Η ΙΕΡΆ ΜΟΝΉ ΚΟΥΔΟΥΜΆ ΜΊΑ ΑΠΌ ΤΙΣ ΠΑΛΑΙΌΤΕΡΕΣ ΜΟΝΈΣ ΤΗΣ ΚΡΉΤΗΣ 

 

Η Μονή Κουδουμά αποτελεί μία από τις παλαιότερες μονές στις νότιες
 ακτές της κεντρικής Κρήτης, απέχει 40 μέτρα από τη θάλασσα και 
είναι χτισμένη μέσα σε ένα πευκόδασος.
Η θέση της είναι στα νότια της κορυφής του Κόφινα στα
 Αστερούσια Όρη, ενώ η πρόσβαση στη μονή είναι δύσκολη.
Ο ναός είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου και το
 ιερό βήμα βρίσκεται μέσα σε μικρό σπήλαιο.
Πιθανολογείται ότι υπήρξε τόπος λατρείας ήδη από τον 
14ο αιώνα (από τότε χρονολογείται μια τοιχογραφία που
 σώζεται στο καθολικό της μονής) που όμως λόγω 
πειρατικών επιδρομών ή της κατάκτησης του νησιού
 από τους Τούρκους κάποια στιγμή εγκαταλείφθηκε.
Η μονή στη σημερινή της μορφή χτίστηκε από τους
 Κρητικούς μοναχούς Παρθένιο και Ευμένιο Χαριτάκη, 
λίγο μετά το 1870.
Το μοναστήρι είναι κοινοβιακό και υπάρχουν μοναχοί που 
διαμένουν σε σπήλαια στην περιοχή.
Αξίζει, πάντως, να βρεθεί κανείς στη μονή Κουδουμά όχι
 μόνο για την ιερότητα του χώρου αλλά και για την πολύ
 ωραία διαδρομή και την πεντακάθαρη παραλία της.

Πολλοί λένε ότι για να απολαύσεις τη ζωή πρέπει να ακολουθείς αυτό που λέει η καρδιά σου και όχι το μυαλό. 

Κάποιοι μάλιστα καταφέρνουν και το κάνουν και ζουν τη ζωή τους «διαφορετικά» χωρίς να βασίζονται μόνο στην κοινή λογική.

Υπάρχουν λοιπόν κάποια πράγματα που συνηθίζουν να κάνουν αυτοί οι τύποι ανθρώπων, αντλώντας την ευτυχία από μέσα τους…

1. Ονειρεύονται

Ακόμη και αν ξέρουν ότι είναι πολύ δύσκολο να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους. Βάζουν δέκα στόχους και ξέρουν ότι θα πετύχουν κάποιους από αυτούς με επιμονή και αισιοδοξία.

2. Βλέπουν το «ποτήρι μισογεμάτο»

Σε μια δύσκολη κατάσταση προσπαθούν να δουν τη θετική πλευρά του «νομίσματος». Θεωρούν ότι τα περισσότερα προβλήματα λύνονται αλλά ακόμη και αν δεν είναι τόσο εύκολο, πρέπει να τα βλέπεις από την «άλλη όψη»

3. Δεν βάζουν όρια και κανόνες

Εκεί που οι άλλοι βάζουν το «πρέπει», εκείνοι βάζουν το «θέλω». Δεν μπαίνουν σε καλούπια και «επαναστατούν». Δεν τους αρέσει να τους βάζουν κανόνες ειδικά όταν περιορίζουν την ελευθερία τους σε αυτά που αγαπούν να κάνουν.

4. Εκτιμούν τις μικρές στιγμές

Δίνουν μεγαλύτερη σημασία σε μια απλή, καθημερινή στιγμή και όχι στην πολυτέλεια και στα ακριβά αντικείμενα. Εκτιμούν την αξία μιας βόλτας στην εξοχή, μιας ωραίας παρέας και ενός χαμόγελου. Γνωρίζουν εξάλλου ότι κάθε στιγμή που περνάει δεν επιστρέφει…

5. Γίνονται παιδιά

Σε κάθε ευκαιρία, φροντίζουν να υπενθυμίζουν στον εαυτό τους και στους άλλους ότι η ηλικία είναι απλά ένας αριθμός. Το μέρος της καρδιάς τους δεν μεγαλώνει ποτέ και βλέπουν τον κόσμο με τα μάτια ενός παιδιού.

Έτσι κάνουν τους άλλους να νιώθουν άνετα μαζί τους αλλά ταυτόχρονα δεν αφήνουν να τους προσβάλλουν και να τους εκμεταλλεύονται. Έχουν βρει τη «χρυσή τομή».

7. Αγαπούν τα ταξίδια

Αν έχουν μαζέψει κάποια χρήματα θα τα ξοδέψουν σε μια νέα ταξιδιωτική εμπειρία και όχι σε ακριβά υλικά αγαθά. Τι πιο όμορφο εξάλλου να γεμίζεις νέες εικόνες και να γνωρίζεις πώς ζει ο υπόλοιπος κόσμος;

8. Αγαπούν τη ζωή

Όποια μορφή και αν έχει αυτή. Δεν αγαπούν μόνο τον εαυτό τους αλλά τα ζώα και τη φύση. Από εκεί εξάλλου προέρχονται και ξέρουν ότι όσο φροντίζουν γι’ αυτήν, εκείνη τους «ανταμείβει».

9. Δεν είναι απόλυτοι

Έχουν την δική τους άποψη αλλά είναι ταυτόχρονα καλοί ακροατές. Κάθε άνθρωπος έχει κάτι νέο να τους πει, μια νέα εμπειρία να μοιραστεί μαζί τους. Ακόμη και αν διαφωνούν με αυτό που λέει ο άλλος, ξέρουν να σέβονται τη γνώμη του και κλείνουν τον διάλογο με ένα χαμόγελο.

10. Ξεχνούν την αποτυχία γρήγορα

Όλοι θα γνωρίσουν αποτυχίες και επιτυχίες. Όμως αυτοί οι άνθρωποι ξέρουν να προσπερνούν τις αποτυχίες γρήγορα και να προχωρούν στο επόμενο βήμα με αισιοδοξία. Εξάλλου ακόμη και ο πιο επιτυχημένος άνθρωπος, έχει κάποια στιγμή αποτύχει, αλλά αυτό που τον ξεχώρισε είναι ότι δεν το έβαλε κάτω.

Η κίνηση Γλέζου για τον Μητσοτάκη που συγκλόνισε τον Κυριάκο

Ο πολιτικός πολιτισμός σε όλο του το μεγαλείο αποτυπώθηκε χθες με μια κίνηση που έκανε μια μεγάλη μορφή της ελληνικής ιστορίας ο Μανώλης Γλέζος εις μνήμην του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Το κουδούνι του σπιτιού της οικογένειας του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Λυκαβηττό χτύπησε αργά το βράδυ της Τρίτης. Όλοι ήταν εκεί και δεν περίμεναν κανέναν. Κανόνιζαν τις τελευταίες λεπτομέρειες της κηδείας του πατριάρχη της οικογένειας.
Σύμφωνα με την «Ελευθερία του Τύπου» ο απρόσμενος επισκέπτης ήταν ο Μανώλης Γλέζος, ο οποίος κράταγε και ένα κόκκινο γαρίφαλο. Ηθελε να τιμήσει τον μεγάλο του φίλο Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ανήμερα μάλιστα της επετείου που ο ίδιος μαζί με τον Απόστολο Σάντα είχαν κατεβάσει το 1941 τη ναζιστική σημαία από την Ακρόπολη.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, συγκινήθηκε και έσπευσε να συστήσει στη μικρή του κόρη Δάφνη τον κ. Γλέζο, λέγοντάς της: «Εχεις απέναντί σου έναν μεγάλο ήρωα, έναν αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης».
Ο Μανώλης Γλέζος είχε και κάτι ακόμα. Παρέδωσε ένα γράμμα στην οικογένεια Μητσοτάκη, το οποίο ξεκινούσε με ένα απόσπασμα από την Ομήρου Ιλιάδα Ι 63-65, όπου έλεγε ότι «Αφρήτωρ, αθέμιστος, ανέστιος έστιν εκείνος, ος πολέμου έραται επιδημίου οκρυόεντος» (ακοινώνητος, άγριος και άπατρις είναι αυτός που τον εμφύλιο πόλεμο αγαπά).
Στο ειλικρινές γράμμα προς την οικογένεια του εκλιπόντος, ο Μανώλης Γλέζος έγραφε: «Πιστός στο αξίωμα αυτό ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης υπήρξεν ο πρωτουργός να αποφευχθεί και να μην υπάρξει εμφύλιος πόλεμος στην Κρήτη, στη διάρκεια της κατοχής. Oποια αντίθεση και αν έχεις μαζί του, οφείλεις να του το αναγνωρίσεις. Γνωρίστηκα μαζί του το 1953 και υπήρξαν διαφορετικές οι απόψεις μας για το πολιτικό γίγνεσθαι. Η διαφορά, όμως, αυτή δεν υπήρξε να γίνουμε οχτροί. Η χούντα στις 21 Απριλίου 1967 μας ξαναντάμωσε στον ίδιο θάλαμο στο Γουδή και μετά στο Πικέρμι. Γνωστή η ιστορία που έχουμε από κοινού δημοσιοποιήσει».

ΦΩΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥΦΩΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ

Βόμβα Παπαχελά για Μητσοτάκη: «Πριν πεθάνει μου είπε…»

Ο Αλέξης Παπαχελάς διευθυντής της εφημερίδας «Καθημερινή» αποκαλύπτει ορισμένα από όσα του είπε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, το περασμένο Πάσχα κατά την τελευταία τους συνάντηση, αλλά και ένα άγνωστο παρασκήνιο από το παρελθόν.

Ο Αλέξης Παπαχελάς γράφει στην «Καθημερινή»: «Δεν τον ήξερα καλά την περίοδο της πρωθυπουργίας του, αντιθέτως βρέθηκα στο στόχαστρο των παραδοσιακών αυλικών τού εκάστοτε πρωθυπουργού.

Και τον στενοχώρησα αρκετές φορές μετά, με έρευνες που έκανα. Μου έκανε εντύπωση πάντα πώς αντέδρασε σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, όπου ήξερα ότι είχε θυμώσει πολύ. Απέφευγα να τον συναντήσω μέχρι να περάσει η μπόρα. Με είδε όμως σε μια εκδήλωση και ήλθε καταπάνω μου.

«Χάθηκες», μου είπε και πρόσθεσε: «Ποτέ μην μπερδεύεις τη δουλειά με τα προσωπικά. Εσύ καλά έκανες τη δουλειά σου, έλα να τα πούμε»».

Για την τελευταία τους συνάντηση, πριν δύο μήνες περίπου ο Αλέξης Παπαχελάς γράφει: «Είχα την ευκαιρία, που τώρα μου μοιάζει πολύτιμη, να τον δω για τελευταία φορά πριν από το περασμένο Πάσχα. Η αγωνία του για το πού πάμε ήταν έκδηλη. Με ρωτούσε τι πιστεύω για τον Ερντογάν και τι θα γίνει με το δημοψήφισμα στην Τουρκία.

Καθώς τελείωναν οι αντοχές του, έκανα το αναμενόμενο σχόλιο: «Πρόεδρε, υποθέτω θέλεις να αντέξεις να δεις τον Κυριάκο πρωθυπουργό».

Επειδή ήταν ο Μητσοτάκης, μου έδωσε μια εξίσου αναμενόμενη απάντηση που έδειχνε πόσο ήθελε να είναι ακόμη ενεργός, στα 99 του, χωρίς να βλέπει καλά, χωρίς να μπορεί να σηκωθεί από την καρέκλα μόνος του: «Αυτό που θέλω είναι να έχω τα μυαλά μου για να μπορώ να βοηθήσω να μη γίνουν μεγάλα λάθη τον πρώτο καιρό, να τα προλάβουμε».

Ήξερα ότι δεν θα τον ξανάβλεπα. Και πως θα μας έλειπε αυτή η ωμή, καθαρή φωνή ενός ανθρώπου που τα έζησε όλα, που, είτε διαφωνούσες, είτε συμφωνούσες μαζί του, έπρεπε να τον ακούς. Ίσως γι’ αυτό με αποχαιρέτησε με μία φράση που δεν θα ξεχάσω: «Να θυμάσαι, παιδί μου, ένα πράγμα: Αυτή η χώρα όσο εύκολα χαλάει, τόσο εύκολα φτιάχνει»».

Γιατί κάποιοι πετυχαίνουν σε ό,τι κι αν κάνουν;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΑΚΗΣ

Κεντρική ψαραγορά. Τετάρτη μεσημέρι. Κάτι σαν ανατολίτικο παζάρι. Χάνομαι στις μυρωδιές και στις φωνές. Περπατάω και χαζεύω. Με έχουν πάρει είδηση οι ψαράδες και δεν μου κολλάνε. Ξαφνικά σταματάω σε ένα ψαράδικο, χωρίς να ξέρω γιατί. Αφού είναι όλα τα ίδια, αναρωτιέμαι. Και όμως, αυτό διαφέρει. Κοντοστέκομαι και παρατηρώ. Προσπαθώ να βρω μία μία τις διαφορές, όπως κάναμε μικροί. Πρώτη διαφορά: τα ψάρια είναι σε ακριβή παράταξη. Δεύτερη διαφορά: ο πάγος λες και είναι πιο φρέσκος, πιο λευκός, σαν φρεσκοστρωμένο κρεβάτι. Τρίτη διαφορά: το μαγαζί τρίζει από καθαριότητα. Θα μπορούσε εύκολα να είναι φαρμακείο. Τέταρτη διαφορά: ο κόσμος που δουλεύει εδώ δεν κάθεται. Κινείται. Κάνει κάτι συνέχεια. Και χαμογελάει. 
Κι εκεί που νιώθω ότι τελείωσα με το κουίζ, αντικρίζω και την υπεύθυνη του καταστήματος. Μια κυρία γύρω στα 40. Στέκεται στη μέση του μαγαζιού. Όρθια, δεν κρέμεται. Φοράει μια κολαρισμένη πεντακάθαρη στολή, σαν να την έβαλε μόλις, κι ας είναι μεσημέρι. Οι γαλότσες της λάμπουν από καθαριότητα. Τα μαλλιά της είναι καλοχτενισμένα. Σαν να έχει πάει σε δεξίωση. Κρατάει με σιγουριά ένα καλοφτιαγμένο χάρτινο χωνί για τα ψάρια. Δεν φωνάζει. Όμως δεσπόζει.
Κάποιοι άνθρωποι έχουν επιλέξει την επιτυχία. Κι η επιτυχία χτίζεται με τις καθημερινές, τις «ασήμαντες» συνήθειες. Πηγαίνουν στη συνάντησή τους πέντε λεπτά νωρίτερα, ασχέτως εάν θα συναντήσουν το παιδί τους ή τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Προτιμούν να περιμένουν παρά να τους περιμένουν. Το κινητό τους δεν μένει από μπαταρία, γιατί έχουν φροντίσει να τη φορτίσουν όλο το βράδυ. Εάν έχουν μαγαζί, ποτέ δεν θα ξεμείνουν από ψιλά, γιατί τα προμηθεύονται εγκαίρως και σε επάρκεια. Σέβονται το κόκκινο φανάρι, πρώτα όμως γιατί σέβονται τον εαυτό τους και μετά γιατί σέβονται τον νόμο. Ποτέ δεν θα τους δεις να καταβροχθίζουν το σάντουιτς περπατώντας στη μέση του δρόμου. Θα κάτσουν στο τραπέζι έστω και πέντε λεπτά, για να φροντίσουν τον εαυτό τους. Στο μετρό θα τους δεις να διαβάζουν, χωρίς να ενοχλούν και χωρίς να ενοχλούνται. Λένε πάντα «ευχαριστώ» όταν τους αφήνεις να περάσουν και, φυσικά, είναι οι πρώτοι που το ακούν. Δεν θα τους ακούσεις ποτέ να παραπονεθούν ότι δεν έχουν χρόνο. Τα προλαβαίνουν όλα και δεν είναι λίγα. 
Αυτοί οι άνθρωποι ζουν τη ζωή, δεν τους ζει η ζωή. Έχουν μάθει την τέχνη της. Πρώτα ακούν και μετά μιλάνε. Δρουν αντί να γκρινιάζουν. Παρατηρούν αντί να κρίνουν κι αποφασίζουν να το κάνουν, όταν και μόνο αυτό είναι σκόπιμο. Όταν οι πελάτες ή οι συνεργάτες τους παίρνουν χαρά, εκείνοι παίρνουν ακόμη μεγαλύτερη. Νοιάζονται για τους άλλους. Νοιάζονται αληθινά. Αλλά πρώτα από όλα νοιάζονται για τον εαυτό τους και το δείχνουν. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους λες και χαμογελάνε. Αγαπούν αυτό που κάνουν. Πάντα βρίσκουν τον τρόπο να το αγαπήσουν. Έχουν αυτό που θέλουν, επειδή απλά θέλουν αυτό που έχουν. Ξέρουν να λένε «όχι», χωρίς να χρειαστεί να το φωνάξουν. Βλέπουν τη δουλειά τους σαν τη σημαντικότερη στον κόσμο, κι ας το βλέπουν κάποιες φορές μόνο αυτοί. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν προσδοκίες πρώτα από τον εαυτό τους και μετά από τους άλλους. Συγκεντρώνονται στον στόχο τους και δεν σκορπιούνται. Σου φτιάχνουν τη μέρα γιατί έχουν φροντίσει πρώτα να φτιάξουν τη δική τους. Κάνουν πλάκα με τον εαυτό τους, αλλά ποτέ για τον εαυτό τους. Ξέρουν πολλά, αλλά, παρ’ όλα αυτά, ξέρουν ότι δεν ξέρουν.
Αυτοί οι άνθρωποι πετυχαίνουν, ακόμη κι όταν «αποτυχαίνουν». Αυτοί οι άνθρωποι πάντα πετυχαίνουν, γιατί απλά το έχουν επιλέξει. Ακριβώς όπως η κυρία με την κολαρισμένη στολή και τις φρεσκογυαλισμένες γαλότσες. ■

Οι μοναδικές ομορφιές της Μονεμβασιάς

Απολαύστε το υπέροχο βίντεο της βυζαντινής καστροπολιτείας της Μονεμβασιάς και ακολουθήστε μας σε ένα ονειρικό ταξίδι στο χρόνο και την ιστορία.
Το «πέτρινο καράβι» του Ρίτσου, στέκει καρτερικά στο νοτιοανατολικό άκρο της Λακωνικής γης, μεταφέροντας τους επισκέπτες σε ένα ονειρικό ταξίδι στο χρόνο και την ιστορία. Κάστρα και τείχη, παλιά αρχοντικά, στενά λιθόστρωτα δρομάκια, εκκλησίες, παλιές χαμηλές καμάρες, αψίδες, οικόσημα, μαρμάρινοι αυτοκρατορικοί θρόνοι, βυζαντινές εικόνες δίνουν την εντύπωση μιας πόλης φανταστικής, που δεν την άγγιξε το πέρασμα του χρόνου.

Η Μονεμβασιά είναι γνωστή σαν το «Γιβραλτάρ της Ανατολής», το «Υπερνεφελές Κάστρο» του Μοριά, το «Περιώνυμον Άστυ» του Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β’, η «Θεόσωστος Πόλη» των Παλαιολόγων του Μυστρά, το «Μενεξέ Καλεσί» (Κάστρο των λουλουδιών – Φρούριο των ανθέων) των Τούρκων, το «Λουλούδι της Μονεμβασιάς», η «Ανθομύριστη Καστροπολιτεία» του Νότου.Ένα μικρό νησί που ενώνεται με την ενδοχώρα από μια στενή λωρίδα γης, μια γέφυρα που συνυπάρχει με το θαλασσινό στοιχείο του Μυρτώου Πελάγους. Μπαίνοντας στο βράχο από τη μοναδική είσοδο – «μόνη έμβαση» απ’ όπου και το όνομα της πόλης Μονεμβασιά – αρχίζει το ταξίδι στο παρελθόν, από τον 6ο αιώνα που κατοικήθηκε μέχρι και σήμερα.Μπαίνοντας στην πόλη αριστερά βρίσκεται το σπίτι του Μονεμβασίτη ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσου. Στη συνέχεια, ο κεντρικός δρόμος με το βυζαντινό καλντερίμι, ο δρόμος της αγορά που οδηγεί στη Κεντρική Πλατεία με το παλαιό κανόνι και την Εκκλησία του Ελκομένου Χριστού. Απέναντι το ιστορικό διατηρητέο κτίριο του 16ου αιώνα (τζαμί) όπου στεγάζεται η Αρχαιολογική Συλλογή Μονεμβασίας. Από εδώ διακλαδίζονται οι δρόμοι προς όλες τις γωνίες του Κάστρου. Τέτοιες πανέμορφες γωνιές υπάρχουν παντού.Μετά από μία ανηφορική διαδρομή 15 λεπτών, ο επισκέπτης φτάνει στην επάνω πόλη, τον «Γούλα» όπως λέγεται, αλλά η θέα σίγουρα τον ξεκουράζει. Στα πόδια του η κάτω πόλη, τα τείχη και η θάλασσα, να παίζει το αιώνιο παιχνίδι της με το Κάστρο, ενώ λίγο πιο πάνω δεσπόζει η εκκλησία της Αγίας Σοφίας χτισμένη στην άκρη του απόκρημνου βράχου.Στο Κάστρο υπάρχουν 40 εκκλησίες, μεταξύ των οποίων της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας, της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας, της Παναγίας της Κρητικιάς, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Στεφάνου, του Αγίου Παύλου, της Αγίας Άννας, καθώς και το εργαστήριο και μουσείο αργυροχρυσοχοΐας.Δείτε το υπέροχο βίντεο:

_______________________   Πηγή: dinfo.grby Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Τα έσοδα των ομάδων

Ο Ιταλός δημοσιογράφος Μάρκο Παλιαρίτσιο της Corriere Adriatico έβαλε κάτω τους αριθμούς και δημοσίευσε στον λογαριασμό του στο twitter τα έσοδα των 16 ομάδων της EuroLeague με βάση τα αποτελέσματά τους στην διοργάνωση.  Συγκεκριμένα, κάθε ομάδα έβαζε στο ταμείο της 40 χιλιάδες ευρώ για κάθε νίκη στην Κανονική περίοδο, 70 χιλιάδες ευρώ για κάθε νίκη στα playoffs, 1 εκατ. ευρώ για την κατάκτηση του τίτλου, 500 χιλιάδες ευρώ για την κατάκτηση της δεύτερης θέσης, 300 χιλιάδες ευρώ για την κατάκτηση της τρίτης θέσης και 200 χιλιάδες ευρώ για την κατάκτηση της 4ης θέσης.  Όπως γίνεται λοιπόν σαφές, πρώτη σε έσοδα ήταν η Πρωταθλήτρια Ευρώπης Φενέρμπαχτσε με 1.930.000 ευρώ, με τον Ολυμπιακό να ακολουθεί με 1.470.000 ευρώ, ενώ στην 6η θέση βρέθηκε ο Παναθηναϊκός με 760.000 ευρώ. Αναλυτικά η λίστα: Φενέρμπαχτσε: 1.930.000 ευρώ Ολυμπιακός: 1.470.000 ευρώ ΤΣΣΚΑ Μόσχας: 1.390.000 ευρώ Ρεάλ Μαδρίτης: 1.330.000 ευρώ Αναντολού Εφές: 820.000 ευρώ Παναθηναϊκός: 760.000 ευρώ Νταρουσάφακα: 710.000 ευρώ Μπασκόνια: 680.000 ευρώ Ερυθρός Αστέρας: 640.000 ευρώ Ζαλγκίρις: 560.000 ευρώ Μπαρτσελόνα: 480.000 ευρώ Γαλατάσαραϊ: 440.00 ευρώ Μπάμπεργκ: 400.000 ευρώ Μακάμπι Τελ Αβίβ: 400.000 ευρώ Ούνικς Καζάν: 320.000 ευρώ Αρμάνι Μιλάνο: 320.000 ευρώ 

H πιο απολαυστική συνέντευξη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη – Την έδωσε στα 98 του, είχε μιλήσει για τα πάντα [εικόνες]

Πηγή: Athens Voice 

H πιο απολαυστική συνέντευξη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη -Την έδωσε στα 98 του, είχε μιλήσει για τα πάντα [εικόνες]
Ομιλία του…

Ο επίτιμος Πρόεδρος της ΝΔ, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 99 ετών.

Πέρυσι, τέτοιες μέρες, είχε παραχωρήσει, ίσως την πιο απολαυστική συνέντευξη της ζωής του στην Athens Voice και την Σταυρούλα Παναγιωτάκη. 
Είχε μιλήσει για όλα, για τη ζωή του, για τη Μαρίκα, τα παιδιά τους, την περίοδο της δικτατορίας, τους φίλους του, την Κρήτη με το δικό του τρόπο, αποκαλύπτοντας άγνωστες πτυχές της ζωής του αλλά και τις ιστορίας. 
Ακολουθεί απόσπασμα από τη συνέντευξη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη…

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης έκανε εκτενέστατη αναφορά στη σύζυγό του Μαρίκα Μητσοτάκη. Σύμφωνα με τον Επίτιμο η Μαρίκα Μητσοτάκης είχε: «Ένστικτο». 

Πώς είναι, κύριε πρόεδρε, η ζωή χωρίς τον άνθρωπό σας;
Είναι πολύ δυσάρεστο, είναι πάρα πολύ δυσάρεστο και πάρα πολύ βαρύ. Είναι μεγάλη η απώλεια αυτή, όπως σου είπα και πρωτύτερα με συνοδεύει. Ο σύντροφος, η σύζυγος δηλαδή στην περίπτωσή μου, σου γεμίζει τη ζωή ολόκληρη, είναι δίπλα σου διαρκώς. Όταν είσαι μόνος, όπως είμαι εγώ τώρα, έχω φυσικά παιδιά, εγγόνια, φίλους, ό,τι θέλεις, αλλά ορισμένες ώρες νιώθεις και είσαι μόνος. Νιώθεις την απουσία ενός ανθρώπου που σε καταλαβαίνει, που σε αγαπά, που μοιράζεσαι μαζί του τις στενοχώριες σου και τις χαρές σου.
Λένε ότι ο έρωτας πλαταίνει όσο τίποτε άλλο. Σε εσάς πώς επέδρασε αυτή η σχέση;
Νομίζω ότι περάσαμε καλά. Ήμασταν διαφορετικοί χαρακτήρες, η Μαρίκα είχε πολλή ζωή, πληθωρική, περίσσευμα αγάπης προσέφερε. Πολλή εξυπνάδα και προπαντός απόλυτη ειλικρίνεια, δεν χάριζε σε κανέναν κάστανα.
Τι είχε η σύζυγός σας, που δεν είχατε εσείς;
Ένστικτο. Πολλάκις τo εμπιστεύτηκα και πολλές φορές που δεν το ακολούθησα, το μετανόησα.
Πώς ζείτε λοιπόν, σήμερα, κύριε πρόεδρε;
Κοίταξε, έχω ορισμένα προβλήματα υγείας, απόρροια των πολλών ετών μου, διότι μην ξεχνάς ότι διανύω το 98ο έτος. Έχω πρόβλημα με τα μάτια μου και πρόβλημα κινητικό. Το κινητικό το αντιμετωπίζω και υπάρχει περίπτωση και να βελτιωθεί, αλλά η όρασή μου δεν μπορεί. Βέβαια, το αναπληρώνω εν μέρει ηχητικά, παίρνοντας πλακέτες.
Πλακέτες; Τι εννοείτε;
Τα βιβλία τα οποία έχουν αποδοθεί ηχητικά, τα διαβάζουν ηθοποιοί, συνήθως καλοί. «Ακούω» βιβλία γαλλικά, γερμανικά, ελληνικά. Βεβαίως παρακολουθώ τις ειδήσεις, ακούω ευτυχώς καλά.
Τι διαβάζατε συνήθως πρώτο σε μια εφημερίδα;
Τις πολιτικές ειδήσεις, τα πολιτικά άρθρα, διάβαζα με πολλή ευχαρίστηση τα χρονογραφήματα, όταν υπήρχαν. Σήμερα παρακολουθώ τον Κασιμάτη, στην «Καθημερινή», το κομμάτι του στη δεύτερη σελίδα. Αλλά διάβαζα και τα επιστημονικά, ό,τι είχε ενδιαφέρον για την πρόοδο με απασχολούσε.
Σήμερα τι είδους βιβλία επιλέγετε για να «ακούσετε»;
Ό,τι θέλεις. Πρόσφατα μου έφερε ο εγγονός μου, που είναι γιατρός στο Μόναχο, μια πλακέτα με τα απομνημονεύματα του Helmut Schmidt στα γερμανικά, αλλά ακούω και τον Παπαδιαμάντη, τον Τσέχοφ ή άλλον Ρώσο, ό,τι έχει η φιλολογία.
Η υπόλοιπη ημέρα πώς περνάει;
Εν μέρει ακούγοντας πολύ. Στα Χανιά πέρυσι τιμήθηκα από το Πολυτεχνείο για τις υπηρεσίες που είχα προσφέρει και μίλησα για τελευταία φορά από στήθους στο Παλιό Λιμάνι. Είκοσι λεπτά μίλησα, αποφεύγω πλέον να μιλώ και να κάνω δηλώσεις, σιγά-σιγά, ξέρεις, αποτραβιέται ο άνθρωπος από τα καθημερινά.Έχω χάσει τη γυναίκα μου, το οποίο ήταν μεγάλο πλήγμα, δεν το ξεπέρασα, αλλά έχω πολλά παιδιά, εγγόνια, μία πολύ μεγάλη οικογένεια και αυτό είναι μια πολύ μεγάλη απασχόληση. Παρακολουθώ και τα πολιτικά, τα γενικά πολιτικά, όχι τόσο τα τοπικά χανιώτικα ή τα ατομικά προβλήματα. Πηγαίνω στο γραφείο μου σχεδόν καθημερινά, για μερικές ώρες, όχι πολλές.
Και τι κάνετε εκεί; Βλέπετε κόσμο;
Βεβαίως. Πολλές φορές και πολύ κόσμο. Πάντα δεχόμουν ανθρώπους, πολλάκις δε τηλεφωνούσα κι εγώ ο ίδιος. Ακόμα και πρωθυπουργός, ήμουν προσιτός στο τηλέφωνο. Και μου συνέβη πολλές φορές να με πάρει κάποιος στο τηλέφωνο και να μου πει: «Παίρνω εσένα, γιατί δεν μπορώ να πιάσω τον υπουργό σου».
Βλέπετε ακόμα παλιούς φίλους;
Κάποιους, ναι. Τώρα βέβαια εκείνο το οποίο βαραίνει τον άνθρωπο μεγάλης ηλικίας είναι η μοναξιά, διότι όλοι οι σύγχρονοί μου έχουν φύγει. Η παρέα μου του πανεπιστημίου, του πολέμου, της αντιστάσεως. Αλλά και πολλοί πολιτικοί της γενιάς μου στον ευρωπαϊκό χώρο, ο ένας μετά τον άλλο, αναχωρούν. Οι τελευταίοι που έφυγαν ήταν ο Helmut Schmidt, καγκελάριος της Γερμανίας, πολύ αξιόλογος. Ιδιαιτέρως όμως εγώ συνδεόμουν με τον Genscher, ο οποίος πέθανε πρόσφατα και αυτός, προ ολίγων ημερών.
Για την Ντόρα Μπακογιάννη και τον Κυριάκο Μητσοτάκη 
Η Ντόρα ασχολήθηκε με την πολιτική όταν δολοφόνησαν τον άνδρα της και πέτυχε στην πολιτική, ήταν πολύ ουσιαστική η συμβολή της στην παράταξη. Ο Κυριάκος το ήθελε μέσα του και το απεφάσισε αφού προηγουμένως εργάστηκε δέκα χρόνια στον ιδιωτικό τομέα. Ούτε τον παρότρυνα, ούτε τον απέτρεψα.
Για την ευσυγκινησία του… 
Θα έλεγα ότι είμαι πολύ συγκρατημένος.
Σας έχουμε δει δημόσια δακρυσμένο δύο φορές: στη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη και στην κηδεία της συζύγου σας. Έχετε δακρύσει άλλη φορά;
Βέβαια. Εγώ ήμουν ευσυγκίνητος και είμαι, πολύ ευσυγκίνητος, αλλά το κρύβω, δεν δείχνω τα συναισθήματά μου, τα κρατώ μέσα μου. Πολλές φορές αισθάνθηκα συγκίνηση. Σε περιπτώσεις προσωπικές, ανθρώπινης δυστυχίας και πόνου, σε περίπτωση απώλειας ανθρώπων δικών μου και φίλων.
Στην πολιτική υπήρξε στιγμή που συγκινηθήκατε; 
Στην πολιτική άντεχα πολύ. Αλλά ναι, βεβαίως έχω συγκινηθεί. Οι εκδηλώσεις του λαού τα τελευταία χρόνια της πολιτικής μου, τότε που κέρδισα τις εκλογές και έφτιαξα κυβέρνηση, ήταν τόσο θερμές που σε ζωντάνευαν, σε συγκινούσαν, σε παρέσυραν.
Να ξαναγυρίσουμε στη ζωή, που έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Είναι αλήθεια ότι γνωρίζετε όλο τον «Ερωτόκριτο» απ’ έξω; 
Όχι, αλλά νέος μάθαινα πάρα πολύ εύκολα απ’ έξω ποιήματα. Θυμόμουν τον «Faust» του Goethe ολόκληρο, σχεδόν ολόκληρο, το πρώτο τμήμα. Και ελληνικά ποιήματα, Παλαμά διάβαζα πολύ. Ακόμα και σήμερα μου έρχονται ορισμένοι στίχοι. Πριν από 2-3 χρόνια κάναμε μία μεγάλη συγκέντρωση και εξεφώνησα ένα λόγο επ’ ευκαιρία της παρουσιάσεως του βιβλίου «Το έργο της κυβερνήσεώς μου» και όπως πολλές φορές μου συνέβαινε να τελειώνω ένα λόγο με κάποιο ποίημα, με στίχους, έτσι και τότε τελείωσα με ορισμένους στίχους του Παλαμά.
Τραγουδάτε ποτέ;
Όχι. Τραγουδώ μόνο από κοντά, ψιθυριστά, χωρίς να ακούγεται η φωνή μου διότι είμαι φάλτσος.
Με το χορό ποια ήταν η σχέση σας; 
Καλή πάντα. Τους κρητικούς χορούς δεν τους πολυχόρευα, αλλά χόρευα γενικά τους ευρωπαϊκούς, ήμουν καλός χορευτής στο βαλς.
Για τις κουμπαριές… 
Πρέπει  να περνούν τη χιλιάδα.
Γιατί σας άρεσε να στεφανώνετε και να βαφτίζετε ανθρώπους; 
Το έκανα για να αποκτήσουμε δεσμό. Η κουμπαριά στην Κρήτη εξακολουθεί να μετρά. Ακόμα και σήμερα. Όταν σου ζητά ο άλλος να του βαφτίσεις το παιδί ή να τον παντρέψεις, δύσκολα λες όχι. Στις εκλογές επάνω πολλές φορές σου ζητούσαν να βαφτίσεις παιδιά και βάφτιζα εγώ, βάφτιζε η Μαρίκα. Η Μαρίκα, λοιπόν, θυμάμαι ένα βράδυ βάφτισε πέντε(!) παιδιά.
Δεν σας έχουμε δει ποτέ να οδηγείτε, δεν σας άρεσαν τα αυτοκίνητα; 
Πολύ. Οδηγούσα πολύ, αλλά έπαυσα να οδηγώ λόγω των ματιών μου. Στο Παρίσι, στην εξορία μας, οδηγούσα ένα μεταχειρισμένο Ρόβερ που η Μαρίκα έλεγε ότι έμοιαζε με τανκς.

Έχω διαβάσει ότι φτάσατε στο Παρίσι τον Αύγουστο του 1968 μέσω Τουρκίας, ύστερα από ένα μακρύ και δύσκολο ταξίδι. 

Έφυγα παραμονή του Δεκαπενταύγουστου, υπό δραματικές συνθήκες και επικίνδυνες, με πολύ μεγάλο κίνδυνο – δεν τον λογάριασα εκείνη την ώρα. Διέσχισα το Αιγαίο με ένα μικρό κρις κραφτ 10 μέτρων που είχε δύο βενζινομηχανές εκ των οποίων η μία χαλασμένη και με φοβερό μελτέμι. Μαζί μου είχα κι ένα φίλο Ιταλογιουγκοσλάβο υποτίθεται για καπετάνιο, αλλά στην πορεία αποδείχτηκε πως μέχρι κι εγώ, που ήμουνα παντελώς άσχετος, ήξερα περισσότερα για τη θάλασσα. Τέλος πάντων έφθασα κακήν κακώς στο Τσεσμέ. Από εκεί έστειλα ένα τηλεγράφημα στον αδελφό μου τον Χαράλαμπο, συνθηματικό, είχαμε συμφωνήσει τι θα του πω, τρεις λέξεις, να μάθουν ότι έφθασα, ότι επέζησα. Πήρα ένα ταξί και πήγα στη Σμύρνη. Από τη Σμύρνη, τηλεφώνησα στον υπουργό των Εξωτερικών της Τουρκίας, φίλο μου, τον Τσαγλαγιανγκίλ, τον οποίον είχα προηγουμένως προϊδεάσει ότι θα κοιτάξω να φύγω μέσω Τουρκίας. Βρήκα το διευθυντή του γραφείου του, είπα ότι είμαι στην Τουρκία και ζητώ δικαίωμα διόδου και απόλυτη μυστικότητα. Οι Τούρκοι αμέσως το φρόντισαν. Δεν είχε περάσει μισή ώρα και ο αρχηγός της αστυνομίας της Σμύρνης παρουσιάστηκε και ετέθη στην υπηρεσία μου. Εντωμεταξύ όμως, δεν ξέρω πώς, ίσως και από λάθος δικό μου, κυκλοφόρησε η φήμη ότι βρίσκομαι εκεί και άρχισε η καταδίωξη των Τούρκων δημοσιογράφων, οι οποίοι είναι φοβεροί, πολύ χειρότεροι από τους Έλληνες, πέφτουν σαν τα μελίσσια. Τέλος πάντων με διάφορα κόλπα κατάφερα να τους ξεφύγω και να μπω στο αεροπλάνο για να πάω στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί να ταξιδέψω για Παρίσι. Η οικογένειά μου ήρθε ένα χρόνο μετά. Είχε τεθεί υπό κατ’ οίκον κράτηση στη Γλυφάδα και δεν έδιναν διαβατήριο στη Μαρίκα. Επικοινωνούσαμε με το τηλέφωνο και με γράμματα και όταν τελικά πήρε το πολυπόθητο διαβατήριο δεν περίμενε ούτε μέρα, πήρε το πρώτο πλοίο που βρήκε μπροστά της, ένα εβραϊκό, και κατέφθασαν στη Βενετία όπου τους παρέλαβα εγώ.
Γιατί με πλοίο; Αφού της έδωσαν νόμιμο διαβατήριο. 
Γιατί πήρε το αυτοκίνητό μας, ένα παλιό Mercedes που μας άφησε χρόνους στο Παρίσι, έβαλε μέσα τα 4 παιδιά μας, τη Γερμανίδα νταντά, και τις βαλίτσες. Ο Κυριάκος, που τον είχα αφήσει 5 μηνών, ήτανε 1,5 έτους. Τον είχανε δέσει μάλιστα με ένα λουρί, ενθυμούμαι, γιατί περπατούσε αλλά ήτανε ακόμα πολύ μικρός. Μπήκαμε όλοι μέσα στο αυτοκίνητο και φθάσαμε, μέσω Ελβετίας, στο Παρίσι οδικώς.
Σαν από ιταλική ταινία μοιάζει η σκηνή. 
Κι όμως, χωρέσαμε και οι 7. Εγώ στο τιμόνι, δίπλα η Μαρίκα με ένα παιδί και πίσω η Νάνε με τα άλλα τρία. Είχα βάλει και από πάνω στη στέγη τις βαλίτσες και ξεκίνησα οδηγώντας προς Ελβετία.
Και ένα απολαυστικό απόσπασμα από την συνέντευξη:
Φαντάζομαι την έκπληξη του Γάλλου κρεοπώλη τη στιγμή που θα του λέγατε «βάλε μου 5 κιλά κιμά»…
Είχα βρει ένα συνεταιρισμό που πουλούσε κρέας και πήγαινα σε αυτόν. Εγώ επίσης ως Έλληνας άφηνα pourboire, το οποίο στη Γαλλία είναι απηγορευμένο είδος και με περιποιούνταν πάντοτε. Αγόραζα το κρέας μου και μία ημέρα μου λέει ο υπάλληλος, «θα έχετε εστιατόριο βέβαια». «Όχι» του λέω «δεν έχω εστιατόριο, έχω μεγάλη οικογένεια».
Κρατήσατε αυτή τη συνήθεια και όταν γυρίσατε στην Ελλάδα;
Όχι, αλλά όταν η εγγονή μου η Αλεξία σπούδαζε στο Παρίσι και τύχαινε να βρίσκομαι εκεί την έπαιρνα και πηγαίναμε να ψωνίσουμε κρέας από το δικό της χασάπη. Αγόραζα και τότε ποσότητες, είχα μανία να ψωνίζω κρέας, και όταν έφευγα ρωτούσαν την Αλεξία «ο κύριος παππούς σας πότε θα ξανάρθει;». Ένα γαλλικό φαγητό που έχω σε πολύ εκτίμηση είναι το βραστό το βοδινό το οποίο απαιτεί κομμάτια από ειδικό μέρος του ζώου: χρησιμοποιείς jarret de veau και plat de côtes. Αγόραζα λοιπόν κι εγώ από το Παρίσι και το έπαιρνα μαζί μου στα Χανιά, στην Αθήνα πολλές φορές, για να κάνουμε ένα ωραίο γαλλικό βραστό.
Είναι το αγαπημένο σας φαγητό αυτό;
Τρελαίνομαι, αλλά μ’ αρέσουν κι άλλα.
Τι άλλο σας αρέσει;
Λέγε μου να σου λέω…
Όσπρια;
Στην κορυφή της διατροφής μου.
Σταμναγκάθι;
Ναι, αλλά μόνο το άγριο.
Αγκινάρες;
Τρώγω αγκινάρες μανιωδώς. Ωμές πάντα με λεμόνι. Ωραίος μεζές για το κρασί και την τσικουδιά.
Πιλάφι;
Το τρώγω πάρα πολύ ευχαρίστως και το εισαγάγαμε, ξέρεις, το πιλάφι, στην Αθήνα τώρα είναι πολύς κόσμος που κάνει πιλάφι.
Εκείνη την εποχή, τέλος δεκαετίας του ’60 που βρεθήκατε στο κέντρο της Ευρώπης, ήταν και μια εποχή που εξέφρασε μία νέα κουλτούρα στο ντύσιμο, στη μουσική, στη μόδα, στο life style. Τα παρακολουθούσατε αυτά; Η εμφάνισή σας σάς απασχόλησε ποτέ;
Όχι πολύ. Αλλά μου άρεσε πάντοτε να είμαι καλά ντυμένος, είχα και πολλά κοστούμια.
Η σύζυγός σας είχε λόγο στην γκαρνταρόμπα σας;
Η Μαρίκα βέβαια είχε τη γνώμη της, αλλά εγώ διάλεγα. Με κορόιδευε και μου έλεγε ότι αγόραζα πολλά. Επειδή νέος δεν είχα κοστούμια να φορέσω, όταν μπόρεσα λοιπόν αγόρασα πολλά.
Είναι αλήθεια αυτό που έχω ακούσει ότι δηλαδή σας συνέλαβαν με τις πιτζάμες εκείνο το βράδυ της 21ης Απριλίου 1967;
Αλήθεια είναι. Όταν ήρθε ο αστυνομικός να με συλλάβει στο σπίτι μας ήμουνα ξυπόλυτος με κάτι κόκκινες πιτζάμες και δεν με άφησε να ντυθώ. Αλλά επειδή είχα κάποια εμπειρία άρπαξα την τελευταία στιγμή ένα παντελόνι το οποίο είχε μέσα και μερικά χρήματα κι έτσι ήμουν προνομιούχος στο Κέντρο Τεθωρακισμένων στο Γουδί που μας πήγανε, είχα τουλάχιστον ένα παντελόνι να βάλω. Οι υπόλοιποι, και εννοώ όλη την πολιτική ηγεσία της εποχής, δεν πρόλαβαν. Ο Λεωνίδας ο Κύρκος παρουσιάστηκε με το βρακάκι του κι ένα μικρό κασκορσέ σαν παλαιστής. Μ’ άλλα λόγια εκείνη την ημέρα, πέραν του εθνικού μας δράματος, είδαμε και πώς κοιμόταν ο καθένας μας τα βράδια.
Ποιοι άλλοι ήταν εκεί; 
Όλος ο καλός κόσμος. Αριστεροί, κεντρώοι, δεξιοί, όλοι ήμασταν παρέα. Εμένα με πήγαν από τη μεριά όπου είχαν πάει και τον Γεώργιο Παπανδρέου. Απέναντι ήταν ο Ράλλης, ο Παπαληγούρας, ο Ανδρέας ο Παπανδρέου. Εγώ δεν βρέθηκα στον ίδιο χώρο με τον Ανδρέα. Ήμουν παρέα όμως με τον Λεωνίδα τον Κύρκο, με τον Γλέζο και αρκετούς άλλους αριστερούς. Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήρθε στο τέλος. Αλλά αυτόν τον έφεραν ντυμένο, ήταν και πυρέσσων, είχε μία μικρή γριπούλα και τον πρόσεξαν. Πήγαινε μπροστά με το παλτό και το καπέλο και από πίσω ένας λοχίας τού κρατούσε το βαλιτσάκι με τα φάρμακα. Πλησίασε, είχα να μιλήσω με τον Παπανδρέου δύο χρόνια, τον πλησίασα πρώτος, τον χαιρέτησα και του λέω, «κύριε Πρόεδρε, καλώς ορίσατε, αλλά όπως βλέπετε εμείς οι προδότες προηγήθημεν!» Γύρισε αλλού τα μούτρα του και προχώρησε. Τον έφεραν και τον έβαλαν λοξά απέναντί μου, είχαμε τα στρατιωτικά κρεβάτια με τα τρίποδα τότε και ξάπλωσε. Δίπλα του ήταν ο Παυσανίας Κατσώτας.
Ποιος ήταν ο Κατσώτας; 
Στρατηγός, βουλευτής, εθεωρείτο γενναίος και επικίνδυνος. Τον είχαν συλλάβει, του είχαν τραυματίσει τα χέρια οι χειροπέδες και είχε πάθει ένα σοκ και μούγκριζε. Ο Γέρος μόλις ξάπλωσε, όπως ήταν φλύαρος, γύρεψε παρέα για να μιλήσει. Γύρισε λοιπόν στον Παυσανία και του λέει, «κι εμείς, Παυσανία, που ανησυχούσαμε μήπως δεν μας κάνει καλό καιρό την Κυριακή στη Θεσσαλονίκη», επρόκειτο να κατέβει με άσπρο άλογο ο Παπανδρέου στη Θεσσαλονίκη την Κυριακή. Ο Παυσανίας όμως μούγκριζε, δεν είχε κέφι για κουβέντα, και τότε γύρισε ο Γέρος σε εμένα και πιάσαμε την κουβέντα και σε δέκα λεπτά ήμασταν σαν να μην είχαμε χωρίσει ποτέ. Η ώρα περνούσε, είχα βολευτεί κάπως, είχα φορέσει και το παντελόνι μου και λένε οι υπόλοιποι «ας κοιμηθούμε λιγάκι, αν μπορούμε». Πού να κοιμηθείς όμως; Τότε εγώ πρότεινα «βρε παιδιά, δεν παίζουμε καμιά πρεφίτσα, ποιος παίζει πρέφα;». Βρέθηκε ο Παυσανίας μαζί με το γιο του και παίξαμε οι τρεις μας ως τις 6 το πρωί την πρώτη πρέφα στο Κέντρο Τεθωρακισμένων.
Τρομερή σκηνή μου περιγράφετε… 
Θέλει καλοπέραση η φυλακή.
Με τους φίλους σας παίζατε χαρτιά; 
Βέβαια, και πρέφα παίζαμε και πόκα και μπριτζ παίζαμε, όλα τα χαρτιά που παίζονται τα παίζαμε.
Παίζατε το χανιώτικο μπριτζ;
Πάντως εγώ το χανιώτικο έμαθα και το έμαθα από πολύ νέος. Ο Λευτέρης ο αδελφός μου έπαιζε μπριτζ και ήταν τόσο μικρός που στεκόταν όρθιος και έριχνε το χαρτί, δεν καθόταν.
Οι φίλοι σας είχαν σχέση με την πολιτική; 
Καμία. Οι φίλοι μου προέρχονταν από όλες τις περιόδους της ζωής μου. Ήταν οι παιδικοί μου φίλοι πρώτα απ’ όλα από το σχολείο, το Δημοτικό, το Πρακτικό Λύκειο Χανίων, τον Ορειβατικό κ.λπ. Μετά ήταν η μεγάλη πανεπιστημιακή παρέα και η αντιστασιακή. Όταν βρισκόμασταν συζητούσαμε για τα πάντα εκτός από πολιτική. Τώρα δεν έχει μείνει πια κανείς. Είχα καλούς φίλους, αγαπούσα τους φίλους μου και με αγαπούσαν και πάντοτε δίδασκα στους νέους πολιτικούς ότι αν δεν αγαπάς τον κόσμο μην πολιτεύεσαι, πρέπει να ξεκινάς από την καλή διάθεση να βοηθήσεις. Ο Κυριάκος το έχει αυτό, είναι καλό παιδί, έχει αγάπη πολλή και νομίζω ότι τον βοηθά. Ο ανάποδος άνθρωπος και ο εκδικητικός δεν κάνει για την πολιτική και ούτε ωφελείται από αυτήν.
Κύριε Πρόεδρε, όλοι εδώ κρινόμαστε αλλά ειδικά εσείς οι πολιτικοί κρίνεστε κάποια στιγμή και από την ιστορία. Πιστεύετε ότι η ιστορία θα σας κρίνει δικαιότερα απ’ ό,τι σας κρίναμε εμείς; 
Δεν το γνωρίζω. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι έχω ήσυχη τη συνείδησή μου ότι στην πολιτική έκανα πάντα αυτό που θεωρούσα ότι ήτανε σωστό. Ξεκίνησα φιλελεύθερος και τερματίζω φιλελεύθερος. Θα με ικανοποιούσε να με θυμούνται ως έναν άνθρωπο που είχε την ειλικρίνεια και το θάρρος να αγωνιστεί γι’ αυτά που επίστεψε, που είχε την τύχη να μην αλλάξει ποτέ του, που είπε την αλήθεια στο λαό και δεν κορόιδεψε κανένα. Αυτό θα ήταν ο μεγαλύτερος έπαινος που θα μπορούσε να μου αποδοθεί. Λοιπόν!… Καλά είμαστε….
Πηγή: Athens Voice