροφή όσων πρέπει να επιστραφούν, καθώς και η απελευθέρωση προς εκμετάλλευση όσων πρέπει να απελευθερωθούν, θα μπορούσε να ανοίξει μια συζήτηση για την συμμετοχή, αν όχι και πλήρη ανάληψη της μισθοδοσίας από μιαν Εκκλησία, που θα έχει πλέον την δυνατότητα να το πράξει -δυνατότητα την οποία σήμερα ουδόλως έχει. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι το συντριπτικό μέρος της αστικής ακίνητης περιουσίας, που διοικεί σήμερα η Εκκλησία της Ελλάδος και θα μπορούσε θεωρητικά να αξιοποιηθεί, είναι δεσμευμένο με πλειάδα ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και βαρών από τους Ο.Τ.Α., που ούτε έχουν χρήματα για να ολοκληρώσουν τις απαλλοτριώσεις, ενώ το Κράτος είτε δεν τις αίρει (συχνά παρά την ύπαρξη αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων) είτε τις επανεπιβάλλει, κατά την συνήθη διοικητική πρακτική, με αποτέλεσμα τα ακίνητα να μην αξιοποιούνται. 
Δεύτερη πρόταση (αφηρημένη αποζημίωση με μορφή επιχορήγησης)

Η προηγούμενή μας πρόταση προσκρούει σε δύο ενδεχόμενα, στα οποία δεν θα ήταν επίκαιρη ή εφαρμόσιμη. Το πρώτο θα ήταν η ανάληψη νομοθετικών και μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών σχετικά με τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους από μια κυβέρνηση, η οποία θα στόχευε σε έναν πλήρη χωρισμό, με απόλυτη στεγανοποίηση των σχέσεων Εκκλησίας και Κράτος. Σε αυτό το ενδεχόμενο η προηγούμενη πρότασή μας, η οποία καταφανώς περιλαμβάνει συνεργασία του Κράτους με την Εκκλησία και μερική μισθοδοσία του κλήρου, θα ήταν εκτός θέματος–πόσω δε μάλλον αφού το ζήτημα της μισθοδοσίας αναφέρεται συχνότατα ως πρώτο στις συζητήσεις σχετικά με τον ενδεχόμενο χωρισμό. Μια τέτοια κυβέρνηση θα επιθυμούσε πλήρη απαγκίστρωση από την μισθοδοσία του κλήρου, ενδεχομένως μετατροπή των εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ. σε Ν.Π.Ι.Δ.[17] κ.λπ. Το δεύτερο αφορά την ικανότητα του ελληνικού κράτους να διοικήσει τα του οίκου του. Η προηγούμενη πρόταση όμως προϋποθέτει την πλήρη καταμέτρηση, καταγραφή, επανεξέταση, εξορθολογισμό και απελευθέρωση από γραφειοκρατικά κωλύματα μιας εκπληκτικά δυσήνιας περιουσίας, απαλλοτριωθείσης και μη. Η εκπληκτική αδυναμία του ελληνικού κράτους, κυρίως υπό τις τελευταίες κυβερνήσεις, να χωρίσει δυο γαϊδουριών άχυρα σε απολύτως πρακτικά ζητήματα αποτελεί μια αρνητική ρήτρα εφαρμοσιμότητας της πρότασής μας. Οπότε θα είχαμε αφ’ ενός την απροθυμία του Κράτους για συνεργασία στο ζήτημα της μισθοδοσίας και αφ’ ετέρου την ανικανότητά του να εξετάσει και να χειριστεί το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας, απαλλοτριωθείσης ή μη, με τον δέοντα τρόπο. Μπορούμε όμως να προχωρήσουμε σε μια πρόταση και γι’ αυτά τα ενδεχόμενα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλα τα στοιχεία που αναφέραμε προηγουμένως σχετικά με τη σημερινή κατάσταση της μισθοδοσίας του κλήρου, αλλά και την πολυπλοκότητα των εκκρεμοτήτων στο ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Σύμφωνα με αυτή τη δεύτερη πρόταση:


α) Το κράτος θα μπορούσε να παύσει κάθε μισθοδοσία του κλήρου. Τον κλήρο θα μισθοδοτούσε η Εκκλησία, περίπου με τον τρόπο και τις μεθόδους που ένας ιδιώτης εργοδότης αναλαμβάνει τη μισθοδοσία των εργαζομένων του (θα μπορούσε εδώ να διατυπωθεί και μια πρόβλεψη για δημόσια ιατρική ασφάλιση άνευ ανταλλαγμάτων).


β) Το κράτος, αφού δεν μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη όσον αφορά στην εκκλησιαστική περιουσία και τις συνεχείς απαλλοτριώσεις ή de facto αδρανοποιήσεις αυτής, θα καταβάλει κατ’ έτος στην Εκκλησία π.χ. ποσό των 200.000.000 ευρώ ως αφηρημένως καθορισμένη αποζημίωση, συναρτώμενη με τον κατ’ έτος πληθωρισμό και τις αυξομειώσεις του ΑΕΠ. Σημειωτέον ότι ένα τέτοιο ποσό σήμερα αποτελεί περίπου το 1% του ΑΕΠ. Το αν η Εκκλησία θα αξιοποιούσε αυτούς τους κατ’ έτος πόρους για τη μισθοδοσία του κλήρου (που σήμερα ανέρχεται περίπου στα 193.000.000 ευρώ) θα ήταν δικό της θέμα. Συναφώς πρέπει να υπολογισθεί και ένα ποσό επιχορήγησης για την λειτουργία των δομών εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, που θα βαρύνουν πλέον την Εκκλησία.


Κάτι τέτοιο συμβαίνει σε πολλές χώρες, όπως επί παραδείγματι στη Γερμανία, η οποία ναι μεν δεν μισθοδοτεί απ’ ευθείας τους κληρικούς της, αλλά επιχορηγεί την ευαγγελική και ρωμαιοκαθολική εκκλησία με εκατοντάδες εκατομμυρίων ευρώ κατ’ έτος εν είδει αποζημιώσεως για απαλλοτριώσεις περιουσιών. Έτσι, με μια τέτοια φόρμουλα, θα μπορούσε να «καταργηθεί η μισθοδοσία του κλήρου στην Ελλάδα», όπως μονότονα αναφέρεται στις συζητήσεις για τον χωρισμό Εκκλησίας – Κράτους. 
Εξυπακούεται ότι μια άρση της μισθοδοσίας του κλήρου στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε φυσικά να είναι «δωρεάν», χωρίς καμμία πρόβλεψη σχετικά, αν μη τι άλλο, με το αμαρτωλό παρελθόν της υφαρπαγής εκκλησιαστικής περιουσίας από το Κράτος, ή της έντεχνης αδρανοποίησής της. Ο αντικληρικαλιστικός λόγος που θεωρεί πως η μισθοδοσία ήταν ένα δώρο του Κράτους στην Εκκλησία, που όπως δωρεάν δόθηκε δωρεάν και θα αρθεί, πρέπει να είναι έτοιμος για πρόσκρουση με την πραγματικότητα -ή, εν τέλει, τα ελληνικά και ευρωπαϊκά δικαστήρια, τα οποία δεν αντιμετωπίζουν το δικαίωμα των νομικών προσώπων στην περιουσία τους με την ίδια ευαρμοστία. Σε κάθε περίπτωση, μια λύση όπως η προτεινόμενη θα μπορούσε να θέσει την παύση της μισθοδοσίας του κλήρου «στο τραπέζι», αν για συμβολικούς λόγους αυτό το ζήτημα έχει την βαρύτητα που της αποδίδει η αντικληρικαλιστική πλευρά, διασφαλίζοντας παράλληλα τη στοιχειώδη δικαιοσύνη στις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους.


Κοινή συνισταμένη και των δύο προτάσεων είναι ότι αποσυνδέουν το ζήτημα της μισθοδοσίας από την μορφή των θεσμικών σχέσεων Εκκλησίας – Κράτους και το μετατρέπουν από πρόβλημα σχέσεων θεσμών σε ζήτημα περιουσιακών σχέσεων μεταξύ δότη περιουσίας (που δωρίζει ή υφίσταται δήμευση) και λήπτη περιουσίας. Το συναρτά δηλαδή με την εξιστόρηση του προβλήματος της εκκλησιαστικής περιουσίας, που (χωρίς αποζημίωση) αφαίρεσε το Κράτος από το 1833 και εφεξής, η εκκαθάριση του οποίου, με αφηρημένο ή συγκεκριμένο τρόπο, καμία σχέση δεν μπορεί να έχει π.χ. με το εάν οι εκκλησιαστικοί φορείς θα είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή εάν θα θεσπισθεί ο πολιτικός γάμος ως μόνος έγκυρος για την Πολιτεία.
Ωστόσο δεδομένης της έντασης της συζήτησης για τις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους και του αιτήματος του χωρισμού από μερικούς πολιτικούς χώρους, καθώς και της επίμονης συνάρτησής του με την μισθοδοσία, θα ανέμενε ενδεχομένως κανείς ότι τεκμηριωμένες προτάσεις, όπως αυτές που καταθέσαμε εδώ, όσον αφορά στη μισθοδοσία, θα γίνονταν αντικείμενο συζήτησης και μελέτης ακριβώς από τους φορείς, που ασκούν πολιτική πίεση για τον χωρισμό Εκκλησίας-Κράτους. Όμως, οι προτάσεις δεν κατατίθενται με αυτήν την αξίωση ή ελπίδα–θα ήταν αφέλεια, όπως αντιλαμβάνεται οποιοσδήποτε αξιολογεί το είδος της δημόσιας συζήτησης για τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, η οποία είναι πάντοτε και μόνον αρένα για πολέμους αξιών και συμβολισμών, για τις «συμβολικές μάχες» της μιας ή της άλλης παράταξης, όχι χώρος συζήτησης για το πρακτέο και το δέον γενέσθαι.
Πηγή: huffingtonpost.gr/

οι ΕΛΛΗΝΕΣ αξιολογούν στις περισσότερες περιπτώσεις τις δηλώσεις και τις προθέσεις  και όχι  τις  πράξεις και τα έργα …

ο ΤΣΑΡΟΎΧΗΣ το είχε πει πολύ εύστοχα , στην ΕΛΛΑΔΑ είσαι ότι δηλώσεις !!!
ΑΙΧΜΗΡΟΣ 



AΡΙΣΤΕΡΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΑ ΚΑΙ ΦΙΝΤΕΛ ΚΑΣΤΡΟ 


29.11.2016

Στην Ελλάδα, οι αριστεροί όλων των αποχρώσεων θρηνούν για τον θάνατο του τυράννου της Κούβας Φιντέλ Κάστρο, αποδεικνύοντας για επιπλέον μία φορά ότι τουλάχιστον σε ψυχολογικό επίπεδο ανάγνωσης της πολιτικής και του συλλογικού βίου δεν διαφέρουν.
 Μπορεί να έχουν επιμέρους διαφωνίες και έριδες, αλλά στα βασικά -όπως η λατρεία στις προσωπικότητες που υπηρέτησαν το ανελεύθερο και το στυγνό κοσμοείδωλο του κομμουνισμού- ταυτίζονται.
Λέγοντας τόσες πολλές φορές τις λέξεις «ελευθερία», «χούντα», «φασισμός», «επανάσταση», «σοσιαλισμός», «λαός», «δικαιώματα», «όνειρο», λησμόνησαν το νόημά τους. Ο,τι υπάρχει από το εννοιολογικό απόθεμα που έχουν συγκομίσει μέσω των σπουδών και των εμπειριών τους το έχουν ταυτίσει αταβιστικά με τα ορμέμφυτα και την αντίληψη του συμφέροντός τους. Ο,τι είναι «δικό» τους ταυτίζεται με την «ελευθερία», τον «σοσιαλισμό», την «επανάσταση», τα «δικαιώματα», το «όνειρο» και τον «λαό». Ο,τι συνδέεται με όσους διαφωνούν μαζί τους είναι «χούντα», «φασισμός», «αντίδραση», «ιμπεριαλισμός».
Θρηνούν, λοιπόν, οι οπαδοί της πολλαπλώς δοκιμασμένης και ολότελα αποτυχημένης συνταγής παρασκευής «σοσιαλιστικών παραδείσων» για τον θάνατο ενός ανθρώπου που έβαλε την πατρίδα τους στην κατάψυξη επί μισόν αιώνα. Από την άλλη, επαίρονται για τη «δημοκρατικότητά» τους και -οι μεγαλύτεροι σε ηλικία- για τις αντιχουντικές «εποποιίες» τους.
Κι όμως, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, συγκρινόμενος με τον Φιντέλ Κάστρο, ήταν μακράν ηπιότερος, είχε εντονότερα δημοκρατικά φρονήματα και δεν οδήγησε τον ελληνικό λαό στην πείνα.
 Ούτε εμπόδιζε κάποιον να φύγει από την Ελλάδα, αν το επιθυμούσε. Δεν έστησε τους αντιφρονούντες στα αποσπάσματα ούτε έριξε τους ομοφυλοφίλους σε τάφους ζωντανών, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για… σωφρονισμό. Οι Ελληνίδες δεν εκπορνεύονταν μαζικά και οι πολίτες αυτής της χώρας δεν ρίσκαραν να τους φάνε οι… καρχαρίες κολυμπώντας προς τις ακτές γειτονικής χώρας.
Οι Κουβανοί τα υπέστησαν όλα αυτά από τον Φιντέλ (που πέθανε ζάπλουτος) και οι Ελληνες αριστεροί δικαιολογούν τα κακουργήματα του Κάστρο με τα δημόσια έργα, την υγεία και την Παιδεία της Κούβας. Τάχα άξιζε τόσο θανατικό και καταπίεση για να γίνουν έργα!
Δύο μέτρα και δύο σταθμά…
dimokratianews.gr

Από τον Γιάννη τον Πενταμοδιανό η παρακάτω ανάρτηση 

Ηθικόν;

 
29 Νοεμβρίου 2016, 09:00
Το ηθικό είναι ένα από τα κλειδιά της επιτυχίας και της νίκης. Αυτό είναι γνωστό από παλιά και όλοι το παραδέχονται. Με ακμαίο ηθικό κάποιος μπορεί να κατανικήσει ισχυρότερους αντιπάλους και να επιτύχει ανέλπιστες νίκες. Τα παραδείγματα στην ιστορία είναι ατέλειωτα.

Η λέξη «ηθικό» είναι παράγωγη της λέξης «ήθος» και ομώνυμη του ουδετέρου του επιθέτου ηθικός/ή. Λέμε, για παράδειγμα, «είναι ηθικό στοιχείο» για έναν άνθρωπο που είναι ηθικός.

Το ίδιο ακριβώς φαινόμενο παρατηρείται και σε άλλες γλώσσες. Η γλωσσική συγγένεια των λέξεων «ηθικό» και ηθική δεν είναι τυχαία. Μέσα στις λέξεις κρύβονται αλήθειες.Νομίζω πως βαθιά μέσα στην καρδιά του ο κάθε άνθρωπος ξέρει τι είναι καλό και σωστό στις σχέσεις του με τον συνάνθρωπο (άλλο αν δεν το κάνει πάντα ή επιλέγει να κάνει το κακό για δικούς του λόγους). Αυτή η γνώση οφείλεται στο ότι ο άνθρωπος είναι δημιούργημα του καλού Θεού. Με τη ζωοφόρο πνοή του Θεού ρίζωσε στον βαθύτερο πυρήνα της ύπαρξής μας και η ροπή προς το θέλημά Του.Αυτή η ροπή ταυτίζεται με ένα απόλυτο, τέλειο κι αψεγάδιαστο καλό. Αν την βρούμε, την φέρουμε στην επιφάνεια και την ακολουθήσουμε κατά γράμμα· αν την αφήσουμε να κυριαρχήσει την ύπαρξή μας· με άλλα λόγια, αν σταθεροποιήσουμε μόνιμα τον Χριστό στην καρδιά μας, τότε θα μπούμε σε μια προαποπτωτική κατάσταση.

Σε όλη την ιστορία του ανθρώπινου είδους, οι άγιοι της Ορθοδοξίας μας (και μόνον αυτοί) έχουν γνωρίσει αυτήν την κατάσταση.

Μέσα σε αυτήν κάθε ενέργεια, κάθε επιλογή και κάθε πράξη φέρνει ένα αυθεντικό καλό σε όλα τα επίπεδα, με όλες τις συνέπειές της και σε όλους τους ανθρώπους που σχετίζονται με αυτήν. Οι δαιδαλώδεις, πολυπλόκαμες, μυστήριες και πολλές φορές ακατανόητες από τα επιφαινόμενα συνέπειες αυτού του καλού είναι μεταφυσικού χαρακτήρα, και πολλές φορές ξεπερνούν την ανθρώπινη λογική. Ωστόσο είναι πραγματικές και απτές, είτε άμεσα είτε σε βάθος χρόνου.Αυτή όμως είναι η περίπτωση των αγίων της Ορθόδοξης πίστης μας. Όλοι οι υπόλοιποι παραμένουμε παιδιά αυτών που ξεγελάστηκαν και έφαγαν από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού. Έτσι, μιας και ξεπουλήσαμε το υπέρτατο και τέλειο καλό για ψίχουλα, και δεν το παίρνουμε απόφαση να ακολουθήσουμε τις εντολές του Κυρίου, παραμένουμε σε μια γήινη αντίληψη του καλού που την λέμε και ηθική.Μακάρι όλοι στην οικουμένη να ακολουθούσαν τα πατήματα των αγίων της Ορθοδοξίας μας… Αλλά μέχρι να γίνει αυτό, τούτη η ρημάδα η ηθική που έχει στον πυρήνα της την πνοή της θεϊκής δημιουργίας, είναι που κρατάει τον κόσμο μας απ’ το να καταστραφεί ολοσχερώς.

Υπάρχει λοιπόν, έστω κι έτσι, μια αντίληψη του καλού και μια τάση προς αυτό σε κάθε άνθρωπο.

Και τον χειρότερο εγκληματία να βάλετε να δει μια ταινία με καλούς και κακούς, μέσα του όσο την βλέπει θα υποστηρίζει τους καλούς. Αυτή είναι η τάση προς το καλό που την λέμε και συνείδηση. Κάθε άνθρωπος, όταν παρεκκλίνει από αυτήν, έχει να αντιμετωπίσει τις τύψεις που τον τρώνε μέσα του. Τις Ερινύες που τον βασανίζουν.Ε, λοιπόν, πάνω σε αυτήν την πρωτόλεια και θεμελιώδη αντίληψη της ηθικής πατάει και το «ηθικό». Κάνεις το καλό και νοιάζεσαι για τον άλλο; Είσαι καλός. Κοιτάς μόνο το συμφέρον σου, κάνεις ζαβολιές και τσαλαπατάς τους άλλους; Είσαι συμφεροντολόγος, ξεφτίλας και κακός. Απλά πράγματα. Και τα παιδάκια που παίζουν στις αλάνες το ξέρουν. Αν λοιπόν είσαι ενταγμένος σε μια ομάδα που λειτουργεί εσωτερικά με βάση τον απλοϊκό αυτόν ηθικό κανόνα και οι επιδιώξεις της είναι στο πλαίσιό του, τότε η ομάδα έχει και ηθικό και υψηλό φρόνημα.

Αν μέσα στην ομάδα υπάρχουν αδικίες, ζαβολιές, ευνοιοκρατίες, και γίνεται κακό σε ανθρώπους, τότε δεν υπάρχει ηθικό.

Αν οι στόχοι της ομάδας και ο σκοπός που ενώνει τα μέλη της είναι τα συμφέροντα, το κέρδος, η επίθεση και το πλιάτσικο εις βάρος άλλων, τότε και πάλι δεν υπάρχει ηθικό. Μπορεί να υπάρχει κίνητρο, ορμή, φιλοδοξία, οργάνωση, πλούτος, ακόμα και πειθαρχία. Αλλά ηθικό δεν υπάρχει.Αυτό πρέπει να το θυμούνται ιδιαιτέρως οι ηγέτες και τα κράτη στις διεθνείς τους ενώσεις, συμμαχίες και σχέσεις. Χωρίς ηθική δεν υπάρχει ηθικό. Μια εξωτερική πολιτική ψυχρού συμφεροντολογισμού, χωρίς ηθικά ερείσματα, μπορεί να αποφέρει πρόσκαιρα κέρδη. Ωστόσο προσβάλλει το φρόνημα του κάθε λαού στο εσωτερικό της χώρας που την ακολουθεί, και πληγώνει την εθνική αξιοπρέπεια και την υπερηφάνειά του. Ρίχνει το ηθικό του και τον παιδαγωγεί με λάθος τρόπο. Κι αυτό δεν είναι προς το συμφέρον της κάθε χώρας.

Γιά πείτε μου λοιπόν, εσείς οι μεγάλοι ηγέτες της γης: Άμα μπουκάρω στο σπίτι σας και σας πω ότι από σήμερα θα μου ανήκει το μισό, τι θα μου πείτε; Να διαπραγματευτούμε για το πώς θα συμβιώσουμε;

Και γιατί με την υπόθεση της Κύπρου τα πράγματα να είναι αλλιώς; Τι είπατε; Πως η ηθική μου είναι απλοϊκή;Πως δεν έχει θέση στην εξωτερική πολιτική; Είναι αλήθεια αυτή η τελική σας απάντηση; Είναι αυτό το παράδειγμα του δημοκρατικού ήθους που ως ηγέτες δίνετε στους πολίτες της χώρας που κυβερνάτε;

Ετών 90!!!!

Κρήτη

Στους Παράνυμφους Αρχανών-Αστερουσίων: Σερβιτόρα ετών 90!

Στους Παράνυμφους Αρχανών-Αστερουσίων: Σερβιτόρα ετών 90!

Στο Καφενείο του χωριού, η ιδιοκτήτρια συνεχίζει στα 90 της χρόνια να σερβίρει ακούραστη!

Στο παλιό Καφενείο του χωριού Παράμυμφοι Δήμου Αρχανών -Αστερουσίων η ιδιοκτήτρια του συνεχίζει στα 90 της χρόνια να σερβίρει ακούραστη καφέδες και ρακές την (λιγοστή πλέον) πελατεία του μαγαζιού. Η κ. Κατερίνα Βαρδάκη μαζί με τον 92χρονο σύζυγο της κύριο Κώστα, διατηρούν ακόμα ανοιχτό  το καφενείο που πρωτοάνοιξαν τη δεκαετία του ΄60, εκείνος ωστόσο λόγω προβλημάτων υγείας δεν μπορεί να της προσφέρει μεγάλη βοήθεια και η μεγάλη ηλικίας αλλά και αντοχών σύζυγος του τα καταφέρνει μόνη της.
Άξιο διερεύνησης είναι αν κ. Κατερίνα  είναι η μεγαλύτερη σε ηλικία σερβιτόρα όχι μόνο της Κρήτης , αλλά της Ελλάδας !
img_0480
Οι παλιές (καλές) εποχές
Τα χρόνια βέβαια που το χωριό έσφυζε από κατοίκους και το καφενείο είχε αρκετά έσοδα, βοηθώντας -μαζί με τα έσοδα από τις αγροτοκτηνοτροφικές δουλειές τον οικογενειακό προϋπολογισμό του ζευγαριού που μεγάλωσε δύο παιδιά (τα οποία τους χάρισαν δύο εγγόνια) έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Τώρα οι Παράνυμφοι έχουν λιγοστούς κατοίκους, οι περισσότεροι νέοι, όπως τα παιδιά και τα εγγόνια του ζευγαριού, ζουν πλέον μακριά. Η πελατεία του καφενείου είναι από ανύπαρκτη έως ελάχιστη και όποιος περάσει την πόρτα του καταστήματος, περισσότερο για (καλοδεχούμενη) «παρέα» λογαριάζεται.
img_0477
Η κ.Κατερίνα με τον άντρα της!
Η Ελλάδα δοκιμάζεται και ο Τσίπρας κάνει επίδειξη αριστεροφροσύνης… Ο Νίκος Συρίγος γράφει.
Δεν ξέρω αν ο Αλέξης Τσίπρας μεγάλωσε με ένα πόστερ του Φιντέλ Κάστρο πάνω από το κρεβάτι του. Δεν ξέρω αν είχε… τάμα στο Θεό που πιστεύει να πάει στην Κούβα για να «προσκυνήσει» τον κομαντάντε. Ξέρω όμως ότι όταν είσαι πρωθυπουργός της Ελλάδας, οφείλεις να νοιάζεσαι πρώτα για τη χώρα που κυβερνάς και μετά για τα βιώματα σου. Ο Τσίπρας θα συναντήσει στο… πόδι τον Μοσκοβισί για να πάει στην Αβάνα, προκειμένου να κάνει επίδειξη αριστεροφροσύνης. Να ζήσει το όνειρο του και να συντηρήσει το μύθο του επαναστάτη της Ευρώπης…

Το καλό για τον Αλέξη είναι πως ο Φιντέλ δεν ζει άρα δεν υπάρχει κίνδυνος να τον κράξει για το ότι είναι ντεμέκ επαναστάτης. Το κακό είναι πως την ώρα που η Ελλάδα δοκιμάζεται από όλες τις απόψεις ο πρωθυπουργός της, προτιμάει να πάει στην Κούβα παρά πχ. στη Ζάκυνθο που η κακοκαιρία πήρε μια ζωή και κάμποσες περιουσίες…

Προσέξτε: Αντί να μείνει στην Ελλάδα και να στείλει στεφάνι στην Κούβα, ο Τσίπρας επιλέγει να πάει στην Κούβα και να… στείλει στεφάνι στην Ελλάδα! Αν προλάβει δηλαδή, αφού από τη μία ο Μοσκοβισί και από την άλλη ο Ερντογάν, δεν φαίνεται να συμμερίζονται την… επιθυμία του Έλληνα πρωθυπουργού για ιδεολογικές βόλτες και τον περιμένουν στη γωνία.Οι Ζακυνθινοί πάλι δεν περιμένουν τίποτα από τον Αλέξη… Όπως δεν περιμένει κανένας Έλληνας που είδε το βιος του να χάνεται από καταστροφές… Ξέρεις τι είναι να είσαι Έλληνας και να περιμένεις από το ελληνικό Κράτος βοήθεια; Μην σου τύχει…

rose04

Πρώτη μέρα στο Πανεπιστήμιο. Ο καθηγητής, αφού μας συστήθηκε και μας καλωσόρισε, πρότεινε να γνωριστούμε μεταξύ μας, πλησιάζοντας κάποιον συμφοιτητή που μας ήταν εντελώς άγνωστος. Σηκώθηκα να ρίξω μια ματιά, όταν ένιωσα ένα απαλό χτύπημα στον ώμο. Γύρισα. Η ακτινοβολία ενός ζεστού διάπλατου χαμόγελου έκανε ολόκληρη τη μικροσκοπική παρουσία της να λάμπει.
“Γειά σου όμορφε. Εϊμαι η Ρόουζ. Είμαι 87 ετών. Μπορώ να σε αγκαλιάσω;
Γέλασα και ανταποκρίθηκα με ενθουσιασμό. “Φυσικά και μπορείς!”.
Και με ζούληξε δυνατά.
“Πώς και είσαι στα θρανία σε μια τόσο νεαρή και αθώα ηλικία;”, την πείραξα
“Α! είμαι εδώ για να γνωρίσω έναν πλούσιο σύζυγο, να παντρευτώ, να κάνω κάνα δύο παιδιά και μετά να αποσυρθώ και να ταξιδέψω σε όλο τον κόσμο”, ανταποκρίθηκε στο πείραγμά μου.
“Έλα, σοβαρά τώρα! Τί είναι αυτό που σε έκανε να πάρεις αυτή την πρόκληση, σε τέτοια  ”ηλικία;”
“Πάντα ονειρευόμουν να σπουδάσω στο Πανεπιστήμιο και να που τώρα τα κατάφερα!”, αποκρίθηκε και κέρδισε το θαυμασμό μου.
Γίναμε αμέσως φίλοι. Μετά τα μαθήματα συνηθίζαμε να περπατάμε μέχρι το φοιτητικό στέκι και να μοιραζόμαστε ένα μιλκσέικ σοκολάτας. Κάθε μέρα, για τους επόμενους τρεις μήνες φεύγαμε μαζί. Απολαμβάναμε ατέλειωτες συζητήσεις. Άκουγα γοητευμένος αυτή τη ζωντανή χρονομηχανή να μοιράζεται μαζί μου τις εμπειρίες της και τη σοφία της.
Με τον καιρό η Ρόουζ έγινε πασίγνωστη στο campus, έκανε φιλίες αμέσως όπου κι αν πήγαινε. Της άρεσε να ντύνεται όμορφα και να αφήνεται στην έλξη της προσοχής των άλλων φοιτητών. Στο τέλος του εξαμήνου η Ρόουζ έλαβε πρόσκληση να κάνει μια ομιλία στο χορό που διοργάνωνε ο αθλητικός σύλλογος. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτά που μας δίδαξε. Αφού την προσφώνησαν, η Ρόουζ σηκώθηκε και ανέβηκε στο βήμα. Καθώς άρχισε την ομιλία της, της έπεσαν μερικά από τα χαρτιά της. Στενοχωρήθηκε κι ένιωσε λίγο άβολα. Προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία της, έσκυψε στο μικρόφωνο και είπε απλά:
“Λυπάμαι πολύ! Είμαι λίγο νευρική. Έκοψα τη μπύρα λόγω Σαρακοστής κι αυτό το ουίσκυ με έχει κάνει χάλια! Τέλος πάντων, δεν πρόκειται ποτέ να βάλω στη σειρά την ομιλία μου οπότε, θα σας πω απλά ό,τι γνωρίζω.”
Καθώς γελούσαμε, η Ρόουζ με έναν ήχο καθάρισε το λαιμό της και άρχισε την ομιλία της.
“Δεν σταματάμε το παιχνίδι επειδή γερνάμε. Γερνάμε επειδή σταματάμε να παίζουμε.
Υπάρχουν μόνο τέσσερα μυστικά για να διατηρεί κάποιος τη νεότητα, να είναι ευτυχισμένος και επιτυχμένος.
flowers-hair
Πρέπει να γελάμε και να βρίσκουμε λόγο να είμαστε ευδιάθετοι κάθε μέρα.
Πρέπει να έχουμε ένα όνειρο. Όταν χάνεις το όνειρό σου, πεθαίνεις. Υπάρχουν τόσοι πολλοί άνθρωποι γύρω μας που είναι νεκροί και δεν το ξέρουν!
Υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ του γερνάω και μεγαλώνω. Όλοι γερνάμε και δεν χρειάζεται να έχουμε κάποιο ταλέντο ή ιδιαίτερη δεξιότητα για αυτό. Το θέμα είναι να μεγαλώνεις βρίσκοντας πάντα την ευκαιρία μέσα στην αλλαγή.
Μη μετανιώνεις για τίποτα. Εμείς οι μεγάλοι συνήθως μετανιώνουμε περισσότερο για αυτά που κάναμε παρά για αυτά που δεν κάναμε. Οι μόνοι άνθρωποι που φοβούνται το θάνατο είναι αυτοί που μετανιώνουν.
Έκλεισε την ομιλία της τραγουδώντας θαρραλέα το τραγούδι “The Rose” και προσκάλεσε κάθε έναν από μας να μελετήσει τους στίχους του και να βρει τη θέση τους στη καθημερινότητά μας.
Η Ρόουζ κατάφερε τελικά να πάρει το πτυχίο που ονειρευόταν όλα αυτά τα χρόνια. Μια βδομάδα μετά την αποφοίτηση έφυγε ειρηνικά στον ύπνο της.
Πάνω από δυο χιλιάδες φοιτητές τη συνόδευσαν στην τελευταία της κατοικία σαν φόρο τιμής σε αυτή την υπέροχη γυναίκα που απέδειξε με τη στάση ζωής της ότι ποτέ δεν είναι αργά για να γίνεις αυτό που πραγματικά είσαι: Ο ΕΑΥΤΟΣ ΣΟΥ !!!
Θυμήσου: το να γερνάς είναι αναπόφευκτο, 
να μεγαλώνεις είναι προαιρετικό.
Ζούμε με ό,τι παίρνουμε,αλλά η ζωή μας είναι αυτό που δίνουμε.
eytyxia4
Το τραγούδι της Ρόουζ τελειώνει κάπως έτσι :
Όταν η νύχτα έχει υπάρξει τόσο μοναχική
και ο δρόμος τόσο μακρύς
και πιστεύεις ότι η αγάπη είναι μόνο για τους τυχερούς
και τους δυνατούς…
Θυμήσου: τον χειμώνα,
βαθιά κάτω από το χιόνι,
βρίσκεται ο σπόρος που
με την αγάπη του Ήλιου την Άνοιξη,
γίνεται Ρόδο.
~ Συγγραφέας άγνωστος
Απόδοση και διασκευή: Ευαγγελία Βασιλείου
“The Rose” (στίχοι)
Some say love, it is a river,
That drowns the tender reed.
Some say love, it is a razor,
That leaves your soul to bleed.
Some say love, it is a hunger,
An endless, aching need.
I say love, it is a flower,
And you, it’s soul, the seed.
It’s a heart afraid of breaking,
That never learns to dance;
It’s the dream, afraid of waking,
That never takes the chance;
Its the one who won’t be taken,
Who cannot seem to give;
And the soul, afraid of dying,
That never learns to live.
When the night has been too lonely,
And the road has been too long,
And you think that love is only
For the lucky and the strong:
Just remember, in the winter,
Far beneath the bitter snows,
Lies the seed, that with the sun’s love
In the Spring, becomes the rose.
____________________
Η –κατά τ άλλα όμορφη- ιστορία είναι πιθανότατα φανταστική. Βλέπε εδω:  snopes.com , wafflesatnoon.com
  Πηγή: ypernoisis.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com