Ζά – Αλεκτρυών
Ποίηση.: Ζωγράφου Οδυσσέα Τι άλλη του πατρός μορφή θα λάβεις φωνή μου, και ως ένας Αλεκτρυών θα έρθεις από τις εσχατιές του κόσμου;•◦Ως ένας όμορφος δικός μου ανθός, της δύναμης και της υπομονήςπότε από την Οδησσό και πότε από τη Σαμαρκάνδη… Ίδιας κατατομής και παρόμοιας ευγένειας της ψυχής, ωραίοι ως οι θεοί που με όρκισαν στην Αθήνα, οι Άγιοι Θεόδωροι. Θα έρχεσαι πάντοτε με τη δύναμη του ιερού Ασκληπιού και του αθάνατου Απόλλωνανα ορίζεις μέσα στη ζωή, βιωτές όπως Ανάσταση και Υγεία. Έτσι που ισχυρότερο από κάθε τί, αν όχι ο ίδιος ο Θεός,θα είναι το ωραίο, η ομορφιά και η Οδύσσεια δικαιοδύνη, ή δικαιοσύνη, ή καλοσύνη. Εκεί δηλαδή που όταν όλες οι συνειδήσεις θα επιστρέφουν,θα υπάρχει πάντοτε όπως και υφίσταται, η μία ακραία δύναμη… Αυτή της ψυχικής και οντολογικής του ανθρώπου, ανώτερης τοπομετρίας!Ο κόσμος ως το υπέρτατο κάλος δηλαδή, το κόσμημα του κόσμου… Εδώ τώρα πια είναι που η φωνή του Ξένιου Διός, γίνεται Ξενοφώνταςκαι ως Αλεκτρυών ορίζει τους βαθύτερους προσανατολισμούς της μίας Ανατολής,του ενός Βορά και του ενός Νότου. Η εντολή σου τώρα προχώρησε ίσαμε το φώς, και δεν λαλείς πλέον μόνο την Ελευσίνα. Παρά για τις δυνάμεις του Μασσαλιώτη Πυθέα και του ηρωικού Δυσσέα,βοηθάς το νοσταλγικό, το της ιερής πατρίδας βήμα.◦•Αλέκτορα του Οδυσσέα μοναδικέ,που λαλείς στην κάθε Ανατολή και έτσι του ορίζοντα τα σημεία ορίζεις!
Η μνήμη, ο μύθος, η λήθη
Η ΑΙΤΙΑ: Η προδικτατορική Ελλάδα ήταν μια χώρα με ανώμαλο πολιτικό καθεστώς. Ας το πούμε «μη κανονικό» με σημερινούς όρους. Η Ελάδα ήταν μια καχεκτική δημοκρατία. Ηταν υπό την επικυριαρχία των Αμερικανών και ελάχιστη σχέση είχε με την προηγμένη Ευρώπη. Παρόλα αυτά ήταν σε καλύτερη κατάσταση από άλλες συγκρίσιμες ευρωπαϊκές χώρες(Ισπανία, Πορτογαλία), στις οποίες η δικτατορία κράτησε 35 και 48 χρόνια αντίστοιχα. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα, που κυριάρχησε μετά τον Εμφύλιο και μέχρι την 21η Απριλίου 1967, ήταν αυταρχικό με μικρές αναλαμπές. Ετσι, ο ερχομός της Χούντας μπορεί να αιφνιδίασε κατά τη στιγμή της κήρυξής της, αλλά ουσιαστικά ήταν μια «φυσιολογική» εξέλιξη αυτού που υπήρχε. Ο αυταρχισμός με κοινοβουλευτικό μανδύα έδωσε τη θέση του στους δικτάτορες. Για την ακρίβεια, την άρπαξαν.Ο ΜΥΘΟΣ: Μετά την πτώση της δικτατορίας (1974) οικοδομήθηκε ένας μύθος. Ο μύθος της «καθολικής αντίστασης». Ξαφνικά εκατομμύρια Ελληνες έγιναν «αντιστασιακοί». Στην πραγματικότητα ήταν λίγες χιλιάδες αυτοί που σύρθηκαν στις εξορίες και στις φυλακές ή έχασαν τις δουλειές τους. Το ίδιο συνέβη και σε θεσμούς που θα μπορούσαν να προβάλλουν αντίσταση και, αντιθέτως, συνεργάστηκαν με τους δικτάτορες. Η Εκκλησία και η Ακαδημία Αθηνών είναι δυο παραδείγματα.
Από αριστερά: Γεώργιος Παπαδόπουλος, Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, Στυλιανός Πατακός, Ανθιμος Ρουσσάς (σε πρώτο πλάνο με τον δίσκο στο χέρι) και Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης (σε δεύτερο πλάνο).Μεμονωμένοι πνευματικοί άνθρωποι δεν υπέκυψαν (μερικά παραδείγματα εδώ). Αλλοι προτίμησαν είτε την αφωνία είτε τις δημόσιες σχέσεις με τους σφετεριστές της εξουσίας.
Ηθοποιοί της εποχής ποζάρουν με τον Γεώργιο ΠαπαδόπουλοΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η Χούντα του 1967 ήταν η τελευταία στρατιωτική δικτατορία που έζησε η Ελλάδα. Ηταν κατάλοιπο και αποτέλεσμα μιας ανώμαλης εποχής, που διήρκεσε σχεδόν ενάμιση αιώνα από την ίδρυση του νεότερου ελληνικού κράτους. Ηταν ένα διδακτικό μάθημα για τον πολιτικό κόσμο και ο καταλύτης που οδήγησε τη χώρα σε μια σημαντική μετάβαση. Το 1974, με την πτώση της δικτατορίας, η Ελλάδα πήρε τον ευρωπαϊκό δρόμο οριστικά και αμετάκλητα. Αυτόν το δρόμο γνωρίζουν σήμερα όλες οι γενιές που έζησαν και ζουν αυτά τα 50 χρόνια. Οι παλιότερες μπορούν να καταλάβουν τη διαφορά, οι νεότερες όχι.Τι απομένει; Μόνο η ιστορική μνήμη, για όσους έχουν τη διάθεση να στρέφονται ενίοτε σε αυτήν. Δεν είναι οι περισσότεροι. Το μόνο παρήγορο είναι ότι αυτή η προϊούσα κυριαρχία της λήθης δεν (φαίνεται να) μας απειλεί με αυτό που έχει πει ο ισπανοαμερικανός συγγραφέας Τζορτζ Σανταγιάνα: «Οποιος δεν θυμάται το παρελθόν του είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει».
21 Απριλίου, πενήντα χρόνια μετά
|
Κλείνουν σήμερα πενήντα χρόνια από τη θλιβερή μέρα της 21ης Απριλίου 1967. Στο ιστολόγιο έχουμε ήδη συζητήσει παλιότερα τις αναμνήσεις μας από εκείνη τη μέρα, ενώ άλλες φορέςδημοσίευσα αναμνήσεις άλλων. Την Κυριακή θα δούμε ένα αντιδικτατορικό λογοτεχνικό κείμενο, αλλά σήμερα προτίμησα μια μαρτυρία. Θα δημοσιεύσω ένα αρκετά εκτενές απόσπασμα από τη μαρτυρία του Παναγιώτη Κανελλάκη, που κρατήθηκε και βασανίστηκε πολύ καιρό στα κρατητήρια της ΕΑΤ-ΕΣΑ το 1973. Το κείμενο το πήρα από το βιβλίο που διανεμήθηκε το περασμένο Σάββατο μαζί με την «Εφημερίδα των Συντακτών». Ο Παναγιώτης Κανελλάκης (1942-2009), δικηγόρος, ήταν πρόεδρος της Ελληνοευρωπαϊκής Κίνησης Νέων (ΕΚΙΝ). Συνελήφθη πρώτη φορά τον Μάιο του 1972 και μια δεύτερη τον Μάρτιο του 1973, οπότε και βασανίστηκε άγρια.1 Μαρτίου 1973, ΠέμπτηΌργανα της Ασφάλειας Αθηνών με συλλαμβάνουν στο σπίτι μου στις 7 η ώρα το πρωί και με οδηγούν στο ΕΑΤ/ΕΣΑ, πίσω από την αμερικάνικη πρεσβεία.Χωρίς πολλές διατυπώσεις, μου παίρνουν όσα αντικείμενα έχω πάνω μου, ρολόι, ζώνη, λεφτά, και με κλείνουν στο κελί No 5. Είναι ένα δωμάτιο υπερβολικά μεγάλο, κάπου 8×5 και 4 μέτρα ύψος. Μοναδικό έπιπλο ένα κρεβάτι στη μέση.Μένω μόνος. Ησυχία.Σε μισή ώρα περίπου ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα ο «Τσέλιγκας» (Γιάννης Αγγελής). Φοράει πολιτικά κι όπως έμαθα αργότερα είναι δεκανέας κληρωτός. Με κοιτάζει στα μάτια και προσπαθεί να πάρει ύφος άγριο. Πλησιάζει και μου δίνει μια μπουνιά στον ώμο. Του λέω «πρόσεχε, μπορεί να μη με προορίζουν για ξύλο και να βρεις τον μπελά σου». Φεύγει χωρίς να απαντήσει. Σε δέκα λεπτά γυρίζει. Μαζί του είναι άλλοι δύο, ο Μιχάλης ο Πέτρου και ένας ακόμη, επαρχιώτης, άξεστος και μάλλον διανοητικά καθυστερημένος. Αρχίζει το ξύλο. Κρατάει περίπου μισή ώρα. Συγχρόνως βρίζουν και απειλούν. Προσπαθούν με όσα λένε να αγριεύουν.Μ’ αφήνουν πάλι μόνο. Ψάχνομαι. Δεν μου ’χουν αφήσει κανένα εμφανές σημάδι, ούτε αισθάνομαι κάποιον ιδιαίτερο πόνο. Είμαι ευχαριστημένος με τον εαυτό μου. Μία φορά μόνο έπεσα κάτω γονατιστός και αμέσως σηκώθηκα. Ο πόνος δεν ήταν αβάσταχτος. Δεν έκλαψα ούτε φώναξα δυνατά. Κατά κάποιον παράξενο τρόπο χαίρομαι που γνώρισα την εμπειρία του ξύλου.Σε λίγο με μεταφέρουν στο κελί No 3. Στον δρόμο μού ρίχνουν μερικές κλοτσιές. Το κελί είναι μικρό.Κατά to μεσημέρι μπαίνουν στο κελί μου τρεις. Ο ένας είναι ο Μ. Πέτρου. Αρχίζει πάλι το ξύλο. Αυτή τη φορά πόνεσα.Για μεσημεριανό φαγητό μου δίνουν σούπα από κοτόπουλο. Ακούω σπαρακτικές κραυγές από το κελί No 4. Πρέπει να ‘ναι κάποιος πολύ νέος. Αρχίζω να φοβάμαι. Κοιμάμαι για λίγο. Με ξυπνάει ένας καινούργιος εσατζής. Με χτυπάει με μπουνιές και χαστούκια. Επεμβαίνει ο Πέτρου: «Μην τον χαϊδεύεις, θα δει μετά τι τον περιμένει». Φεύγουν. Χτυπάω την πόρτα και φωνάζω ότι είμαι άρρωστος, ότι έχω ανάγκη να με δει γιατρός. Καμία απάντηση.Για βραδινό φαγητό έχει σπανακόρυζο κι ένα αυγό. Το σώμα μου αρχίζει να με πονάει. Έχω πονοκέφαλο και κρυώνω. Πέφτω να κοιμηθώ με τα ρούχα. Κατά τις 11 ανοίγει η πόρτα. Με σηκώνουν απ’ το κρεβάτι και μου το παίρνουν. Μου δίνουν μία καρέκλα, ένα κομοδίνο και γραφική ύλη. Ο λοχαγός Τσάλας μου λέει: «Γράψε ό,τι ξέρεις πως μας ενδιαφέρει».2 Μαρτίου 1973, ΠαρασκευήΑρχίζω να γράφω. Νυστάζω και κρυώνω. Όλη τη νύχτα γράφω και μισοκοιμάμαι καθιστός. Το πρωί παραδίδω περίπου 4 κόλλες διαγωνισμού.Μου λείπει φοβερά το τσιγάρο. Κάποια στιγμή μπαίνει μες στο κελί μου ένας με πολιτικά και μου λέει πως είναι γιατρός. Μου φέρεται ανθρώπινά. Συγκινούμαι. Του λέω ότι με χτυπάνε αλύπητα. Αγανακτεί. Βλαστημάει με σφιγμένα δόντια. Μετά με εξετάζει. Πίεση και σφυγμό. Φαίνεται ικανοποιημένος. Με καθησυχάζει και πραγματικά μου δίνει κουράγιο. Χρειάστηκε κάμποσος καιρός για να καταλάβω τον ρόλο που έπαιζε ο γιατρός Κόφας.Για μεσημεριανό έχει φασολάδα. Ο Τσέλιγκας μου δίνει ένα χαστούκι. Το απόγευμα μου φέρνουν ρούχα από το σπίτι. Καταλαβαίνω ότι έχουν κάνει έρευνα στο σπίτι μου. Η μέρα περνάει σχετικά ήρεμα. Μόνο, πού και πού, κάποιος ανοίγει το παραθυράκι και βρίζει.Μετά το βραδινό φαγητό (ψάρι με χόρτα) με πάνε για πρώτη φορά στον διοικητή τον Χατζηζήση. Με περιμένει δήθεν έξαλλος. Μου πετάει τα γραφτά μου στα μούτρα, λέγοντας ότι γελάστηκα αν νομίζω ότι μπορώ να παίξω με την ΕΣΑ. Βρίζει χυδαία. Θυμίζει γελοιογραφία κακού. Μου δείχνει μερικά από τα χαρτιά που βρήκαν στο γραφείο μου. Παγώνω. Δεν ξέρω αν έχουν βρει κι άλλα. Δεν ξέρω ποιους άλλους έχουν συλλάβει και τι άλλο μπορεί να ξέρουν. Μετά με οδηγούν στο γραφείο του λοχαγού Τσάλα, όπου αρχίζει η ανάκριση. Ο Τσάλας δεν επιμένει ποτέ στις ερωτήσεις του και όταν απειλεί, το κάνει με διακριτικότητα. Παίζει τον ρόλο του καλού. Μου προσφέρει τσιγάρο και καπνίζω. 3 Μαρτίου, ΣάββατοΚατά τη μιάμιση σταματάει η ανάκριση και με γυρίζουν στο κελί μου. Μου δίνουν κρεβάτι. Είμαι ευγνώμων. Όλη τη νύχτα βήχω άσχημα. Στις εξήμισι το πρωί μού παίρνουν το κρεβάτι και μου δίνουν πάλι χαρτί και μολύβι να γράψω. Αρχίζω νέα κατάθεση με βάση τα στοιχεία που είδα ότι έχουν στα χέρια τους.Για μεσημεριανό έχει κοτόπουλο (ράχη) με μακαρόνια. Δέχομαι μια κλοτσιά απ’ τον «Τσέλιγκα». Κατά τις 4 μου φέρνουν το κρεβάτι. Ξαπλώνω μέχρι το βραδινό φαγητό (πατάτες τηγανητές κι ένα αυγό). Μετά με πάνε στο κελί No 0, που έχει σόμπα και τραπέζι. Μου έχουν δώσει και τσιγάρα. Κατά τις 12 με γυρίζουν στο κελί μου. Το κρεβάτι είναι εκεί. Ευτυχία.Κρυώνω πολύ. Δεν έχει θέρμανση. Κοιμάμαι φορώντας τρία ζευγάρια κάλτσες και τρία πουλόβερ. 4 Μαρτίου, ΚυριακήΤο πρωί μου δίνουν καφέ με γάλα. Από την τρύπα της πόρτας, τον Ιούδα, αρχίζω να παρακολουθώ την κίνηση έξω από το κελί μου. Βλέπω τον Κώστα τον Αλαβάνο, τον Αντώνη τον Βγόντζα, τον Νίκο τον Καραμανλή και τον Τάκη τον Παππά. Όλοι συνάδελφοι δικηγόροι, φίλοι. Βλέπω και δύο άγνωστα πρόσωπα.Για μεσημεριανό έχει κρέας. Συνεχίζεται η ανάκριση. Σήμερα δεν με χτύπησαν καθόλου, μόνο βρίζουν ασταμάτητα. Κάθε 2 ώρες αλλάζει ο φύλακας μπροστά στα κελιά και το υβρεολόγιο ανανεώνεται. «Σκυλόφατσα, σαμποταριστή, θα πεθάνεις παλιοκουμμούνα». Μερικοί κάνουν και χιούμορ: «Πώς είσαι έτσι ρε; Δάνεισέ μου τα μούτρα σου να πάω σε μια κηδεία». Βραδινό, ρύζι με κορν μπιφ. Παραδίνω τη νέα μου κατάθεση (34 σελίδες) και κοιμάμαι. Το φως μες στο κελί μένει αναμμένο νύχτα-μέρα. 5 Μαρτίου, ΔευτέραΣτο μπάνιο το πρωί ο Πέτρου μου ρίχνει μια κλοτσιά στον μηρό. Είναι το σημείο του σώματός μου που με πονάει περισσότερο. Έξω το ραδιόφωνο, συνέχεια στη διαπασών, παίζει το «Μαρία με τα κίτρινα» και τον «Κουταλιανό».Πριν απ’ το φαγητό με υποχρεώνουν να κάνω επίκυψη και με χτυπάνε με κλομπ στον πισινό. Το ίδιο κάνουν και στους άλλους κρατούμενους καθώς τους βγάζουν χωριστά έναν έναν για φαγητό.Μεσημεριανό, φασολάδα. Μετά το φαγητό αρχίζει το ξύλο. Με χτυπάνε τρεις. Ο Πέτρου, ο Τσέλιγκας κι ένας κοντός, μελαχρινός, ιδιαίτερα δυνατός. Μετά το ξύλο ξαπλώνω για λίγο, κρυφά γιατί δεν επιτρέπεται. Δεν με παίρνει ο ύπνος. Είμαι βέβαιος πως δεν θα τους άρεσε το ότι κρατάω ημερολόγιο. Γι’ αυτό το κρύβω καλά μέσ’ απ’ τη φόδρα του σακακιού μου.Σπανακόρυζο, ένα αυγό βραστό και μήλο για βραδινό. Κρυώνω πολύ. Πέφτω για ύπνο. Απότομα ακούγονται κραυγές: «Εγέρθητι παλιοκουμμούνες, δεν θα ξαπλώσει κανένας, περιμένουμε τον θείο». Με τα κλομπ χτυπάνε τις πόρτες μας με μανία. Αρχίζω να φοβάμαι πολύ. Περιμέναμε τον «θείο» κάπου 2 ώρες αλλά δεν ήρθε κανένας. Ποτέ δεν έμαθα ποιος ήταν ο θείος. 6 Μαρτίου, ΤρίτηΠρωί πρωί με χτυπάει ο Πέτρου στο μπάνιο με το κλομπ. Με χτύπησε άγαρμπα. Είμαι κρυωμένος άσχημα. Θα ‘χω πυρετό. Δεν έχω τίποτα να διαβάσω. Έχω μόνο χαρτί και μολύβι. Γράφω ό,τι μου κατέβει για να περάσει η ώρα. Προσπαθώ να γράψω ένα ευθυμογράφημα! Ακούω δίπλα μου τον No 2 που μαζεύει τα πράγματά του. Φεύγει. Στη θέση του φέρνουν άλλον.Για μεσημεριανό έχει κοτόπουλο (ράχη), μακαρόνια και σαλάτα. Μετά το φαγητό με χτυπάνε με κλομπ ο Μιχάλης ο Πέτρου και ο Τσέλιγκας μαζί με έναν πανύψηλο εσατζή με στρατιωτικά. Με χτυπάνε αλύπητα. Πρόσεξα ότι έχω αρχίσει να φωνάζω όταν με χτυπάνε. Εκεί που πονάω περισσότερο είναι οι μηροί και τα νεφρά. Στα νεφρά μού κόβεται η ανάσα. Ο Πέτρου έχει καταλάβει ότι πονάω ιδιαίτερα στους μηρούς και με κλοτσάει συνέχεια εκεί.Βραδινό -πατάτες τηγανητές, σαλάτα, κρέμα. Άργησα πολύ να κοιμηθώ. Αρχίζω να νιώθω επιτακτικά την ανάγκη επικοινωνίας με άνθρωπο. 7 Μαρτίου, ΤετάρτηΚάποιος με κλότσησε το πρωί στο μπάνιο αλλά δεν σημείωσα ποιος ήταν. Αισθάνομαι κάπως καλύτερα. Ο πυρετός πρέπει να έχει υποχωρήσει. Μου φέρνουν και υπογράφω μία απόδειξη ότι έλαβα 150 δραχμές. Λεφτά δεν είδα. Με βασανίζει η σκέψη τι μπορεί να ξέρουν για μένα, τι στοιχεία έχουν ανακαλύψει. Αρχίζω να σκέφτομαι πώς θα μπορούσα να δραπετεύσω.Για μεσημεριανό έχει σουτζουκάκια με κριθαράκι και σάλτσα. Πάλι μας υποχρέωσαν να κάνουμε επίκυψη και μας χτύπησαν με κλομπ στον πισινό. Κοιμήθηκα λίγο το απόγευμα.Μες στο κελί μου υπάρχει μια πρίζα. Στο μπάνιο βρήκα ένα κομμάτι σύρμα. Το κόβω και του δίνω το σχήμα διχάλας, έτσι που τα δύο του άκρα να μπορούν να μπούνε στην πρίζα. Στο κέντρο της διχάλας τοποθετώ για μόνωση ζελατίνα από παλιά φάρμακα που βρήκα στο μπάνιο. Μ’ αυτό το εργαλείο θα μπορούσα, βάζοντάς το στην πρίζα, να κάψω την ασφάλεια και να κάνω τα φώτα να σβήσουν. Το κρύβω καλά στο εσωτερικό μέρος του σακακιού μου μέχρι να ολοκληρώσω το σχέδιό μου.Βραδινό -πατάτες τηγανητές, αυγό και κρέμα. Γυρίζοντας στο κελί μου ο Τσέλιγκας μου ‘ριξε μια κλοτσιά κι ένα χαστούκι. Εχω ένα μεγάλο μελάνιασμα στον αριστερό μηρό. Μου ’δωσαν χάπια (daxaids) για το έλκος μου. Ακούω τους σκοπούς έξω να παίζουν ξύλο μεταξύ τους και να κραυγάζουν σαν ζώα. Κοιμήθηκα λίγο αλλά δεν ταλαιπωρήθηκα αυτή τη νύχτα. 8 Μαρτίου, ΠέμπτηΔύο φορές το πρωί με υποχρέωσε ο Πέτρου να κάνω επίκυψη και με χτύπησε με το κλομπ από δώδεκα ξυλιές την κάθε φορά. Πόνεσα. Ο πισινός μου έχει αρχίσει να παραμορφώνεται. Παρουσιάζει κυματισμούς.Δεν έχω πια πυρετό. Μεσημεριανό -σούπα, κοτόπουλο (ράχη), σαλάτα και μήλο.Μετά το φαγητό με οδηγούν στο κελί No 0 για ανάκριση. Με περιμένει ο λοχαγός Αντωνόπουλος. Χοντρός, με μουστάκι, απλοϊκός στους τρόπους και στη σκέψη, δεν θυμίζει καθόλου στρατιωτικό. «Εσύ είσαι ο Κανελλάκης;» με ρωτάει. Προφανώς αλλιώς με είχε φανταστεί και δεν κάνει καμιά προσπάθεια να κρύψει την έκπληξή του.«Γιατί, ρε Κανελλάκη, δεν μας λες αυτά που σου ζητάμε; Αφού στο τέλος θα τα πεις. Ξέρεις πού έχεις μπλέξει; Ξέρεις τι θα πει ΕΣΑ; Για έλα κάτσε εδώ κοντά μου».Και μ’ αυτόν τον «εγκάρδιο» τόνο συνεχίστηκε η ανάκριση.Ενώ απαντούσα στις ερωτήσεις, προσπαθούσα να δω τι είχε μέσα στα ντοσιέ μπροστά του, που είχε πάρει απ’ το γραφείο μου. Σε μια στιγμή είδα ένα χαρτί και μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι? Προσπάθησα να συγκρατηθώ. Δεν ήξερα αν το είχαν εκτιμήσει σωστά. Ίσως επίτηδες μ’ άφησε να το δω για να μετρήσει τις αντιδράσεις μου. Αισθανόμουν χάλια. Ήθελα να κάνω εμετό. Ζήτησα να πάω στην τουαλέτα. Έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου και συνήλθα.Μετά από δύο ώρες ανάκριση είχα πια βεβαιωθεί ότι είχαν στα χέρια τους στοιχεία που αποδείκνυαν ότι η τελευταία μου κατάθεση δεν έστεκε. Τριάντα τέσσερις κόλλες διαγωνισμού ψέματα.Σκεφτόμουν τις συνέπειες, το ξύλο, και μου ερχόταν ίλιγγος. Γυρνώντας στο κελί μου ο Πέτρου με χτυπάει με το κλομπ στον πισινό. Αρχίζω να γράφω νέα κατάθεση απ’ την αρχή. Είναι το τρίτο κείμενο. Το ηθικό μου είναι πολύ πεσμένο.Βραδινό -πατάτες τηγανητές κι αυγό.Κρυώνω. Όλα τα κουμπιά του σακακιού μου έχουνε κοπεί από τα τραβήγματα. Πάνω στο μαξιλάρι μου είναι γραμμένο το όνομα του Στάθη Παναγούλη. Προσθέτω κι εγώ το δικό μου από κάτω με μικρά γράμματα. 9 Μαρτίου 1973, ΠαρασκευήΑπό ίο κελί No 5 ακούω τον ανακριτή του Νίκου του Καραμανλή (έναν χοντρό λοχαγό) να ωρύεται. Ακούγεται καθαρά κι η φωνή του Νίκου αλλά δεν μπορώ να παρακολουθήσω τα λόγια τους.Ο πισινός και οι μηροί μου έχουν πάρει ένα χρώμα σκούρο μπλε. Σκίζω τη φόδρα από το σακάκι μου και τη φοράω μέσα απ’ το σώβρακό μου σαν μαξιλαράκι, για να αντέχω περισσότερο στα χτυπήματα.Κατά τις δέκα αρχίζει πάλι η ανάκριση. Τώρα είναι και οι δύο λοχαγοί, Αντωνόπουλος και Τσάλας. Είναι και οι δύο συγκρατημένοι και σπάνια παραφέρονται. Με κερνάνε καφέ και τσιγάρο. Βασική τους επιδίωξη από την αρχή της ανάκρισης ήταν να ανακαλύψουν ποιος κρύβεται πίσω μου, από ποιον έπαιρνα γραμμή. Τους είναι αδύνατο να δεχτούν ότι οι ενέργειές μου οφείλονταν σε δική μου πρωτοβουλία. Η ανάκριση κρατάει ώς τις 4 περίπου το απόγευμα, μ’ ένα διάλειμμα για φαγητό (φασολάδα).Ο Αντωνόπουλος είναι ανεπιτήδευτος και χωρατατζής. Γελάει συχνά και άνετα. Στην καθημερινή του ζωή θα μπορούσε να θεωρείται ανοιχτόκαρδος άνθρωπος και καλός οικογενειάρχης. Δεν δείχνει κανέναν ενδοιασμό ή ενοχές για ό,τι κάνει. Θα μπορούσε να δώσει εντολή να σε εκτελέσουν και μετά να πάει να πάρει τα παιδιά του από το σχολείο, διατηρώντας την ίδια καλόκαρδη έκφραση στο πρόσωπό του. Δεν άργησα να ανακαλύψω ότι από πλευράς ανθρώπινων συναισθημάτων ήταν απόλυτα ψυχρός.Ο Τσάλας είναι διαφορετικός. Πιο νέος, κάπου 35 χρόνων.Του λείπει η σιγουριά και η άνεση του Αντωνόπουλου.Με το φέρσιμό του προσπαθεί να σε πείσει ότι πρέπει να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να συγκρατήσει το πατριωτικό πάθος που τον πνίγει. Φανατικός, χωρίς ξεκαθαρισμένες θέσεις ή απόψεις. Απ’ το ντύσιμό του κι από ορισμένες ερωτήσεις γύρω από την ιδιωτική μου ζωή γίνεται φανερό ότι πάσχει από ταξικά συμπλέγματα.Πριν τελειώσει η ανάκριση με ρωτάνε αν θα ήθελα να γράψω ένα σημείωμα στη μητέρα μου, να μην ανησυχεί. Γράφω μόνο δυο λόγια: ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ. Εχω στον νου μου το ομώνυμο ποίημα του Λουντέμη. Μου υπόσχονται ότι θα της το δώσουν.Αργότερα έμαθα πως δεν το έλαβε ποτέ.Με γυρίζουν στο κελί μου. Αισθάνομαι καλύτερα από χθες. Έχω την εντύπωση πως αρχίζω να τους πείθω ότι αυτή η κατάθεσή μου λέει την αλήθεια. Για βραδινό έχει ψάρι με χόρτα κι ένα μήλο. Συνεχίζω το γράψιμο. Κοιμήθηκα αρκετά καλά. 10 Μαρτίου 1973, ΣάββατοΜου φέρνουν ρούχα ν’ αλλάξω. Τα εσώρουχά μου είναι κυριολεκτικά μαύρα. Φαίνεται πως το ξύλο προκαλεί εφιδρώσεις. Βλέπω για πρώτη φορά τους ώμους, τα μπράτσα και την πλάτη μου. Είναι όλα μελανιασμένα μ’ ένα αφύσικο βιολετί χρώμα. Κατά τις οχτώ το πρωί με πάνε πάλι στο κελί No 0, όπου με περιμένουν ο Αντωνόπουλος κι ο Τσάλας. Απ’ την πρώτη ματιά καταλαβαίνω πως τα πράγματα δεν πάνε καλά. Προφανώς δεν τους ικανοποιεί πάλι η κατάθεσή μου (η τρίτη), που είχα αρχίσει να γράφω από την Πέμπτη. «Κανελλάκη», μου λέει ο Αντωνόπουλος, «νομίσαμε πως είχες βάλει μυαλό, πως είχες καταλάβει με ποιους έχεις να κάνεις, αλλά εσύ συνεχίζεις τα ίδια, νομίζεις πως εμείς εδώ παίζουμε». Ξαφνικά μπαίνει στο δωμάτιο ο Χατζηζήσης. Οι δύο λοχαγοί στέκονται αμέσως προσοχή. Εγώ βρίσκομαι σε αμηχανία. Αν σηκωθώ, θα δείξω έναν σεβασμό βλακώδη. Ίσως το πάρουν και ως ειρωνεία. Προτιμώ να μείνω καθιστάς.Καθώς όμως όλοι με κοιτάζουν άγρια και δεν μιλάει κανένας, για καλό και για κακό σηκώνομαι.0 Χατζηζήσης συνηθίζει τα λογύδρια. Σήμερα είναι λακωνικός: «Ακόμα δεν έχεις καταλάβει πού έμπλεξες», αρχίζει. Και συνεχίζει λέγοντας πως το κακό που έχω κάνει στο έθνος δεν μπορεί να ξεπληρωθεί με τίποτα, ότι το μόνο θετικό μου στοιχείο είναι η εθνικόφρων οικογενειακή μου προέλευση, ότι ακόμα υπάρχει ελπίδα να σωθώ και ότι στο τέλος θα τους έλεγα περισσότερα από όσα μου ζητούσαν. Ακόμη με παρακινεί να λυπηθώ τον πατέρα μου, που είχε πάει να τον παρακαλέσει να με δει. Αυτό, καθώς έμαθα αργότερα, ήταν ψέματα.Μόλις φεύγει ο Χατζηζήσης, σηκώνεται ο Αντωνόπουλος. «Κανελλάκη», μου λέει (πάντα έτσι άρχιζε τη φράση του), «τελειώσανε τ’ αστεία, υπάρχει άλλος τρόπος να σε κάνουμε να μιλήσεις». Φωνάζει τον Πέτρου και του λέει να με πάρει. Ρωτάω τι ακριβώς θέλουν να τους πω. Αντί γι’ απάντηση μου δίνουν ένα σημείωμα που πάνω έχουν γράψει δύο λέξεις:1) Καθοδήγησις.2) Βόμβαι.Βρίσκομαι πάλι στο κελί μου. Τα ‘χω λίγο χαμένα. Δεν μπορώ να πιστέψω πως με περιμένει χειρότερη μεταχείριση. Αισθάνομαι κοντά στα όρια της βιολογικής μου αντοχής.Σε λίγο ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Πέτρου. Χαμογελάει χαιρέκακα. «Πας για στήσιμο», μου λέει, «ακολούθα» και μου παίρνει τα φάρμακα που ‘χω για το στομάχι μου. Δεν καταλαβαίνω τι εννοεί. Με οδηγεί απέναντι στο κελί No 6, που είναι τεράστιο και άδειο. Μοναδικό έπιπλο ένα μικρό σιδερένιο κομοδίνο στον τοίχο. Κρεβάτι δεν υπάρχει.Εδώ περιμένουν δυο άλλοι εσατζήδες. Με τοποθετούν στη μέση του δωματίου, έτσι που να απέχω από τον κάθε τοίχο τουλάχιστον δύο μέτρα και με την πόρτα του κελιού πίσω μου. «Θα σταθείς εδώ», μου λένε, «σε στάση προσοχής, τα χέρια τεντωμένα κάτω και θα κοιτάζεις το ταβάνι. Αν κάνεις πως κουνιέσαι ή πως ξύνεσαι, χάθηκες».Από πίσω μου, ακουμπισμένος στον τοίχο, στέκεται ένας εσατζής μ’ ένα κλομπ στο χέρι. «Κάθε φορά που θα λυγίζεις ένα πόδι», μου λέει, «θ’ αρπάζεις κι από μια διάσειση».Καταλαβαίνω πως η δοκιμασία μου έγκειται σε πολλές ώρες ορθοστασία. Πάλι καλά. Στέκομαι σε στάση προσοχής και περιμένω.Σε μισή ώρα κιόλας έχω κουραστεί. Με πονάει η μέση. Είναι αδύνατον να στέκεσαι συνέχεια προσοχή. Ο σκοπός πίσω μου δεν μιλάει καθόλου. Διαβάζει «Αθλητική». Κάποια στιγμή κουνάω μηχανικά το χέρι για να ξύσω την πλάτη μου. Αμέσως ο σκοπός φωνάζει μέσα τον άλλον εσατζή και με χτυπάνε και οι δύο μαζί με κλομπ. Με χτυπάνε στο κεφάλι. Όταν πιάνω με τα χέρια το κεφάλι μου με χτυπάνε στα δάχτυλα. Κάποτε σταματάνε. «Αν θέλεις», μου λένε, «ξανακουνήσου». Με βάζουν πάλι στο ίδιο σημείο, στην ίδια στάση. Αρχίζουν να περνάνε οι ώρες. Ένας σκοπός με κλομπ, που αλλάζει κάθε δύο ώρες, στέκεται συνέχεια πίσω μου. Κάθε λίγο δέχομαι χτυπήματα επειδή κουνήθηκα. Πονάει το κεφάλι μου κι έχω ζαλάδες. Ζητάω φάρμακα για το στομάχι μου αλλά δεν μου δίνουν. «Ετσι κι αλλιώς θα πεθάνεις», μου λένε. Είναι φανερό πως χρησιμοποιούν τη στέρηση των φαρμάκων και τους πόνους του στομαχιού σαν πρόσθετο μέσο για να με κάνουν να μιλήσω.Το μεσημέρι μου φέρνουν ένα πιάτο ρύζι. Με αναγκάζουν να φάω χωρίς να ακουμπάω με το άλλο χέρι στο κομοδίνο, για να μην ξεκουράζομαι. Διψάω πολύ. Ζητάω νερό. Χαμογελάνε με νόημα. «Πρώτα θα μιλήσεις», μου λένε, «και μετά θα πιεις νερό».Αρχίζουν να περνάνε οι απογευματινές ώρες. Οι σκοποί μου εναλλάσσονται διαρκώς. Καθένας τους προσπαθεί να είναι πιο άγριος απ’ τον προηγούμενο. Σιγά σιγά νυχτώνει. Αισθάνομαι σαν να είμαι φυτεμένος. Δεν μ’ αφήνουν ούτε το ένα μου πόδι να λυγίσω. Η μέση μου πονάει πολύ. Διψάω. Φαίνεται πως η ορθοστασία φέρνει δίψα.Βραδινό πάλι στο κομοδίνο. Το φαγητό δεν κατεβαίνει γιατί το στόμα μου είναι ξερό. Μου δίνουν μισό ποτήρι νερό. Μ’ αφήνουν να πάω στην τουαλέτα. Είκοσι βήματα να πάω και είκοσι να γυρίσω. Με ξεκουράζει.Η νύχτα προχωράει. Αρχίζουν να πονάνε τα πόδια μου. Νυστάζω. Μόλις γέρνω λίγο, με χτυπάνε. Απ’ τα χτυπήματα στους μηρούς έχω πάθει κάτι σαν σοκ. Κάθε λίγο ένα ρίγος με συγκλονίζει ολόκληρο, σαν να με περνάει ηλεκτρικό ρεύμα.Η πόρτα του κελιού πίσω μου μένει πάντα ανοιχτή. Ο σκοπός μου συζητάει και κάνει χυδαία αστεία με τους δεσμοφύλακες. Πού και πού αναφέρονται και σε μένα.Αργά το βράδυ έρχονται διάφοροι εσατζήδες στο κελί μου για να παρακολουθήσουν το θέαμα. Περνάνε πολλοί από μπροστά μου. Καθένας βρίζει ή ειρωνεύεται. Κάποιος με φτύνει. Ένας, βρίζοντας, αρχίζει ν’ ανάβει μέχρι που τον πιάνει κάτι σαν παροξυσμός. Μ’ αρπάζει απ’ τα μαλλιά και μου δίνει μια γροθιά στο στομάχι. Λυγίζω στα δύο. Ήταν πολύ δυνατή. Μπαίνει στη μέση ο Τσέλιγκας. «Μη και τον έχω εγώ χρεωμένο». Μου ‘χει κοπεί η ανάσα. Με ξαναστυλώνουν. Αισθάνομαι χάλια. Είμαι έτοιμος να καταρρεύσω. Κάποιος μου πετάει μια χούφτα χαρτοπόλεμο στο πρόσωπο.«Καλές γιορτές», μου λέει. Ήταν Σάββατο βράδυ, 10 Μαρτίου, τελευταίο Σάββατο της Αποκριάς. 11 Μαρτίου 1973, ΚυριακήΕίναι περασμένα μεσάνυχτα. Καταλαβαίνω ότι δεν έχουν σκοπό να μου δώσουν κρεβάτι να κοιμηθώ. Καμιά φορά τυχαίνει ένας σκοπός να μου μιλήσει, να με ρωτήσει κάτι για την ιδιωτική μου ζωή. Τέτοιες στιγμές με αναζωογονούν. Με ξυπνάνε. Μου θυμίζουν ότι είμαι άνθρωπος ανάμεσα σ’ ανθρώπους. Άμα όμως κάνω πως κουνιέμαι, αγριεύουν και χτυπάνε.Νιώθω έντονα την ανάγκη να στηριχτώ για λίγο κάπου. Να πάρω λίγη δύναμη. Αποφασίζω να πέσω κάτω. Να κάνω πως λιποθυμάω. Δεν έχω να χάσω τίποτα. Έτσι κι αλλιώς, κάθε τόσο με χτυπάνε. Λυγίζω τα γόνατά μου και πέφτω με την πλάτη στο μωσαϊκό. Παριστάνω τον αναίσθητο. Ο σκοπός πίσω μου βγάζει φοβερές κραυγές. «Σήκω απάνου κέρατά». Αισθάνομαι το κλομπ του στα νεφρά μου. Συγχρόνως ορμάει μες στο κελί ο Τσέλιγκας. Σαν να την περίμενε αυτή τη στιγμή. Νιώθω έναν δυνατό πόνο στο κρανίο. Κάποιος με πατάει με αρβύλα στο κεφάλι και τη στριφογυρίζει όπως σβήνουν το τσιγάρο. Αισθάνομαι τους κροτάφους μου να παραμορφώνονται κάτω απ’ το βάρος. Δεν αντέχω. Φωνάζω. Με σηκώνουν πάλι όρθιο. Ο Τσέλιγκας συνεχίζει να με χτυπάει με μπουνιές και χαστούκια. «Έτσι και ξανακάνεις πως λιποθυμάς», μου λέει, «δεν θα σε αναγνωρίσει η μάνα σου».Ξαναρχίζει η ορθοστασία. Αυτή τη φορά με χτύπησαν άσχημα. Το κλομπ με βρήκε στη σπονδυλική στήλη και πονάει. Η αριστερή πλευρά του προσώπου μου είναι πρησμένη και με καίει. Δεν μ’ αφήνουν ν’ ακουμπήσω ούτε το πρόσωπό μου με το χέρι μου. Είμαι πραγματικά εξαντλημένος. Από κάπου ακούγεται ένα ροχαλητό.Το πιο ανυπόφορο είναι που δεν μου μιλάει κανένας, που τίποτα δεν σπάει τη μονοτονία της νύχτας. Η γλώσσα και τα χείλια μου είναι σαν πετσί. Αισθάνομαι τα πόδια μου που αρχίζουν και πρήζονται. Θέλω να λιποθυμήσω στ’ αλήθεια αλλά το θεωρώ απίθανο.Πέφτω πάλι. Με τα χέρια βαστάω το στομάχι μου. Ο σκοπός με χτυπάει με το κλομπ στο κεφάλι. Ο Τσέλιγκας με κλοτσάει στην πλάτη. Μένω ακίνητος σαν να ήμουν αναίσθητος. Σταματάνε τα χτυπήματα. Κάποιος φεύγει και ξαναγυρίζει μ’ ένα ποτήρι νερό. Μου το πετάνε στο πρόσωπο. Κάνω πως συνέρχομαι. Με ξαναστήνουν όρθιο. Έμεινα κάπου τρία λεπτά ξαπλωμένος στο μωσαϊκό. Ήταν μεγάλο κέρδος. Αλλά ακόμα σπουδαιότερο είναι που μπορώ τώρα και τους πείθω πως λιποθυμάω στ’ αλήθεια και πως υποφέρω σοβαρά απ’ το έλκος μου στο στομάχι.Σε μισή ώρα ξαναπέφτω. Δεν με χτυπάνε, μόνο νερό μου ρίχνουνε. Αυτό είναι καλό. Σπάω τη μονοτονία, ξεκουράζομαι και συγχρόνως δροσίζω τα χείλια μου.Συνολικά όλη τη νύχτα θα έπεσα κάτω 4-5 φορές. Τα μάτια του Τσέλιγκα έχουν κοκκινίσει απ’ τα συχνά ξυπνήματα. Βρίζει ασταμάτητα αλλά αποφεύγει πια να με χτυπάει. Έχει πειστεί πως κάτι συμβαίνει με το στομάχι μου. Μου δίνει και φάρμακα. Η ώρα θα είναι περίπου 5 το πρωί. Απότομα λέω πως έπαθα γαστρορραγία και πως πρέπει να με δει αμέσως γιατρός γιατί κινδυνεύω.Ο Τσέλιγκας τα χρειάζεται. Ξυπνάει και φέρνει στο κελί μου τον αξιωματικό υπηρεσίας. Λέω τα ίδια. Κάνω πως υποφέρω από πόνους στο στομάχι. Ζητάω να με πάνε αμέσως στο νοσοκομείο. Ο αξιωματικός διστάζει. Φοβάται τις ευθύνες. Τελικά μου δίνει μια καρέκλα να καθίσω. Τον έχω πείσει. Η ηδονή του καθισιού είναι απερίγραπτη. Έχω μείνει κάπου 20 ώρες όρθιος. Ακουμπάω το κεφάλι μου στο κομοδίνο και μισοκοιμάμαι. Έχει αρχίσει να ξημερώνει όταν μπαίνει στο κελί μου ο γιατρός, ο Κόφας. Με εξετάζει – σφυγμό και πίεση. Καταλαβαίνει βέβαια πως δεν έχω τίποτα. Ζητάω να με αφήσουν μόνο με τον γιατρό. Κάνει νεύμα και οι δεσμοφύλακες βγαίνουν έξω. Μένουμε οι δυο μας. Κάνω έκκληση στον ανθρωπισμό του. Του ζητάω να με εισαγάγει έστω για μία μέρα στο νοσοκομείο, μόνο για μία ιατρική εξέταση, να πάρω λίγες δυνάμεις, να μπορέσω να συνεχίσω. Τον διαβεβαιώνω ότι το έλκος μου, το στομάχι μου, βρίσκονται σε άθλια κατάσταση. Ότι το αποτέλεσμα των εξετάσεων θα ‘ναι τέτοιο που δεν θα τον εκθέσει. Ο Κόφας συνοφρυώνεται. Δείχνει να σκέφτεται σοβαρά το θέμα. Απότομα φαίνεται να πήρε μία απόφαση. «Νομίζω πως κάτι θα μπορέσω να κάνω», μου λέει, «μείνε δω καθισμένος και σε 5 λεπτά θα γυρίσω». Τον εκλιπαρώ να μη με εγκαταλείψει. Με διαβεβαιώνει κατηγορηματικά ότι το πολύ σε δέκα λεπτά θα γυρίσει να μου πει τι θα γίνει. Μένω ήσυχος. Φεύγει. Έκανα να τον ξαναδώ κάπου δέκα μέρες.Σε λίγο κάποιος μου τραβάει απότομα την καρέκλα και με ρίχνει κάτω. Είναι ο Πέτρου. «Στήσου για να μην πεθάνεις» μου λέει. Δεν θέλω να πιστέψω πως θα με ξαναστήσουν όρθιο. Τα πόδια μου πονάνε μόνο που ακουμπάνε στο πάτωμα. Όμως βλέπω τον προσωπικό μου σκοπό, με το κλομπ στο χέρι, ν’ αναλαμβάνει πάλι υπηρεσία.Ξαναρχίζει η ορθοστασία, ο εφιάλτης. Είμαι σε απόγνωση. Πόσο θα με κρατήσουν ακόμα;Όλα τα γνωστά μου συμπτώματα ξαναρχίζουν. Ο πόνος στη μέση. Το πρήξιμο των ποδιών. Η μονοτονία, η νύστα, το ξύλο και, το χειρότερο απ’ όλα, η δίψα.Οι σκοποί γίνονται πιο επιθετικοί. Με πιέζουν να μιλήσω. Καθένας τους φιλοδοξεί να με κάνει να λυγίσω στη διάρκεια της δικής του δίωρης βάρδιας. Καθένας είναι πιο άγριος απ’ τον προηγούμενο.Για μεσημεριανό έχει κρέας με μακαρόνια. Πάλι μου δίνουν μισό ποτήρι νερό για να μπορέσω να καταπιώ το φαγητό. Διαπιστώνω με έκπληξη πως δεν μπορώ να φάω ψωμί. Μου προκαλεί εμετό. Το κομοδίνο μου έχει επάνω μια μικρή μεταλλική ταμπέλα. Γράφει: «Δωρεά Τραπέζης Ελλάδος».Αρχίζουν να περνάνε οι απογευματινές ώρες. Παρ1 όλο που είμαι χάλια, αισθάνομαι πως δεν θα μ’ εγκαταλείψουν ποτέ τελείως οι δυνάμεις μου. Διερωτώμαι πόσο αντέχει ο άνθρωπος.Νυχτώνει. Βραδινό πάλι στο κομοδίνο, μαζί και το μισό ποτήρι νερό. Το μόνο αποτέλεσμα που είχε η πρωινή επίσκεψη του γιατρού είναι ότι αρχίσανε να μου ξαναδίνουν φάρμακα.Η νύχτα προχωράει αλλά έχω πάψει πια να νυστάζω. Αισθάνομαι μόνο εξουθενωμένος κι έχω μια διαρκή ζάλη.Την ημέρα οι ώρες περνάνε σχετικά γρήγορα. Ακούγονται διάφοροι θόρυβοι, φωνές. Το μυαλό έχει με κάτι ν’ ασχοληθεί. Η νύχτα δεν περνάει με τίποτα. Και νυχτώνει νωρίς.Στην τουαλέτα μού επιτρέπουν να πάω τρεις φορές την ημέρα, πριν από κάθε φαγητό. Πάντα όμως κάτω από παρακολούθηση, για να μην πιω νερό από τη βρύση έξω από την τουαλέτα.Απόψε ζητάω να πάω στην τουαλέτα εκτάκτως. Ο δεσμοφύλακας, ο Πέτρου, λείπει εκείνη τη στιγμή. Ισχυρίζομαι πως έχω επείγουσα ανάγκη. Ο σκοπός μου διστάζει αλλά τελικά με οδηγεί στην τουαλέτα λέγοντάς μου να κάνω γρήγορα. Μπαίνω μέσα, κλείνω πίσω μου την πόρτα, πέφτω στο πάτωμα (ο καμπινές είναι τούρκικος) και πίνω νερό μέσ’ από τη λεκάνη. Φοβάμαι να πιω πολύ, μήπως πάθω τίποτα. Μετά μένω ξαπλωμένος κάτω ανάσκελα, κάπου 2 ολόκληρα λεπτά. Ακουμπάω τα πόδια μου ψηλά στον τοίχο για να κατεβεί λίγο το αίμα και να ξεπρηστούν. Είναι απίστευτη η ηδονή. Ο σκοπός όμως μου χτυπάει την πόρτα να τελειώνω. Ξανασηκώνομαι με δυσκολία. Το σακάκι μου έχει μουσκέψει απ’ το νερό στο πάτωμα του μπάνιου. Το βλέπει ο σκοπός, καταλαβαίνει ότι ξάπλωσα κάτω και αρχίζει να με χτυπάει. Πρέπει να έχω τα χάλια μου γιατί φοβάται να με χτυπήσει δυνατά. Μακάρι να σκέφτονταν όλοι οι σκοποί έτσι.Η νύχτα προχωράει. Οι σκοποί μου αλλάζουν. Αισθάνομαι τα πόδια μου να καίνε. Σε μια στιγμή ο σκοπός βγαίνει απ’ το κελί και μ’ αφήνει για δυο λεπτά μόνο. Βγάζω αμέσως τα παπούτσια και τις κάλτσες μου και πατάω με γυμνά πόδια στο πάτωμα. Το μωσαϊκό είναι ευχάριστα δροσερό. Πριν γυρίσει ο φρουρός ξαναφοράω τα παπούτσια μου χωρίς τις κάλτσες.Η μονοτονία της νύχτας είναι μαρτύριο. Αποφασίζω να κάνω πάλι πως λιποθυμάω. Πέφτω. Απόψε όμως δεν είναι δεσμοφύλακας ο Τσέλιγκας αλλά ο Πέτρου. Αυτός δεν μ’ έχει χρεωμένο και βαράει μες στα όλα. Με χτυπάει με το κλομπ στις σόλες των παπουτσιών. Ξέρει πως έτσι όπως είναι ερεθισμένα τα πόδια μου, ο πόνος εκεί με σφάζει.Σηκώνομαι απ’ το πάτωμα με την πρόθεση να μην ξαναπέσω. Δεν περνάει όμως μισή ώρα και πέφτω πάλι. Δεν ξέρω πια αν το κάνω επίτηδες ή αν πέφτω από εξάντληση.Ζητάω συνέχεια φάρμακα daxaids για το στομάχι μου, όχι γιατί έχω πραγματικές ενοχλήσεις, αλλά επειδή μαζί με το φάρμακο μου δίνουνε και δυο δάχτυλα νερό.Σε λίγο ξαναπέφτω. 0 Πέτρου με χτυπάει μ’ όλη του τη δύναμη. Ο σκοπός το ίδιο. Έχουν και οι δύο κλομπ. Με σηκώνουν όρθιο και συνεχίζουν να με χτυπάνε. Βλέπω το κλομπ να κατεβαίνει με τέτοια δύναμη πάνω στο κεφάλι μου, που είναι αδύνατον να πιστέψω πως δεν θα τ’ ανοίξει στα δύο. Σε μια στιγμή το κλομπ τού Πέτρου σπάει διαγώνια στα δύο. Αν δεν το ’βλεπα δεν θα το πίστευα. Έσπασε πάνω στην πλάτη μου και το μισό κομμάτι πετάχτηκε στην άλλη άκρη του δωματίου.
Μισθωτοί – συνταξιούχοι: τα φορολογικά “γαϊδούρια” του Ελληνικού κράτουςby Αντικλείδι |
Εκατό χρόνια από την πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης
‘
![Η Θεσσαλονίκη στις φλόγες. [Συλλογή Γιάννη Μέγα/Ψηφιοποιημένη συλλογή Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης]](https://i0.wp.com/insidestory.gr/sites/default/files/styles/article-main/public/field/image/mef1935resize.jpg?resize=525%2C263&ssl=1)
Ήταν 5 Αυγούστου του 1917 (18 με το νέο ημερολόγιο), γύρω στις τρεις το μεσημέρι. Σύμφωνα με το λαϊκό θρύλο, στην περιοχή Μεβλεβί Χανέ, στην οδό Ολυμπιάδος 3, μία νοικοκυρά τηγάνιζε μελιτζάνες πάνω σε μια τρίποδη φορητή φουφού, όταν από μια αδέξια κίνηση αναποδογύρισε τη φουφού, πήραν φωτιά τα ξυλαράκια που είχε για προσάναμμα, οι σπίθες πετάχτηκαν σε σωρούς ξερών χόρτων και κάπως έτσι άρχισε η πιο καταστροφική πυρκαγιά που γνώρισε ποτέ η Θεσσαλονίκη.O ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος αναφέρεται στο περιστατικό στο ποίημα «Η Βυκάνη»:Αλλοίμον’ όμως το κατακαλόκαιρο οι μελιτζάνες σα φανούν
κι’ αρχίσουνε τα τηγανίσματα και οι φουβούδες;
μια μόνη σπίθα αρκεί για να φουντώση το μεγάλο το κακό
μερόνυχτα να μαίνωνται οι πυρκαϊές
και να σωριάζωνται καπνίζοντα χαλάσματα
απέραντοι μαύροι ερειπιώνες
να καταντούνε
οι μεγαλουπόλεις.
Σπάνιο ντοκουμέντο από το Κινηματογραφικό Τμήμα του Σερβικού Στρατού. Πάντως, όπως αναφέρεται στο απαλλακτικό βούλευμα με το οποίο έκλεισε και τυπικά η έρευνα των αρχών, το κακό δεν άρχισε από τις μελιτζάνες. Οι κατηγορούμενες Παρασκευούλα Αδάμ και Δόμνα Σαββόγλου «ήναψαν πυρ προς πλύσιν» στις δέκα το πρωί και η δεύτερη «λουσθείσα, έσβυσε τούτο κατά τας 11 π.μ.» αλλά η μετάδοση της φωτιάς έγινε «εκ τυχαίου γεγονότος, δια σπινθήρος εν τω υπογείω χόρτω».Οι δύο γυναίκες δεν διώχθηκαν για εμπρησμό, γιατί «κατέβαλον πάσαν επιμέλειαν περί την χρήση της πυράς, ουδ’ ήτον δυνατόν και ο μάλλον συνετός των ανθρώπων να προϊδή ότι ήτο δυνατόν να μεταδοθή πυρ εις το εν τω υπογείω ευρισκόμενον χόρτον εκ σπινθήρος εκ του μαγειρείου και η έκρηξις του πυρός και η εκ ταύτης καταστροφή μεγάλου μέρους της πόλεως […] δεν δύναται να καταλογισθή ταις κατηγορουμέναις…».
Πάντως και τότε υπήρχαν οι θεωρίες συνωμοσίας της εποχής: γερμανόφιλοι κύκλοι απέδιδαν την πυρκαγιά σε εμπρησμό που προκλήθηκε από βομβαρδισμό από αγγλικά και γαλλικά αεροπλάνα και τα συμμαχικά πλοία που ναυλοχούσαν στο Θερμαϊκό (η Isabel Emslie Hutton, στρατιωτική γιατρός που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη με τη Στρατιά της Ανατολήςαναφέρεται σε αυτές τις φήμες και στην ύπαρξη πολλών κατασκόπων στην πόλη, αλλά υιοθετεί την επίσημη εκδοχή για τα αίτια της φωτιάς). Όμως η εκδοχή των «φίλιων πυρών» από τα στρατεύματα της Entente που φιλοξενούσε η πόλη δεν έχει καμιά λογική, καθώς στο μεταξύ είχε λήξει η περίοδος του Εθνικού Διχασμού και η Ελλάδα είχε κηρύξει τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.
mep0604.jpg
Στην περίπτωση της μεγάλης πυρκαγιάς ο Βαρδάρης, ο «στρατηγός άνεμος» της Θεσσαλονίκης, έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο, μαζί με τη θαλάσσια αύρα που προκλήθηκε από την υψηλή θερμοκρασία. Ακόμα και υπό αυτές τις καιρικές συνθήκες όμως, η πυρκαγιά δεν θα είχε εξαπλωθεί τόσο γρήγορα και σε τέτοια έκταση αν η ρυμοτομία της πόλης δεν ήταν τόσο ασφυκτική –ο μεγαλύτερος δρόμος, η Εγνατία οδός, είχε στο φαρδύτερο σημείο της πλάτος μόλις οκτώ μέτρων, ενώ στο σύνολο της πόλης εντός των τειχών οι ελεύθεροι χώροι δεν ξεπερνούσαν το 20%.
mep1461.jpg
Επιπρόσθετα, τα περισσότερα σπίτια στη ζώνη που αργότερα ονομάστηκε «πυρίκαυστος» ήταν ξύλινα, οργανωμένη πυροσβεστική υπηρεσία δεν υπήρχε και τα αποθέματα του νερού είχαν μειωθεί από την ανομβρία του καλοκαιριού, την ώρα που η κατανάλωση είχε αυξηθεί αναλογικά με τον πληθυσμό, που λόγω των προσφύγων από την Ανατολική Μακεδονία είχε φτάσει από 158.000 το 1913 σε 270.000 το 1917. Σε αυτούς ήρθαν να προστεθούν και οι 200.000 Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι, Σέρβοι και Έλληνες στρατιώτες της Στρατιάς της Ανατολής που στρατοπέδευαν στη Θεσσαλονίκη. Μάλιστα τα συμμαχικά στρατεύματα αρνήθηκαν να διακόψουν τη μεγάλης κλίμακας υδροδότηση των στρατοπέδων και των νοσοκομείων τους, προκειμένου να διοχετευτεί η παροχή του νερού στην κατάσβεση της πυρκαγιάς.Όπως εύστοχα συμπυκνώνεται στον τίτλο του βιβλίου της αρχιτέκτονα-πολεοδόμου και ομότιμης καθηγήτριας του ΑΠΘ Αλέκας Καραδήμου Γερολύμπου, η Θεσσαλονίκη εκείνη την περίοδο ήταν «οχυρωμένο στρατόπεδο, ανοχύρωτη πόλη».
Η φωτιά ακολούθησε αρχικά διπλή κατεύθυνση: προς το Διοικητήριο και προς την αγορά, δια των οδών Αγίου Δημητρίου και Λέοντος Σοφού. Ο Βαρδάρης άρχισε να δυναμώνει, στρέφοντας προς το κέντρο της πόλης τις φλόγες, που μέχρι τις 11 το βράδυ είχαν φτάσει στη συνοικία Ουν Καπάν, στην περιοχή μεταξύ της πλατείας Ελευθερίας και της πλατείας Αριστοτέλους. Το ξημέρωμα ο άνεμος άλλαξε κατεύθυνση και οι φλόγες στράφηκαν προς τα πίσω. Η επέκταση της φωτιάς σταμάτησε το βράδυ της 6ης (19ης) Αυγούστου, έχοντας κάψει το 40% της πόλης.
mep0601.jpg
Στην πρώτη έκδοση της Balkan Νews που κυκλοφόρησε μετά την πυρκαγιά, στις 9 (22) Αυγούστου, ο H.C. Owen περιέγραφε: «Όσο κι αν από την αρχή ο κίνδυνος να εξαπλωθεί ήταν μεγάλος, καθώς μάλιστα ένας γερός, ζεστός άνεμος φυσούσε εδώ και δύο μέρες, κανείς δεν πίστευε ότι ένα μεγάλο κομμάτι της πόλης θα μεταβαλλόταν σε καμίνι, ότι η φωτιά θα επεκτεινόταν τόσο γρήγορα, καταβροχθίζοντας ολόκληρους δρόμους και περιφρονώντας κάθε προσπάθεια για την κατάσβεσή της, ότι πριν περάσει η νύχτα η συνηθισμένη μας ζωή θα αναστατωνόταν τόσο βίαια».Ίσως γιατί πίστευαν ότι η φωτιά θα περιοριζόταν στην Άνω Πόλη και, αν κατέβαινε μέχρι την Εγνατία, ο δρόμος θα λειτουργούσε ως φράγμα προστατεύοντας το εμπορικό κέντρο μέχρι τη θάλασσα. «Όταν όμως ήρθε η ώρα, η φωτιά πήδησε πάνω από την Εγνατία, χωρίς να σταθεί ούτε λεπτό. Θαρρείς και ο Βαρδάρης δημιουργούσε μπροστά του μια δίνη, που ρουφούσε τις φλόγες και τις μετέφερε εκατό μέτρα πιο πέρα. Ήταν ένα απερίγραπτο θέαμα, θα μπορούσε να πει κανείς βιβλικό… Σε τούτη την εβραϊκή συνοικία οι εβραίοι φορούν πάντα τις παλιές τους φορεσιές και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από ένα πολύχρωμο πλήθος, άνδρες, γυναίκες, παιδιά που έκλαιγαν, ούρλιαζαν, ικέτευαν… Οι φλόγες έφθασαν κάτω στη θάλασσα, σε πλάτος 1,5 χιλιομέτρου πάνω στην προκυμαία, σε ένα θέαμα μεγαλειώδες όσο και σπαρακτικό, ένα τείχος από πορτοκαλί και λευκό φως».
mep1460.jpg
Στην εκτενή ανταπόκρισή του στο γαλλικό περιοδικό Illustration, ο λοχαγός Inahim Jesse-Asher περιγράφει τον πανικό των πρώτων ωρών: «Μουσουλμάνες περνούν βιαστικά με τον φερετζέ ν’ ανεμίζει στον αέρα, ξεχνώντας από τον φόβο τους να τον κρατήσουν με τα δόντια πάνω στο πρόσωπό τους. Μια εβραία κρατάει ένα μωρό που δεν σταματά να θηλάζει, αδιαφορώντας για τα δάκρυα της νεαρής μάνας του που τρέχει με τα μαλλιά λυτά και πράσινες σατινένιες κορδέλες να της σκεπάζουν το γυμνό στήθος. Ένας γέρος εβραίος με κόκκινο φέσι κι ολόλευκη γενειάδα παραπαίει μέσα στο βαρύ πράσινο παλτό του. Στηρίζει προστατευτικά μια γριά που έχει τα χάλια της, τρέμει, κλαίει, νομίζεις θα πέσει από στιγμή σε στιγμή. Ένα μικρό κοριτσάκι φωνάζει τη μάνα του που χάθηκε μέσα στον κόσμο και σφίγγει προσεχτικά στην αγκαλιά του δύο κότες κι ένα μαξιλάρι χρυσοκέντητο…».
«Αν τη θυμάμαι, λέει…» είπε στο inside story η κυρία Κίτσα Αθυρίδου, 106 ετών σήμερα, όταν τη ρωτήσαμε αν θυμόταν την πυρκαγιά.
«Ήμουν έξι χρονών. Είχαμε πάει στα λουτρά Ισλαχανέ, που ήταν κοντά στου Κεμάλ το σπίτι, η μαμά μου, εγώ και η αδελφή μου. Είχε σουρουπώσει όταν βγήκαμε. Είδαμε καπνό και φλόγες από το μέρος όπου ζούσαν ο παππούς και η γιαγιά μου, κοντά στον Άγιο Δημήτριο. Λέει η μαμά μου “ελάτε γρήγορα, πάμε σπίτι να πάρουμε τον μπαμπά, να δούμε ο παππούς και η γιαγιά τι γίνονται”». Η φωτιά δεν είχε φτάσει μέχρι το σπίτι τους στην οδό Απελλού (περιοχή πλατείας Ναυαρίνου). «Μας έβαλε η μαμά να κοιμηθούμε και έτσι όπως ήμασταν με τις νυχτικιές ακούμε φασαρία, ότι ξέφυγε η φωτιά. Φοβηθήκαμε κι αμέσως ο μπαμπάς ειδοποίησε και ήρθε φορτηγό αγγλικό να μας πάρουν».Ο πατέρας της ασχολούνταν με την παραγωγή και το εμπόριο οίνων και πουλούσε με τα βαρέλια κρασί στους Άγγλους στρατιώτες –εξού και ζήτησε τη χάρη να μεταφερθεί η οικογένειά του σε ασφαλές σημείο. «Μας πήραν αγκαλιά με τα στρώματα και τα μαξιλάρια και μας πήγαν στα εβραίικα τα μνήματα, εκεί που είναι το πανεπιστήμιο τώρα, και κοιμηθήκαμε εκεί δυο βραδιές. Είχε κι άλλο κόσμο στα μνήματα, ψάχναμε να προστατευτούμε, γιατί δεν ξέραμε πού θα πάει η φωτιά. Όταν είδαμε ότι δεν κινδυνεύει το σπίτι, γυρίσαμε. Όμως είχε καεί η επιχείρηση του πατέρα μου, που στεγαζόταν δίπλα από το μέγαρο Στάιν».
mef2291.jpg
Το μέγαρο Στάιν στην πλατεία Ελευθερίας ήταν από τα ελάχιστα κτίρια που γλίτωσαν χωρίς την παραμικρή ζημιά, ίσως γιατί ήταν επενδεδυμένο με μάρμαρο. Η ειρωνεία ήταν ότι το μοναδικό κατάστημα που γλίτωσε ήταν στη μαύρη λίστα των συμμάχων για σχέσεις με τον εχθρό, γι’ αυτό και δεν επιτρεπόταν στο συμμαχικό στρατό να το χρησιμοποιεί για αγορές.«Μικρός τότε, ξαπλωμένος στο στρώμα μου, παρακολουθούσα τις φλόγες, που νόμιζα ότι ήταν πάνω από το κεφάλι μου», διηγείται ο Γεώργιος Σταμπουλής στο βιβλίο «Η ζωή των Θεσσαλονικέων πριν και μετά το 1912». «Ο δυνατός αέρας έφερνε μαζί με τις σπίθες και κανένα αναμμένο ξυλαράκι και έτσι βρισκόμασταν συνέχεια σε ανησυχία μήπως πέσουν φωτιές κοντά μας, για να τις σβήσουμε αμέσως με το λιγοστό νεράκι που είχαμε μαζί μας σε μπουκάλια, μπαρδάκια και κατσαρόλες».
Η φωτιά έκαψε το ένα τρίτο της συνολικής έκτασης της πόλης, αλλά όλως περιέργως τα θύματα ήταν ελάχιστα. Μέσα σε 32 ώρες καταστράφηκαν 9.500 σπίτια και έμειναν άστεγοι 70.000 άνθρωποι, εκ των οποίων 55.000 εβραίοι, 12.500 χριστιανοί και 10.000 μουσουλμάνοι. Καταστράφηκαν επίσης 4.069 από τα 7.695 εμπορικά καταστήματα, με αποτέλεσμα να χαθούν οι μισές θέσεις εργασίας από αυτές που υπήρχαν πριν την πυρκαγιά.Καταστράφηκαν επίσης κτίρια που στέγαζαν διοικητικές υπηρεσίες όπως το δημαρχείο, το ταχυδρομείο, το τηλεγραφείο, η Οθωμανική και η Εθνική Τράπεζα, χώροι αναψυχής, τα σημαντικότερα πνευματικά και θρησκευτικά ιδρύματα των κοινοτήτων της πόλης όπως ο Άγιος Δημήτριος, η Αρχιραβινεία με το αρχείο της και το δημοτικό σχολείο της ισραηλίτικης κοινότητας, 16 μεγάλες συναγωγές και 11 εβραϊκά σχολεία, δέκα μουσουλμανικά τεμένη μεταξύ των οποίων το Σαατλί Τζαμί, τυπογραφεία εφημερίδων και άλλα πολλά.
mef2267.jpg
Το ύψος των ζημιών προσδιορίστηκε στα 8 εκατ. λίρες Αγγλίας. Οι ασφαλιστικές εταιρείες προσπάθησαν να αποδώσουν την πυρκαγιά σε διάφορους λόγους (πολεμικές επιχειρήσεις, ευθύνη των συμμαχικών αρχών, εχθρική δραστηριότητα) αλλά τελικά αναγνώρισαν οφειλές 4 εκατ. λιρών και κατέβαλαν λιγότερα από 3 εκατ. λίρες.
«Η πυρκαγιά συνήθως περιγράφεται ως μια εποποιία ανασχεδιασμού και μια επιτυχία ανοικοδόμησης, είχε όμως και μια ελάχιστα φωτεινή πλευρά, τη φτωχοποίηση μεγάλου μέρους της μεσαίας τάξης», αναφέρει ο Δρ. Οικονομικής Ιστορίας και συγγραφέας, Ευάγγελος Χεκίμογλου.
mef1932.jpg
Η διαφορά με προηγούμενες πυρκαγιές ήταν ότι αυτή τη φορά ο ιδιοκτήτης του ακινήτου που κάηκε έχασε πλέον το δικαίωμα στην κατοχή γης και είχε στα χέρια του ένα κτηματόγραφο έναντι της αξίας της περιουσίας του. Με αυτό θα μπορούσε να λάβει μέρος στις δημοπρασίες για τα οικόπεδα της πυρικαύστου. Μόνο που με τη νέα σχεδίαση που ακολούθησε την πυρκαγιά, τα οικόπεδα είχαν διπλάσιο εμβαδόν σε σχέση με τα αρχικά και θα χρειαζόταν να συνδυαστούν πολλά χρεόγραφα για την αγορά ενός οικοπέδου.Οι δημοπρασίες έγιναν σχεδόν επτά χρόνια μετά την πυρκαγιά, και σε αυτό το διάστημα οι πυροπαθείς στερήθηκαν όχι μόνο το σπίτι τους αλλά και το εισόδημα από την εργασία τους στα εμπορικά καταστήματα της πυρικαύστου. Οι νέοι άντρες της μεσαίας τάξης μετανάστευσαν για να βρουν δουλειά, οι ηλικιωμένοι πέθαναν στις σκηνές και απέμειναν τα γυναικόπαιδα, για τα οποία ο μόνος τρόπος επιβίωσης ήταν να ρευστοποιήσουν το κτηματόγραφο προκειμένου να συντηρηθούν. Έτσι ένα μεγάλο μέρος του κέντρου πόλης πέρασε σε όσους είχαν χρήματα.
Απόσπασμα από την ταινία «1917, Η μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης», παραγωγή του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Μακεδονικών και Θρακικών Σπουδών, 2012.Μια ακόμα συνέπεια της πυρκαγιάς, με δεδομένο ότι σε μεγάλο βαθμό η πυρίκαυστος ζώνη κατοικούνταν από Εβραίους, ήταν να αλλάξει ουσιαστικά την πληθυσμιακή και κοινωνική σύνθεση του κέντρου της Θεσσαλονίκης. Για παράδειγμα, στην εβραϊκή συνοικία Ρόγος, στη σημερινή περιοχή της Αρχαίας Αγοράς, μόλις το 8% ανέκτησε το οικόπεδό του, ενώ το 92% της έκτασης άλλαξε χέρια.Σύμφωνα με τη δρ. Ρένα Μόλχο, «η εγκατάσταση των πυροπαθών στα προάστια θα επέτρεπε στην κυβέρνηση να διαγράψει μια κι έξω τον εβραϊκό χαρακτήρα του κέντρου. Είναι εξάλλου σημαντικό το ότι από τις επτά νέες συνοικίες που δημιουργήθηκαν για τους πυροπαθείς (τέσσερις από τη Δημαρχία και την Πολιτεία και τρεις από την Ισραηλιτική Κοινότητα), μία μόνο βρισκόταν κοντά στο κέντρο της πόλης».Όπως αναφέρει ο κ. Χεκίμογλου, χιλιάδες εβραίοι πυροπαθείς έμειναν άστεγοι και άποροι για χρόνια, ζώντας σε κουρελιασμένα αντίσκηνα, πλημμυρισμένα υπόγεια ή μισοκαμμένα σπίτια. Ο κρατικός μηχανισμός δεν μπορούσε να τους συντηρήσει και το κόστος της πρόνοιας βάρυνε την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης.
mef1960.jpg
Αυτός ο πληθυσμός απομονώθηκε κοινωνικά και γλωσσικά σε περιαστικούς οικισμούς μέχρι τον εκτοπισμό τους, το 1943, στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης στην Πολωνία…
Πόσο διαφορετική θα ήταν η Θεσσαλονίκη σήμερα, αν δεν είχε μεσολαβήσει η πυρκαγιά; Όπως όλες οι πόλεις, έτσι και η Θεσσαλονίκη επρόκειτο ούτως ή άλλως να αλλάξει από κάθε άποψη και μάλιστα γρήγορα, λόγω των εξελίξεων, πιστεύει ο καθηγητής νεότερης και σύγχρονης ιστορίας στο ΑΠΘ, Βασίλης Γούναρης. Είχαν ήδη προηγηθεί οι βαλκανικοί πόλεμοι, ήταν σε εξέλιξη ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ερχόταν η Μικρασιατική Καταστροφή και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. «Ήταν τεράστιες οι εξελίξεις στην κοινωνία και την οικονομία στην Ελλάδα, στα Βαλκάνια και σε όλον τον πλανήτη. Η πυρκαγιά επιτάχυνε τις εξελίξεις και έκανε πιο ριζική την αλλαγή τοπίου», σημειώνει ο κ. Γούναρης.
mef2263.jpg
Το σίγουρο είναι ότι αν δεν βρισκόταν εκεί η Στρατιά της Ανατολής, οι Γάλλοι και επομένως και ο αρχιτέκτονας-πολεοδόμος Ερνέστ Εμπράρ, που εκπόνησε τα σχέδια για την ανοικοδόμηση της πόλης μετά την πυρκαγιά, η όψη της σήμερα θα ήταν τελείως διαφορετική.Η κυριότερη τομή που επέφερε στη Θεσσαλονίκη το σχέδιο Εμπράρ ήταν ότι εξαλείφθηκε ουσιαστικά η ανατολίτικη όψη και το οθωμανικό παρελθόν της και υιοθετήθηκε ένας αστικός χαρακτήρας δυτικού τύπου. Αν δεν είχε συμβεί η πυρκαγιά, είναι πολύ πιθανό να διατηρούνταν ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της, κυρίως με την παρουσία συναγωγών, μουσουλμανικών τζαμιών και κοινοτικών σχολείων. Από την άλλη, η πυρκαγιά ήταν η “ευκαιρία” της Θεσσαλονίκης να αποκτήσει χαρακτηριστικά σύγχρονης μητρόπολης.Πράγματι, η πολεοδομική επέμβαση του 1917 εντυπωσιάζει και σήμερα: υπήρχε λειτουργική διαίρεση σε περιοχές κατοικίας, διοίκησης, εμπορίου, προβλεπόταν η ίδρυση πανεπιστημιούπολης, συγκοινωνιακές υποδομές με οδικό δίκτυο αυτοκινήτων, περιφερειακή οδό, νέο σιδηροδρομικό σταθμό, τραμ, ακόμη και μετρό! Χάρη σε αυτήν, η πόλη απέκτησε την κεντρική διαπλατυσμένη οδό Εγνατία, τον μνημειακό άξονα της Αριστοτέλους και τον άξονα της πλατείας Ναυαρίνου που συνδέει το Γαλεριανό Ανάκτορο με την Καμάρα και τη Ροτόντα.
mef2268.jpg
Σχεδόν πάντα οι δημόσιες συζητήσεις για την πυρκαγιά καταλήγουν στο ίδιο ερώτημα: Πώς θα έμοιαζε η πόλη σήμερα αν είχε εφαρμοστεί στο σύνολό του το σχέδιο Εμπράρ; Ο πρόεδρος του τμήματος Αρχιτεκτονικής στο ΑΠΘ Νίκος Καλογήρου θεωρεί ότι είναι λανθασμένη η κοινή πεποίθηση ότι το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε. «Το σχέδιο Εμπράρ καθόρισε και επηρέασε ουσιαστικά τη σημερινή μορφή της πόλης. Η αλλαγή του αστικού ιστού ήταν χωρίς προηγούμενο στην ιστορία», σημειώνει. Το σχέδιο αλλαξε ριζικά μόνο «όταν παραβιάστηκε βάναυσα με την αύξηση των συντελεστών δόμησης και την κυριαρχία της εξατομικευμένης ανοικοδόμησης», από τη δεκαετία του ’60 κι έπειτα, όταν ανέτειλε η εποχή της αντιπαροχής.«Εξ ανάγκης αλλά και ως αποτέλεσμα μιας ισχυρής πολιτικής βούλησης, μια πόλη με σύγχρονη μορφή αναδύθηκε μέσα από τα ερείπια, υλοποιώντας στον χώρο τις πιο προωθημένες επιταγές της ευρωπαϊκής πολεοδομίας», σημειώνει η κα Καραδήμου Γερολύμπου.Οι αλλαγές έδωσαν τον τόνο και για όσα επρόκειτο να συμβούν στις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις. «Με βάση την εμπειρία της Θεσσαλονίκης γενικεύτηκε η ανάπτυξη των αστικών πολυώροφων κτισμάτων, γενικεύτηκε η χρήση του οπλισμένου σκυροδέματος, προέκυψαν οι γνωστοί θεσμοί της οριζόντιας ιδιοκτησίας και των γενικών οικοδομικών κανονισμών που διαμόρφωσαν την ελληνική πόλη. Όλοι οι κανόνες του παιχνιδιού είχαν καθοριστεί από τότε», προσθέτει ο κ. Καλογήρου.
Ντοκιμαντέρ της Δημοτικής Τηλεόρασης Θεσσαλονίκης για την πυρκαγιά, με τον συγγραφέα Σάκη Σερέφα (παραγωγής 2017).
Του Κώστα Στούπα
“Ας διδαχθούμε από τον πολυμήχανο Οδυσσέα, να κλείσουμε τα αυτιά μας στις σειρήνες, και να ξεπεράσουμε και τις τελευταίες συμπληγάδες. Είναι ίσως συμβολικό ότι το νησί των Φαιάκων ήταν η τελευταία στάση πριν την Ιθάκη.Αρκεί να το πιστέψουμε ότι υπάρχει Ιθάκη και θα φτάσουμε σύντομα”, δήλωσε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας πριν λίγες μέρες βγαίνοντας από το παλιό δημαρχείο της Κέρκυρας “Σαν Τζιάκομο” όπου παρακολούθησε το έθιμο των “μπότηδων”…Είναι προφανές πως ο πρωθυπουργός μπέρδεψε τον Οδυσσέα με τον Ιάσονα όπως προ καιρού αν και μηχανικός είχε μπερδέψει τις 180 με τις 360 μοίρες του κύκλου, όπου η στροφή μας οδηγεί στο ίδιο σημείο που κατευθυνόμαστε, ενδεχομένως τον τοίχο. Βλέπε: Πρόκειται για μια στροφή 360 μοιρών…Ο πρωθυπουργός δεν αποτελεί την εξαίρεση αλλά αντιπροσωπεύει μια από τις νεότερες γενιές Ελλήνων που ανδρώθηκαν την περίοδο της ευημερίας με δανεικά. Την περίοδο της μεταπολίτευσης που η δημοκρατία εξελήφθη ως ανοχή στην ασυδοσία.Πριν μερικούς μήνες σε μια δημόσια εκδήλωση ένας από τους γνωστούς δημοσκόπους ανέφερε το εξής παράδειγμα. Κατά τη διάρκεια μιας έρευνας πριν το δημοψήφισμα του 2015, έκαναν ένα άτυπο γκάλοπ μεταξύ των 20-30 ερευνητών που συμμετείχαν στην έρευνα, άτομα νεαρής ηλικίας και πανεπιστημιακής μόρφωσης.Από το σύνολο των ερωτηθέντων μόνο μια νεαρή είχε απαντήσει πως θα ψηφίσει ΝΑΙ. Όταν ρωτήθηκε με ποια κριτήρια απάντησε πως είχε Βουλγαρική καταγωγή και είχε ακούσει από πρώτο χέρι για τις άσχημες συνθήκες που είχαν ζήσει οι γονείς και οι παππούδες μακριά από την Ευρώπη και τις αξίες της.Η γενιά μου θεώρησε μεγάλη νίκη την κατάργηση του θεσμού των επιθεωρητών που επισκέπτονταν αιφνιδιαστικά τάξεις και αξιολογούσαν διδάσκοντες και διδασκόμενους. Η γενιά που θεώρησε προοδευτικό βήμα την κατάργηση της μαθητικής ποδιάς, του τακτικού κουρέματος των μαθητών και την ανάδειξη της 17ης Νοέμβρη σε ισότιμης των εθνικών επετείων… Μετά ήρθε η νομιμοποίηση των καταλήψεων και η δημιουργία άπειρων υποβαθμισμένων περιφερειακών κυρίως σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης προκειμένου να μείνουν όλοι οι ψηφοφόροι ικανοποιημένοι πως τα παιδιά τους θα έχουν κάποιο πτυχίο.Η υποβάθμιση της αξίας των πανεπιστημιακών πτυχίων ήταν το φυσικό επακόλουθο. Βοηθούσης και της διάλυσης της ιδιωτικής οικονομίας που μείωσε τις ανάγκες για εξειδικευμένες θέσεις εργασίας, τα πτυχία τα τελευταία πολλά χρόνια ήταν χρήσιμα μόνο για τα επιδόματα που μοίραζε το δημόσιο και το ευρύτερο δημόσιο άνευ άλλου κριτηρίου αποδοτικότητας που θα λειτουργεί ως κίνητρο.Με αργή αλλά σταθερή πορεία “προόδου” φτάσαμε κυβέρνηση, Υπουργεία και κόμματα να εκδίδουν σωρηδόν ανακοινώσεις με ορθογραφικά λάθη, γραμματικούς βαρβαρισμούς και εννοιολογικές ασυναρτησίες… και να θεωρείται φυσιολογικό.Η χρεοκοπία της Ελλάδας όπως είναι φυσικό προέκυψε σε μια καμπή των δυτικών κοινωνιών οι οποίες επίσης για δεκαετίες έζησαν σε ευημερία ένα μέρος της οποίας οφείλεται στη διόγκωση του δημοσίου και ιδιωτικού χρέους. Καμία όμως δεν έχει φτάσει στο επίπεδο αποσάθρωσης της παραγωγικής οικονομίας όπως η Ελλάδα.Καμία χώρα της Δύσης και της Ανατολής δεν διαθέτει την πιο αδύναμη οικονομία, την υψηλότερη φορολογία και τη μεγαλύτερη συνταξιοδοτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ.Σε καμιά χώρα δεν εμφανίζονται πολιτικοί, οικονομολόγοι και οικονομολογούντες πρώτης γραμμής να ισχυρίζονται δημόσια και να προσπαθούν να τεκμηριώσουν με επιχειρήματα πως η καταβολή πληθώρας συντάξεων συνιστά αναπτυξιακό μέτρο γιατί τονώνει τη ζήτηση…Η ελληνική χρεοκοπία είναι πρωτίστως κοινωνική, πολιτισμική, μορφωτική και μετά οικονομική.Δυστυχώς η Ελλάδα έχασε την ευκαιρία το 2010 ή έστω το 2012, αφού η πολιτική ηγεσία πει την αλήθεια, να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις στην κοινωνία για μια κυβέρνηση Εθνικής Σωτηρίας, που θα προχωρήσει σε βαθιές τομές με οικουμενική συναίνεση, στην οικονομία, το κράτος και κυρίως την παιδεία και τις ένοπλες δυνάμεις…Ο πρωθυπουργός μπέρδεψε την Αργοναυτική Εκστρατεία με την Οδύσσεια στην προσπάθεια να πείσει πως η έξοδος από την κρίση που θα οδηγήσει σε ανάταξη της οικονομίας είναι κοντά. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί σε πολλούς…Το πιο ανησυχητικό είναι πως ο πρωθυπουργός όταν έκανε αυτές τις άστοχες παρομοιώσεις δεν βρήκε να πει μια λέξη, γιατί μετά την περσινή Ανάσταση του 2016, δεν ακολούθησε η ανάσταση της οικονομίας όπως είχε προαναγγείλει;Γιατί έχουμε ακόμη capital controls ενώ πλήθος κυβερνητικών στελεχών μετά το καλοκαίρι του 2015 προαναγγέλλει την απόσυρσή τους κάθε 3-4 μήνες;Γιατί το τελευταίο τρίμηνο του 2016 έκλεισε με ύφεση ενώ λυτοί και δεμένοι πριν ένα χρόνο προέβλεπαν δυναμική ανάπτυξη για το β’ εξάμηνο;Γιατί λοιπόν αφού ο ίδιος και τα στελέχη της κυβέρνησης ενώ μέχρι σήμερα πέφτουν συνεχώς έξω, τώρα μετά τη δεύτερη αξιολόγηση θα πέσουν μέσα και θα έρθει η ανάπτυξη;Είναι προφανές πως ηγεσία και κοινωνία δεν έχουμε συνειδητοποιήσει το αδιέξοδο στο οποίο βρισκόμαστε. Ο αριθμός αυτών που πιστεύουν πως τα “γαϊδούρια πετάνε”, μας “ψεκάζουν” και πως υπάρχουν μαγικές λύσεις είναι μεγάλος. Δυστυχώς η ιστορία διδάσκει πως μεμονωμένους ανθρώπους αλλά και λαούς ολόκληρους μόνο ισχυρά σοκ μπορούν να τους συνεφέρουν…Αφού στον κ. Τσίπρα αρέσουν οι συμβολικές ιστορίες από την ελληνική μυθολογία, καλό είναι να θυμηθεί πως ο Ιάσονας όταν δραπέτευσε από την Κολχίδα με το “Χρυσόμαλλο Δέρας” για να καθυστερήσει τους διώκτες του χρειάστηκε να κόψει κομματάκια τον Άψυρτο και να τα σκορπίσει στη θάλασσα… Τη μεγαλύτερη τιμωρία την όμως την υπέστη από τη Μήδεια η οποία και είχε βοηθήσει καθοριστικά στην Αργοναυτική Εκστρατεία…kostas.stoupas@capital.gr
Ο «Δείλαιος» Αριστερός
«Η Τουρκία δεν θα επιτεθεί κατά της Ελλάδος αλλά και αν ακόμα το πράξει, η Ελλάδα είναι περισσότερο από ικανή να κονιορτοποιήσει τον Τούρκο εισβολέα.»Του Βασίλειου Γρηγ. Παπαδάκη*Σ’ αυτόν τον πεντάστηλο τίτλο στην τελευταία σελίδα της εφημερίδος «Ακρόπολις» των αδελφών Αθανασίου και Διονυσίου Μπότση, συμπυκνούται η κατ’ερωταπόκρισιν συζήτηση με τον Thomas Francis Eagleton δημοκρατικό Γερουσιαστή (1968-1987), Missouri Η.Π.Α.Η αποκλειστική συνέντευξη, δόθηκε στον γράφοντα στις 30 Δεκεμβρίου 1975, επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, με υπουργό Εξωτερικών τον πρέσβυ ε.τ. κ. Δημήτριο Μπήτσιο και υπουργό Εθνικής Αμύνης τον κ. Ευάγγελο Αβέρωφ.Ποιος Αμερικανός αξιωματούχος θα αποτολμούσε εμφερή δήλωση διακινδυνεύοντας το κύρος του εν έτει 2017, επί πρωθυπουργίας του δείλαιου, εργολάβου του Ε.Μ.Π. και των δύο ομολόγων υπουργών, επιβατών της εξουσίας? Ώ καιροί! Ώ ήθη!Παραθέτω αυτούσιες τις απαντήσεις του Γερουσιαστή Thomas (Tom) Eagleton (1929-2007). Υποψήφιος αντιπρόεδρος υπό τον George Stanley McGovern (1922-2014) στις Προεδρικές εκλογές 1972. Νικητής ο Ρεπουμπλικάνος Richard Milhous Nixon (1913-1994).Οι απαντήσεις:
«Βρίσκομαι στην Ελλάδα προσκεκλημένος της ελληνικής Κυβερνήσεως. Αγαπώ τους Έλληνες και την πατρίδα σας. Δεν θα γίνει πόλεμος στο Αιγαίο. Αυτοί που επιχειρούν μία τέτοια σύρραξη πρέπει να είναι σχιζοφρενείς. Εύχομαι να μη διαψευσθώ.»«Είναι ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα και την Αμερική, αμφότερες ηγετικές δημοκρατίες, η αρμονική συνεργασία και φιλία μέσα σε έναν κόσμο που οι δημοκρατικές κυβερνήσεις σπανίζουν και βρίσκονται υπό συνεχή απειλή.»«Η Τουρκία επετέθει κατά της ανυπεράσπιστης Κύπρου την στιγμή κατά την οποία η αμερικανική Κυβέρνηση είχε περιπέσει σε αδράνεια λόγω της γνωστής υποθέσεως Watergate η οποία οδήγησε, τον επί μίαν εξαετίαν (1968-1974) ρεπουμπλικάνο πρόεδρο Νίξον, σε παραίτηση.»«Διεφώνησα με τον Henry Kissinger, υπουργός Eξωτερικών, (1973-1977), νόμπελ Ειρήνης 1973, σε βασικά θέματα που αφορούσαν στην αντιμετώπιση της κυπριακής συμφοράς.Πολλοί πιστεύουν ότι η Αμερική κατά τη διάρκεια της κυπριακής κρίσεως δεν έδειξε το απαιτούμενο σθένος και την θέληση να αποτρέψει μία τέτοια καταστροφή. Δεν μπορώ μέσα σε λίγες γραμμές να αλλάξω την γνώμη των ανθρώπων αυτών.Πιστεύω ότι υπάρχει μεγάλη καλοσύνη και αξιοπρέπεια στην Αμερική. Μερικοί δεν το παραδέχονται. Το κακό που πράττει ο άνθρωπος ζει μετά από αυτόν, το καλό όμως θάβεται μαζί του».«Η Αμερική είναι μία μεγάλη χώρα και σαν μεγάλη χώρα πράττει και μεγάλα σφάλματα. Αυτοί που μας κατηγορούν να θυμηθούν τη βοήθεια που προσφέραμε στην Γερμανία και Ιαπωνία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Χώρες που ήσαν μισητοί εχθροί, χάρη στην συμπαράσταση της Αμερικής μεγαλούργησαν και μεγαλουργούν».«Η Ελλάδα και η Τουρκία με την αποφασιστική ενέργεια του προέδρου Χάρρυ Τρούμαν γλύτωσαν από την δαγκάνα του Κομμουνισμού. Η Τουρκία έχει ποικίλους δεσμούς με την Δύση αν και μεγάλο τμήμα της ανήκει πολιτισμικά και γεωγραφικά στον ασιατικό χώρο.Η Ελλάδα είναι ανεξάρτητη και κυρίαρχη χώρα μ’ ένα λαμπρό παρελθόν και ένα εξ’ ίσου λαμπρό μέλλον, με ισχυρούς δυτικο-ευρωπαϊκούς δεσμούς».Εν έτει 2017 η Ελλάδα ένα τρόπο αποτελεσματικής άμυνας έχει. Να παραμείνει στην Ευρωζώνη με κοινό νόμισμα το Ευρώ. Έξω από την αλεπότρυπα της άγνοιας, της μιζέριας και της οπισθοδρόμησης.Η Ευρώπη σε στενή συνεργασία με τον ιστορικό της σύμμαχο, τις Η.Π.Α., αποτελούν παγκόσμια υπερδύναμη με κοινά συμφέροντα στόχους και ενιαία εξωτερική πολιτική. Η ύπαρξη της Ε.Ε. είναι συνυφασμένη με αυτήν των Η.Π.Α.Μέσα στην Ευρωζώνη καμία χώρα, καμία δύναμη δεν θα μπορέσει να απογυμνώσει την Ελλάδα από την πολιτιστική της ακτινοβολία, το ένδοξο παρελθόν και την προσήλωση στα ευρωπαϊκά ιδεώδη.Η Ε.Ε. μπορεί και πρέπει να γίνει πηγή ειρήνης, ισορροπίας και ρυθμιστής της τύχης του κόσμου.*Δημοσιογράφος, επίτιμο μέλος Ενώσεως Ευρωπαίων Δημοσιογράφων








