ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.

Παραμένοντας στην ίδια εποχή, μια περίοδο ουκ ολίγων τεχνικών δυσκολιών για τις τηλεπικοινωνίες, δεν ήταν καθόλου σίγουρο πως οι δυο συνομιλητές θα ήταν στην ίδια γραμμή! Κι αν ήταν, η τηλεφωνική κλήση θύμιζε κάποιες φορές ραδιόφωνο με χαλασμένη κεραία, μιας και τα παράσιτα κάλυπταν τις πνιχτές ανθρώπινες λαλιές. «Πάρε το μηδέν», βροντοφώναζε ο ένας στον άλλο, μπας και καθαρίσει η γραμμή και τελεσφορήσει η συνομιλία. Και καθάριζε. Συνήθως. Ενίοτε. Κάποιες φορές, τέλος πάντων! Ήταν τα χρόνια που τα χαρακτηριστικά γκρι τηλέφωνα με το καλώδιο σπιράλ και το καντράν που αν δεν πρόσεχες σου μάγκωνε το δάχτυλο υπήρχαν σε κάθε σπίτι, ευγενική προσφορά του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος. Τα τηλέφωνα που κουδούνιζαν μανιασμένα και αυτό το χαρακτηριστικό «ντριν» έρχονταν συνήθως μετά κόπων και βασάνων, καθώς η σύνδεση της τηλεφωνικής γραμμής απαιτούσε ιώβεια υπομονή αλλά και μια καλή δόση «μέσου», για να μην περιμένεις κάνα τρίμηνο δηλαδή για να μιλήσεις με τη μάνα σου στο χωριό. Και τότε, μια χαρμόσυνη μέρα, κατέφτανε ο τεχνικός του ΟΤΕ στο σπίτι και γινόταν πανηγύρι στη γειτονιά για το ανεπανάληπτο του γεγονότος! Η ευτυχία περνούσε βέβαια γρήγορα, καθώς το μαραφέτι είχε όσο να πεις τις παραξενιές του: παράσιτα, μπερδεμένες γραμμές, ενοχλητικές συνακροάσεις και νεύρα τσατάλια.
«Πάρε το μηδέν», άκουγες με οργή από την άλλη άκρη της γραμμής. Και το έπαιρνες, μην ξέροντας καν αν δούλευε το πράγμα ή αν ήταν άλλος ένας τεχνολογικός μύθος από αυτούς που κυκλοφορούσαν αδέσποτοι σε εποχές που δεν υπήρχε το ίντερνετ να μας λύνει τις απορίες. Τι ίντερνετ, εδώ μιλάμε για καιρούς που το τηλεφώνημα δεν ήταν καν ιδιωτικό. Και δεν αναφερόμαστε καν στον μεγάλο σπιούνο, το ντούμπλεξ (τη δεύτερη τηλεφωνική συσκευή στην ίδια γραμμή), αλλά για το γεγονός ότι όλο και κάποιος άλλος θα τρύπωνε στην κλήση, άθελά του ο φουκαράς, καθώς μόνο ωτακουστής δεν ήταν ο καψερός, αν και το μπέρδεμα έφερνε άλλοτε γέλια και άλλοτε νεύρα, σίγουρα διαπληκτισμούς αλλά και νέες γνωριμίες αναγκαστικά. Τόσοι και τόσοι έρωτες ξεκίνησαν από τις μπλεγμένες γραμμές του ΟΤΕ! Τόσα και τόσα «λαβράκια» βγήκαν από τις αθέλητες αυτές συνακροάσεις… Το «πάρε το μηδέν» έγινε έτσι μια από τις δημοφιλέστερες φράσεις της δεκαετίας του 1980. Δεν ήταν βέβαια μόνο για να βγει ο άλλος από το βάθος της γραμμής ή να καθαρίσει η κλήση. Συνηθέστατα ήταν και τρόπος για να αποφύγεις ένα άβολο τηλεφώνημα, σε εποχές που δεν είχαμε καν αναγνώριση κλήσης(!), «δεν σας ακούω καθόλου, παρακαλώ πάρτε το μηδέν». Κι έτσι γλίτωνες εύκολα και γρήγορα με μια προκατασκευασμένη δικαιολογία που όλοι έπαιρναν για αλήθεια. Οι περισσότεροι πίστευαν εξάλλου πως κάτι γινόταν αν καλούσες το μηδέν, σχηματίζοντας με το δάχτυλό σου τη μεγαλύτερη διαδρομή του καντράν, που όσοι το θυμούνται ξέρουν πόσο άβολο ήταν όλο αυτό και πόσα μπορούσαν φυσικά να πάνε στραβά. Κολλούσε βλέπετε το αναθεματισμένο και τα ατυχήματα δεν ήταν καθόλου απρόοπτα. Η πλάκα είναι πως είχαν πολύ καλό να πιστεύουν πως κάτι άλλαζε μαγικά αν έπαιρνες το μηδέν, όσο κι αν το πράγμα κινούνταν πάντα μεταξύ πραγματικότητας και μύθου. Όπως και όλα τα ’80s άλλωστε…
Τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 τα τηλεφωνικά κέντρα του ΟΤΕ ήταν αναλογικά. Όταν σήκωνες λοιπόν το ακουστικό στο σπίτι σου, η κίνηση αυτή ενεργοποιούσε το κέντρο του ΟΤΕ και κάθε γύρισμα του καντράν αντιπροσωπευόταν από μια αντίστοιχη διαδρομή στο τηλεφωνικό κέντρο, κάνοντας κι έναν μονότονο μηχανικό θόρυβο. Το «0» ήταν λοιπόν η μεγαλύτερη διαδρομή του καντράν και, αναγκαστικά, η μεγαλύτερη διαδρομή του τηλεφωνικού κέντρου του ΟΤΕ. Και ήταν αυτό το τεχνικό χαρακτηριστικό που καθάριζε τη γραμμή από θορύβους, παράσιτα και αδιάκριτες συνακροάσεις, καθώς το γύρισμα όλου του καντράν (και του αντίστοιχου επιλογέα στο κέντρο) έδινε μεγαλύτερη ισχύ στην κλήση απαλλάσσοντας τη γραμμή από τις περιπέτειές της. Κι αν δεν δούλευε με την πρώτη, τεχνικά ήταν σωστό να πάρεις το μηδέν και δεύτερη ή και τρίτη φορά, μέχρι να πετύχεις το επιθυμητό αποτέλεσμα. Εγγυημένο δεν ήταν στα σίγουρα, δούλευε όμως και μάλιστα ικανοποιητικά. Ζώντας εξάλλου στο μεγάλο χωριό που έλεγαν Ελλάδα, όλοι είχαν έναν μπάρμπα στον ΟΤΕ που θα άνοιγε το στόμα του αποκαλύπτοντας το μεγάλο μυστικό. Από τις αρχές των ’80s όμως, ο ΟΤΕ άρχισε να αλλάζει τα παλιά και αναλογικά τηλεφωνικά κέντρα με ψηφιακά, μια διαδικασία που θα έπαιρνε ωστόσο τον χρόνο της και θα κρατούσε μπόλικα χρονάκια, τουλάχιστον ως τα μέσα των ’90s. Τα παλιά τηλεφωνικά κέντρα, αυτά που γαλούχησαν γενιές και γενιές Ελλήνων, δούλευαν με επιλογείς, καλωδιάκια, συρματάκια, πλατίνες και γρανάζια και πολλά ήταν αυτά που πήγαιναν στραβά στους πολύπλοκους και αρκούντως φθαρτούς μηχανισμούς εκεί που κανονικά δεν θα έπρεπε.
Κι έτσι σήκωνες το τηλέφωνο να πάρεις ιδρωμένος από άγχος τους γονείς σου, για να δικαιολογήσεις την τεράστια βραδινή σου αργοπορία, και στη γραμμή συνομιλούσαν άλλοι! Ή καλούσες τον φίλο σου και έβγαινε μια γυναικεία φωνή προχωρημένης ηλικίας. Ήταν όλες αστοχίες υλικού του τηλεφωνικού κέντρου, μόνο που αυτές δεν λύνονταν αν έπαιρνες το μηδέν. Το «πάρε το μηδέν» έγινε έτσι το σήμα-κατατεθέν μιας περίεργης για τις τηλεπικοινωνίες εποχής, όταν σήμαινε κάτι απτό και αφορούσε στην πεζή καθημερινότητα. Σήμερα έχει μείνει απλώς ως έκφραση ότι οι δυο φυσικοί συνομιλητές μαζί μιλάνε, χώρια καταλαβαίνουν («σύνδεση με Κάιρο» το λέγαμε επίσης κάποτε), ως απομεινάρι δηλαδή του ένδοξου τεχνολογικού μας παρελθόντος. Μετά ήρθε το τηλέφωνο με τα κουμπάκια και οι διπλές τηλεφωνικές γραμμές στο σπίτι του Νεοέλληνα, όταν τίποτα το περίεργο δεν συνέβαινε πια. Πόσο μάλλον που κάποια στιγμή αποβιβάστηκε και το κινητό και όλα αυτά μπήκαν πια στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Το πόσο κόπιαζε όμως το δάχτυλο για να καλέσει κάποιον το θυμόμαστε ακόμα όσοι το ζήσαμε, καθώς το σώμα έχει μνήμη.πηγή: newsbeast.gr
Κέρδος online 24/7/2017 8:00

Πλέον η συμμετοχή στις αγροτικές εργασίες και τα παιχνίδια στη εξοχή έγιναν παρελθόν. Κλείστηκε στο σπίτι. Με κάποιο τρόπο έπρεπε να γεμίσει τον χρόνο της.Αποπειράται να κεντήσει. Διαθέτει μόνο το αριστερό χέρι – κι αυτό ανάπηρο! Εφευρίσκει, μετά από επίπονες προσπάθειες, έναν τρόπο να σταθεροποιεί το ύφασμα του κεντήματος: με μια παραμάνα συγκρατεί το ύφασμα πάνω στο φόρεμά της και το κρατά ανάμεσα στα πόδια. Κεντάει με το «κουτσό», το αριστερό. Κεντάει, ξηλώνει και ξανά από την αρχή. Μετά από κοπιώδεις προσπάθειες, μαθαίνει την τεχνική του κεντήματος.Συλλαμβάνει – έπειτα από πολλές ώρες εργασίας – την «καφασοβελονιά», κάτι εντελώς πρωτόγνωρο για τις τότε γνωστές τεχνικές.Η γειτονιά ολόκληρη δείχνει εξαιρετικό θαυμασμό για τη νέα αυτή τεχνική και το αισθητικό της αποτέλεσμα. Η Μαρία ενθουσιάζεται και αρχίζει να εμπλουτίζει την τεχνική της, την οποία εξελίσσει σε ολόκληρη, ιδιαίτερη, νέα κεντητική τέχνη. Οι συνθέσεις της απεικονίζουν σκηνές και αντικείμενα από την πλούσια φύση του χωριού. Η «καφασοβελονιά», συγκεκριμένα, είναι εμπνευσμένη από το καφασωτό του γυναικωνίτη της εκκλησίας. Άλλα σχέδια είναι οι μαργαρίτες, τα φυλλαράκια, τα φιοράκια, τα ροδάκια και συνδυασμοί αυτών. Έπειτα προσθέτει τις σφραγίδες, τις κουπούλες, το σταυρογάζι, το ψαράγκαθο και την οκτωμισοροδούλα. Οι συνδυασμοί όλων αυτών γίνονται πολυσύνθετες απεικονίσεις.
Η «νέα τέχνη», η Καρσάνικη Βελονιά ξεπερνά τα όρια τις γειτονιάς και διαδίδεται σε όλο το χωριό, πράγμα το οποίο τονώνει την ψυχοσύνθεση της Μαρίας, αλλά και τις δίνει την απαραίτητη ώθηση προκειμένου να συνεχίσει και να τελειοποιήσει αυτήν εξαιρετικά επίπονη εργασία με το εξαιρετικά καλαίσθητο αποτέλεσμα.Η συνάντηση με τη νύφη του Βαλαωρίτη και η Βασίλισσα ΌλγαΗ Ζωή Βαλαωρίτη – νύφη του εθνικού ποιητή – Αριστοτέλη Βαλαωρίτη πληροφορείται για την τέχνη του Καρσάνικου Κεντήματος και επισκέπτεται την Μαρία στο σπίτι της, όπου μένει έκθαμβη από τα αριστουργήματά της. Μεταφέρει τα νέα στη βασίλισσα Σοφία και αυτή εντυπωσιάζεται με τη σειρά της από τα κεντήματα. Έτσι ιδρύεται, με την αρωγή της Βασιλικής Πρόνοιας, το 1912 η πρώτη σχολή καρσάνικου κεντήματος στην Καρυά. Βασική δασκάλα είναι η ίδια η Μαρία η Κουτσωχέρω. Ο αριθμός των μαθητριών εξ αρχής είναι μεγάλος.
Τραπεζομάνδηλα, σεντόνια, πετσέτες, σεμέν, τραπεζοκαρέ, πάντες, μαξιλαροθήκες και άλλα κομμάτια μοναδικής ομορφιάς – από την άλλη, μπαίνουν σε μπαούλα και ταξιδεύουν για το Παλάτι και την προίκα της βασίλισσας. Η Σχολή στεγάζεται στο κτήριο της οικογένειας Νάστου – λίγο πιο κάτω από την Πλατεία της Καρυάς – το οποίο υπήρξε, έως το 1854, το εξοχικό του Άγγλου έπαρχου στο νησί της Λευκάδος.
Ο «Κουτσαργύρης»Η ίδια η Κουτσωχέρω πείθει και έναν άνδρα να συμμετάσχει στη δημιουργία κεντημάτων, ο οποίος είναι κι αυτός ανάπηρος από τον πόλεμο του 1912: τον Αργύρη. «Δεν υπάρχει γυναικεία και ανδρική δουλειά» του λέει. Το ακμαίο και ασίγιστο πνεύμα της τελικά τον κάνει να συμφωνήσει και να αρχίσει να εργάζεται. Ο Αργύρης ή Κουτσαργύρης – κυρίως εμπνεόμενος από το ψυχικό σφρίγος της ανάπηρης Μαρίας – εργάζεται πάνω στην τεχνική με ζήλο και μεράκι. Κάποια από τα σχέδιά του είναι, ίσως, μέσα στην λίστα με τα ομορφότερα και τα πιο διαδεδομένα σχέδια του Καρσάνικου Κεντήματος. Πρέπει να είναι από τους ελάχιστους άνδρες κεντητές στην Ελλάδα και από τους λίγους, γενικότερα, παγκοσμίως.Το Καρσάνικο Κέντημα στην ΕυρώπηΌλες αυτές οι εξελίξεις καθιστούν το Καρσάνικο Κέντημα απαραίτητο στοιχείο για μια ολοκληρωμένη γυναικεία προίκα. Από τη Βασιλική Πρόνοια το κέντημα γίνεται γνωστό σε όλα τα ευρωπαϊκά βασιλικά σαλόνια. Φτάνουν παραγγελίες από όλη σχεδόν την Ευρώπη. Το ισπανικό παλάτι – οι παραγγελίες του οποίου είναι γνωστές – αποκτά εκατοντάδες εργόχειρα. Δεν είναι, όμως, αποκλειστικά βασιλικό προνόμιο! Χιλιάδες σπίτια ανθρώπων όλων των οικονομικών καταστάσεων κοσμούνται από Καρσάνικα Κεντήματα. Από τότε μέχρι σήμερα η πορεία του Καρσάνικου Κεντήματος είναι αδιάκοπτη και σ’ αυτό συμβάλει καθοριστικά η ευαισθησία και η λεπτότητα των γυναικών της Καρυάς.
Κάθε κεντήστρα έχει πάντα τη δυνατότητα να εφαρμόσει στα κεντήματά της τη δική της έμπνευση παράγοντας, έτσι, νέα, ιδιαίτερα, μοναδικά σχέδια. Κάποια μοτίβα, πάντως, μένουν αναλλοίωτα όπως τα πρωτοέφτιαξε η Μαρία. Σήμερα οι κεντήστρες του Καρσάνικου Κεντήματος είναι λίγες, παρ’ όλα αυτά εργάζονται με το ίδιο πάθος προκειμένου να ολοκληρώσουν κάθε εργόχειρο. Σιγά – σιγά το κέντημα σπανίζει και αποτελεί είδος ιδιαίτερης αξίας: τόσο αισθητικής, όσο και ιστορικής.Το Καρσάνικο Κέντημα είναι ένα καλλιτέχνημα που δένει άψογα με κάθε εσωτερική (αλλά και εξωτερική) διακόσμηση, με κάθε τύπο επίπλων και ηλεκτρικών, με κάθε χρώμα του περιβάλλοντα χώρου, καθώς το χρωματολόγιο είναι μεγάλο. Γράφοντας αυτό το μικρό κείμενο για το Καρσάνικο Κέντημα, θέλω να εκφράσω το θαυμασμό μου για τη ψυχική δύναμη των πρωτεργατών του: της Κουτσωχέρως και του Κουτσαργύρη. Ψυχική δύναμη που μπορεί να οδηγήσει σε ιστορικές τομές.Πηγή: www.mixanitouxronou.gr