Κορνήλιος Καστοριάδης
– Οι μύθοι της παράδοσής μας
Οι φυλές και οι λαοί που έχουν μείνει κλεισμένοι μέσα στην παράδοσή τους δεν βλέπουν καν την παράδοση σαν παράδοση: ζουν μέσα σε αυτήν και θεωρούν την παρούσα ζωή τους σαν συνέχεια ενός αμετάβλητου τρόπου ζωής.Και μπορούμε να το καταλάβουμε και λογικά: για να διερωτηθούμε για τη σχέση μας με την παράδοση πρέπει η σχέση αυτή να έχει γίνει, περισσότερο ή λιγότερο προβληματική, πρέπει να έχει δημιουργηθεί μια απόσταση απ’ την παράδοση.Απόσταση δεν σημαίνει απεμπόληση ή λησμονιά. Σημαίνει και άλλου είδους παρουσία και άλλου είδους σχέση. Μια σύντομη ανασκόπηση της ανθρώπινης ιστορίας μας δείχνει ακριβώς δυο κύριους τύπους σχέσης με την παράδοση.Ο πρώτος που ασφαλώς πρέπει να ήταν και μόνος για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια μέχρι την 1η χιλιετία πχ, είναι ο τύπος των αρχαϊκών (ή πρωτόγονων ή αγρίων) κοινωνιών. Αν στηριχτούμε στη γνώση που έχουμε για τέτοιου τύπου κοινωνίες από την εθνολογία (που τις μελέτησε τους δυο τελευταίους αιώνες), θα συνάγουμε ότι σε αυτές τις κοινωνίες, τρόπος ζωής, έθιμα, οργάνωση, τεχνική, διαβιβάζονται σχεδόν αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά.Ανεπαίσθητες αλλοιώσεις βέβαια συνεχώς εμφανίζονται, αλλιώς δεν θα υπήρχε διάκριση ανάμεσα στις διάφορες η ωλιθικές, παλαιολιθικές και νεολιθικές εποχές Αλλά οι κοινωνίες αυτές δεν έχουν συνείδηση αυτών των αλλοιώσεων. Πιστεύουν ότι από τότε που υπάρχει η φυλή τους, η ζωή τους και οι νόμοι τους έμειναν οι ίδιοι. Βέβαια από όσο ξέρουμε, όχι μόνο υπάρχει μια συνείδηση του χρόνου και της διαδοχής των γενεών, αλλά υπάρχει και μια μυθική παράσταση ενός πρώτου χρόνου ή «πρώτης στιγμής», στιγμής δημιουργίας και του κόσμου και της ίδιας της φυλής. Αυτή αποδίδεται σε έναν ή πολλούς θεούς και σε έναν ή πολλούς «ήρωες» ή προγόνους, που έθεσαν μια για πάντα τους νόμους, την τάξη και την οργάνωση του κόσμου και της φυλής. Οι δημιουργοί αυτοί, θείοι ή ανθρώπινοι, έχουν πάντως μια ιερή φύση που φυσικά μεταβιβάζουν και στα δημιουργήματά τους.Από αυτά απορρέει άμεσα ο ιερός χαρακτήρας των θεσμών της φυλής, που κάνει ιερόσυλη και βλάσφημη κάθε ιδέα μεταβολής τους. Οι θεσμοί, όπως ο τρόπος ζωής, είναι κυριολεκτικά καθιερωμένοι μια για πάντα λόγω της ιερής προέλευσής τους.Η κλασσική εβραϊκή παράδοση που κληρονόμησε και ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ, παρ’ όλο που προέρχεται από μια κοινωνία που με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αρχαϊκή, πρωτόγονη ή άγρια, προσφέρει μια τέλεια εικόνα αυτής της κατάστασης. Ο θεός δημιούργησε τον κόσμο και τους ανθρώπους, εδιάλεξε ανάμεσα σ’ αυτούς μια φυλή στην οποία μια σειρά από θεόπνευστους «ήρωες» -Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ και τελικά Μωυσής-παρουσίασαν τους νόμους του Θεού.Αυτές οι κοινωνίες μπορούν να ονομαστούν ετερόνομες γιατί θεωρούν τους νόμους τους δοσμένους από κάποιον ανώτερο Άλλο και συνεπώς απαγορεύουν στον εαυτό τους οποιαδήποτε μεταβολή αυτών των νόμων. Από την σκοπιά όπου τοποθετηθήκαμε, η σχέση αυτών των κοινωνιών με την παράδοση μπορεί να ονομαστεί παθητική.
Η Αθηναϊκή δημοκρατία, στην ουσία της, δεν έχει καμιά σχέση με τις ομηρικές ή μινωικές ή μυκηναϊκές βασιλείες όπως και η φιλοσοφία αναδύεται ως καταστροφή της μυθικής παράδοσης του κόσμου. Πχ και οι δυο πρώτοι ιστορικοί, ο Εκαταίος και ο Ηρόδοτος αρχίζουν τα συγγράμματά τους και τα δικαιολογούν με την βεβαίωση ότι αυτά που οι Έλληνες διηγούνται για το παρελθόν τους είναι παραμύθια. Εν τούτοις, αυτά με κανέναν τρόπο δεν σημαίνουν απεμπόληση ή λησμονιά της παράδοσης. Συμβαδίζουν με την διαμόρφωση μιας νέας σχέσης ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, που μπορεί να τη χαρακτηρίσει κανείς με δυο λέξεις φαινομενικά αντιφατικές, σεβασμός και μεταμόρφωση. Η αντίφαση αίρεται άμα σκεφτούμε ότι σ’ αυτό το πεδίο σεβασμός δεν σημαίνει τυφλή λατρεία και παγωμένη συντήρηση, αλλά αναζωογόνηση του παρελθόντος μέσω της μεταμόρφωσης των στοιχείων του που έτσι γίνονται σημαντικά για το παρόν.Θα προσπαθήσω να κάνω κατανοητό αυτό που θέλω να πω με παραδείγματα από τον χώρο της τέχνης και ιδιαίτερα αυτού που ονομάζουμε λογοτεχνία. Ξέρουμε ότι ο Όμηρος έμεινε πάντα ζωντανός στην κλασσική Ελλάδα, τα ομηρικά έπη τα τραγουδούσαν στις γιορτές και τα παιδιά τα μάθαιναν στο σχολείο. Ξέρουμε όμως επίσης ότι μετά τον Ησίοδο και το έπος και το χαρακτηριστικό του μέτρο, το δακτυλικό εξάμετρο, εξαφανίζονται και ότι οι καινούργιοι ποιητές, ο Αρχίλοχος, η Σαπφώ και αυτοί που ακολούθησαν, δημιουργούν νέα μέτρα, νέα θέματα, νέες μορφές ποίησης. Αυτό δεν εμπόδισε τους κλασσικούς φιλόσοφους, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, να παραθέτουν τους ομηρικούς στίχους στα φιλοσοφικά τους κείμενα. Αλλά μόνο στην αλεξανδρινή εποχή, εποχή παρακμής, με τα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου του Ρόδιου, εμφανίζεται μια προσπάθεια μίμησης των ομηρικών επών, φυσικά με πολύ μέτρια αποτελέσματα.Αλλά το πιο λαμπρό παράδειγμα αυτής της δημιουργικής μεταμόρφωσης της παράδοσης μας το δίνει η Αθηναϊκή τραγωδία και η σχέση της με την άλλη προαιώνια μεγάλη ελληνική δημιουργία, τον μύθο. Όλοι οι λαοί έχουν ωραίους μύθους, αλλά μόνο οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι είναι αληθινοί, μεστοί από ανθρωπολογικά και κοσμολογικά νοήματα, αληθινά που παρουσιάζονται με μυθική μορφή. Είναι φυσικά αδύνατο να ξέρουμε ως ποιο βαθμό αυτό το νόημα των μύθων σε όλη του την έκταση και την ένταση μπορούσαν να το αφομοιώσουν και να το οικειοποιηθούν οι Έλληνες, ας πούμε του 6ου πΧ αιώνα. Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον ασυνείδητα και υπόγεια τους άγγιξε, αλλιώς και οι μύθοι ως μύθοι δεν θα είχαν διασωθεί.Αυτό που εμφατικά ξέρουμε είναι ότι η τραγωδία, που με μόνη εξαίρεση τους «Πέρσες» του Αισχύλου και την «Μιλήτου Άλωση» του Φρύνιχου έχει ως αποκλειστικό θέμα της τους μύθους, αφενός αναλαμβάνει αυτό το νόημα, το κάνει προσιτό σε όλους, το πλουτίζει, ασφαλώς το μεταμορφώνει και του δίνει μιας εκπληκτικής έντασης και ενάργειας παρουσίαση με την ενσάρκωσή του σε ανθρώπινους χαρακτήρες και λόγους, αφετέρου εκσυγχρονίζει τους μύθους, τους πλέκει με τα καινούργια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα.Ταυτόχρονα βλέπουμε τους ποιητές να τροποποιούν και να πλουτίζουν την πλοκή των μύθων. Αναμφισβήτητη ένδειξη μας δίνει στην ποιητική του ο Αριστοτέλης, λέγοντας ότι η σημαντικότερη αρετή του τραγικού ποιητή είναι η μυθοσκοπία. Θα έπρεπε να είχαμε το χρόνο να το δείξουμε αυτό πάνω σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Θα περιοριστώ να αναφέρω την «Ορέστεια» του Αισχύλου, τις τρεις θηβαϊκές τραγωδίες του Σοφοκλή («Οιδίπους τύραννος», «Οιδίπους επί Κολονώ», «Αντιγόνη») και τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.Συνοπτικά η τραγωδία ούτε επαναλαμβάνει το μύθο, ούτε τον χρησιμοποιεί σαν παθητικό υλικό. Στηρίζεται στις δυνατότητές του και δημιουργεί μια καινούργια μορφή τέχνης που της επιτρέπει, σε μια οργανική συνέχεια με το μύθο να παρουσιάσει καινούργια περιεχόμενα. Ανάλογες αναπτύξεις θα μπορούσε να κάνει κανείς για την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική ή τη ζωγραφική όσο την ξέρουμε από τα αγγεία.Από αυτή τη σκοπιά, τη δημιουργία μιας καινούργιας σχέσης με την παράδοση, ο μόνος αληθινός κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδας είναι η Δυτική Ευρώπη. Χωρίς να μακρηγορήσω, θα υπενθυμίσω πόσο ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, από τον 11ο αιώνα και πέρα, και υπήρξε επαναστατικά δημιουργός και διατήρησε μια γνήσια σχέση με την παράδοση που είχε πίσω του, είτε λαϊκή, είτε «καλλιεργημένη». Η παράδοση αυτή περιλαμβάνει βέβαια κατά πρώτο λόγο τη χριστιανική κληρονομιά και αργότερα την ελληνορωμαϊκή κληρονομιά.Και σ’ αυτήν την περίπτωση, μιλώντας πολύ σύντομα, θα πάρω για παράδειγμα την καταπληκτική εξέλιξη της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής που αρχίζει με μια εκκλησιαστική εικονογραφία, παραφυάδα της βυζαντινής και από τον Giotto και μετά παρουσιάζει μια ακατάπαυστη δημιουργική ανανέωση που όμως είναι ταυτόχρονα μια αδιάκοπη οργανική συνέχεια ως το 1950. Το ίδιο ισχύει και για την μουσική που βγαίνει και από την εκκλησιαστική ρίζα του γρηγοριανού άσματος και από την φολκλορική ρίζα λαϊκών μελωδών, ρυθμών και τρόπων.Η βαθιά σχέση μεγάλων μουσικών δημιουργών, όπως οι κλασσικοί Γερμανοί, ο Chpin, o Musorsgy, o Albeniz, μ’ αυτές τις ρίζες αλλά και η ικανότητά τους να μετουσιώνουν επαναστατικά τα στοιχεία της παράδοσης που χρησιμοποιούν είναι προφανείς. Το πιο έντονο παράδειγμα αυτής της σχέσης προσφέρει ίσως η δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία η οποία, μέσα από τις συνεχείς τομές στην ιστορία της σκέψης που παρουσιάζει, εξελίσσεται πάνω σε ρητή αναφορά με την παράδοση της φιλοσοφικής θεολογίας του μεσαίωνα και της κλασσικής ελληνικής φιλοσοφίας.Η περίπτωση της Δυτικής Ευρώπης παίρνει για μας όλο το τραγικό της βάρος, αν την αντιπαραθέσουμε μ’ αυτά που έγιναν ή δεν έγιναν στο ανατολικό μέρος της άλλοτε Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, στο Βυζάντιο. Παρά το ότι το Βυζάντιο δεν υποχρεώθηκε να διασχίσει την περίοδο καθαρής βαρβαρότητας που υπέστη η Δυτική Ευρώπη από τον 5ο ως τον 11ο αιώνα, ο πολιτισμός του μας δίνει στις μεγάλες του γραμμές μια στατική εικόνα απολιθωμένων μορφών. Η σχέση με την παράδοση εδώ είναι στείρα, μιμητική και επαναληπτική. Η ζωγραφική γίνεται μια εικονογραφία που πολύ γρήγορα φτάνει σε τυποποιημένες μορφές τις οποίες μετά απλώς επαναλαμβάνει μιμούμενη τον εαυτό της. Το ίδιο ισχύει και για την αρχιτεκτονική. Η τέχνη του λόγου μένει μια ισχνή και ανιαρή απομίμηση των αρχαίων προτύπων. Έξω από τη λαϊκή μουσική, που γι’ αυτή την περίοδο ελάχιστα ξέρουμε, η μουσική καθηλώνεται στο μοναδικό εκκλησιαστικό άσμα.Δυο παραδείγματα μπορούν να συνοψίσουν τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή πολιτισμική κατάσταση.Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν ό,τι περίπου σώζεται και σήμερα από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Απ’ αυτούς την παίρνουν και την μεταφράζουν οι Άραβες και αργότερα οι Δυτικοευρωπαίοι. Οι Άραβες, όχι μόνο σχολιάζουν τον Πλάτωνα και ιδίως τον Αριστοτέλη, αλλά μέσα απ’ αυτή την επαφή γεννούν τουλάχιστον δύο σημαντικούς φιλοσόφους, τον Αβικκένα και τον Αβερρόη. Για τους Δυτικοευρωπαίους, η «ανακάλυψη» των αρχαίων ελληνικών κειμένων δημιουργεί έναν εκρηκτικό συγκλονισμό που βρίσκει το πρώτο του κορύφωμα στην Αναγέννηση, αλλά που οι δονήσεις του δεν σταματούν, περιοδικά διαπιστώνεται κάτι σαν επιστροφή στους Έλληνες. Τώρα τι κάνουν οι Βυζαντινοί; Απλώς αντιγράφουν τα αρχαία χειρόγραφα και τους σχολιαστές τους και κάπου κάπου προσθέτουν και κανένα σχόλιο.Το άλλο παράδειγμα είναι ο Γκρέκο. Παινευόμαστε και ξιπαζόμαστε με τον Γκρέκο χωρίς να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει η περίπτωσή του. Ο Γκρέκο είναι βέβαια βαθιά ριζωμένος στην χριστιανική παράδοση και ξεκινάει από βυζαντινούς τύπους. Αλλά το πέρασμά του από τη Βενετία και η εγκατάστασή του στην Ισπανία τον αλλάζουν ριζικά. Η ζωγραφική του σαφώς μαρτυράει την προέλευσή του πχ σε παραλλαγές χρωματικής ή στην περίφημη επιμήκυνση των προσώπων και των σωμάτων. Αλλά τα αριστουργήματα της ισπανικής εποχής «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ», «Οι απόψεις του Τολέδου», «Η κυρία με τη γούνα» είναι αδύνατα και αδιανόητα στο Βυζάντιο ή στη Κρήτη του 17ου αιώνα.Οι σημερινοί Βυζαντινοκάπηλοί μας δεν στέκονται μια στιγμή να αναρωτηθούν γιατί ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έπρεπε να εγκατασταθεί στην Ισπανία και να γίνει El Greco; Το Βυζάντιο και η εποχή της Τουρκοκρατίας μας προσφέρουν το παράδειγμα ενός μεταελληνικού πολιτισμού που έχει κάποια γνώση της αρχαιότητας σε σχέση με αυτήν, αλλά που μένει καθηλωμένη σε μια μιμητική, εξωτερική και άγονη σχέση με την παράδοση.
Η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο,που αποτέλεσε το επίσημο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστημένου της χώρας οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση μεταξύ τους.Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός ελευθερίας και αυτονομίας, που εκφράζεται στο πολιτικό επίπεδο στην πολιτεία ελεύθερων πολιτών που συλλογικά αυτοκυβερνώνται και στο πνευματικό επίπεδο με την ακατάπαυστη επαναστατική ανανέωση ετερονομίας, αυτοκρατορικού αυταρχισμού και πνευματικού δογματισμού. Στο Βυζάντιο δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι του αυτοκράτορα, ούτε στοχαστές, μόνο σχολιαστές ιερών κειμένων. Η προσπάθεια συνδυασμού και συμφιλίωσής τους δεν μπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δημιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισμό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευματικό κατεστημένο της χώρας επί ενάμιση σχεδόν αιώνα μετά την ανεξαρτησία και που επαναλάμβανε τα χειρότερα μιμητικά στοιχεία του Βυζαντίου.Καθ’ όσο ξέρω, είμαστε ο μόνος λαός με μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν που πρόσφερε στον κόσμο το γελοίο και θλιβερό θέαμα προσπάθειας τεχνητής επαναφοράς της γλώσσας που μιλιόταν πριν από 25 αιώνες. Ούτε οι Ιταλοί προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν τα λατινικά, ούτε οι Ινδοί τα σανσκριτικά. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι ενώ η Δυτική Ευρώπη, στους δυο περασμένους αιώνες εγέννησε δεκάδες λαμπρούς ελληνιστές, μόνο τρία ονόματα έχουμε που μπορούν να σταθούν αχνά στο ίδιο επίπεδο με αυτούς: Τον Κοραή, τον Βερναρδάκη και τον Συκουτρή – τον οποίο Συκουτρή οδήγησε χαρακτηριστικά σε αυτοκτονία ο φθόνος και το μίσος των κηφήνων του εν Αθήνησι Πανεπιστημίου.Περηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων, αλλά για να μάθουμε τι έλεγαν και τι ήταν οι αρχαίοι πρέπει να προσφύγουμε σε ξένες εκδόσεις και σε ξένες μελέτες.Αυτή η ίδια στάση έκανε ασφαλώς επίσης αδύνατη τη γονιμοποίηση της λαϊκής παράδοσης και τη μεταφορά της στο χώρο της έντεχνης παιδείας, με εμφατική εξαίρεση την ποίηση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο τεράστιος μουσικός πλούτος της λαϊκής μουσικής σε μελωδίες, ρυθμούς, κλίμακες και όργανα έμεινε νεκρός στα χέρια των νεοελλήνων συνθετών, όπως έμεινε άχρηστος και ο αρχιτεκτονικός και διακοσμητικός πλούτος της λαϊκής παράδοσης.Τέλος, αυτή η αναφορά στα δύο μεγάλα παρελθόντα, με τον αποστειρωτικό τρόπο που ετέθη, είναι στη ρίζα της σχιζοφρενικής μας σχέσης με το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, του συνδυασμού ενός κακομοιριασμένου αισθήματος κατωτερότητας και μιας ψωροπερήφανης και αστήρικτης αυθάδειας. Έτσι παίρνουμε από τους ξένους τις BMW, τις τηλεοράσεις, τα κατεψυγμένα, κλπ, κλπ, χωρίς να μιλήσω για τα πακέτα Ντελόρ και τους βρίζουμε για την υποδούλωσή τους στην τεχνική και στον ορθολογισμό τους. Πράγματα που η Δύση βέβαια δεν περίμενε τους νεοφώτιστους ελληνορθόδοξους για να τα κριτικάρει και να τα καταγγείλει η ίδια και που δεν απαλείφονται με μια ετήσια εκδρομή στο Άγιο Όρος.Φαντάζομαι ότι δεν περιμένετε από μένα να δώσω συνταγές για το πώς θα μπορούσαμε να υπερβούμε αυτή τη δραματική βουβαμάρα που πολιτισμικά μας χαρακτηρίζει σήμερα. Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: αυτό που από την ελληνική ιστορία διαδόθηκε, γονιμοποίησε τον κόσμο και παραμένει σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης είναι η αρχαία ελληνική δημιουργία και η ανάδυση μέσα από αυτήν των ιδεών της αυτονομίας και της ελευθερίας.Αν η Δυτική Ευρώπη μπόρεσε, με τη σειρά της, να μεγαλουργήσει κι αυτή επί δέκα σχεδόν αιώνες, είναι και διότι μπόρεσε να συγκροτήσει μέσα από τις δυο Αναγεννήσεις, την κλασσική εποχή, το Διαφωτισμό και τις μετέπειτα εξελίξεις, μια σχέση δημιουργικού διαλόγου κι όχι μιμητικής επανάληψης με τα αρχαία ελληνικά σπέρματα. Για μας σήμερα, αν είμαστε ικανοί να τον συγκροτήσουμε, ένας τέτοιος διάλογος που προϋποθέτει και τη βαθιά γνώση και το σεβασμό της λαϊκής μας παράδοσης δεν μπορεί παρά να είναι διπλός: και με τους αρχαίους και με την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά της Δυτικής Ευρώπης.Όπως το ανέφερα ήδη, και αυτός ο δυτικός πολιτισμός περνάει σήμερα μια βαθιά κρίση που δεν ξέρουμε αν και πότε θα μπορέσουν οι δυτικοί λαοί να την ξεπεράσουν. Είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, στο ίδιο καράβι είμαστε μπαρκαρισμένοι κι εμείς και δεν εννοώ τις οικονομικές και διπλωματικές διασυνδέσεις. Αν μπορέσουμε να αφομοιώσουμε δημιουργικά τον απέραντο πολιτισμικό πλούτο που δημιούργησε η Δύση –και που περιέχει έστω και ανεπαρκώς την αρχαία ελληνική αναφορά- θα μπορέσουμε ίσως να μιλήσουμε μια πραγματικά δική μας γλώσσα και να παίξουμε την παρτίδα μας σε μια νέα πολιτιστική συμφωνία.Αλλιώς θα εξακολουθήσουμε να βράζουμε στο ζουμί μας και να καλλιεργούμε την περιθωριακή μας ασημαντότητα.
***
Διάλεξη στον Τριπόταμο Τήνου στις 20/8/1994 . Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 21/8/1994Αντικλείδι , http://antikleidi.com
ΝΔ: Αυτή είναι η αλήθεια για τη συμφωνία στο Eurogroup – Τι κρύβει η κυβέρνηση

Παράλληλα η ανακοίνωση κλείνει με μία ξεχωριστή ενότητα η οποία αναφέρεται στα «όσα κρύβει η κυβέρνηση».
Αναλυτικά:
«Η Κυβέρνηση, με non-paper, μετά τη συνεδρίαση του Eurogroup, στις 15 Ιουνίου, πανηγυρίζει ότι «πήρε αυτά που ήθελε». Τι ήθελε όμως;
Τον Οκτώβριο 2016, στο 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, ο πρωθυπουργός δεσμευόταν ότι η δεύτερη αξιολόγηση, η διευθέτηση του χρέους και η ένταξη της Ελλάδας στο Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης (QE) της Ε.Κ.Τ. θα ολοκληρωνόταν «όλα μαζί. Ταυτόχρονα»!
Και τι πήρε; Τίποτα για το χρέος, τίποτα για την ποσοτική χαλάρωση. Το μόνο που έγινε ήταν το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, μετά από πολλούς μήνες καθυστέρηση και αφού φόρτωσε τους Έλληνες με άλλα 5,1 δις ευρώ μέτρα, περικοπής συντάξεων, μείωσης αφορολογήτου ορίου, κατάργησης κοινωνικών επιδομάτων για τα φτωχότερα νοικοκυριά, εξοντωτικών εισφορών για τους ελεύθερους επαγγελματίες, ανεβάζοντας το συνολικό λογαριασμό μέτρων στα 14,5 δις ευρώ. Αυτός που έλεγε τον Ιανουάριο ότι η αξιολόγηση θα κλείσει χωρίς ούτε ένα ευρώ μέτρα, όχι μόνο πήρε επιπλέον μέτρα, αλλά ψήφισε και το τέταρτο Μνημόνιο και δεσμεύτηκε σε θηριώδη πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του Α.Ε.Π. για πολλά χρόνια.
Πανηγυρίζει επίσης η Κυβέρνηση γιατί, όπως λέει, «υπήρξαν ριζικές αλλαγές σε σχέση με την απόφαση του Eurogroup της 22ας Μαΐου». Τόσο ριζικές που δεν φαίνονται.
Στα ειδικότερα σημεία του non – paper του Μαξίμου, η αλήθεια είναι η εξής:
1. Λέει η Κυβέρνηση ότι «το κυριότερο σημείο της σημερινής απόφασης είναι η – για πρώτη φορά – σαφής δέσμευση του Eurogroup ότι θα υποστηριχθεί η έξοδος της Ελλάδας στις αγορές». Η Κυβέρνηση ζει σε άλλο, παράλληλο σύμπαν! Δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα και δεν διστάζει να εμφανίζει ως μεγάλη επιτυχία ένα κολοσσιαίο ψέμα! Και αυτό γιατί η διατύπωση αυτή είναι επανάληψη αντίστοιχης που υπήρχε στη Δήλωση του Eurogroup του Νοεμβρίου 2012! [As was stated by the Eurogroup on 21 February 2012, we are committed to providing adequate support to Greece during the life of the programme and beyond until it has regained market access]. Ενώ είναι σαφές ότι η επανάληψη της ίδιας περίπου πρότασης, στο σημερινό πλαίσιο, απομακρύνει την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές μέχρι, τουλάχιστον, λίγο πριν τη λήξη του τρίτου Μνημονίου.
2. Λέει η Κυβέρνηση «έγινε δεκτή η γαλλική πρόταση για ρήτρα ανάπτυξης, που αποτελούσε πάγια διαπραγματευτική θέση της Κυβέρνησης από το 2015». Παρακάτω όμως «καρφώνεται» η ίδια, καθώς παραδέχεται ότι «η γαλλική πρόταση … μετατρέπει τους ευρωπαίους εταίρους, σε συμμάχους στο στόχο της ανάπτυξης, αφού όσο περισσότερο μεγεθύνεται η ελληνική οικονομία, τόσο λιγότερο θα χρειαστεί να απομειώσουν το χρέος». Δηλαδή, όσο περισσότερο αυξάνεται το εθνικό εισόδημα των Ελλήνων, το μέρισμα της ανάπτυξης να μην πηγαίνει στους πολίτες, αλλά στους δανειστές.
3. Λέει η Κυβέρνηση «αποφασίστηκε περίοδος χάριτος και επέκταση της ωρίμανσης μέχρι 15 χρόνια σίγουρα». «Ξεχνάει» το Μαξίμου να πει ότι η ακριβής φράση είναι από «0 έως 15 χρόνια». Από μηδέν! Αυτό είναι τραγικό. Είναι δυνατόν Ελληνική Κυβέρνηση να αποδέχθηκε το ενδεχόμενο να μην εφαρμοστούν καθόλου δύο από τα τρία διαθέσιμα εργαλεία για την ελάφρυνση του χρέους, δηλαδή η επιμήκυνση της περιόδου χάριτος και αποπληρωμής;
4. Λέει η Κυβέρνηση «καθορίστηκαν τα πρωτογενή πλεονάσματα στο 2% από το 2023 και κατά μέσο όρο περίπου στο 2% ως το 2060». Αυτό, λέει η Κυβέρνηση, είναι επιτυχία γιατί διαφορετικά η Ελλάδα με βάση τις υποχρεώσεις μας από το δημοσιονομικό πλαίσιο της Ευρωζώνης «θα υποχρεούνταν να έχει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 2,6% στο μακροπρόθεσμο διάστημα και όχι 2%, όπως τελικά συμφωνήθηκε». Καταρχήν, πρόκειται για την επιβεβαίωση της αέναης λιτότητας, εξοντωτικής για την περίοδο 2018 – 2022 και πολύ σκληρής μέχρι το 2060. Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για πρωτογενή πλεονάσματα 2% του Α.Ε.Π. – και όχι 3,5% του Α.Ε.Π. που υπέγραψε ο κ. Τσίπρας για πολλά χρόνια – ήταν απολύτως ρεαλιστική. Γιατί δεν έγινε νωρίτερα πράξη; Γιατί ο κ. Τσίπρας, 2,5 χρόνια τώρα, δεν διεκδίκησε την ελάφρυνση του χρέους στη βάση της απόφασης του Eurogroup το Νοέμβριο 2012, ώστε αφού μειωθεί το χρέος να εξυπηρετείται η βιωσιμότητά του με πρωτογενή πλεονάσματα 2% του Α.Ε.Π. Όσο για την τήρηση των υποχρεώσεων από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, έχει αναγνωριστεί, από το Νοέμβριο του 2012, ότι πρέπει να γίνει ελάφρυνση του χρέους. Χωρίς αυτή, η Ελλάδα δεν μπορεί να επιστρέψει στην «κανονικότητα». Μην προσπαθεί, λοιπόν, η Κυβέρνηση «να πουλήσει» ως επιτυχία το αυτονόητο.
5. Λέει η Κυβέρνηση «υπήρξε δέσμευση για ένα φιλόδοξο πακέτο αναπτυξιακών δράσεων από ευρωπαϊκά κονδύλια». Πράγματι, μεγάλη επιτυχία, δύο χρόνια μετά να εξακολουθεί να είναι ζητούμενο η δέσμευση του τρίτου Μνημονίου από τον Αύγουστο 2015 για την κινητοποίηση πόρων του ΕΣΠΑ, του Σχεδίου Γιούνκερ και των λοιπών χρηματοδοτικών οργανισμών (π.χ. ΕΤΕπ). Και αυτό επιβεβαιώνει ότι η Κυβέρνηση δεν έχει κανένα «Αναπτυξιακό Σχέδιο», καθώς ούτε ξέρει, ούτε μπορεί να βάλει μπρος την παραγωγική μηχανή της οικονομίας.
6. Λέει η Κυβέρνηση «έγινε αποδοχή του πάγιου αιτήματος της Κυβέρνησης για ίδρυση Αναπτυξιακής Τράπεζας». Αναπτυξιακό σχέδιο για τον τόπο μπορεί να μην έχει η Κυβέρνηση, αλλά σίγουρα έχει για την χρηματοδότηση των ημετέρων …
7. Λέει η Κυβέρνηση «υπήρξε θετική εκτίμηση του Δ.Ν.Τ. σε σχέση με τη βιωσιμότητα του χρέους». Καμία τέτοια αναφορά δεν υπάρχει στο σχέδιο συμπερασμάτων του Eurogroup. Επιπλέον, η Γενική Διευθύντρια του Δ.Ν.Τ. στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε τη συνεδρίαση του Eurogroup, τόνισε ότι πρώτα θα πρέπει να αποσαφηνιστούν οι θολές και πολλές προϋποθέσεις για την υλοποίηση των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους και μετά να υπάρξει θετική Έκθεση Βιωσιμότητας του Χρέους, ώστε να συμμετάσχει χρηματοδοτικά το Δ.Ν.Τ. στο Ελληνικό Πρόγραμμα. Προς το παρόν, θα πρέπει η Ελλάδα να υποστεί έναν ακόμη εξευτελισμό. Να υποβάλει αίτημα για μια «κατ’ αρχήν έγκριση» (Standby Arrangement), ώστε να συμμετάσχει το Δ.Ν.Τ. χωρίς χρηματοδότηση στο Ελληνικό Πρόγραμμα, δηλαδή μια διαδικασία που έχει περιπέσει σε αχρησία εδώ και δεκαετίας και έχει χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά σε μη – αναπτυγμένες χώρες, όπως το Σουδάν και η Σομαλία …
8. Λέει η Κυβέρνηση «αποφασίστηκε η δόση να είναι μεγαλύτερη από τις χρηματοδοτικές ανάγκες του Ελληνικού Δημοσίου, αφού δίνει την δυνατότητα για πληρωμές ληξιπρόθεσμων οφειλών ύψους περίπου 1,6 δις». Μισή αλήθεια = μεγάλο ψέμα. Όπως εξήγησε ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, κ. Ρέγκλινγκ, κατά τη χθεσινή συνέντευξη Τύπου, για τις χρηματοδοτικές μας ανάγκες θα διατεθούν 6,9 δις ευρώ από τα συνολικά 8,5 δις ευρώ της δόσης. Τα υπόλοιπα 1,6 δις ευρώ, θα δοθούν τμηματικά, με τα μισά (0,8 δις ευρώ) να διατίθενται για αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τα άλλα μισά (0,8 δις ευρώ) για αποκατάσταση ταμειακών διαθεσίμων, δηλαδή για την επιστροφή σε Ασφαλιστικά Ταμεία και άλλους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης κάποιων από τα διαθέσιμα που «σκούπισε» η Κυβέρνηση. Επιπλέον, θα πρέπει να απολογηθεί η Κυβέρνηση γιατί στερεί από την Ελλάδα πόρους περίπου 15 δις ευρώ, καθώς με βάση τον χρηματοδοτικό προγραμματισμό του τρίτου και του Συμπληρωματικού Μνημονίου, η Ελλάδα, μέχρι το τέλος του δεύτερου τριμήνου 2017, θα έπρεπε να λάβει από τους δανειστές δόσεις ύψους 22,9 δις ευρώ.
Αλλά, πέραν όσων λέει η Κυβέρνηση, υπάρχουν και αυτά που δεν λέει.
Τι κρύβει λοιπόν η Κυβέρνηση;
Ότι ψήφισε το τέταρτο Μνημόνιο (Ν. 4472/2017).
Ότι πήρε υπερβολικά, αχρείαστα, μέτρα λιτότητας 14,5 δις ευρώ.
Ότι οι χαμηλοσυνταξιούχοι χάνουν δύο έως και τρεις συντάξεις με την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς και τη μείωση του αφορολόγητου.
Ότι οι χαμηλόμισθοι χάνουν ένα μηνιάτικο με τη μεγάλη μείωση του αφορολογήτου ορίου.
Ότι τα φτωχότερα νοικοκυριά χάνουν οποιαδήποτε στήριξη για να βοηθήσουν τα άνεργα παιδιά τους και για να ζεστάνουν τα σπίτια τους.
Ότι οι ελεύθεροι επαγγελματίες καλούνται να πληρώσουν από 37% – 61% παραπάνω ασφαλιστικές εισφορές για να πάρουν κουτσουρεμένες συντάξεις.
Ότι δέσμευσε τη χώρα σε αέναη λιτότητα με θηριώδη πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του Α.Ε.Π. τουλάχιστον για την επόμενη πενταετία.
Ότι δεν υπάρχει άμεση ένταξη στην ποσοτική χαλάρωση (QE), με αποτέλεσμα τη διατήρηση υψηλών επιτοκίων και την έλλειψη ρευστότητας στην αγορά.
Ότι η έξοδος στις αγορές, που θα μπορούσε να είχε γίνει μήνες πριν, αν είχε κλείσει στην ώρα της η δεύτερη αξιολόγηση, αποκλείεται για το 2017 και απομακρύνεται για την περίοδο κοντά στη λήξη του τρίτου Μνημονίου, το 2018
Ότι αποδείχτηκαν τα ψέματά της, όχι μόνο σχετικά με τα μέτρα λιτότητας του τέταρτου Μνημονίου, αλλά ακόμη και για αυτά που μέχρι χθες πανηγύριζε, καθώς υπέγραψε ότι για τις μεν συλλογικές διαπραγματεύσεις θα διατηρηθεί το υφιστάμενο καθεστώς, για δε το πλαίσιο των ομαδικών απολύσεων ότι θα ευθυγραμμιστεί με τις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές, δηλαδή θα ελαστικοποιηθεί περαιτέρω».
Κέρδος online 16/6/2017 18:49
Ένα άγνωστο περιστατικό μεταξύ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και το Χέλμουτ Κολ είχε περιγράψει η Σοφία Βούλτεψη στον ΣΚΑΪ. Ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας έφυγε σήμερα από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών.
Όπως είχε περιγράψει η Σοφία Βούλτεψη, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης συμμετείχε σε ένα ευρωπαϊκό συμβούλιο, στο οποίο οι Ευρωπαίοι ηγέτες είχαν θέσει το ζήτημα των Σκοπίων γιατί “το απαιτούσε η κοινή γνώμη” των χωρών τους.
Ο -τότε- πρωθυπουργός της Ελλάδας εκνευρίστηκε κι έφυγε από την αίθουσα του συμβουλίου.
Η κ. Βούλτεψη είπε χαρακτηριστικά: “Τον ακολούθησα και τότε άκουσα ένα “Kostas, Kostas”. Ήταν ο Κολ. Του είπα, πρόεδρε σε φωνάζει ο καγκελάριος. Μου απάντησε: μέχρι το τέλος της σκάλας μη σταματήσεις”.Τέλος, περιέγραψε πως οι δυο άνδρες συζήτησαν στα γερμανικά το θέμα και ο Χέλμουτ Κολ υποσχέθηκε στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ότι το θέμα δεν επρόκειτο να τεθεί ξανά.
Στη Ζάλτσα Βοιωτίας βρίσκεται και το αγρόκτημα που διατηρεί ο Προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας. Εκεί ίδρυσε πρόσφατα μία πρότυπη κτηνοτροφική μονάδα. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος απομονώνεται συχνά στο πατρικό του σπίτι στα Οινόφυτα. Πίτες, όσπρια και τραχανάς δεν λείπουν ποτέ από το τραπέζι του. Μαζεύει ελιές, φτιάχνει τυρί, επισκέπτεται τα χωράφια, προσεύχεται και εργάζεται απερίσπαστος.


















