Για τον Γιάννη Καλατζή δυο λόγια
Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2017
Όταν μαθεύτηκε η είδηση του θανάτου του πριν από μερικές μέρες είχα γράψει το άρθρο της επόμενης ημέρας και δεν προλάβαινα να το αλλάξω, τις επόμενες μέρες τα άρθρα υπαγορεύονταν από το ημερολόγιο, μόλις σήμερα λοιπόν βρίσκω ευκαιρία να γράψω δυο λόγια για τον Γιάννη Καλατζή, που νιώθω ότι του τα χρωστάω, μια και ομόρφηνε την εφηβεία μου, τη δική μου και των ανθρώπων της γενιάς μου.Ο Καλατζής μεσουράνησε στο ελληνικό τραγούδι για σχετικά μικρό διάστημα, που ταυτίζεται σχεδόν με τα χρόνια της δικτατορίας, από το 1968 ως το 1974 ας πούμε. Μετά τη μεταπολίτευση συνέχισε για μερικά χρόνια με μικρότερη απήχηση αλλά σταμάτησε νωρίς, περί το 1980, τη δισκογραφία και δεν επανεμφανίστηκε αργότερα, όπως έκαναν άλλοι νεοκυματικοί και λαϊκοί της σειράς του.Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1943 και, όπως διαβάσαμε τώρα, το πρώτο του συγκρότημα ήταν το Τρίο Μορένο. Καριέρα λαϊκού τραγουδιστή έκανε όταν κατέβηκε στην Αθήνα, όπου πρώτα συνεργάστηκε με τον Γιώργο Μητσάκη, που τόσο απλόχερα ανάδειχνε νέους. Το πρώτο τραγούδι που τον έκανε γνωστό ήταν το 1967 το «Πού’σαι καημένε Περικλή«, ακριβώς του Μητσάκη.Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του, που τον καθιερωσε, ήταν το 1968 τα Χρυσά κλειδιά, των Δερβενιώτη-Βίρβου:Μέσα στο 1968 έρχεται και η συνεργασία του με τον Μάνο Λοΐζο και τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, και η συμμετοχή του στον δίσκο Σταθμός, με τραγούδια όπως το Δελφίνι δελφινάκι ή το Παλιό ρολόι.Χαρακτηριστικό είναι πως ο Σταθμός ήταν και ο παρθενικός δίσκος που εξέδωσε η νεοσύστατη τότε εταιρεία MINOS, ενώ δεύτερος, με κωδικό MSM102, ήταν ο πρώτος προσωπικός μεγάλος δίσκος του Γιάννη Καλατζή, με τίτλο το όνομά του, πάλι το 1968. Ο δίσκος, που δεν έχει εκδοθεί σε σιντί, ανοίγει με τα Χρυσά κλειδιά. Στο οπισθόφυλλο του δίσκου σημειώνεται ότι «δεν υπάρχει δεύτερος τραγουδιστής που να γνώρισε τέτοια ‘πυραυλική’ άνοδο σε τόσο λίγο διάστημα».Ο Καλατζής έγινε λοιπόν ένα από τα πρώτα ατού της MINOS, που τον πρόβαλλε δεόντως στις «προσφερόμενες» εκπομπές της στο 2ο πρόγραμμα της Ραδιοφωνίας. Οι νεότεροι ίσως δεν ξέρουν τι σημαίνει αυτός ο όρος -ήταν εκπομπές ημίωρες, που η παραγωγή γινόταν από την κάθε εταιρεία και είχαν μόνο δικά της τραγούδια, συνήθως τα πιο καινούργια. Κάθε εταιρεία είχε τη δική της προσφερόμενη εκπομπή, η μια μετά την άλλη, Κολούμπια, Μίνος και Λύρα, στην πρωινή ζώνη. Η εκπομπή της Μίνος άρχιζε με την εισαγωγή από τους Γλάρους του Γαβαλά, αλλά το σήμα σταματούσε πριν ακουστεί η φωνή του και ανάγγελνε τα τραγούδια της «Οντεόν-Παρλοφόν-Μίνως Μάτσας και υιός». Η Κολούμπια είχε για σήμα την εισαγωγή από τη Συννεφιασμένη Κυριακή και η Λύρα το Ρολόι του Ρωμανού.Στις προσφερόμενες εκπομπές το τραγούδι που προωθούσε η εταιρεία για σουξέ μπορεί να ακουγόταν δύο ή τρεις φορές, διακοπτόμενο από εγκωμιαστικά, διθυραμβικά πες καλύτερα, σχόλια του παρουσιαστή -η σάτιρα του Χάρρυ Κλυνν για τη Λυκομιφών και τον Χάρρυ Ρεζίλη υπερβάλλει, αλλά όχι πολύ. Θυμάμαι, όταν είχε βγει το «Ξενάκι» (σε μουσική και στίχους Σταύρου Κουγιουμτζή), ο παρουσιαστής έκανε διαγωνισμό με το… πανδύσκολο ερώτημα «Ποιο είναι το παράξενο επίθετο που επαναλαμβάνεται εφτά φορές στο τραγούδι». (Είναι όμως επίθετο;)Ο Καλατζής είχε και μια πιο ανάλαφρη πλευρά πλευρά στις συνεργασίες του εκείνη την εποχή, ιδίως με τον Γιώργο Κατσαρό, με τραγούδια πιο άμεσα προσανατολισμένα στο σουξέ, όπως η περίφημη Κυρα-Γιώργαινα και ο Επιπόλαιος. Η Κυρα-Γιώργαινα μεταφράστηκε και σε ξένες γλώσσες (στα γαλλικά την είπε ο Μισέλ Πολναρέφ) και μεγάλο μέρος της επιτυχίας της το οφείλει πιθανώς στη φήμη ότι ο Γιώργος της ιστορίας (που έβαλε το πούρο του, άναψε το πούρο του, μπήκε στο αμάξι του και εντάξει του) δεν ήταν άλλος από τον πρωτοδικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. Η Μηχανή του χρόνου μάς πληροφορεί ότι οι στίχοι του Πυθαγόρα ήταν ένα πείραγμα προς τον συνθέτη, τον Γιώργο Κατσαρό, που κάπνιζε όντως πούρα, κι έτσι μάς χαλάει την ιστορία. Πάντως, με εκπλήσσει αυτό που διαβάζω πως είναι τραγούδι του 1968, το είχα για ένα-δυο χρόνια αργότερα.Άλλη επιτυχία της ίδιας κοπής είναι ο Επιπόλαιος, πάλι του Κατσαρού και του Πυθαγόρα, που έδωσε και τον τίτλο στον δεύτερο προσωπικό δίσκο του Καλατζή και που θυμάμαι να προβάλλεται πολύ επίμονα από τις προσφερόμενες εκπομπές.Από το ίδιο δίδυμο, αλλά με νοσταλγικό μάλλον παρά με εύθυμο ύφος, είχαμε και τον θρυλικό Σταμούλη τον λοχία, που τον συναντάει ο τραγουδιστής στην Αμφιλοχία, παλιό του συμπολεμιστή με το κεφάλι του σταχτί, έναν στίχο που πάμπολλα παιδιά της ηλικίας μου (εγώ πάντως όχι) είχαν ραμονίσει σε «με το κεφάλι του στ’ αυτί». Η μαμά μου, θυμάμαι, είχε παραλλάξει τους στίχους και τους έκανε να λένε για έναν παλιό συμφοιτητή που μαζί του ερευνούσε άγνωστα χημικά στοιχεία -ο καθένας στο μετερίζι του.Αλλά βέβαια αυτό που κυρίως θα μείνει από τον Καλατζή είναι η συνεργασία του με τον Λοΐζο, τον Κουγιουμτζή και άλλους έντεχνους συνθέτες, σε δίσκους – σταθμούς όπως οι Θαλασσογραφίες το 1970, το Όταν ανθίζουν πασχαλιές το 1971 ή το Νάχαμε τι νάχαμε το 1972. Στους δίσκους εκείνους πρωταγωνιστεί ο Καλατζής, σε άμιλλα με έναν άλλον επίσης νέο και ανερχόμενο, που επίσης αναδείχτηκε από τον Μητσάκη, τον Γιώργο Νταλάρα. Στις Θαλασσογραφίες το πάνω χέρι το έχει μάλλον ο Καλατζής, κυρίως χάρη στην αξεπέραστη Τζαμάικα:αλλά στις Πασχαλιές μάλλον ο Νταλάρας. Μου αρέσει ωστόσο πολύ ένα χαρούμενο τραγούδι του Καλατζή από αυτό τον δίσκο, το Γεια χαρά καλή, το οποίο περιέργως είναι σε ποίηση Κώστα Βάρναλη:Η μεταπολίτευση δεν τον σήκωσε τον Καλατζή, σαν να μην ταίριαζε στο νέο κλίμα. Αραιώνει τους δίσκους, συνεργάζεται με τον Καρβέλα, κάνει σουξέ αλλά ευτελέστερα, Στη Χονολουλού-στη Χονολουλού εκεί θα πάει η τρέλα δεν πάει αλλού, και Άντε και αντίο θα σε δω στο πλοίο στις 32 του άλλου του μηνός. Οπότε, αποσύρθηκε αξιοπρεπέστατα και για πολλές δεκαετίες έμεινε σιωπηλός.Ωστόσο, τα τραγούδια του, τόσο αυτά τα λίγα που ξεχώρισα όσο και άλλα θαυμάσια που τα παρέλειψα (και που δεν τα αναφέρω επίτηδες, για να δω ποια θα προτείνετε εσείς στα σχόλια) συνέχισαν να ακούγονται, και πολλά γνώρισαν και επανεκτελέσεις. Κάποιος έγραψε πως ακούγοντας τον Καλατζή ήταν σαν να ακούς τον γείτονα που έχει βγει στο μπαλκόνι με το φανελάκι και τραγουδάει, και τραβάει και μια ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο του όταν παίζει η ορχήστρα. Δεν το έγραψε αυτό για να υποτιμήσει τη φωνή του αλλά για να εξάρει την αίσθηση οικειότητας που σου δημιουργούσε το άκουσμά της.Ας είναι ελαφρύ το χώμα…



17.07.2017 16:00
Ο Νίαλ Φέργκιουσον (Niall Ferguson), είναι Βρετανός ιστορικός και ανατόμος των σύγχρονων κοινωνιών, καθηγητής της ιστορίας του 





Βλέπετε το επαρχιακό Oak Ridge θα γινόταν το λίκνο της ατομικής βόμβας, το απόλυτο σπίτι του Σχεδίου Μανχάταν που θα έδινε τη χαριστική βολή στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο! Κι έτσι έπρεπε να προστατευτεί και να μασκαρευτεί φυσικά καθώς οι ξένοι κατάσκοποι και οι διπλοί πράκτορες καραδοκούσαν σε κάθε κυβερνητικό βήμα. Γι’ αυτό και οι οικίες και τα στρατιωτικά παραπήγματα όφειλαν να ήταν απλά και ταπεινά, όπως ήταν και οι φούρνοι, καίγοντας κάρβουνο αντί για τα πιο σύγχρονα πετρέλαιο και ηλεκτρισμό. Όλα ήταν βέβαια πολύ καλύτερα σχεδιασμένα και εξοπλισμένα από τις αντίστοιχες εγκαταστάσεις του Λος Άλαμος, κάνοντας πολλούς επιτελείς να διαμαρτύρονται για την περιττή πολυτέλεια μιας πόλης που ήθελε να περνά απαρατήρητη.
Η ιατρική περίθαλψη παρεχόταν αποκλειστικά από στρατιωτικούς γιατρούς στις εκεί κλινικές, καθώς τα σούρτα-φέρτα στην πόλη ήταν όσο να πεις περιορισμένα. Η όλη διαδικασία για να μπαινοβγείς ήταν εξάλλου τόσο κοπιώδης και χρονοβόρα που κατέστρεφε μεμιάς την όρεξη για βόλτα στους περισσότερους. Κάθε πολίτης όμως, πληρώνοντας 2,5 δολάρια τον μήνα, είχε πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, με γιατρούς που δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από τους συναδέλφους τους στον εξωτερικό κόσμο.
Σύντομα στήθηκε και μια πινακίδα που έδειχνε και στον πιο αφελή ότι ό,τι συμβαίνει στο Oak Ridge, μένει στο Oak Ridge. Κανείς δεν είχε πια αμφιβολία για το πού είχε μπλέξει…
Επιλεγμένο ειδικά για το απομονωμένο της φύσης του, το Oak Ridge χτίστηκε σχεδόν από το μηδέν και σε χρόνο-αστραπή, καθώς έπρεπε να στεγάσει άμεσα, άμεσα όμως, τους υπαλλήλους του Σχεδίου Μανχάταν. Κάπου 3.000 νοματαίους δηλαδή, οι οποίοι μέσα σε 3 χρόνια θα εκτοξεύονταν στους 75.000! Εξαιρετικά λίγοι ήταν βέβαια αυτοί που ήξεραν τι ήταν στην πραγματικότητα το Oak Ridge και τι φτιαχνόταν στα θεόρατα εργοστάσιά του. Και ακόμα λιγότεροι πού στο καλό είχαν μπλέξει! Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν εξάλλου γυναίκες, κι έτσι οι εξωτερικοί παρατηρητές θα νόμιζαν πως επρόκειτο για κάποια μονάδα παραγωγής δευτερεύοντος πολεμικού εξοπλισμού. Και εξωτερικά ήταν άλλωστε θελκτικό και ευχάριστο στο μάτι, σαν κάθε άλλη πολίχνη του αμερικανικού Νότου, που είχαν όσο να πεις τις παραξενιές τους. Το Oak Ridge ήταν γεμάτο από δραστηριότητες αναψυχής, όπως πισίνες και βιβλιοθήκες, την ίδια ώρα που πλάι στα 13 μανάβικα υπήρχε μια ορχήστρα και άφθονες πίστες για χορό.
Το ειρηνικό του τοπίου διακοπτόταν ωστόσο από δυσανάλογα πολλά στρατιωτικά φυλάκια, εξονυχιστικούς ελέγχους και βίζες εισόδου-εξόδου, την ίδια ώρα που ήταν εξόχως ενοχλητικός στο μάτι αυτός ο πελώριος φράχτης που περικύκλωνε την πόλη. Όλοι οι κάτοικοι ήταν άλλωστε σε καθεστώς καραντίνας και κανείς δεν γνώριζε τι κάνει ο διπλανός του, αφήνοντας τα επαγγελματικά καθήκοντα και την ίδια την καθημερινότητα πραγματικό μυστήριο. Ποιος θα ήθελε να φύγει όμως από τον μικρό αυτό επίγειο παράδεισο και ποιος θα τολμούσε να αμφισβητήσει την ομοσπονδιακή κυβέρνηση που του χάρισε τέτοιες πολυτέλειες καταμεσής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου; Και θα ήταν μάλιστα μόνο μετά το χτύπημα της Ιαπωνίας με τις δύο ατομικές βόμβες που θα πληροφορούνταν οι ανυποψίαστοι πολίτες του Oak Ridge σε τι είχαν συμμετάσχει…
Ξεκινώντας από το 1942, η κεντρική κυβέρνηση των ΗΠΑ άρχισε να δεσμεύει με πάσα μυστικότητα περισσότερα από 60.000 στρέμματα σε μια απομονωμένη κοιλάδα του ανατολικού Τενεσί, ώστε να φιλοξενηθούν οι δομές του Σχεδίου Μανχάταν, του πιο φιλόδοξου πολεμικού ονείρου Συμμάχων και Άξονα. Η κυβέρνηση χρειαζόταν άφθονη γη για να στηθούν τα εργοστάσια επεξεργασίας πυρηνικών υλικών και κάθε μυστικότητα φυσικά για να μην τραβήξει την προσοχή των ξένων κατασκόπων. Το αποτέλεσμα ήταν η μυστική πόλη του Oak Ridge, μια ερμητική πολιτεία που στέγαζε τους υπαλλήλους και τις φαμίλιες τους και μερικές χιλιάδες στρατιώτες να τους φυλούν. Ή, σωστότερα, να φυλούν την πόλη από αυτούς και την όποια αδιακρισία τους!
Οι υπάλληλοι είχαν υπογράψει εξάλλου ρήτρες εχεμύθειας και δεν γνώριζαν τον συνολικό σκοπό του Oak Ridge, παρά ο καθείς τα εκάστοτε καθήκοντά του. Με αυτά και με εκείνα, η πολίχνη έφτασε να μετρά 75.000 ανθρώπους, υπάλληλοι στις πυρηνικές φάμπρικες οι περισσότεροι και στις συνοδευτικές υπηρεσίες. Αν και παραήταν πολλοί αυτοί που ασχολούνταν με την καθημερινή υπόμνηση στους κατοίκους ότι έπρεπε πάση θυσία να κρατούν στόματα, μάτια και αυτιά ερμητικά κλειστά! Ειδικά σε όσους εργάζονταν στο ουράνιο. Και υπήρχαν φυσικά και αυτές οι εφτά πύλες εισόδου στην πόλη, τα μόνα ρήγματα στο πελώριο τείχος, που έκαναν σωστό μαρτύριο τα πηγαινέλα στο Oak Ridge.
Η «Ατομική Πόλη», όπως θα έμενε αργότερα γνωστή στην Ιστορία, ήταν στα χρόνια της ακμής της η «Μυστική Πόλη» ή η «Πόλη πίσω από τον Φράχτη». Παρά την εξαναγκασμένη εχεμύθεια των κατοίκων όμως και τις τόσες δομές ελέγχου ώστε να κρατούνται τα στόματα κλειστά, υπήρχαν και πράγματα που δεν μπορούσαν να κρυφτούν από τη δημόσια θέα. Όπως αυτό το «εργοστάσιο» που έβλεπαν οι αγρότες γύρω από το Oak Ridge και κάλυπτε 44 ολόκληρα στρέμματα. Και σε περίπτωση που διερωτάστε, ήταν το μεγαλύτερο κτίριο του κόσμου στις αρχές της δεκαετίας του 1940, μόνο που οι ΗΠΑ δεν μπορούσαν να κοκορευτούν για το κατασκευαστικό κατόρθωμά τους, μιας και ήταν απολύτως μυστικό! Αυτή ήταν η βασική δομή επεξεργασίας του ουρανίου Κ-25, ο ακρογωνιαίος λίθος του Σχεδίου Μανχάταν. Το οποίο μπορεί να είχε άλλη έδρα, επιστημονική κυρίως, εδώ χτυπούσε όμως η πραγματική καρδιά του.
Μια μυστική πόλη δεν ήταν όμως εύκολο να κρατηθεί μυστική και εδώ έπρεπε να σκεφτούν δαιμόνια όσοι την είχαν χαράξει. Τμήμα της πόλης, ας πούμε, ήταν ανοιχτό στον υπόλοιπο κόσμο, μόνο που όλοι οι επισκέπτες, που έρχονταν κυρίως για αυτή την τεράστια πισίνα και τα κέντρα διασκέδασης, υποβάλλονταν σε τόσο εξονυχιστικούς ελέγχους που το σκέφτονταν δεύτερη και τρίτη φορά να πεταχτούν ως το Oak Ridge.
Το μεγαλύτερο μέρος της πόλης παρέμενε πάντως κλειστό τόσο στους γείτονες όσο και τους ίδιους τους κατοίκους και μόνο όσοι είχαν καλό λόγο μπορούσαν να μπουν. Όποιος έκανε μάλιστα πολλές ερωτήσεις ή πιανόταν να χώνει τη μύτη του εκεί που δεν έπρεπε, έμενε αμέσως άνεργος και άστεγος. Η αθρόα εισροή χιλιάδων υπαλλήλων μέσα σε τρία μόλις χρόνια μετέτρεψε το Oak Ridge σε πραγματικό εργοτάξιο. Η πόλη στέγαζε πια 10 σχολεία, 7 κινηματοθέατρα, 17 εστιατόρια και καφετέριες, 13 μανάβικα και μικρά σουπερμάρκετ, 17 εκκλησίες, μια πλήρη συμφωνική ορχήστρα και τόσα προκατασκευασμένα σπίτια που να χωρούν τις 75.000 ψυχές.
Το Oak Ridge δεν ήταν όμως εντελώς άδειο όταν το δέσμευσε για τους πολεμικούς σκοπούς της η κυβέρνηση. Τουναντίον! Ήταν μια πολύβουη, αν και αρκούντως αραιοκατοικημένη, αγροτική κοινότητα που είδε ξαφνικά κολλημένα στις πόρτες των σπιτιών της χαρτιά επείγουσας έξωσης! Από δύο ως έξι βδομάδες είχαν οι παραδοσιακοί κάτοικοί του καιρό να εγκαταλείψουν τα σπίτια και το βιος τους, και μια υπόσχεση φυσικά για την άμεση αποζημίωσή τους. Όπως ήταν φυσικό, η όλη εκκένωση του παλιού Oak Ridge ήταν μια βίαιη διαδικασία, καθώς ο χρόνος πίεζε και ώρα για τα καμώματα των πολιτών δεν υπήρχε.
Την ίδια στιγμή, η κομητεία που στέγαζε το Oak Ridge έχασε κάπου 400.000 δολάρια τον χρόνο από τη φορολογία στους αγρότες, μιας και το 1/7 της γης της ήταν πια σε ομοσπονδιακά χέρια. Περιττό να αναφερθεί ότι ο βεβιασμένος τρόπος με τον οποίο περιήλθε το Oak Ridge στην κατοχή της κυβέρνησης προκάλεσε τριγμούς μεταξύ των νέων κατοίκων της πόλης και των γειτόνων τους καθ’ όλη τη διάρκεια του Σχεδίου Μανχάταν. Το μόνο πράγμα που επέτρεψε η κυβέρνηση στους παλιούς κατοίκους του Oak Ridge ήταν η δυνατότητα να ενταφιάζονται στο ιστορικό κοιμητήριό του, κι αυτό όμως με την προϋπόθεση να είναι το φέρετρο ανοιχτό και να «ξεσκονίζεται» ο νεκρός από τους φύλακες! Οι περιπέτειες της κυβέρνησης με το Oak Ridge δεν τέλειωσαν φυσικά εδώ, καθώς η όλη επιχείρηση ήταν δυσβάσταχτα δαπανηρή για τις ΗΠΑ. Η κατασκευή των τριών εργοστασίων εμπλουτισμού του ουρανίου και διαχωρισμού των ισοτόπων του (οι μονάδες K-25, S-50 και Y-12) εξάντλησε τα αποθέματα χαλκού, την ίδια ώρα που η κυβέρνηση έπρεπε να δανειστεί τώρα 14.700 τόνους ράβδων αργύρου από το Εθνικό Θησαυροφυλάκιο ώστε να χρησιμοποιηθούν ως αγωγοί για τα πηνία των ηλεκτρομαγνητών!
Το Oak Ridge δεν έπαυε όμως να είναι πόλη του Νότου, κι έτσι έπρεπε να τηρηθούν κατά γράμμα οι ρατσιστικές πολιτικές διαχωρισμού των Αφροαμερικανών από τους λευκούς πολίτες! Αυτός ήταν ο όρος που έθεσε το μπλοκ των γερουσιαστών του Νότου, και των δύο μάλιστα κομμάτων, ώστε να ψηφίσουν στο Κογκρέσο την κατεπείγουσα κατασκευή της πόλης. Ο ρόλος των μαύρων πολιτών ήταν εξάλλου περιορισμένος και υποβαθμισμένος στο Oak Ridge. Τους είχαν για φτηνά εργατικά χέρια, ώστε να στηθεί το «θαύμα» σε χρόνο-αστραπή, και τις γυναίκες τους για καθαρίστριες. Οι «νέγροι», όπως αναφέρονται χαρακτηριστικά στα επίσημα κιτάπια της πόλης, ζούσαν στο δικό τους καντόνι, το οποίο ήταν γεμάτο από παράγκες. Σκέψεις υπήρξαν να φτιάξουν στους μαύρους σπίτια σαν των λευκών, μόνο που τελικά δεν έγινε ποτέ, μιας και πάντα υπήρχαν πιεστικότερες προτεραιότητες. Μέχρι το φθινόπωρο του 1955, η εκπαίδευση λευκών και μαύρων παιδιών στο Oak Ridge ήταν απόλυτα διαχωρισμένη και τα «νεγράκια», όπως τα χαρακτηρίζουν τα δημοτολόγια της πόλης, έπρεπε να πάνε σε σχολεία εκτός πόλης, μιας και όλες οι εκπαιδευτικές δομές του Oak Ridge ήταν αποκλειστικά για τους λευκούς. Αυτή είναι μια πτυχή της ιστορίας της ατομικής βόμβας που παραλείπεται συνήθως, μιας και η κατασκευή του φοβερότερου όπλου της ανθρωπότητας είχε κι αυτή το ρατσιστικό της μερίδιο.
Η μυστική πόλη δεν θα ζούσε εξάλλου για πολύ και όλοι έλπιζαν να ξεχαστούν σύντομα τα όσα έλαβαν εκεί χώρα. Δύο χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο άλλωστε, η πόλη πέρασε προοδευτικά σε πολιτειακά χέρια. Οι πολίτες πληροφορήθηκαν για το πού δούλευαν και τι πραγματικά έκαναν μόνο μετά τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, όταν τους ενημέρωσαν αδιάφορα ότι δεν ήταν καθόλου απίθανο να έχουν προσβληθεί από φονικές δόσεις ραδιενέργειας.
Μόνο τότε κατάλαβαν γιατί φορούσαν εκείνες τις ογκώδεις στολές και γιατί υποβάλλονταν καθημερινά σε ιατρικά τσεκάπ. Όσο για τη συχνότατη χρήση των ανιχνευτών ψεύδους πάνω τους, τώρα έβγαζε κάποιο νόημα. Ο πληθυσμός του Oak Ridge συρρικνώθηκε τάχιστα στα επόμενα χρόνια, απομένοντας μόνο καμιά πεντακοσαριά νοματαίοι που δουλεύουν ακόμα και σήμερα σε πυρηνικές ή άλλες ερευνητικές δομές. Εκεί (στο Εθνικό Εργαστήριο του Oak Ridge) φτιάχτηκε εξάλλου ο υπερ-υπολογιστής «Τιτάνας» το 2012.
Στις τόσες δεκαετίες που μας χωρίζουν από την ακμή της μυστικής πόλης, αρκετοί εργάτες και υπάλληλοι έχουν ανοίξει το στόμα τους για τις εμπειρίες τους. Όλοι μίλησαν για ένα παράξενο όργανο που κολλούσαν συνεχώς οι ειδικοί πάνω σε όλα τα πράγματα. Το όργανο αυτό δεν ήταν τίποτα άλλο από μετρητής γκάιγκερ και αυτό που έλεγχε ήταν τα επίπεδα ακτινοβολίας. Σήμερα ο αμερικανός πολίτης (αποκλειστικά, μιας και χρειάζεσαι ταυτότητα) μπορεί να περιηγηθεί στις δομές της μυστικής πόλης που μοιάζει πια με πόλη-φάντασμα, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της καλύπτεται από τη σκόνη και τα φαντάσματα του παρελθόντος. Η πισίνα πάντως, μια από τις μεγαλύτερες των ΗΠΑ ακόμα και σήμερα, παραμένει επισκέψιμη. Όλες οι ιστορικές φωτογραφίες τραβήχτηκαν από τον μόνο φωτογράφο που πήρε ποτέ εξουσιοδότηση να μπει και να απαθανατίσει τις δομές και την καθημερινότητα στην ιδιαίτερη αυτή πολιτεία του Νότου, τον Εντ Γουέστκοτ.
Χρόνια αργότερα, το Υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ τις άφησε να κυκλοφορήσουν ελεύθερες, παρέχοντάς μας χορταστικές ματιές σε μια εποχή που φαίνεται να έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Όταν η εχεμύθεια των κατοίκων παραήταν σημαντική δηλαδή για ένα ολόκληρο έθνος, πιθανότατα και για την οικουμένη ολάκερη. Και παρά το γεγονός ότι οι πολίτες του Oak Ridge δεν ήξεραν τι ακριβώς κρατούσαν μυστικό…Πηγή: newsbeast.gr



