Παλιές εποχές
Δείτε τη νέα ρετρό γραφομηχανή με bluetooth πληκτρολόγιο

Κέρδος online 19/6/2017 8:00
Θα ανακτήσω τον έλεγχο της ζωής μου……..αν δεχθώ ότι ήμουν ένα αθώο παιδί
Σίγουρα υπάρχουν φορές που είναι σημαντικό να ελέγξεις αυτό που μπορείς να ελέγξεις. Όμως, πολύ συχνά βλέπω ανθρώπους που νοιώθουν την ανάγκη να ελέγξουν αυτό που είτε δεν χρειάζεται είτε δεν είναι δυνατόν να ελεχθή. Ένα απλό παράδειγμα. Πατάω το κουμπί του ασανσέρ, ενώ αυτό είναι ήδη πατημένο και ακολουθεί την προτεραιότητα των «κλήσεων» για να φτάσει στον προορισμό του λίγα δευτερόλεπτα αργότερα.Όλοι έχουμε δει προϊσταμένους να δημιουργούν παράλογους κανόνες στο εργασιακό περιβάλλον προκειμένου να κατευνάσουν τους δικούς τους φόβους. Γνωρίζω ανθρώπους που παίρνουν φάρμακα που ξέρουν ότι δεν έχουν αποτέλεσμα επειδή νοιώθουν ότι πρέπει να κάνουν κάτι. Μπορούμε να σκεφτούμε πολλά παραδείγματα όπου καταλήγουμε σε άχρηστες κινήσεις αντί να μην κάνουμε τίποτα, λόγω της έντονης ανάγκης μας να νοιώσουμε ότι έχουμε τον έλεγχο της κατάστασης.
Αυτό που κάνουμε εκείνη την στιγμή δεν οδηγεί σε έλεγχο της κατάστασης αλλά στη δημιουργία της αίσθησης ότι έχουμε τον έλεγχο. Κι αυτός είναι ο κύριος λόγος ύπαρξης των προκαταλήψεων, ιδίως αυτών που αφορούν την τύχη. Χτυπάμε ξύλο όταν μιλάμε για κάτι όχι ευχάριστο και επιθυμητό, αποφεύγουμε τις μαύρες γάτες και να περνάμε κάτω από σκάλες, καθόμαστε σε συγκεκριμένη θέση ενώ βλέπουμε κάποιον αγώνα, φοράμε συγκεκριμένο πουκάμισο σε επαγγελματική συνέντευξη, κάνουμε συγκεκριμένες κινήσεις πριν κάτι σημαντικό και προφανώς μη-ελεγχόμενο ξεκινήσει, κρατάμε την σκέψη μας σε ένα θέμα που δεν συμβαίνει στο εδώ-και-τώρα. Όλα στον βωμό της όσο μεγαλύτερης αίσθησης ελέγχου. Όμως οι προκαταλήψεις προκαλούν άγχος. Όταν κάποιος σπάσει έναν καθρέφτη φερριπήν και πάρει την ευθύνη για όποιο ατυχές γεγονός επέλθει μετά από αυτό. Όταν σκέφτεται έναν φίλο και μετά από λίγο μαθαίνει ότι τράκαρε. Όταν ξεχνάει κάποια ρουτίνα και εν τέλει δεν οδηγεί σε πρόσληψη η επαγγελματική συνέντευξη.
Θέλω να δώσω έμφαση σε 2 σημαντικές τάσεις λοιπόν, οι οποίες είναι μέρος προκαταλήψεων που αφορούν την τύχη και τον έλεγχο της τύχης. Αντιπροσωπεύουν ένα πανταχού παρόν υπαρξιακό άγχος και έναν ψευδή τρόπο να διαχειριστούμε το άγχος αυτό. Προφανώς και αυτό βάζει το άτομο στο επίκεντρο του σύμπαντος. Δηλαδή τα άσχημα πράγματα δεν συμβαίνουν τυχαία αλλά επειδή οι άνθρωποι αποτυγχάνουν να τα αποτρέψουν.
Κι εκεί έρχεται και δένει η αίσθηση που εδραιώνεται ως βαθιά πεποίθηση ότι δεν έχουμε αξία εφόσον δεν μπορούμε να ελέγξουμε τις καταστάσεις. Τι τροφοδοτεί αυτή την αίσθηση όταν δεν δύναται να ελέγξουμε κάποιες καταστάσεις ; Τι τροφοδοτεί την ανάγκη για την ψευδαίσθηση του ελέγχου και το συναίσθημα ότι κάποιος είναι υπεύθυνος για την κακή τύχη ;
Μια ξεκάθαρη προβολή της σχέσης γονέα-παιδιού. Το κακοποιημένο παιδί γνωρίζουμε όλοι ότι θα κατηγορήσει τον εαυτό του κι όχι τον γονέα του. Το παιδί που έχει απειληθεί από γονεική βία έχει την ανάγκη να νοιώσει ότι ο γονέας του δεν είναι ούτε εχθρικός ούτε επικίνδυνος στην ουσία. Το παιδί αντιθέτως δημιουργεί το σενάριο στην φαντασία του ότι η κακοποίηση είναι το αποτέλεσμα της δικής του συμπεριφοράς και αναξιότητας. Αυτό είναι πολύ λιγότερο τρομακτικό για εκείνο. Αν το παιδί μπορούσε να δει την κατάσταση ξεκάθαρα, θα καταλάβαινε ότι η γονεική βία είναι προϊόν των προσωπικών θεμάτων του ίδιου του γονέα ως προσωπικότητα και ουδεμία σχέση έχει με το παιδί. Όμως αυτό θα το οδηγούσε στην αναγνώριση ότι ο γονέας μπορεί πραγματικά να κάνει κακό στο παιδί – αρκετά σύνηθες. Για να ελέγξει αυτό τον φόβο, το παιδί φτιάχνει το σενάριο ότι ο γονιός τους θέλει το καλό του και ότι το παιδί αξίζει την κακοποίηση που του επιβάλλει ο γονιός του. Αυτό είναι και η αρχή της δημιουργίας της ψευδαίσθησης του ελέγχου.
Ως ενήλικας, το άτομο συνεχίζει να βιώνει την σύγκρουση με την μορφή των πεποιθήσεων που προανέφερα. Προκαταλήψεις που αφορούν έναν επικίνδυνο και εχθρικό κόσμο τον οποίο μπορεί να διαχειριστεί είτε δρώντας ή με το να είναι κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι. Απ την μία αυτή η άποψη είναι δυναμωτική διότι ο καθένας μοιάζει να έχει πάντα διέξοδο. Είτε με πράξη κόντρα σε μια ατυχία, με κάποια προσευχή ή κάποια μορφή αυτό-βελτίωσης. Απ` την άλλη, είναι μια άποψη που προκαλεί άγχος διότι κάποιος ποτέ δεν μπορεί να είναι τέλειος και έτσι δεν μπορεί ποτέ να είναι ελεύθερος από την απειλή της τιμωρίας.
Άλλη μία συνέπεια της πίστης στις προκαταλήψεις είναι ότι το άτομο δεν μπορεί να δει το παιδί ως αθώο. Η θέση της προκατάληψης είναι προϊόν του γεγονότος ότι δεν μπορούμε να δούμε το παιδί σαν αθώο. Έχω δει ανθρώπους να ταράζονται με την συμβουλή μου να προσπαθήσουν να δουν το παιδί σαν κάτι αθώο. Κι αυτό γιατί βλέποντάς το ως μη-αθώο, εξυπηρετεί τους σκοπούς μιας πολύ δυναμικής άμυνας. Αν το παιδί είναι αθώο – αν ο εαυτός ήταν ένα αθώο παιδί – τότε οι γονείς έκαναν κάτι κακό ηθελημένα και δεν υπάρχει κάτι να το σταματήσει αυτό. Φυσικά η πεποίθηση ότι ο εαυτός του παιδιού είναι υπεύθυνος για την γονεική κακοποίηση δεν μειώνει την απειλή της γονικής βίας και τραύματος στην πραγματικότητα αλλά μόνο στην φαντασία του. Όμως είναι ένας δυναμικός τρόπος να διαχειριστεί το άγχος και να δημιουργήσουμε την ψευδαίσθηση του ελέγχου.
Η πεποίθηση ότι το παιδί είναι αθώο απειλεί αυτή την άμυνα και τις θέσεις που δημιουργούνται και ενισχύονται από αυτήν. Έτσι, η άποψη αυτή είναι η πιο απελευθερωτική ιδέα. Μας απελευθερώνει από προκαταλήψεις και μας επιτρέπει να καλλιεργήσουμε ενσυναίσθηση και συμπόνια. Αυτή η συμπόνια έχει τη δυναμική να προάγει πολιτικές που δεν κατηγορούν τα θύματα και να προωθεί την ρεαλιστική θέση που μας επιτρέπει να δεχτούμε ότι υπάρχουν πράγματα εκτός του δικού μας ελέγχου. Προφανώς απελευθερώνει το άτομο από άπειρα βάρη που δεν του αναλογούν και για τα οποία ουδεμία ευθύνη φέρει.Η πεποίθηση ότι το παιδί είναι αθώο είναι ένα καθοριστικό κλειδί. Μπορεί να τρομάζει αρχικά να φανταστείτε ότι κάποιος ήταν κάποτε αθώος και δεν άξιζε την κακοποίηση – ότι κάποιος ήταν θύμα. Όμως όταν μπορούμε να το αναγνωρίσουμε αυτό επί της ουσίας, μπορούμε να ξεκλειδώσουμε πολλά ανεξήγητα μπαγκάζια και να προχωρήσουμε σε μια πιο συμπονετική και ορθολογιστική στάση ζωής.
Ένα πολύ οργανωμένο κύκλωμα φαίνεται ότι κρύβεται πίσω από την απαγωγή του επιχειρηματία Μιχάλη Λεμπιδάκη, που έπεσε σε ενέδρα στις 30 Μαρτίου και έκτοτε βρίσκεται στα χέρια των κακοποιών.
Η επικοινωνία της οικογένειας με τους απαγωγείς έχει σταματήσει εδώ και 54 ημέρες, και οι συγγενείς του απαχθέντος έδωσαν χθες, μετά από προτροπή της αστυνομίας, στη δημοσιότητα μια επιστολή με την οποία ανακοίνωναν την λήξη των διαπραγματεύσεων.Σκοπός τους είναι να προκαλέσουν μια αντίδραση και να καταφέρουν να σπάσουν τη “σιωπή” των απαγωγέων που εδώ και σχεδόν δύο μήνες δεν έχουν επικοινωνήσει καθόλου με την οικογένεια Λεμπιδάκη, βυθίζοντάς τη στην απελπισία.Όλα ξεκίνησαν στις 30 Μαρτίου, όταν ο επιχειρηματίας, που δεν λάμβανε κανένα μέτρο ασφαλείας έπεσε σε ενέδρα, την ώρα που επέστρεφε με το αυτοκίνητό του στο σπίτι του στο Ηράκλειο.Σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομίας, οι απαγωγείς τον ανάγκασαν να σταματήσει εμβολίζοντας το όχημα του, και τον άρπαξαν διαφεύγοντας προς άγνωστη κατεύθυνση. Τα αυτοκίνητα βρέθηκαν λίγο αργότερα καμένα, σε χώρο στάθμευσης κοντά στο ΠΑΓΝΗ.Το πρώτο sms από τους απαγωγείς στάλθηκε στο κινητό του αδελφού του επιχειρηματία, εννέα ολόκληρες ημέρες από την αρπαγή του Μιχάλη Λεμπιδάκη. Με το μήνυμα τους, οι δράστες ζητούσαν λύτρα ύψους 100 εκατομμυρίων ευρώ, προκαλώντας απόγνωση στην οικογένεια, που τους ενημέρωσε ότι αδυνατούσε να συγκεντρώσει το ιλλιγιώδες αυτό ποσό.
Ακολούθησαν κι άλλα sms από κινητά “φαντάσματα” και διαπραγματεύσεις, που σύμφωνα με νέα στοιχεία έριξαν το ποσό των λύτρων, αρχικά στα 70, στη συνέχεια στα 50 και τέλος στα 8 εκατομμύρια ευρώ, χρήματα που η οικογένεια μπορούσε να συγκεντρώσει.Έμενε να αποδειχτεί ότι ο επιχειρηματίας είναι ακόμη ζωντανός για να γίνει η “ανταλλαγή”.Έτσι, στις 25 Απριλίου, οι απαγωγείς άφησαν ένα USB σε σημείο της Κρήτης που περιείχε βίντεο με μήνυμα του Μιχάλη Λεμπιδάκη προς την οικογένεια του. Στο βίντεο ο επιχειρηματίας διαβεβαίωνε τους οικείους του ότι είναι καλά στην υγεία του και τους ζητούσε να συνεργαστούν με τους απαγωγείς του, προκειμένου να λάβει τέλος η περιπέτεια του. Μάλιστα στο βίντεο αναφερόταν και σε ρεπορτάζ από δελτίο ειδήσεων για να αποδειχτεί ο χρόνος μαγνητοσκόπησης του μηνύματος.Έκτοτε, οποιαδήποτε επικοινωνία σταμάτα, οι απαγωγείς παύουν ξαφνικά την οποιαδήποτε προσπάθεια συναλλαγής με την οικογένεια, που βυθίζεται στην απόγνωση καθώς δεν έχει κανένα σημάδι ζωής του Μιχάλη Λεμπιδάκη.Πλέον, ο φόβος ότι κάτι πήγε στραβά και ενδεχομένως ο επιχειρηματίας να αναγνώρισε κάποιον ή κάποιος από τους απαγωγείς είναι μεγάλος, γεγονός που προβληματίζει τους αστυνομικούς για την τύχη του απαχθέντος…Αξίζει να σημειωθεί ότι τα στοιχεία “δείχνουν” ότι οι απαγωγείς είναι ιδιαίτερα διαβασμένοι, και συνθέτουν ένα κύκλωμα που “κινείται” επαγγελματικά και λαμβάνει όλα τα μέτρα για να μην εντοπιστεί.
Αυτό προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο επέλεξαν να επικοινωνούν αραιά και πάντα με sms, με την οικογένεια από διαφορετικό κάθε φορά κινητό – φάντασμα αλλά κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο ζητούσαν να γίνει η παράδοση των λύτρων, που είναι πρωτόγνωρος για τα ελληνικά χρονικά…Ρεπορτάζ: Θεοδόσης Πάνου
Κορνήλιος Καστοριάδης
– Οι μύθοι της παράδοσής μας
Οι φυλές και οι λαοί που έχουν μείνει κλεισμένοι μέσα στην παράδοσή τους δεν βλέπουν καν την παράδοση σαν παράδοση: ζουν μέσα σε αυτήν και θεωρούν την παρούσα ζωή τους σαν συνέχεια ενός αμετάβλητου τρόπου ζωής.Και μπορούμε να το καταλάβουμε και λογικά: για να διερωτηθούμε για τη σχέση μας με την παράδοση πρέπει η σχέση αυτή να έχει γίνει, περισσότερο ή λιγότερο προβληματική, πρέπει να έχει δημιουργηθεί μια απόσταση απ’ την παράδοση.Απόσταση δεν σημαίνει απεμπόληση ή λησμονιά. Σημαίνει και άλλου είδους παρουσία και άλλου είδους σχέση. Μια σύντομη ανασκόπηση της ανθρώπινης ιστορίας μας δείχνει ακριβώς δυο κύριους τύπους σχέσης με την παράδοση.Ο πρώτος που ασφαλώς πρέπει να ήταν και μόνος για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια μέχρι την 1η χιλιετία πχ, είναι ο τύπος των αρχαϊκών (ή πρωτόγονων ή αγρίων) κοινωνιών. Αν στηριχτούμε στη γνώση που έχουμε για τέτοιου τύπου κοινωνίες από την εθνολογία (που τις μελέτησε τους δυο τελευταίους αιώνες), θα συνάγουμε ότι σε αυτές τις κοινωνίες, τρόπος ζωής, έθιμα, οργάνωση, τεχνική, διαβιβάζονται σχεδόν αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά.Ανεπαίσθητες αλλοιώσεις βέβαια συνεχώς εμφανίζονται, αλλιώς δεν θα υπήρχε διάκριση ανάμεσα στις διάφορες η ωλιθικές, παλαιολιθικές και νεολιθικές εποχές Αλλά οι κοινωνίες αυτές δεν έχουν συνείδηση αυτών των αλλοιώσεων. Πιστεύουν ότι από τότε που υπάρχει η φυλή τους, η ζωή τους και οι νόμοι τους έμειναν οι ίδιοι. Βέβαια από όσο ξέρουμε, όχι μόνο υπάρχει μια συνείδηση του χρόνου και της διαδοχής των γενεών, αλλά υπάρχει και μια μυθική παράσταση ενός πρώτου χρόνου ή «πρώτης στιγμής», στιγμής δημιουργίας και του κόσμου και της ίδιας της φυλής. Αυτή αποδίδεται σε έναν ή πολλούς θεούς και σε έναν ή πολλούς «ήρωες» ή προγόνους, που έθεσαν μια για πάντα τους νόμους, την τάξη και την οργάνωση του κόσμου και της φυλής. Οι δημιουργοί αυτοί, θείοι ή ανθρώπινοι, έχουν πάντως μια ιερή φύση που φυσικά μεταβιβάζουν και στα δημιουργήματά τους.Από αυτά απορρέει άμεσα ο ιερός χαρακτήρας των θεσμών της φυλής, που κάνει ιερόσυλη και βλάσφημη κάθε ιδέα μεταβολής τους. Οι θεσμοί, όπως ο τρόπος ζωής, είναι κυριολεκτικά καθιερωμένοι μια για πάντα λόγω της ιερής προέλευσής τους.Η κλασσική εβραϊκή παράδοση που κληρονόμησε και ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ, παρ’ όλο που προέρχεται από μια κοινωνία που με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αρχαϊκή, πρωτόγονη ή άγρια, προσφέρει μια τέλεια εικόνα αυτής της κατάστασης. Ο θεός δημιούργησε τον κόσμο και τους ανθρώπους, εδιάλεξε ανάμεσα σ’ αυτούς μια φυλή στην οποία μια σειρά από θεόπνευστους «ήρωες» -Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ και τελικά Μωυσής-παρουσίασαν τους νόμους του Θεού.Αυτές οι κοινωνίες μπορούν να ονομαστούν ετερόνομες γιατί θεωρούν τους νόμους τους δοσμένους από κάποιον ανώτερο Άλλο και συνεπώς απαγορεύουν στον εαυτό τους οποιαδήποτε μεταβολή αυτών των νόμων. Από την σκοπιά όπου τοποθετηθήκαμε, η σχέση αυτών των κοινωνιών με την παράδοση μπορεί να ονομαστεί παθητική.
Η Αθηναϊκή δημοκρατία, στην ουσία της, δεν έχει καμιά σχέση με τις ομηρικές ή μινωικές ή μυκηναϊκές βασιλείες όπως και η φιλοσοφία αναδύεται ως καταστροφή της μυθικής παράδοσης του κόσμου. Πχ και οι δυο πρώτοι ιστορικοί, ο Εκαταίος και ο Ηρόδοτος αρχίζουν τα συγγράμματά τους και τα δικαιολογούν με την βεβαίωση ότι αυτά που οι Έλληνες διηγούνται για το παρελθόν τους είναι παραμύθια. Εν τούτοις, αυτά με κανέναν τρόπο δεν σημαίνουν απεμπόληση ή λησμονιά της παράδοσης. Συμβαδίζουν με την διαμόρφωση μιας νέας σχέσης ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, που μπορεί να τη χαρακτηρίσει κανείς με δυο λέξεις φαινομενικά αντιφατικές, σεβασμός και μεταμόρφωση. Η αντίφαση αίρεται άμα σκεφτούμε ότι σ’ αυτό το πεδίο σεβασμός δεν σημαίνει τυφλή λατρεία και παγωμένη συντήρηση, αλλά αναζωογόνηση του παρελθόντος μέσω της μεταμόρφωσης των στοιχείων του που έτσι γίνονται σημαντικά για το παρόν.Θα προσπαθήσω να κάνω κατανοητό αυτό που θέλω να πω με παραδείγματα από τον χώρο της τέχνης και ιδιαίτερα αυτού που ονομάζουμε λογοτεχνία. Ξέρουμε ότι ο Όμηρος έμεινε πάντα ζωντανός στην κλασσική Ελλάδα, τα ομηρικά έπη τα τραγουδούσαν στις γιορτές και τα παιδιά τα μάθαιναν στο σχολείο. Ξέρουμε όμως επίσης ότι μετά τον Ησίοδο και το έπος και το χαρακτηριστικό του μέτρο, το δακτυλικό εξάμετρο, εξαφανίζονται και ότι οι καινούργιοι ποιητές, ο Αρχίλοχος, η Σαπφώ και αυτοί που ακολούθησαν, δημιουργούν νέα μέτρα, νέα θέματα, νέες μορφές ποίησης. Αυτό δεν εμπόδισε τους κλασσικούς φιλόσοφους, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, να παραθέτουν τους ομηρικούς στίχους στα φιλοσοφικά τους κείμενα. Αλλά μόνο στην αλεξανδρινή εποχή, εποχή παρακμής, με τα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου του Ρόδιου, εμφανίζεται μια προσπάθεια μίμησης των ομηρικών επών, φυσικά με πολύ μέτρια αποτελέσματα.Αλλά το πιο λαμπρό παράδειγμα αυτής της δημιουργικής μεταμόρφωσης της παράδοσης μας το δίνει η Αθηναϊκή τραγωδία και η σχέση της με την άλλη προαιώνια μεγάλη ελληνική δημιουργία, τον μύθο. Όλοι οι λαοί έχουν ωραίους μύθους, αλλά μόνο οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι είναι αληθινοί, μεστοί από ανθρωπολογικά και κοσμολογικά νοήματα, αληθινά που παρουσιάζονται με μυθική μορφή. Είναι φυσικά αδύνατο να ξέρουμε ως ποιο βαθμό αυτό το νόημα των μύθων σε όλη του την έκταση και την ένταση μπορούσαν να το αφομοιώσουν και να το οικειοποιηθούν οι Έλληνες, ας πούμε του 6ου πΧ αιώνα. Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον ασυνείδητα και υπόγεια τους άγγιξε, αλλιώς και οι μύθοι ως μύθοι δεν θα είχαν διασωθεί.Αυτό που εμφατικά ξέρουμε είναι ότι η τραγωδία, που με μόνη εξαίρεση τους «Πέρσες» του Αισχύλου και την «Μιλήτου Άλωση» του Φρύνιχου έχει ως αποκλειστικό θέμα της τους μύθους, αφενός αναλαμβάνει αυτό το νόημα, το κάνει προσιτό σε όλους, το πλουτίζει, ασφαλώς το μεταμορφώνει και του δίνει μιας εκπληκτικής έντασης και ενάργειας παρουσίαση με την ενσάρκωσή του σε ανθρώπινους χαρακτήρες και λόγους, αφετέρου εκσυγχρονίζει τους μύθους, τους πλέκει με τα καινούργια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα.Ταυτόχρονα βλέπουμε τους ποιητές να τροποποιούν και να πλουτίζουν την πλοκή των μύθων. Αναμφισβήτητη ένδειξη μας δίνει στην ποιητική του ο Αριστοτέλης, λέγοντας ότι η σημαντικότερη αρετή του τραγικού ποιητή είναι η μυθοσκοπία. Θα έπρεπε να είχαμε το χρόνο να το δείξουμε αυτό πάνω σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Θα περιοριστώ να αναφέρω την «Ορέστεια» του Αισχύλου, τις τρεις θηβαϊκές τραγωδίες του Σοφοκλή («Οιδίπους τύραννος», «Οιδίπους επί Κολονώ», «Αντιγόνη») και τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.Συνοπτικά η τραγωδία ούτε επαναλαμβάνει το μύθο, ούτε τον χρησιμοποιεί σαν παθητικό υλικό. Στηρίζεται στις δυνατότητές του και δημιουργεί μια καινούργια μορφή τέχνης που της επιτρέπει, σε μια οργανική συνέχεια με το μύθο να παρουσιάσει καινούργια περιεχόμενα. Ανάλογες αναπτύξεις θα μπορούσε να κάνει κανείς για την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική ή τη ζωγραφική όσο την ξέρουμε από τα αγγεία.Από αυτή τη σκοπιά, τη δημιουργία μιας καινούργιας σχέσης με την παράδοση, ο μόνος αληθινός κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδας είναι η Δυτική Ευρώπη. Χωρίς να μακρηγορήσω, θα υπενθυμίσω πόσο ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, από τον 11ο αιώνα και πέρα, και υπήρξε επαναστατικά δημιουργός και διατήρησε μια γνήσια σχέση με την παράδοση που είχε πίσω του, είτε λαϊκή, είτε «καλλιεργημένη». Η παράδοση αυτή περιλαμβάνει βέβαια κατά πρώτο λόγο τη χριστιανική κληρονομιά και αργότερα την ελληνορωμαϊκή κληρονομιά.Και σ’ αυτήν την περίπτωση, μιλώντας πολύ σύντομα, θα πάρω για παράδειγμα την καταπληκτική εξέλιξη της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής που αρχίζει με μια εκκλησιαστική εικονογραφία, παραφυάδα της βυζαντινής και από τον Giotto και μετά παρουσιάζει μια ακατάπαυστη δημιουργική ανανέωση που όμως είναι ταυτόχρονα μια αδιάκοπη οργανική συνέχεια ως το 1950. Το ίδιο ισχύει και για την μουσική που βγαίνει και από την εκκλησιαστική ρίζα του γρηγοριανού άσματος και από την φολκλορική ρίζα λαϊκών μελωδών, ρυθμών και τρόπων.Η βαθιά σχέση μεγάλων μουσικών δημιουργών, όπως οι κλασσικοί Γερμανοί, ο Chpin, o Musorsgy, o Albeniz, μ’ αυτές τις ρίζες αλλά και η ικανότητά τους να μετουσιώνουν επαναστατικά τα στοιχεία της παράδοσης που χρησιμοποιούν είναι προφανείς. Το πιο έντονο παράδειγμα αυτής της σχέσης προσφέρει ίσως η δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία η οποία, μέσα από τις συνεχείς τομές στην ιστορία της σκέψης που παρουσιάζει, εξελίσσεται πάνω σε ρητή αναφορά με την παράδοση της φιλοσοφικής θεολογίας του μεσαίωνα και της κλασσικής ελληνικής φιλοσοφίας.Η περίπτωση της Δυτικής Ευρώπης παίρνει για μας όλο το τραγικό της βάρος, αν την αντιπαραθέσουμε μ’ αυτά που έγιναν ή δεν έγιναν στο ανατολικό μέρος της άλλοτε Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, στο Βυζάντιο. Παρά το ότι το Βυζάντιο δεν υποχρεώθηκε να διασχίσει την περίοδο καθαρής βαρβαρότητας που υπέστη η Δυτική Ευρώπη από τον 5ο ως τον 11ο αιώνα, ο πολιτισμός του μας δίνει στις μεγάλες του γραμμές μια στατική εικόνα απολιθωμένων μορφών. Η σχέση με την παράδοση εδώ είναι στείρα, μιμητική και επαναληπτική. Η ζωγραφική γίνεται μια εικονογραφία που πολύ γρήγορα φτάνει σε τυποποιημένες μορφές τις οποίες μετά απλώς επαναλαμβάνει μιμούμενη τον εαυτό της. Το ίδιο ισχύει και για την αρχιτεκτονική. Η τέχνη του λόγου μένει μια ισχνή και ανιαρή απομίμηση των αρχαίων προτύπων. Έξω από τη λαϊκή μουσική, που γι’ αυτή την περίοδο ελάχιστα ξέρουμε, η μουσική καθηλώνεται στο μοναδικό εκκλησιαστικό άσμα.Δυο παραδείγματα μπορούν να συνοψίσουν τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή πολιτισμική κατάσταση.Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν ό,τι περίπου σώζεται και σήμερα από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Απ’ αυτούς την παίρνουν και την μεταφράζουν οι Άραβες και αργότερα οι Δυτικοευρωπαίοι. Οι Άραβες, όχι μόνο σχολιάζουν τον Πλάτωνα και ιδίως τον Αριστοτέλη, αλλά μέσα απ’ αυτή την επαφή γεννούν τουλάχιστον δύο σημαντικούς φιλοσόφους, τον Αβικκένα και τον Αβερρόη. Για τους Δυτικοευρωπαίους, η «ανακάλυψη» των αρχαίων ελληνικών κειμένων δημιουργεί έναν εκρηκτικό συγκλονισμό που βρίσκει το πρώτο του κορύφωμα στην Αναγέννηση, αλλά που οι δονήσεις του δεν σταματούν, περιοδικά διαπιστώνεται κάτι σαν επιστροφή στους Έλληνες. Τώρα τι κάνουν οι Βυζαντινοί; Απλώς αντιγράφουν τα αρχαία χειρόγραφα και τους σχολιαστές τους και κάπου κάπου προσθέτουν και κανένα σχόλιο.Το άλλο παράδειγμα είναι ο Γκρέκο. Παινευόμαστε και ξιπαζόμαστε με τον Γκρέκο χωρίς να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει η περίπτωσή του. Ο Γκρέκο είναι βέβαια βαθιά ριζωμένος στην χριστιανική παράδοση και ξεκινάει από βυζαντινούς τύπους. Αλλά το πέρασμά του από τη Βενετία και η εγκατάστασή του στην Ισπανία τον αλλάζουν ριζικά. Η ζωγραφική του σαφώς μαρτυράει την προέλευσή του πχ σε παραλλαγές χρωματικής ή στην περίφημη επιμήκυνση των προσώπων και των σωμάτων. Αλλά τα αριστουργήματα της ισπανικής εποχής «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ», «Οι απόψεις του Τολέδου», «Η κυρία με τη γούνα» είναι αδύνατα και αδιανόητα στο Βυζάντιο ή στη Κρήτη του 17ου αιώνα.Οι σημερινοί Βυζαντινοκάπηλοί μας δεν στέκονται μια στιγμή να αναρωτηθούν γιατί ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έπρεπε να εγκατασταθεί στην Ισπανία και να γίνει El Greco; Το Βυζάντιο και η εποχή της Τουρκοκρατίας μας προσφέρουν το παράδειγμα ενός μεταελληνικού πολιτισμού που έχει κάποια γνώση της αρχαιότητας σε σχέση με αυτήν, αλλά που μένει καθηλωμένη σε μια μιμητική, εξωτερική και άγονη σχέση με την παράδοση.
Η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο,που αποτέλεσε το επίσημο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστημένου της χώρας οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση μεταξύ τους.Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός ελευθερίας και αυτονομίας, που εκφράζεται στο πολιτικό επίπεδο στην πολιτεία ελεύθερων πολιτών που συλλογικά αυτοκυβερνώνται και στο πνευματικό επίπεδο με την ακατάπαυστη επαναστατική ανανέωση ετερονομίας, αυτοκρατορικού αυταρχισμού και πνευματικού δογματισμού. Στο Βυζάντιο δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι του αυτοκράτορα, ούτε στοχαστές, μόνο σχολιαστές ιερών κειμένων. Η προσπάθεια συνδυασμού και συμφιλίωσής τους δεν μπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δημιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισμό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευματικό κατεστημένο της χώρας επί ενάμιση σχεδόν αιώνα μετά την ανεξαρτησία και που επαναλάμβανε τα χειρότερα μιμητικά στοιχεία του Βυζαντίου.Καθ’ όσο ξέρω, είμαστε ο μόνος λαός με μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν που πρόσφερε στον κόσμο το γελοίο και θλιβερό θέαμα προσπάθειας τεχνητής επαναφοράς της γλώσσας που μιλιόταν πριν από 25 αιώνες. Ούτε οι Ιταλοί προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν τα λατινικά, ούτε οι Ινδοί τα σανσκριτικά. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι ενώ η Δυτική Ευρώπη, στους δυο περασμένους αιώνες εγέννησε δεκάδες λαμπρούς ελληνιστές, μόνο τρία ονόματα έχουμε που μπορούν να σταθούν αχνά στο ίδιο επίπεδο με αυτούς: Τον Κοραή, τον Βερναρδάκη και τον Συκουτρή – τον οποίο Συκουτρή οδήγησε χαρακτηριστικά σε αυτοκτονία ο φθόνος και το μίσος των κηφήνων του εν Αθήνησι Πανεπιστημίου.Περηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων, αλλά για να μάθουμε τι έλεγαν και τι ήταν οι αρχαίοι πρέπει να προσφύγουμε σε ξένες εκδόσεις και σε ξένες μελέτες.Αυτή η ίδια στάση έκανε ασφαλώς επίσης αδύνατη τη γονιμοποίηση της λαϊκής παράδοσης και τη μεταφορά της στο χώρο της έντεχνης παιδείας, με εμφατική εξαίρεση την ποίηση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο τεράστιος μουσικός πλούτος της λαϊκής μουσικής σε μελωδίες, ρυθμούς, κλίμακες και όργανα έμεινε νεκρός στα χέρια των νεοελλήνων συνθετών, όπως έμεινε άχρηστος και ο αρχιτεκτονικός και διακοσμητικός πλούτος της λαϊκής παράδοσης.Τέλος, αυτή η αναφορά στα δύο μεγάλα παρελθόντα, με τον αποστειρωτικό τρόπο που ετέθη, είναι στη ρίζα της σχιζοφρενικής μας σχέσης με το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, του συνδυασμού ενός κακομοιριασμένου αισθήματος κατωτερότητας και μιας ψωροπερήφανης και αστήρικτης αυθάδειας. Έτσι παίρνουμε από τους ξένους τις BMW, τις τηλεοράσεις, τα κατεψυγμένα, κλπ, κλπ, χωρίς να μιλήσω για τα πακέτα Ντελόρ και τους βρίζουμε για την υποδούλωσή τους στην τεχνική και στον ορθολογισμό τους. Πράγματα που η Δύση βέβαια δεν περίμενε τους νεοφώτιστους ελληνορθόδοξους για να τα κριτικάρει και να τα καταγγείλει η ίδια και που δεν απαλείφονται με μια ετήσια εκδρομή στο Άγιο Όρος.Φαντάζομαι ότι δεν περιμένετε από μένα να δώσω συνταγές για το πώς θα μπορούσαμε να υπερβούμε αυτή τη δραματική βουβαμάρα που πολιτισμικά μας χαρακτηρίζει σήμερα. Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: αυτό που από την ελληνική ιστορία διαδόθηκε, γονιμοποίησε τον κόσμο και παραμένει σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης είναι η αρχαία ελληνική δημιουργία και η ανάδυση μέσα από αυτήν των ιδεών της αυτονομίας και της ελευθερίας.Αν η Δυτική Ευρώπη μπόρεσε, με τη σειρά της, να μεγαλουργήσει κι αυτή επί δέκα σχεδόν αιώνες, είναι και διότι μπόρεσε να συγκροτήσει μέσα από τις δυο Αναγεννήσεις, την κλασσική εποχή, το Διαφωτισμό και τις μετέπειτα εξελίξεις, μια σχέση δημιουργικού διαλόγου κι όχι μιμητικής επανάληψης με τα αρχαία ελληνικά σπέρματα. Για μας σήμερα, αν είμαστε ικανοί να τον συγκροτήσουμε, ένας τέτοιος διάλογος που προϋποθέτει και τη βαθιά γνώση και το σεβασμό της λαϊκής μας παράδοσης δεν μπορεί παρά να είναι διπλός: και με τους αρχαίους και με την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά της Δυτικής Ευρώπης.Όπως το ανέφερα ήδη, και αυτός ο δυτικός πολιτισμός περνάει σήμερα μια βαθιά κρίση που δεν ξέρουμε αν και πότε θα μπορέσουν οι δυτικοί λαοί να την ξεπεράσουν. Είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, στο ίδιο καράβι είμαστε μπαρκαρισμένοι κι εμείς και δεν εννοώ τις οικονομικές και διπλωματικές διασυνδέσεις. Αν μπορέσουμε να αφομοιώσουμε δημιουργικά τον απέραντο πολιτισμικό πλούτο που δημιούργησε η Δύση –και που περιέχει έστω και ανεπαρκώς την αρχαία ελληνική αναφορά- θα μπορέσουμε ίσως να μιλήσουμε μια πραγματικά δική μας γλώσσα και να παίξουμε την παρτίδα μας σε μια νέα πολιτιστική συμφωνία.Αλλιώς θα εξακολουθήσουμε να βράζουμε στο ζουμί μας και να καλλιεργούμε την περιθωριακή μας ασημαντότητα.
***
Διάλεξη στον Τριπόταμο Τήνου στις 20/8/1994 . Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 21/8/1994Αντικλείδι , http://antikleidi.com


















