Καρδιακός κίνδυνος: Τρία σημάδια που στέλνει το σώμα σας

Ο τακτικός καρδιολογικός έλεγχος μέσω απεικονιστικών εξετάσεων μπορεί να εντοπίσει τον καρδιακό κίνδυνο, όπως η αθηρωματική πλάκα στα τοιχώματα των αρτηριών. 
Υπάρχουν όμως και κάποια άλλα σημεία που εκπέμπουν σήμα κινδύνου για την καρδιά πολύ πριν σχηματιστούν οι αθηρωματικές πλάκες, τα οποία πρέπει να έχετε κατά νου. 
Ομάδα αίματοςΗ ομάδα αίματος μπορεί να δείξει τα άτομα που είναι επιρρεπή σε καρδιακή προσβολή. Συγκεκριμένα, τα άτομα που έχουν ομάδα αίματος ΑΒ, Β και Α είναι πιθανότερο να υποστούν καρδιακή προσβολή, σε σχέση με άτομα που έχουν ομάδα αίματος Ο.
Ειδικότερα, τα άτομα με ομάδα αίματος ΑΒ είναι κατά 23%, με ομάδα Β κατά 11% και με ομάδα Α κατά 5% πιθανότερο να υποστούν έμφραγμα του μυοκαρδίου, συγκριτικά με τα άτομα της ομάδας Ο.
Πτυχή στο λοβίο του αυτιούΗ πιθανή σχέση ανάμεσα στις ζάρες του λοβίου του αυτιού και της στεφανιαίας νόσου παρατηρήθηκε όταν ο Δρ William Elliott δημοσίευσε μία μελέτη στο επιστημονικό έντυπο The American Journal of Medicine, τα αποτελέσματα της οποίας έδειξαν ότι 19 από τα 20 άτομα που περιλαμβάνονταν στην ομάδα υψηλού κινδύνου για τη στεφανιαία νόσο, είχαν διαγώνια τσαλακωμένους λοβούς αυτιών.
Από το 1973, είχε ήδη αναγνωρισθεί ότι η παρουσία μίας διαγωνίου πτυχής στο αυτί κάποιου ανθρώπου είναι πιθανό σημάδι καρδιαγγειακής νόσου.
Το λοβίο του αυτιού έχει πλούσια αγγείωση και όταν έχει και μειωμένη ροή αίματος για πολύ χρόνο, πιστεύεται ότι προκαλεί την κατάρρευση της αγγειακής κλίνης, γεγονός που οδηγεί στη διαγώνια τσάκιση.
Τοπικό λίποςΗ συσσώρευση λίπους σε συγκεκριμένες περιοχές του σώματος θεωρείται παράγοντας καρδιαγγειακού κινδύνου.
Πολλές μελέτες διαπίστωσαν ότι όταν η διάμετρος της μέσης είναι άνω των 105 cm για τους άνδρες και 85 cm για τις γυναίκες, η πιθανότητα ανάπτυξης στεφανιαίας νόσου με εκδήλωση εμφράγματος μυοκαρδίου είναι μεγάλη.
Πέραν της διαμέτρου της μέσης ενοχοποιείται και η διάμετρος του λαιμού. Ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι άνδρες που έχουν περίμετρο λαιμού άνω των 40 cm και οι γυναίκες άνω των 34 cm ηλικίας άνω των 51 ετών έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να προσβληθούν από στεφανιαία νόσο.
Κέρδος online   5/4/2017 8:00

Γιώργος Παπαστεφάνου: «Λυπάμαι βαθύτατα τους ανθρώπους που είναι άφιλοι»

Μία από τις πλέον οικείες φωνές της ραδιοτηλεοπτικής μας μυθολογίας πραγματοποιεί εφέτος ένα ορμητικό comeback, μέσα από το Facebook. Πάντα εκλεκτικός και εχθρός του λαϊκισμού, διεκδικεί εκ νέου το κοινό του
Γιώργος Παπαστεφάνου: «Λυπάμαι βαθύτατα τους ανθρώπους που είναι άφιλοι»
Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος/FOSPHOTOS
Κοινή χρήση88

εκτύπωση  
 

Με τον Σταμάτη Κραουνάκη τούς συνδέει στενή φιλία από το 1980.
Ο Μάνος Χατζιδάκις με τον «χατζιδακιόπληκτο» (όπως αποκαλεί εαυτόν) Γιώργο Παπαστεφάνου (1990).
Με την «εθνική» και απρόσμενα μελαχρινή Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδάει Μίκη Θεοδωράκη στη «Μουσική βραδιά» (1976).
Με τον «υψιπετή» ενδυματολογικά Γιώργο Νταλάρα (1977).
Με την «υπέροχη τραγουδίστρια και γυναίκα» Βίκυ Μοσχολιού (1976).
Το συνταίριασμα «παράταιρων» καλλιτεχνών ήταν το ζητούμενο στις μουσικές εκπομπές του. Στη φωτογραφία, η Μαρινέλλα και η Σωτηρία Μπέλλου, εν έτει 1976 (παρακολουθεί η σκηνοθέτις Δάφνη Τζαφέρη).

 

8  φωτογραφίες

 

Ο 74χρονος Γιώργος Παπαστεφάνου έχει συμφιλιωθεί πλήρως με το ότι κάποιοι θα τον συγχέουν στο διηνεκές με τον συνάδελφο Αλέξη Κωστάλα. «Μια δημοσιογράφος είχε έρθει κάποτε να μου πάρει συνέντευξη βέβαιη ότι είμαι ο Αλέξης. Το συνήθισα. Πρόσφατα, βέβαια, ένας φίλος μού είπε ότι είμαι ίδιος με τον 84χρονο Ρούπερτ Μέρντοκ!». Μία από τις πλέον οικείες φωνές της ραδιοτηλεοπτικής μας μυθολογίας πραγματοποιεί εφέτος ένα ορμητικό comeback, μεταγγίζοντας στο Διαδίκτυο το πολύτιμο αρχείο του από την παλιά ΕΡΤ (που είχε, βεβαίως, σε πείσμα του κρατικού μπάχαλου, την προνοητικότητα να κρατήσει). Σπάνιες εμφανίσεις, συνεντεύξεις και αναμεταδόσεις συναυλιών ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών (από τον Βασίλη Τσιτσάνη και τη Δαλιδά, μέχρι τον Μανώλη Χιώτη και την Αρλέτα), ένας μουσικός θησαυρός με 90 τηλεοπτικές εκπομπές και 1.000 αποσπάσματα και τραγούδια, διοχετεύεται γενναιόδωρα στο ΥοuTube και στο Facebook (στα προφίλ «Γιώργος Παπαστεφάνου» και «Μια φορά θυμάμαι»), βρίσκοντας μια απρόσμενη απήχηση.
Επειτα από μισό αιώνα τηλεόραση και ραδιόφωνο, ο «παλαιάς κοπής» Γιώργος Παπαστεφάνου με τα θεόρατα γαλανά μάτια που έχουν εθιστεί να βλέπουν τέχνη, πάντα μειλίχιος, εμβριθής, ελιτιστής αλλά και ανοιχτός στο καινούργιο, γίνεται ένας απρόσμενος ψηφιακός influencer. Στη συνάντησή του με το ΒΗΜΑgazino μίλησε για την Ελλάδα τού τότε και τού τώρα, τον Μάνο Χατζιδάκι, την ΕΡΤ, τον έρωτα, την περιπέτεια της υγείας του και τη σημασία τού να είσαι σοβαρός. 
Τι σας ώθησε να φορτώσετε το τηλεοπτικό αρχείο σας στο Διαδίκτυο; «Σταμάτησα την τηλεόραση το 2002, το ραδιόφωνο το 2011. Πίστευα ότι είχε έρθει η ώρα να ηρεμήσω, να κάνω τα ωραία μου ταξίδια. Δεν φανταζόμουν ποτέ πως σε αυτή την ηλικία θα συνέχιζα να ασχολούμαι με την προς τα έξω επικοινωνία. Η ιστορία ξεκίνησε από τον Κώστα Αυγέρη, τον σκηνοθέτη μου στην εκπομπή “Οι παλιοί μας φίλοι”. Αυτός μου έβαλε την ιδέα, μια δουλειά 50 ετών που κυκλοφορούσε δεξιά και αριστερά χωρίς όνομα να τη βάλω σε μια τάξη. Ουσιαστικά, χάρη στο Facebook κάνω ξανά εκπομπές, απλώς με ένα άλλο μέσο». 
Δεν φοβηθήκατε μήπως όλο αυτό το πολύτιμο ραδιοτηλεοπτικό υλικό φθαρεί μέσα στην πολλή συνάφεια του Διαδικτύου; «Οχι. Το χρυσό πάντα λάμπει δίπλα στο τσίγκινο. Προσπαθώ, βέβαια, και στο Διαδίκτυο να κρατηθώ σε ένα κόσμιο επίπεδο. Δεν συμφωνώ με ανθρώπους που ποζάρουν και ως μορφωμένοι και “κατεβάζουν” τα σχόλιά τους σε επίπεδο πεζοδρομίου».
Σε ποιον απευθύνεστε; «Εγώ και στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο είχα πάντα απέναντί μου έναν ακροατή ή θεατή σαν και εμένα. Με τις ίδιες ευαισθησίες, με την ίδια διάθεση να μάθει, με τους ίδιους ανοιχτούς ορίζοντες. Εγώ υπήρξα πολύ καλός ακροατής και θεατής, δεν έμπαινα π.χ. ποτέ τυχαία σε μια κινηματογραφική αίθουσα. Πάντα ήξερα τι πάω να δω. Σε αυτόν τον θεατή/ακροατή απευθυνόμουν πάντα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν και οι άλλοι θεατές ή σήμερα οι άλλοι χρήστες του Facebook που θα πουν: “Tι θέλει πάλι αυτός;”. Ασφαλώς υπάρχουν. Αλλά δεν με αφορούν. Είναι κάτι που έχουμε δει σε αμέτρητες καλλιτεχνικές καριέρες: o καθένας επιλέγει το κοινό του. Αλλη αποδοχή έχει, για παράδειγμα, ένα τηλεοπτικό ίνδαλμα και άλλη κάποιος που απευθύνεται στους λιγότερους, που όμως ο έπαινός τους, η αισθητική τους μετράει περισσότερο».
Παραμένετε ελιτιστής… «Απολύτως. Το ίδιο προσεκτικός ήμουν και στις σχέσεις μου, δηλαδή δεν σπατάλησα τη ζωή μου σε πρόσωπα που δεν άξιζαν τον κόπο. Σας είπα, είμαστε πομποί και δέκτες. Αν είσαι καλός πομπός και ο δέκτης σου θα είναι ανάλογος. Σιχαίνομαι τον λαϊκισμό. Δεν ήθελα ποτέ να κατέβω εγώ, ήθελα να ανεβαίνουν οι άλλοι τα σκαλιά. Δεν είναι ελιτίστικη άποψη αυτό, είναι η αισιοδοξία μου. Πιστεύω πως οι άνθρωποι ανάλογα με τη θέληση και τον βαθμό ευαισθησίας τους μπορούν να κάνουν ένα άνοιγμα προς τα πάνω. Αυτό άλλωστε έκανα και εγώ από τα 12 μου χρόνια. Δεν αναλώθηκα. Θα μπορούσα, π.χ., έχοντας εξασφαλίσει τη σιγουριά της μονιμότητας στην ΕΡΤ, να αρκούμαι σε αυτό που αρκείται ένας απλός υπάλληλος μιας υπηρεσίας. Δεν μου έφτανε όμως».
Σας έχουν ταξινομήσει στα υγιή κύτταρα της ΕΡΤ… «Υπήρχαν και άλλα πολλά υγιή κύτταρα. Οταν μπήκα 18 χρόνων στην ΕΡΤ, μπήκα ουσιαστικά στην καρδιά του τόπου αυτού. Είδα, λοιπόν, τα πράγματα από μέσα και συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν δύο τρόποι επιβίωσης. Ο ένας είναι να χαλάσεις και να γίνεις και εσύ σαν τους άλλους, και ο δεύτερος είναι να είσαι διαφορετικός, αυτό που τελικά επέλεξα. Το ότι “επέζησα” το χρωστούσα, μεταξύ άλλων, στο ότι αντιλήφθηκα από νωρίς πως ό,τι ταλέντο κουβαλάει ο καθένας είναι δικό του, δεν μπορεί κανείς να του το πάρει. Μέσα στην ΕΡΤ πέρασα από πολλά κύματα. Τις πολλές δύσκολες εποχές τις διαδέχονταν εκείνες που με έβγαζαν από τη ναφθαλίνη και μου έδιναν ώθηση να κάνω το επόμενο βήμα. Στην τηλεόραση, βέβαια, πρέπει να γνωρίζεις και πότε να αποχωρείς. Εγώ σταμάτησα έγκαιρα, όταν κατάλαβα πως το τοπίο είχε αλλάξει. Το να ξέρεις να αποσύρεσαι είναι μεγάλη ιστορία. Πολλοί καλλιτέχνες δεν το κατανοούν αυτό. Η Νάνα Μούσχουρη, για παράδειγμα, είναι μια τεράστια τραγουδίστρια, αλλά θα μπορούσε να έχει σταματήσει εδώ και δέκα, είκοσι χρόνια». 
Ησασταν εκεί και την 11η Ιουνίου 2013; «Ναι. Κάναμε με τον Γιώργο Τσάμπρα μια ραδιοφωνική εκπομπή για τη Βίκυ Μοσχολιού. Και όταν βγήκαμε πανευτυχείς από το στούντιο, γινόταν χαμός, κόσμος πήγαινε πάνω-κάτω… Ρώτησα, έτσι γι’ αστείο: “Τι έγινε, ρε παιδιά, επανάσταση;”. Οταν μου είπαν “Εκλεισε η ΕΡΤ”, είπα: “Αποκλείεται. Δεν κλείνει ένας θεσμός”. Ούτε το BBC θα έκλεινε ποτέ, ούτε ένα πανεπιστήμιο, ούτε ένα εθνικό θέατρο. Το κλείσιμο της ΕΡΤ είναι μία από τις πιο βλακώδεις πολιτικές κινήσεις που έχουν γίνει σε αυτόν τον τόπο, και έχουν γίνει πολλές. Και ξέρετε κάτι; Δεν ήταν πως δεν θα ξανάνοιγε η ΕΡΤ, ξανάνοιξε. Αλλά είναι ότι σπάει η συνέχεια, σαν ένα πολύτιμο βάζο που όταν θρυμματιστεί και το ξανακολλήσεις δεν είναι πια το ίδιο. Αυτό που δεν μπορούσαν πολλοί να καταλάβουν είναι ότι επρόκειτο για μια σκυτάλη που θέλοντας και μη στο πέρασμα του χρόνου ο ένας την παρέδιδε στον επόμενο. Γι’ αυτό στις καλές εποχές την ποιότητα της ΕΡΤ η έξω αγορά δεν μπορούσε όχι να την αγγίξει, ούτε καν να τη διανοηθεί. Από την άλλη πλευρά, η ΕΡΤ δεν έμαθε ποτέ να κινείται, όχι απλά με τον εμπορικό αλλά με τον “έξω από τα τείχη” τρόπο». 
Εσείς δεν υποπέσατε ποτέ στον πειρασμό του εύκολου και του εμπορικού; «Ναι, αλλά το απέρριψα πολύ γρήγορα. Οταν δοκίμαζα να κάνω κάτι πιο εύκολο, έπειτα από λίγο καιρό αισθανόμουν τόσο αμήχανα που ντρεπόμουν να κοιτάξω τον καθρέφτη. Ετσι εγκατέλειπα. Η αναγνωρισιμότητα από την αρχή δεν μου έλεγε απολύτως τίποτα. Κυρίως γιατί διαπίστωνα ότι ίσχυε το ίδιο για όποιον τύχαινε να βγει στην τηλεόραση. Εγώ ήθελα να ξέρω τι κάνω, γιατί το κάνω. Δεν με ενδιέφερε η λαϊκίστικη καριέρα. Η Ελένη Μαβίλη μού έλεγε: “Δεν θα γίνεις ποτέ πανελλήνιος σταρ γιατί δεν θέλεις να έχεις μια μόνιμη εκπομπή σε σταθερή ώρα και μέρα”. Είναι και μέρος της ανατροφής μου. Στην οικογένειά μου δεν άρεσε ποτέ το “κραυγαλέο”. Μια φράση που θυμάμαι πάντα από το στόμα της μητέρας μου είναι: “Αυτό δεν είναι κομψό”. Αναφερόταν στην αγωγή, την παιδεία. Ε, λοιπόν, το “κραυγαλέο” για εμένα δεν είναι “κομψό”. Πρέπει να έχεις το μέτρο του γελοίου για τον εαυτό σου. Αν όντως κάνεις κάτι πραγματικά καλό, ναι, καμαρώνεις. Κρυφά όμως». 
Ο διαρκής συγχρωτισμός σας με διάσημους καλλιτέχνες σάς έσπρωξε, έστω προς στιγμήν, να πείτε «είμαι ένας από αυτούς»; «Οχι. Οταν έχεις από το σπίτι σου αλλά και από το DNA σου συγκροτημένη σκέψη δεν κινδυνεύεις. Τα είχα φιλτράρει από νωρίς. Διαφορετικά θα έπρεπε να έχουν πάρει τα μυαλά μου αέρα από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο ραδιόφωνο. Η δασκάλα μου, η σπουδαία Φραγκίσκη Καρόρη, με κυκλοφορούσε μέσα στη ραδιοφωνία και σε όποιον επώνυμο συναντούσε μπροστά της, είτε λεγόταν Καμπανέλλης είτε λεγόταν Χατζιδάκις, του έλεγε για μένα: “Τον βλέπεις αυτόν; Αυτός είναι το ‘φαινόμενο'”. Οι καλλιτέχνες που έρχονταν αργότερα στις εκπομπές μου με εμπιστεύονταν. Αυτό ήταν το βραβείο μου που ήμουν σοβαρός». 
Το ξεκίνημά σας συνέπεσε με μια σχεδόν μαγική εποχή για τον πολιτισμό. Πώς βιώνετε, αλήθεια, σήμερα την παντελή απαξίωσή του; «Δεν πιστεύω ότι έχει απαξιωθεί. Δεν είμαι 20 χρόνων να μπω στο πνεύμα των σημερινών παιδιών. Μπορεί να δημιουργούν κάτι υπέροχο, απλά εγώ να μην το ξέρω. Δεν περιφρονώ το σήμερα, πάντα συμβαίνουν πράγματα στον πολιτισμό. Αν έχει κάτι χαθεί, είναι η πνευματικότητα που υπήρχε στην εποχή μου… Αλλά ακόμη τώρα κυκλοφορούν παιδιά που έχουν την ευαισθησία… Δεν υπάρχει περίπτωση αυτό να εξαφανιστεί. Οπως πάντα θα υπάρχουν και οι “άλλοι” που δεν καταλαβαίνουν, οι “αδιάβροχοι” που έλεγε η Μαριανίνα Κριεζή. Η τέχνη πάντα θα έχει τις εκρήξεις της, τους ταλαντούχους δημιουργούς της. Η απαισιοδοξία μου έχει να κάνει με την καθημερινότητά μας, με την ποιότητα της ζωής μας. Αυτή κινδυνεύει».

Υπάρχει κάποιο αντίδοτο σε αυτή την απουσία πνευματικότητας; 
«Μόνο η παιδεία. Από αυτή την άποψη το ραδιόφωνο και η τηλεόραση έκαναν τεράστιο κακό, δημιούργησαν τον “ελληνάρα” και την “κοπελιά” που κατέστρεψαν την αισθητική του Ελληνα. Ξέρετε, σε άλλες εποχές αναλφάβητοι άνθρωποι είχαν μια αρχοντιά η οποία έχει χαθεί τώρα ακόμη και από εκείνους που έχουν βγάλει πανεπιστήμια. Εχω συναναστραφεί λαϊκούς ανθρώπους. Το ότι είχα μια αστική ανατροφή δεν σημαίνει ότι ζούσα έγκλειστος σε έναν πύργο. Είχα ανοιχτές τις κεραίες μου και νταραβερίστηκα με πολύ κόσμο μορφωμένο, λαϊκό, αριστοκρατικό… Σκέφτομαι τώρα τέσσερις λέξεις που υπήρχαν στη ζωή των Ελλήνων, πέρα από κοινωνικές τάξεις: αρχοντιά, λεβεντιά, φιλότιμο, μπέσα. Και οι τέσσερις αυτές έννοιες έχουν συρρικνωθεί, αν δεν έχουν εντελώς εξαφανιστεί».
Μιλήστε μου για έναν καλλιτέχνη που σας καθόρισε. «Ο Χατζιδάκις ήταν ένα από τα πρότυπά μου. Τον ανακάλυψα 12 χρόνων τυχαία στο ραδιόφωνο όταν άκουσα τις “Εξι λαϊκές ζωγραφιές”. Ο ήχος του με μάγεψε, ήταν ένας έρωτας. Τον πλησίασα αρχικά ως ακροατής. Μετά, όταν μπήκα στο ραδιόφωνο, τον γνώρισα και μέσα από τη δουλειά. Ο Μάνος δεν ήταν απλά ένας διανοούμενος – οι διανοούμενοι ζούνε κλεισμένοι στο καβούκι τους -, ήταν ένας σοφός. Αν έβλεπε σήμερα την Ελλάδα της κρίσης, θα… έψελνε. Θα ήταν ένας ζωντανός οργανισμός. Θα επιβίωνε, όμως, γιατί ήταν σίγουρος για τον εαυτό του. Παίζει μεγάλο ρόλο αυτό. Δεν ήταν φοβισμένο άτομο ο Μάνος, ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν». 
Η πρόσφατη περιπέτεια της υγείας σας σε τι σας άλλαξε; «Με προσγείωσε. Στην αρχή, όταν σου λένε “έχεις καρκίνο στον λάρυγγα” σταματάει ο κόσμος. Στη συνέχεια λες: “Tώρα τι κάνω;”. Εγώ δεν είπα ποτέ αυτό που είχαν πει η Τζένη Καρέζη ή η Ντάστι Σπρίνγκφιλντ: “Γιατί σ’ εμένα;”. Ελεγα πάντα: “Γιατί όχι σ’ εμένα;”. Οι φθορές είναι αναπόφευκτες από τη στιγμή που γεννιέσαι. Το θέμα είναι να καταλάβεις εγκαίρως ότι βρίσκεσαι στη ζωή από ένα παιχνίδι της τύχης και να μπορείς να βουτήξεις, να ζήσεις, να μη χάσεις τον καιρό σου… Είμαι συμφιλιωμένος… Η ζωή δεν μπορεί να σ’ τα δίνει όλα, πρέπει να σου πάρει κάτι. Η δική μου μού έδωσε τόσο πολλά, να μη μου πάρει πίσω εκατό; Είναι μέρος της φιλοσοφίας μου αυτό που έκανε ο Ζακ Μπρελ όταν αρρώστησε. Ξυπνούσε το πρωί, έβαζε τις παντόφλες του και έλεγε: “Ακόμη μια μέρα που ζω”. Αυτό δεν το λέω τώρα που είμαι μεγάλος, το έλεγα πάντα». 
Ηταν, όμως, ειρωνεία της τύχης… «Για τη φωνή λέτε; Κοιτάξτε, ούτως ή άλλως άργησα να συμφιλιωθώ μαζί της, διέφερε από άλλες φωνές της εποχής, τις βροντώδεις και αρσενικές. Αλλά δεν της φέρθηκα και καλά. Κάπνιζα τέσσερα πακέτα την ημέρα. Πιστέψτε με, δεν έχω καμία σχέση με αυτή την εικόνα του ατσαλάκωτου που βγαίνει προς τα έξω. Ημουν μέσα σε όλα. Η διαφορά είναι ότι ήξερα πάντα πού είμαι. Δεν άντεχα ποτέ την ισοπέδωση. Μαζί με την παρέα μου τη μία μέρα ήμασταν στο Ηρώδειο και βλέπαμε τραγωδία, μπαλέτο, όπερα, και την άλλη ξεφαντώναμε στην Ανθούλα Αλιφραγκή. Ξέραμε πάντα πού βρισκόμαστε». 
Εχετε δηλώσει στο παρελθόν ότι ψηφίζατε πάντα τους φίλους και όχι τον έρωτα… «Λυπάμαι βαθύτατα τους ανθρώπους που είναι άφιλοι». 
Ο έρωτας δεν είναι σημαντικός; «Δεν είναι ωραίο ένα γλυκό, δεν είναι ωραίο ένα παγωτό; Μεγαλώνοντας, όμως, ανακαλύπτεις αυτό που έλεγε η Εντίθ Πιαφ: “Oταν ερωτεύομαι, τα μάτια του αγαπημένου μου είναι γαλάζια. Οταν ανακαλύψω το αληθινό χρώμα των ματιών του, ξέρω πως δεν είμαι πια ερωτευμένη”. Ο έρωτας είναι ένα παιχνίδι. Η φιλία είναι κάτι σταθερό. Ημουν πάντα περιτριγυρισμένος από φίλους. Δεν αισθάνθηκα ποτέ μοναξιά».
Στο Facebook συνεχίζετε να έχετε έναν ρόλο μουσικού δασκάλου… «Απαντώ ευχαρίστως στα νέα παιδιά όταν με ρωτούν πράγματα, αν και η θέση του δασκάλου με ενοχλεί λίγο. Εγώ δεν έπαψα ποτέ να διδάσκομαι. Οταν είδα 15 χρόνων τον πρώτο “Αμλετ” της ζωής μου, σταμάτησα τον Μινωτή στον δρόμο για να του πω πόσο με είχε συγκινήσει. Η παράσταση δεν ήταν από τις καλύτερες – από ό,τι λέγανε τουλάχιστον τότε – αλλά εμένα με είχε αγγίξει πολύ. Με κοίταξε αφ’ υψηλού και μου είπε: “Και πού το κατάλαβες εσύ;”. Δεν το πήρα σαν προσβολή, αλλά σαν μάθημα. Είπα: “Για να το λέει ο Μινωτής, έχω να μάθω πάρα πολλά”. Το ότι σήμερα υπάρχουν γέροι ανταγωνιστικοί με τα νιάτα, σαφέστατα υπάρχουν. Αν δεν χάσω το μυαλό μου, δεν θα γίνω ποτέ ένας από αυτούς».

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Πόσο πιθανό είναι η δουλειά μου να αυτοματοποιηθεί στο μέλλον;Σχεδόν οι μισές από τις θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ θα μπορούσαν εν ευθέτω χρόνω να γίνονται από ρομπότ ή υπολογιστή, σύμφωνα με τους ερευνητές του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.
Ωστόσο, ορισμένες θέσεις εργασίας έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να αυτοματοποιηθούν από άλλες.Οι λογιστές, οι οδηγοί ταξί και οι πωλητές telemarketing είναι πιθανόν να ζήσουν κατά την επόμενη δεκαετία -ή τις επόμενες δύο δεκαετίες- την αντικατάσταση τους, ενώ οι θέσεις εργασίας που απαιτούν δημιουργικότητα, χειρωνακτική επιδεξιότητα, συμπόνια και ενσυναίσθηση θα μπορούσαν να συνεχιστούν για πολύ περισσότερο.Όπως είναι αυτονόητο, η αγορά εργασίας θα προσαρμοστεί αναγκαστικά  στις πιέσεις που επιβάλλονται από την αυτοματοποίηση.

Πόσο θα αυξηθεί ο παγκόσμιος πληθυσμός;Σύμφωνα με το πιθανότερο σενάριο του ΟΗΕ ο παγκόσμιος πληθυσμός θα φτάσει τα 11,2 δισ μέχρι το 2100. Αλλά αυτό είναι περισσότερο μια προβολή, παρά βεβαιότητα.Υπάρχει μια μικρή πιθανότητα ο παγκόσμιος πληθυσμός να εκτιναχθεί στα 16,6 δισεκατομμύρια μέχρι το τέλος του αιώνα. Ή, εντελώς αντίθετα, μπορεί να παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα -περίπου 7,3 δισ (σήμερα ο παγκόσμιος πληθυσμός είναι 7,5 δισ άνθρωποι).Πάντως, σε όλα τα σενάρια του ΟΗΕ, ο πληθυσμός συνεχίζει να έχει αυξητική τάση τουλάχιστον μέχρι το 2050.

Λιδωρίκι 

Λιδ

Την Κυριακή πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα της εκπομπής του Χρήστου Μυλωνά που προβάλετε από το κανάλι της βουλής » Απο τόπο σε τόπο». Πάρα πολύς κόσμος γέμισαν την πλατεία του Λιδωρικίου για να συμμετέχει και να διασκεδάσει κάτω από παραδοσιακούς ρυθμούς. Στην ορχήστρα συμμετείχαν ο Παναγιώτης Κοτρώτσος και Άγγελος Σταθόπουλος από την Ναυπακτία

Sol Gordon – Ο πιο σημαντικός κανόνας

Ο πιο σημαντικός κανόνας είναι ΠΟΤΕ ΜΑ ΠΟΤΕ μη διακόψεις την επικοινωνία με τα παιδιά σου ότι κι αν κάνουν 

Αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορείς να εκφράζεις το πώς νιώθεις για μια συγκεκριμένη κατάσταση. Και πρέπει να προσπαθείς να μη δίνεις στο παιδί σου την αίσθηση ότι έχεις μια τυποποιημένη απάντηση για κάθε κρίσιμη κατάσταση.
Ζήτησα από τους μαθητές μου στο κολέγιο να θυμηθούν μια και μοναδική πρόταση την οποία να χαρακτήριζαν, περισσότερο από καθετί άλλο, ως ακατάλληλη γονική ανταπόκριση σε σοβαρά προβλήματα που είχαν αντιμετωπίσει κατά καιρούς. Ένα εκπληκτικά μεγάλο ποσοστό μαθητών, ακόμα και από κείνους που ισχυρίζονταν ότι τα πήγαιναν λογικά καλά με τους γονείς τους, θυμήθηκαν προτάσεις όπως:
Οι μητέρες
Η ζωή είναι πάντοτε σκληρή.
Υπάρχουν και χειρότερα.
Πού έσφαλα;
Ρώτησε τον πατέρα σου              
Κλείσε αυτό το «καβουρντιστήρι»
******
Οι πατέρες
Η ζωή δεν είναι δίκαιη.
Μετριοπάθεια, παν μέτρον άριστον.
Επειδή φωνάζεις.
Ρώτησε τη μητέρα σου.
Η ζωή είναι πολύ σύντομη, δεν αξίζει να είναι κανείς δυστυχισμένος.
Αν θέλεις να έχεις μια σοβαρή συζήτηση με το παιδί σου, καλύτερα να μην την ξεκινήσεις με τις παρακάτω εκφράσεις (που εγγυώνται ότι απογοητεύουν τους ανθρώπους):
  • Όταν ήμουν στην ηλικία σου…
  • Είναι καιρός να πάρεις καλούς βαθμούς, αλλιώς δε θα βγεις από το δωμάτιό σου.
  • Αυτό δεν είναι δική σου ιδέα, έτσι δεν είναι;
  • Τι χαμόγελο είναι αυτό;
  • Μετά από όλα όσα κάναμε για σένα.
  • Τι θα πουν οι γείτονες;
  • Μου λες αλήθεια;
  • Φρόντισε να ενεργείς σύμφωνα με την ηλικία σου, είσαι αρκετά μεγάλος πια.
  • Καλύτερα να μη μάθω.
  • Ρίξε λίγο τον εγωισμό σου.
Και καλύτερα —σαν απάντηση κάποιας έγνοιας ενός εφήβου— να μην του πεις ότι δεν πρέπει να ανησυχεί. Πότε ήταν η τελευταία φορά κατά την οποία κάποιος σου είπε να μην ανησυχείς και σταμάτησες να ανησυχείς;
Ίσως έχεις ένα παιδί που είναι έφηβος και που κάνει πολλά σφάλματα – δεν τακτοποιεί το δωμάτιό του, δε διαβάζει με σοβαρότητα για το σχολείο του ή παρακολουθεί πολλή ώρα τηλεόραση.
Προσπάθησε να αντιμετωπίζεις ένα σφάλμα κάθε φορά. Συγκεντρώσου σε ένα ή το πολύ δύο θέματα και αγνόησε προσωρινά όλα τα άλλα. Αυτή η τακτική στέφεται συνήθως με επιτυχία αν ταυτόχρονα προσπαθείς να βελτιώσεις την ποιότητα της σχέσης με το να παίρνεις μέρος, μαζί με το παιδί σου, σε διάφορες δραστηριότητες που δίνουν εμπειρίες.
Με το να λες στο παιδί σου όλα τα «μην» —μην καπνίζεις, μην πίνεις, μην παίρνεις ναρκωτικά, μην έχεις σεξουαλικές σχέσεις ή μην αργείς να γυρίσεις σπίτι τα βράδια— δε βοηθά και πολύ. Μόνο αν είμαστε ικανοί να τους βοηθήσουμε να ανακαλύψουν πώς να νιώθουν καλά γι ’ αυτό που είναι, θα έχουν αποτέλεσμα.
Τα περισσότερα παιδιά εκτιμούν το γεγονός ότι οι γονείς τους έχουν καλές προθέσεις και, στην πραγματικότητα, το να τα πηγαίνουν καλά με τους γονείς τους είναι η καλύτερη ένδειξη καλής προσαρμοστικότητας.
Δεν πρέπει να ξαφνιάζει το γεγονός ότι για τους γονείς η μεγαλύτερη ίσως έγνοια προέρχεται από τον τομέα στον οποίο αρνείται να υπακούσει ένας έφηβος και ότι συχνά έχουν την τάση να χαρακτηρίζουν το παιδί τους ανάλογα με το συγκεκριμένο τρόπο αντίδρασής του ως επαναστατικό, εκδικητικό, αχάριστο ή κακομαθημένο. Οι έγνοιες μεγαλοποιούνται όταν η κακή συμπεριφορά επαναλαμβάνεται σε καθημερινή βάση.
Πρώτα απ ’ όλα, είναι σπάνιο για έναν έφηβο να έχει προβλήματα με τους γονείς του πάνω σε ένα μόνο θέμα. Συνήθως είναι συνδυασμός διαφόρων πραγμάτων. Πολλοί γονείς τείνουν να μιλούν πολύ και να παραπονούνται για ολόκληρο το φάσμα των προβλημάτων, αντί να συγκεντρώνονται μόνο σε ένα ή δύο κρίσιμα προβλήματα.
Ας υποθέσουμε ότι το κυριότερο πρόβλημα είναι πως ο έφηβος συνήθως αργεί να γυρίσει σπίτι και ποτέ δεν επιστρέφει την ώρα που έχει συμφωνήσει με τους γονείς του – όπως, ας πούμε, τα μεσάνυχτα. Ενώ, λοιπόν, έχει υποσχεθεί ότι θα γυρίσει τη συγκεκριμένη ώρα, ο έφηβος επιστρέφει μια ώρα αργότερα, χωρίς να κάνει ούτε ένα τηλεφώνημα ότι θ’ αργήσει. Ο γονιός τον περιμένει ξύπνιος, εξοργισμένος που ο γιος/η κόρη δεν τήρησε την υπόσχεσή του/της και ανησυχώντας για το αν το παιδί του είναι καλά. Το παιδί πλησιάζει την εξώπορτα, βάζοντας τις τελευταίες πινελιές στο ψέμα που έχει κατασκευάσει για να εξηγήσει την αργοπορία του (τα πιο συνηθισμένα και αγαπημένα ψέματα είναι ότι χάλασε το αυτοκίνητο ή είχε πολύ κίνηση στο δρόμο).
Μετά από μια ωραία βραδιά που πέρασε με τους φίλους του, η ένταση του εφήβου και το άγχος του μεγαλώνουν όλο και περισσότερο, επειδή προβλέπει τον καβγά που θα επακολουθήσει όταν φτάσει σπίτι. Αλλά και το άγχος του γονιού έχει φτάσει στο απροχώρητο, γιατί περιμένει ώρες να επιστρέφει το παιδί του και επειδή θυμάται πως το παιδί αργοπορεί σχεδόν κάθε Σάββατο βράδυ τους τελευταίους δύο μήνες. Στον καβγά που αρχίζει μόλις ανοίξει η πόρτα, δεν υπάρχει καμιά εποικοδομητική επικοινωνία. Ο θυμός του γονιού ερμηνεύεται από τον έφηβο ως: «Δε σου έχουμε εμπιστοσύνη. Είσαι απαίσιος που μας κάνεις να εκνευριζόμαστε τόσο». Συχνά η τιμωρία που επιβάλλεται είναι πολύ αυστηρή για το παράπτωμα. Αν ο τρόπος αυτός έχει αποτελέσματα, τότε πολύ καλά, συνήθως όμως δημιουργεί μεγαλύτερο ρήγμα στις σχέσεις.
Την επόμενη φορά, πες μόνο μια φράση: «Νιώθω πολύ απογοητευμένος που δεν τήρησες την υπόσχεσή σου» και βγες από το δωμάτιο. Αυτή η πρόταση είναι σίγουρο ότι θα δημιουργήσει ενοχές. Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι αν έχεις ένα μεγάλο καβγά με το παιδί σου, οποιαδήποτε ενοχή θα εξαφανιστεί εξαιτίας του καβγά αυτού.
Η δημιουργία ενοχών σε έναν έφηβο που δε συμπεριφέρθηκε σωστά, δεν είναι κακό. Τα επιχειρήματα ότι κάθε είδος ενοχής είναι ανεπιθύμητο δεν είναι λογικά. Η παράλογη ενοχή που κατακλύζει ένα άτομο δεν προσφέρει καμιά βοήθεια, αλλά η λογικές ενοχές που οργανώνουν το άτομο, το βοηθούν να αποφύγει να επαναλάβει κάποιους ανεπιθύμητους τρόπους συμπεριφοράς. Έτσι αυτές οι ενοχές μετατρέπονται σε εποικοδομητική δύναμη.
Εδώ θέλω να εκφράσω την αντίθεσή μου στην επιβολή φυσικής τιμωρίας κάτω από οποιεσδήποτε προϋποθέσεις. Αυτό το είδος τιμωρίας έχει τάσεις να δημιουργεί ακόμα περισσότερο θυμό και αποξένωση και να εντείνει τη σύγκρουση. Ένα χαστούκι κλείνει ένα παιδί στον εαυτό του περισσότερο από καθετί άλλο.
Μερικές φορές οι γονείς ξεχνάνε ότι οι έφηβοι χρειάζονται περισσότερο, υποδείγματα παρά κριτική και απαιτούν από τους γονείς τους να σέβονται την ακεραιότητά τους, την προσωπική τους ζωή και την ικανότητά τους να παίρνουν μέρος στα οικογενειακά θέματα. Πάνω απ’ όλα, ίσως, θέλουν αγάπη για να μπορούν να την επιστρέφουν και πληροφορίες που θα τους οδηγήσουν σε μια αυτο-αποκτημένη σοφία.
Αν όμως, το παιδί σου σε αποκλείει από τη ζωή του, όπως και να ’χουν τα πράγματα, χτύπησε την πόρτα του απαλά και πες του: «Γλυκούλι μου, σ’ αγαπώ. Θέλω να μιλήσουμε!» ή «Θα ’θελες ένα φιλί;» ή «Μπορώ να σ’ αγκαλιάσω;» ή «Νιώθω την ανάγκη να σ’ αγκαλιάσω».
Να επιμείνεις ακόμα κι αν το παιδί πει: «Φύγε».
Μην περιμένεις να έρθει η στιγμή όταν θα πρέπει να αντιμετωπίσετε κάποια κρίσιμη κατάσταση για να πεις στο παιδί σου ότι το αγαπάς. Τα παιδιά, ακόμα και οι έφηβοι, χρειάζονται πού και πού να τ’ αγκαλιάζεις ή να τα φιλάς χωρίς να υπάρχει κανένας ιδιαίτερος λόγος (ακόμα κι αν δείχνουν στην αρχή ότι δεν τους αρέσει).
Αργά και πού να τους λες: «Άκου, αν συμβεί κάτι, αν κάνεις κάποιο λάθος —όσο φοβερό κι αν είναι— θα ήθελα να το ξέρω. Αν υπάρξει ποτέ κάποια κρίσιμη στιγμή στη ζωή σου, θα ήθελα να μου την πεις. Δοκίμασέ με. Δε θα σε απορρίψω ποτέ. Θα σε βοηθήσω. Αλλά αν το ξεχάσω και δεν ανταποκριθώ κατάλληλα, θα πρέπει να μου το θυμήσεις εσύ».
Έχε υπόψη σου πως αν πεις στο παιδί σου ότι δεν αξίζει τίποτα ή ότι είναι ηλίθιο, ίσως σε πιστέψει.
Μην του δίνεις την εντύπωση ότι δεν έχει καμιά δυνατότητα επιλογής: «Αν δεν πας στο κολέγιο» ή «αν δεν περάσεις στα μαθηματικά, είσαι καταδικασμένος». Πες του καλύτερα: «Εγώ θα ήθελα αυτό ή αυτό νομίζω πως είναι το καλύτερο για σένα Αν δε γίνει, θα σε βοηθήσουμε να βρεις κάτι άλλο».
Φρόντισε να μην κάνεις συγκρίσεις ενός παιδιού σου με τα άλλα και, πάνω απ’ όλα, προσπάθησε να επιτρέπεις στα παιδιά σου να εκφράζουν τη δυστυχία τους, τις απογοητεύσεις τους και τη θλίψη τους χωρίς να τους κάνεις να νιώθουν ανάξια ή ένοχα ή ότι σου λείπει η σύμπνοια ή η κατανόηση.
Η κυριότερες υποχρεώσεις ενός γονιού προς τα παιδιά του είναι:
—να τα αγαπά.
—να τα φροντίζει.
—να αυξάνει την αυτοεκτίμησή τους.
—να τα βοηθά να μετατρέπουν τα παθήματα σε μαθήματα.
Τα παιδιά τότε θα μπορέσουν να εξελιχθούν σε ανεξάρτητους ενήλικες και να εξακολουθούν να νιώθουν στοργή και αγάπη για σας.
Σε παρακαλώ σημείωσε: Όλοι οι γονείς που διαβάζουν αυτό το βιβλίο έχουν καλές προθέσεις, κάνουν λάθη και αγαπούν τα παιδιά τους. Οτιδήποτε κι αν συμβαίνει, είναι ανώφελο να κατηγορείς τον εαυτό σου ή το σύντροφό σου και δε βοηθά σε τίποτα. Ο Jerom Kagan, ένας διακεκριμένος ψυχολόγος, στο βιβλίο του The Nature of the Child (Τζέρομ Κάγκαν «Η Φύση του Παιδιού») τονίζει ότι στην κοινωνία μας, έχουμε δώσει πολύ μεγάλη έμφαση στο ρόλο των γονιών ως του αποφασιστικού παράγοντα που επηρεάζει τον τρόπο ανάπτυξης των παιδιών. Οι γονείς είναι βέβαια, σημαντικός παράγοντας, αλλά το ίδιο συμβαίνει και με το γεγονός ότι τα παιδιά γεννιούνται διαφορετικά σε ό,τι αφορά το φόβο, τον εκνευρισμό και την εξυπνάδα. Τα παιδιά τα επηρεάζουν, επίσης, οι φίλοι και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Συνήθως, οι μητέρες κατηγορούν τον εαυτό τους για οτιδήποτε συμβαίνει. Επίσης δέχονται τους περισσότερους επαίνους αν τα πράγματα πάνε καλά. Συστήνω στις μητέρες να διαβάσουν το βιβλίο της Lynn Cain What Did / Do Wrong Mothers, Children, Guilt (Λιν Κάιν «Πού Έσφαλα; Μητέρες, Παιδιά, Ενοχές»),
Για τους γονείς που έχουν παιδιά τα οποία είναι «εκτός ελέγχου», συστήνω να έρθουν σε επαφή με τις διάφορες ομάδες επικοινωνίας.
********
Απόσπασμα από το βιβλίο του Sol Gordon – Όταν η ζωή πληγώνει
Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Συναφές: