Φωτιά τώρα στην Μονεμβασιά photo by Anagnostakis
Μαρία η «Κουτσοχέρω». Η Λευκαδίτισσα που είχε αναπηρία και στα δύο χέρια και επινόησε το Καρσάνικο Κέντημα….

Εργαζόταν στην καλλιέργεια της γης από πολύ νεαρή ηλικία. Ήταν ιδιαίτερα ζωηρή και έξυπνη. Η ζωηράδα αυτή έγινε η αιτία σε πολύ μικρή ηλικία να χάσει το δεξί της χέρι: κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού στο ύπαιθρο, έπεσε από ένα δέντρο, στο οποίο είχε σκαρφαλώσει. Το χέρι της υπέστη σοβαρά τραύματα, η πληγή μολύνθηκε και η ιατρική της εποχής δεν έβρισκε άλλη λύση πλην του ακρωτηριασμού. Το μέλος αφαιρέθηκε από το ύψος του αγκώνα. Όχι πολύ αργότερα, ένα δεύτερο ατύχημα της δημιουργεί αναπηρία και στο άλλο χέρι. Έτσι έγινε Κουτσοχέρω, δηλαδή είχε «κουτσά» και τα δύο χέρια της.H «καφασοβελονιά»
Πλέον η συμμετοχή στις αγροτικές εργασίες και τα παιχνίδια στη εξοχή έγιναν παρελθόν. Κλείστηκε στο σπίτι. Με κάποιο τρόπο έπρεπε να γεμίσει τον χρόνο της.Αποπειράται να κεντήσει. Διαθέτει μόνο το αριστερό χέρι – κι αυτό ανάπηρο! Εφευρίσκει, μετά από επίπονες προσπάθειες, έναν τρόπο να σταθεροποιεί το ύφασμα του κεντήματος: με μια παραμάνα συγκρατεί το ύφασμα πάνω στο φόρεμά της και το κρατά ανάμεσα στα πόδια. Κεντάει με το «κουτσό», το αριστερό. Κεντάει, ξηλώνει και ξανά από την αρχή. Μετά από κοπιώδεις προσπάθειες, μαθαίνει την τεχνική του κεντήματος.Συλλαμβάνει – έπειτα από πολλές ώρες εργασίας – την «καφασοβελονιά», κάτι εντελώς πρωτόγνωρο για τις τότε γνωστές τεχνικές.Η γειτονιά ολόκληρη δείχνει εξαιρετικό θαυμασμό για τη νέα αυτή τεχνική και το αισθητικό της αποτέλεσμα. Η Μαρία ενθουσιάζεται και αρχίζει να εμπλουτίζει την τεχνική της, την οποία εξελίσσει σε ολόκληρη, ιδιαίτερη, νέα κεντητική τέχνη. Οι συνθέσεις της απεικονίζουν σκηνές και αντικείμενα από την πλούσια φύση του χωριού. Η «καφασοβελονιά», συγκεκριμένα, είναι εμπνευσμένη από το καφασωτό του γυναικωνίτη της εκκλησίας. Άλλα σχέδια είναι οι μαργαρίτες, τα φυλλαράκια, τα φιοράκια, τα ροδάκια και συνδυασμοί αυτών. Έπειτα προσθέτει τις σφραγίδες, τις κουπούλες, το σταυρογάζι, το ψαράγκαθο και την οκτωμισοροδούλα. Οι συνδυασμοί όλων αυτών γίνονται πολυσύνθετες απεικονίσεις.
Η «νέα τέχνη», η Καρσάνικη Βελονιά ξεπερνά τα όρια τις γειτονιάς και διαδίδεται σε όλο το χωριό, πράγμα το οποίο τονώνει την ψυχοσύνθεση της Μαρίας, αλλά και τις δίνει την απαραίτητη ώθηση προκειμένου να συνεχίσει και να τελειοποιήσει αυτήν εξαιρετικά επίπονη εργασία με το εξαιρετικά καλαίσθητο αποτέλεσμα.Η συνάντηση με τη νύφη του Βαλαωρίτη και η Βασίλισσα ΌλγαΗ Ζωή Βαλαωρίτη – νύφη του εθνικού ποιητή – Αριστοτέλη Βαλαωρίτη πληροφορείται για την τέχνη του Καρσάνικου Κεντήματος και επισκέπτεται την Μαρία στο σπίτι της, όπου μένει έκθαμβη από τα αριστουργήματά της. Μεταφέρει τα νέα στη βασίλισσα Σοφία και αυτή εντυπωσιάζεται με τη σειρά της από τα κεντήματα. Έτσι ιδρύεται, με την αρωγή της Βασιλικής Πρόνοιας, το 1912 η πρώτη σχολή καρσάνικου κεντήματος στην Καρυά. Βασική δασκάλα είναι η ίδια η Μαρία η Κουτσωχέρω. Ο αριθμός των μαθητριών εξ αρχής είναι μεγάλος.
Τραπεζομάνδηλα, σεντόνια, πετσέτες, σεμέν, τραπεζοκαρέ, πάντες, μαξιλαροθήκες και άλλα κομμάτια μοναδικής ομορφιάς – από την άλλη, μπαίνουν σε μπαούλα και ταξιδεύουν για το Παλάτι και την προίκα της βασίλισσας. Η Σχολή στεγάζεται στο κτήριο της οικογένειας Νάστου – λίγο πιο κάτω από την Πλατεία της Καρυάς – το οποίο υπήρξε, έως το 1854, το εξοχικό του Άγγλου έπαρχου στο νησί της Λευκάδος.
Ο «Κουτσαργύρης»Η ίδια η Κουτσωχέρω πείθει και έναν άνδρα να συμμετάσχει στη δημιουργία κεντημάτων, ο οποίος είναι κι αυτός ανάπηρος από τον πόλεμο του 1912: τον Αργύρη. «Δεν υπάρχει γυναικεία και ανδρική δουλειά» του λέει. Το ακμαίο και ασίγιστο πνεύμα της τελικά τον κάνει να συμφωνήσει και να αρχίσει να εργάζεται. Ο Αργύρης ή Κουτσαργύρης – κυρίως εμπνεόμενος από το ψυχικό σφρίγος της ανάπηρης Μαρίας – εργάζεται πάνω στην τεχνική με ζήλο και μεράκι. Κάποια από τα σχέδιά του είναι, ίσως, μέσα στην λίστα με τα ομορφότερα και τα πιο διαδεδομένα σχέδια του Καρσάνικου Κεντήματος. Πρέπει να είναι από τους ελάχιστους άνδρες κεντητές στην Ελλάδα και από τους λίγους, γενικότερα, παγκοσμίως.Το Καρσάνικο Κέντημα στην ΕυρώπηΌλες αυτές οι εξελίξεις καθιστούν το Καρσάνικο Κέντημα απαραίτητο στοιχείο για μια ολοκληρωμένη γυναικεία προίκα. Από τη Βασιλική Πρόνοια το κέντημα γίνεται γνωστό σε όλα τα ευρωπαϊκά βασιλικά σαλόνια. Φτάνουν παραγγελίες από όλη σχεδόν την Ευρώπη. Το ισπανικό παλάτι – οι παραγγελίες του οποίου είναι γνωστές – αποκτά εκατοντάδες εργόχειρα. Δεν είναι, όμως, αποκλειστικά βασιλικό προνόμιο! Χιλιάδες σπίτια ανθρώπων όλων των οικονομικών καταστάσεων κοσμούνται από Καρσάνικα Κεντήματα. Από τότε μέχρι σήμερα η πορεία του Καρσάνικου Κεντήματος είναι αδιάκοπτη και σ’ αυτό συμβάλει καθοριστικά η ευαισθησία και η λεπτότητα των γυναικών της Καρυάς.
Κάθε κεντήστρα έχει πάντα τη δυνατότητα να εφαρμόσει στα κεντήματά της τη δική της έμπνευση παράγοντας, έτσι, νέα, ιδιαίτερα, μοναδικά σχέδια. Κάποια μοτίβα, πάντως, μένουν αναλλοίωτα όπως τα πρωτοέφτιαξε η Μαρία. Σήμερα οι κεντήστρες του Καρσάνικου Κεντήματος είναι λίγες, παρ’ όλα αυτά εργάζονται με το ίδιο πάθος προκειμένου να ολοκληρώσουν κάθε εργόχειρο. Σιγά – σιγά το κέντημα σπανίζει και αποτελεί είδος ιδιαίτερης αξίας: τόσο αισθητικής, όσο και ιστορικής.Το Καρσάνικο Κέντημα είναι ένα καλλιτέχνημα που δένει άψογα με κάθε εσωτερική (αλλά και εξωτερική) διακόσμηση, με κάθε τύπο επίπλων και ηλεκτρικών, με κάθε χρώμα του περιβάλλοντα χώρου, καθώς το χρωματολόγιο είναι μεγάλο. Γράφοντας αυτό το μικρό κείμενο για το Καρσάνικο Κέντημα, θέλω να εκφράσω το θαυμασμό μου για τη ψυχική δύναμη των πρωτεργατών του: της Κουτσωχέρως και του Κουτσαργύρη. Ψυχική δύναμη που μπορεί να οδηγήσει σε ιστορικές τομές.Πηγή: www.mixanitouxronou.gr
Γιατί χρειάζεται ένας αγρότης μια δορυφορική εταιρεία;

Κέρδος online 23/7/2017 0

Κικέρων – Φιλοσοφία. Μια τέχνη που θεραπεύει την ψυχή.
Υπάρχει λοιπόν σίγουρα μια τέχνη που θεραπεύει την ψυχή, και αυτή είναι η φιλοσοφία.Όμως, δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε τη βοήθειά της έξω από εμάς, όπως κάνουμε με τις σωματικές ασθένειες· θα πρέπει να βάλουμε τα δυνατά μας για να μπορέσουμε να γίνουμε εμείς οι ίδιοι γιατροί του εαυτού μας.Για τη φιλοσοφία, γενικότερα, είναι αλήθεια ότι στο έργο μου Ορτήνσιος έχω εξηγήσει, κατά τη γνώμη μου, ικανοποιητικά πόσο σοβαροί είναι οι λόγοι που μας επιβάλλουν να την ερευνήσουμε και να τη μελετήσουμε σε βάθος. Επιπρόσθετα, για τα πιο σπουδαία φιλοσοφικά ερωτήματα, έκτοτε δεν έχω πάψει σχεδόν ούτε στιγμή να συζητώ και να γράφω. Όμως, στα βιβλία αυτά που σου στέλνω περιέχονται αναλυτικά οι συζητήσεις που έκανα με τους φίλους μου στην έπαυλή μου στο Τούσκουλο.Όπως κατά τις δύο προηγούμενες ημέρες ασχοληθήκαμε με τον θάνατο και τον πόνο, έτσι και αυτό το τρίτο κατά σειρά βιβλίο προέκυψε από τις συζητήσεις της τρίτης ημέρας. Όταν, λοιπόν, κατέβηκα κατά το απογευματάκι στην Ακαδημία μου, ζήτησα να προτείνει κάποιος από τους παρόντες ένα θέμα για συζήτηση.Ιδού πώς εξελίχθηκε η ακροαματική διαδικασία:Α.: Κατά τη γνώμη μου, ο σοφός μπορεί να υποφέρει από θλίψη.Μ.: Δεν φαντάζομαι να εννοείς ότι μπορεί να υποφέρει και από τις υπόλοιπες ψυχικές διαταραχές, όπως, για παράδειγμα, τον φόβο, τη φιληδονία και την οργή; Διότι αυτά, σε γενικές γραμμές, ανήκουν στην κατηγορία των αισθημάτων τα οποία οι Έλληνες αποκαλούν πάθη. Θα μπορούσα, ξέρεις, να τα πω και «ασθένειες» -αυτή μάλιστα θα ήταν η κατά λέξη μετάφραση-, όμως κάτι τέτοιο δεν θα συμφωνούσε με τις γλωσσικές μας συνήθειες. Οι Έλληνες θεωρούν ότι αισθήματα όπως ο οίκτος, ο φθόνος, η υπέρμετρη χαρά ή ο ενθουσιασμός είναι ασθένειες, με την έννοια ότι αποτελούν ψυχικές εκδηλώσεις οι οποίες δεν υπόκεινται στον έλεγχο της λογικής. Εκτιμώ ότι θα ήταν ορθότερο να χρησιμοποιήσουμε για όλες αυτές τις ψυχικές συγκινήσεις τον όρο «διαταραχή» και όχι «ασθένεια» με την τρέχουσα έννοια της λέξης – παρεκτός και έχεις αντίθετη άποψη.A.: Όχι, συμφωνώ μαζί σου.Μ.: Πιστεύεις, λοιπόν, ότι ο σοφός άνθρωπος προσβάλλεται από αυτές τις διαταραχές;Α.: Και βέβαια το πιστεύω.Μ.: Ε, λοιπόν, αν η περιβόητη σοφία απέχει τόσο λίγο από την παραφροσύνη, όπως υποστηρίζεις, κακώς την έχουμε σε τόσο μεγάλη υπόληψη.Α.: Δηλαδή εσύ ισχυρίζεσαι ότι κάθε ψυχική διαταραχή αποτελεί ένδειξη παραφροσύνης;Μ.: Δεν το ισχυρίζομαι μόνο εγώ- από όσο έχω καταλάβει όλοι οι πρόγονοί μας το ίδιο πίστευαν -κάτι που προκαλεί συχνά τον θαυμασμό μου-, κι ας έζησαν πολλούς αιώνες πριν από τον Σωκράτη, ο οποίος θεμελίωσε τη σύγχρονη ηθική φιλοσοφία.Α.: Κι από πού, παρακαλώ, έβγαλες αυτό το συμπέρασμα;Μ.: Από τη διαπίστωση ότι ο όρος «παραφροσύνη» παραπέμπει σε ασθένεια του μυαλού [είναι, δηλαδή, μια νοσηρή κατάσταση των φρενών, στην οποία έχουν δώσει το όνομα «παραφροσύνη». Οι φιλόσοφοι, λοιπόν, αποκαλούν όλες τις ψυχικές διαταραχές «ασθένειες», και ισχυρίζονται ότι όλοι οι άφρονες πλήττονται από αυτές τις ασθένειες. Όμως, όποιος έχει κάποια αρρώστια δεν είναι υγιής, και οι ψυχές όλων των ανθρώπων που δεν διαθέτουν φρόνηση είναι άρρωστες. Άρα όλοι οι άφρονες είναι παράφρονες.] Και αυτό γιατί πίστευαν ότι η υγιής ψυχή δια-κρίνεται από ηρεμία και σταθερότητα, και χρησιμοποίησαν τον όρο «παραφροσύνη» για να περιγράψουν τη διανοητική κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από την έλλειψη αυτών των δύο στοιχείων αφού, όπως συμβαίνει με το σώμα, έτσι και στην περίπτωση της ψυχής η διαταραχή δεν μπορεί να θεωρηθεί δείγμα υγείας.Εξίσου επιτυχείς θεωρώ και τους όρους «άνοια» και «παράνοια», οι οποίοι περιγράφουν την κατάσταση στην οποία βρίσκεται μια ψυχή ολότελα στερημένη από τα φώτα του πνεύματος. Επομένως, είναι κατανοητό ότι εκείνοι που επινόησαν αυτούς τους όρους για τις συγκεκριμένες ψυχικές καταστάσεις συμφωνούσαν με την άποψη την οποία πήραν οι Στωικοί από τον Σωκράτη για να την υιοθετήσουν στη συνέχεια και οι ίδιοι- ότι, δηλαδή, όλοι οι άνθρωποι που δεν διαθέτουν φρόνηση είναι «άρρωστοι». Διότι μια άρρωστη ψυχή —αφού, όπως έλεγα προηγουμένως, οι φιλόσοφοι αποκαλούν όλες αυτές τις διαταραχές «ασθένειες»- δεν είναι υγιέστερη από ένα άρρωστο σώμα. Άρα η φρόνηση είναι η υγεία της ψυχής και η έλλειψή της συνιστά νόσημα, παραφροσύνη και παράνοια. Οι λατινικοί όροι είναι πολύ πιο ακριβείς γι’ αυτά τα θέματα από ό,τι οι ελληνικοί, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Αλλά η συζήτηση αυτή δεν είναι της παρούσης. Ας επιστρέψουμε στο θέμα μας.Άρα την ακριβή απάντηση στο ερώτημά μας θα μας τη δώσει η ίδια η σημασία της λέξης «σώφρων». Εφόσον είναι σαφές ότι αποκαλούμε «σώφρονες» τους ανθρώπους των οποίων το μυαλό δεν έχει βλαφθεί από κάποια νοσηρή διαταραχή, η λέξη «παράφρων» δεν μπορεί παρά να αναφέρεται σε όσους, αντιθέτως, πάσχουν από κάποια διαταραχή. Οπότε, τι καλύτερο από τη λατινική έκφραση «εκτός εαυτού» για να περιγράφουμε ανθρώπους που έχουν παραφρονήσει από ερωτικό πάθος ή οργή; (Αν και η οργή είναι κι αυτή μια μορφή λαγνείας, αφού ορίζεται ως «πόθος για εκδίκηση». ) Όταν λέμε ότι κάποιοι άνθρωποι είναι «εκτός εαυτού», εννοούμε ότι δεν ελέγχουν το μυαλό τους, στο οποίο η φύση ανέθεσε την ηγεμονία της ψυχής.Τώρα, όσο για την ετυμολογία της ελληνικής λέξης μανία, δεν είμαι σε θέση να σου την πω αυτή τη στιγμή: διότι και τη «μανία» εμείς την ορίζουμε ορθότερα από τους Έλληνες, αφού κάνουμε διάκριση μεταξύ μανίας και «αφροσύνης» – η οποία παραπέμπει και στην ανοησία, και, ως εκ τούτου, είναι γενικότερη έννοια. Οι Έλληνες προσπαθούν να τα ξεχωρίσουν αυτά τα δύο, αλλά αποτυγχάνουν παντελώς στην επιλογή του όρου: ό,τι λέμε εμείς «μανία» εκείνοι το λένε μελαγχολία. Ωσάν το μυαλό να επηρεάζεται μόνο από τη μέλαινα χολή και όχι, όπως συμβαίνει συχνά, από την οργή, τον φόβο, ή τον πόνο, τα οποία έχουν πολύ μεγαλύτερη δύναμη: σκέψου, για παράδειγμα, τα περιστατικά μανίας του Αθάμαντα, του Αλκμαίωνα, του Αίαντα ή του Ορέστη. Ο άνθρωπος που βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση απαγορεύεται, σύμφωνα με τη Δωδεκάδελτο, να διατηρήσει την κυριότητα της περιουσίας του, και το κείμενο δεν γράφει «αν είναι άφρων», αλλά «αν δεν έχει σώας τας φρένας». Διότι σκέφτηκαν πως η αφροσύνη, αν και υποδηλώνει έλλειψη πνευματικής σταθερότητας, άρα και υγείας, μπορεί, παρ’ όλα αυτά, να ανταποκριθεί μέχρις ενός σημείου στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της καθημερινής ζωής· ενώ, αντιθέτως, θεώρησαν ότι η μανία συνιστά καθολική τύφλωση του πνεύματος.Και μολονότι η μανία μπορεί να φαίνεται χειρότερη από την αφροσύνη, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι από αυτή κινδυνεύει ο σοφός άνθρωπος, ενώ από την αφροσύνη όχι. Όμως, αυτό είναι άλλο θέμα: ας ξαναγυρίσουμε σε αυτά που λέγαμε πριν.Προηγουμένως είπες, αν δεν κάνω λάθος, ότι. κατά την άποψή σου ο σοφός μπορεί να υποφέρει, από θλίψη.Α.: Αυτό ακριβώς πιστεύω.Μ.: Είναι ανθρώπινο να σκέφτεσαι έτσι. Άλλωστε, δεν είμαστε φτιαγμένοι κι από πέτρα, η φύση έπλασε τρυφερές και μαλακές τις ψυχές μας, γι’ αυτό και τις αναστατώνει τόσο η καταιγίδα της θλίψης. Δεν είναι τυχαίο που ο Κράντωρ, ο οποίος κατείχε την πιο διακεκριμένη θέση στην Ακαδημία μας, έγραψε: «Δεν συμφωνώ καθόλου με εκείνους οι οποίοι εκθειάζουν την αναλγησία. Αυτό το συναίσθημα δεν μπορεί -ούτε και θα έπρεπε- να υπάρχει. Μακάρι να μην αρρωστήσω ποτέ μου· όμως, αν τύχει και μου συμβεί αυτό, εύχομαι να μπορώ να νιώθω όλα όσα ένιωθα και πριν, ακόμη κι αν πρόκειται να με χειρουργήσουν ή να με ακρωτηριάσουν. Διότι η απάθεια έχει πολύ υψηλό τίμημα: προϋποθέτει κτηνώδη ψυχή κι αναίσθητο σώμα». Προσοχή όμως μήπως αυτά τα λόγια χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα από εκείνους που επικροτούν τις αδυναμίες μας και κολακεύουν την ασθενή μας φύση – εμείς πρέπει να βρούμε το θάρρος όχι μόνο να κλαδέψουμε τους κλώνους της αθλιότητας, αλλά και να την ξεριζώσουμε τελείως από μέσα μας. Ωστόσο, ακόμη και τότε, όλο και κάτι θα μείνει- τόσο βαθιές είναι οι ρίζες της αφροσύνης. Τουλάχιστον, ας μείνει ό,τι είναι απολύτως απαραίτητο.Πάντως, αυτό βάλ’ το καλά στο μυαλό σου: η δυστυχία μας δεν πρόκειται να πάρει τέλος αν δεν θεραπευθεί πρώτα η ψυχή μας, κι αυτό μόνο με τη φιλοσοφία μπορούμε να το πετύχουμε. Αφού κάναμε λοιπόν την αρχή, ας αφεθούμε στα χέρια της για να μας θεραπεύσει. Θα γίνουμε σίγουρα καλά, αρκεί να το θέλουμε.***
Κικέρων -Το φάρμακο της λύπης. Τρίτη Τουσκουλανή διατριβή. μετάφραση: Όλγα Παπακώστα. Ωκεανίδα0 Μάρκος Τύλλιος Κικέρων (Marcus Tullius Cicero) γεννήθηκε στο Αρπίνο (80 χλμ. νοτιοανατολικά της Ρώμης), στις 3 Ιανουαρίου του 106 π.Χ. Η οικογένειά του ανήκε στην τάξη των ιππέων. Σπούδασε στη Ρώμη ρητορική, φιλοσοφία και νομικά δίπλα σε διακεκριμένους δασκάλους. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως δικηγόρος το 81 π.Χ. και κατάφερε σχεδόν αμέσως να εδραιώσει τη φήμη του ως ρήτορας. Ταξίδεψε για μια διετία (79-77 π.Χ.) στην Ελλάδα και τη Μ. Ασία, ολοκληρώνοντας τις φιλοσοφικές και ρητορικές του σπουδές. Όταν επέστρεψε στη Ρώμη άρχισε τον cursus honorum του (= την άνοδό του στην ιεραρχία των ρωμαϊκών αξιωμάτων) ως homo novus (= «νέος άνθρωπος», όρος που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι για όσους κατόρθωναν να επιβληθούν στην πολιτική σκηνή και να ανέλθουν κοινωνικά χωρίς να διαθέτουν αριστοκρατική καταγωγή). Σε ηλικία τριάντα ετών (76 π.Χ.) εξελέγη ταμίας (quaestor) στη Σικελία. Το 69 π.Χ. έγινε αγορανόμος (aedilis curulis) και το 66 π.Χ. δικαστής (praetor). Το 63 π.Χ. εξελέγη ύπατος και κατέστειλε τη συνωμοσία του Κατιλίνα. Αν και αρχικά χαιρετίστηκε ως pater patriae (= «πατέρας της πατρίδας»), το 58 π.Χ. εξορίστηκε από τους εχθρούς του, με το επιχείρημα ότι η εκτέλεση των οπαδών του Κατιλίνα ήταν νομικά επιλήψιμη. Μετά από δεκαεπτά μήνες (57 π.Χ.) επιστρέφει από τη Θεσσαλονίκη, όπου εξέτινε την ποινή του, στη Ρώμη. Έναν χρόνο προτού ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος υπηρέτησε ως ανθύπατος στην Κιλικία (5150 π.Χ.). Στη διαμάχη μεταξύ Καίσαρα και Πομπήιου, πήρε το μέρος του Πομπήιου. Αν και το 47 π.Χ. συμφιλιώθηκε με τον Καίσαρα, στο διάστημα της δικτατορίας του προτίμησε να αποσυρθεί από την πολιτική και να ασχοληθεί με τη φιλοσοφία και τη συγγραφή. Μετά τη δολοφονία του Καίσαρα επανήλθε στο προσκήνιο για να προσφέρει την υποστήριξή του στον Οκταβιανό και να αγωνιστεί εναντίον του Αντωνίου. Έγραψε 107 λόγους, θεωρητικά συγγράμματα για τη ρητορική τέχνη, φιλοσοφικές πραγματείες, 774 επιστολές, ποιήματα, ιστορικά έργα, ένα γεωγραφικό σύγγραμμα. Μιλούσε άπταιστα ελληνικά και ασχολήθηκε με μεταφράσεις. Παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε δύο παιδιά από την πρώτη του σύζυγο, τον Μάρκο και την Τυλλία. Τον δολοφόνησαν άνθρωποι του Αντωνίου στις 7 Δεκεμβρίου του 43 π.Χ.Οι Τουσκουλανές ΔιατριβέςΤον Ιούλιο του 45 π.Χ., πέντε μήνες μετά τον θάνατο της Τυλλίας, ο Κικέρων άρχισε να γράφει τις Τουσκουλανές Διατριβές, μια φιλοσοφική πραγματεία με θέμα τις προϋποθέσεις της ευτυχίας. Το έργο αποτελείται από πέντε βιβλία. Το πρώτο αναφέρεται στον φόβο του θανάτου, το δεύτερο στον σωματικό πόνο, το τρίτο στο συναίσθημα της λύπης, το τέταρτο στα υπόλοιπα ψυχικά πάθη. Στο πέμπτο τίθεται το ερώτημα αν αρκεί η αρετή για να είναι κανείς ευτυχισμένος. (Ναι, αρκεί, μας πληροφορεί ο Κικέρων.) Πρόκειται για μια σειρά από φιλοσοφικές συζητήσεις που λαμβάνουν χώρα στην έπαυλη του Κικέρωνα στο Τούσκουλο.Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Η Τζόνι Μίτσελ στα Μάταλα

Σήμερα, στα Μάταλα όλοι θυμούνται το πέρασμά της από εκεί και δεν υπάρχει ντοκιμαντέρ, δημοσίευμα ή δημόσια συζήτηση για τους χίπις σε αυτό το μικρό κομμάτι της νότιας Ευρώπης που να μην αναφέρει το όνομά της. Η Μίτσελ στο τραγούδι Carey απαθανάτισε όχι μόνο τη σχέση της με τον νεαρό Κάρι Ράντιτζ, αλλά και το σκηνικό που την φιλοξένησε. Η ταβέρνα Mermaid, ο ζεστός σιρόκος από την Αφρική και το φεγγάρι πάνω από τα Μάταλα τραγουδιούνται ακόμα σε όλον τον κόσμο.Τις συνθήκες που την έφεραν στην Ελλάδα διηγήθηκε η Καναδή τραγουδίστρια σε συνέντευξή της στη Wall Street Journal: «Όταν χωρίσαμε με τον Γκράχαμ ήμουν πραγματικά πάρα πολύ στεναχωρημένη. Πίστευα στη σχέση και ξαφνικά τελείωσε, οπότε ξαφνικά αμφισβητούσα τον ίδιο μου τον εαυτό. Επιπλέον, έχασα σχεδόν όλη την παρέα μου στο Λος Άντζελες, φίλους που έβλεπα καθημερινά και πήραν το μέρος του Γκράχαμ όταν τον χώρισα. Όλα αυτά ήταν πολύ δύσκολα».Η Μίτσελ έφυγε για την Ελλάδα μαζί με την φίλη της Πηνελόπη. Τις πρώτες ημέρες έμειναν στην Αθήνα. Η ίδια θεωρεί ότι δεν έμοιαζε με χίπι, «αλλά σίγουρα δεν έμοιαζα με Ελληνίδα. Τα ανοιχτόχρωμα μαλλιά μου ξεχώριζαν και την ημέρα τα μάζευα ψηλά, πολύ συντηρητικά, σαν δασκάλα». Παρόλα αυτά, στο δρόμο πολλοί, άνδρες κυρίως, της φώναζαν «Σίπι, σίπι, πήγαινε στα Μάταλα, εκεί είναι οι δικοί σου».
hippiecaves61.jpg
Λίγες ημέρες αργότερα, οι δύο φίλες αποφάσισαν να ακολουθήσουν τη συμβουλή και επιβιβάστηκαν σε ένα πλοίο. Το πρώτο τους βράδυ στην Κρήτη το πέρασαν σε ένα ξενοδοχείο στο Ηράκλειο. Την επόμενη, νοίκιασαν ένα Volkswagen βανάκι και με αυτό έκαναν τα 70 χιλιόμετρα μέχρι τα Μάταλα.Βρέθηκαν σε έναν οικισμό που δεν είχε σπίτια, μόνο δυο μανάβικα, έναν φούρνο, ένα παντοπωλείο που διέθετε και το μοναδικό τηλέφωνο του χωριού, δύο ταβέρνες και λιγοστά ενοικιαζόμενα δωμάτια. Σχεδόν όλοι οι χίπις που είχαν ταξιδέψει μέχρι εκεί, ζούσαν στις σπηλιές πάνω από την παραλία.
Οι λαξευμένες αυτές σπηλιές ήταν έργο των προϊστορικών κατοίκων του νησιού, ενώ κατά τη ρωμαϊκή περίοδο είχαν χρησιμοποιηθεί ως τάφοι. Οι πρώτοι σύγχρονοι που τις κατοίκισαν ήταν μπίτνικ ταξιδιώτες στα μέσα των ’60ς. Από το 1967, οι αλλοτινοί τάφοι έγιναν κρεβάτια και σπίτια για τους χίπις από όλο τον κόσμο που ήθελαν να ζήσουν όσο πιο κοντά στη φύση γίνεται, σε κυριολεκτικά πρωτόγονες συνθήκες. Πολλοί από αυτούς ήταν απόφοιτοι πανεπιστημίων, άλλοι πρώην στρατιώτες, κάποιοι λιποτάκτες του Βιετνάμ και κανείς δεν ήθελε να έχει πολλά πολλά με την καταναλωτική κοινωνία.Η Μίτσελ με την Πηνελόπη νοίκιασαν ένα πλινθόκτιστο καλυβάκι στον οικισμό. Σε ένα φόρουμ με πρωταγωνιστές της εποχής, κάποιος θυμάται την πρώτη επαφή της Μίτσελ με την κοινότητα των σπηλαίων. Στην αρχή, όταν την είδαν με το βανάκι και τα ωραία της ρούχα, σκέφτηκαν περιφρονητικά ότι επρόκειτο για κάποια πλούσια χίπι, κανείς δεν την αναγνώρισε. Η Τζόνι τους πλησίασε και έκατσε μαζί τους. Έβγαλε από την τσάντα της ένα μεγάλο μπουκάλι κρασί και ένα πιπάκι με χασίς. Προσέφερε και τα δύο στην παρέα και ρώτησε πώς μπορούσε κανείς να βρει μια σπηλιά στο λόφο. Αφού μοιράστηκε μαζί τους κι ένα πακέτο μπισκότα Οreo, έβγαλε από την τσάντα της ένα μικρό έγχορδο μουσικό όργανο μεταξύ άρπας και σαντουριού (dulcimer) και για είκοσι λεπτά τραγούδησε, αφήνοντας τους πάντες με το στόμα ανοιχτό καθώς συνειδητοποίησαν ποια ήταν. Η Μίτσελ μάζεψε τα πράγματά της και είπε πως θα πήγαινε στο ταβερνάκι για φαγητό. Το ίδιο βράδυ θα γνώριζε τον Κάρι.
life.jpg
Η Τζόνι θυμάται ακριβώς πώς έγινε η θεαματική του είσοδος στη ζωή της: «Κοιτούσαμε με την Πηνελόπη τη θάλασσα, όταν ακούσαμε μια έκρηξη πίσω μας. Γύρισα και είδα έναν τύπο με κόκκινα γένια να πετάγεται από ένα καφενείο. Φορούσε λευκό τουρμπάνι, πουκάμισο Νεχρού και λευκό παντελόνι. Είπα στην Πηνελόπη, «τι είσοδος! Aυτόν πρέπει να τον γνωρίσω». Ήταν Αμερικάνος και δούλευε σε ένα από τα δύο μαγαζιά, το Δελφίνι. Πίστευε ότι ήταν μεγάλος σεφ και προφανώς είχε ένα ατύχημα με το υγραέριο. Eίχε τσουρουφλίσει τα χέρια του. Έτσι μπήκε ο Κάρι “Κάροτ” Ράντιτζ στη ζωή μου, με ένα μπαμ».Την επόμενη μέρα, η Μίτσελ και η Πηνελόπη πήγαν για ένα ποτό μαζί του. Στην παρέα τους βρίσκονταν χίπις και κάποιοι στρατιώτες, και κάποιος πρότεινε να πιουν ρακή. «Δεν ήμουν του ποτού. Ήπια τρία ποτήρια και το πρωί ξύπνησα στην σπηλιά του Κάρι. Τα τακούνια από τις μπότες μου είχαν σπάσει, προφανώς από τη νυχτερινή ανάβαση στα βράχια, την οποία δεν θυμόμουν καθόλου». Γύρισε στο σπιτάκι που είχε νοικιάσει με την Πηνελόπη και ανακάλυψε ότι η φίλη της το είχε σκάσει με έναν από τους στρατιώτες από το προηγούμενο βράδυ. Δεν την ξαναείδε για πολλά χρόνια.«Χωρίς την Πηνελόπη ήμουν μόνη, σε πολύ εύθραυστη συναισθηματική κατάσταση. Πονούσα ακόμα από τον χωρισμό και πια δεν είχα κανέναν να μιλήσω». Ο Κάρι δεν ήταν ο πιο εύκολος άνθρωπος στην κοινότητα, αλλά είχε έντονη προσωπικότητα, κάτι που άρεσε στη Μίτσελ. «Επιπλέον, ήμουν κάπως γνωστή και όπου πήγαινα με ακολουθούσαν χίπις. Προσκολλήθηκα στον Κάρι επειδή ήταν ατρόμητος και κρατούσε το πλήθος μακριά μου. Γρήγορα μετακόμισα μαζί του σε μια σπηλιά».Έγιναν αχώριστοι. Ήταν συνέχεια μαζί, έκαναν περιπάτους, κολυμπούσαν, μαγείρευαν, και καμιά φορά πήγαιναν με το βανάκι μέχρι το Ηράκλειο, όπου και τους απαθανάτισε την ημέρα του Πάσχα ένας πλανόδιος φωτογράφος σε ένα πάρκο.
Η ζωή χωρίς βασικές ανέσεις δεν ήταν εύκολη. Βότσαλα, ξερόχορτα και μια κουρελού που δανείστηκε η Τζόνι επιστρατεύθηκαν για να κάνουν τα αυτοσχέδια κρεβάτια τους πιο μαλακά. Αλλά στην πραγματικότητα δεν υπήρχε καμία άνεση. Όταν είχε μεγάλα κύματα που έσκαγαν στα βράχια, οι σπηλιές τραντάζονταν. Παρόλα αυτά, όλοι πήραν κιλά στα Μάταλα καθώς έτρωγαν πολύ καλά, κυρίως πολλές μηλόπιτες. Η Μίτσελ θυμάται τη γυναίκα που είχε το φούρνο από όπου αγόραζαν ψωμί, γιαούρτι και ρυζόγαλο. Μια μέρα που δεν ήθελαν να δώσουν χρήματα στο κατάστημα που είχε το μονοπώλιο του μοναδικού ψυγείου του οικισμού και νοίκιαζε τα ράφια του, με τον Κάρι περπάτησαν δέκα μίλια μέχρι το επόμενο κατάστημα. Στο Mermaid τα γλέντια ήταν σχεδόν καθημερινά. Περιλάμβαναν μουσική από ένα παλιό πικάπ που λειτουργούσε με μπαταρίες που αγοράζονταν με έρανο και σπάσιμο πιάτων.
Η Μίτσελ έγραψε το τραγούδι Carey ως δώρο για τα 24α γενέθλια του Κάρι, στις 19 Απριλίου 1970. «Δεν θυμάμαι την αντίδρασή του. Ήταν πάντα αφηρημένος και μερικές φορές σχεδόν αγενής, προσπαθώντας να με μειώσει ή να με τρομοκρατήσει. Νομίζω ότι εκείνη την εποχή ένιωθε πολύ ανώτερος από τις γυναίκες, και γι’ αυτό στους στίχους τον αναφέρω ως “mean old Daddy”. Όσο για το επιπλέον e στο όνομα είναι Cary, όχι Carey], ήταν δικό μου ορθογραφικό λάθος».Μετά από δύο μήνες με τον Κάρι επισκέφθηκαν την Αθήνα για να δουν μια παράσταση όπου συμμετείχαν χίπις από τα Μάταλα. Όμως είχε φτάσει η ώρα να χωρίσουν οι δρόμοι τους. Μετά από δύο μήνες, η Μίτσελ επιθυμούσε να ξαναβρεθεί στον πολιτισμό. «Τα μαλλιά μου είχαν γίνει σαν σχοινί από το θαλασσινό νερό, τα πόδια μου ήταν γεμάτα πίσσα και είχα παντού τσιμπήματα από ψύλλους. Επιπλέον, συνειδητοποίησα ότι ακόμα δεν είχα ξεπεράσει τον Γκράχαμ».Ο Κάρι επέστρεψε θλιμμένος στην Κρήτη. «Με είχε προειδοποιήσει πολλές φορές ότι μια μέρα θα έφευγε, το είχε κάνει σαφές. Πριν ήταν μια κομψή γυναίκα του Λόρελ Κάνιον και τα Μάταλα ήταν έτη φωτός μακριά από τον κόσμο της. Η ζωή στα Μάταλα ήταν απλή και πρωτόγονη και τελικά ήθελε να γυρίσει στο σπίτι και την καριέρα της. Μου άρεσε πολύ η Τζόνι και δεν μου άρεσε που έχασα τη συντροφιά της. Όμως όταν ταξιδεύεις στον κόσμο, ξέρεις ότι οι φιλίες που κάνεις είναι βραχύβιες».Η Μίτσελ μετά την Ελλάδα πήγε στο Παρίσι, όπου έγραψε το California, το οποίο επίσης αναφέρεται επίσης στον Κάρι. Λίγο αργότερα, οι αρχές «εισέβαλαν» στα Μάταλα και εκκένωσαν τις σπηλιές, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής που σήμερα μοιάζει μάλλον ουτοπική. Ο Κάρι επέστρεψε τον Ιούλιο στις ΗΠΑ και σήμερα εργάζεται ως επενδυτικός σύμβουλος για διάφορες ΜΚΟ, αλλά η αθανασία που του έδωσε η Μίτσελ με το μοναδικό της τραγούδι, τον θέλει πάντα έναν 24χρονο ταραξία κάτω από φεγγάρι στις σπηλιές της Κρήτης.Το ντοκιμαντέρ Hippie-Hippie Matala! Matala! (2013) σκηνοθέτησε ο Γιώργος Βαρελάς πάνω σε σενάριο και έρευνα της Μαρίας Π. Κουφοπούλου.
























