Ήταν αστικός μύθος ή πραγματικότητα το «Πάρε το μηδέν» για να καθαρίσει η γραμμή του ΟΤΕ;

Παραμένοντας στην ίδια εποχή, μια περίοδο ουκ ολίγων τεχνικών δυσκολιών για τις τηλεπικοινωνίες, δεν ήταν καθόλου σίγουρο πως οι δυο συνομιλητές θα ήταν στην ίδια γραμμή! Κι αν ήταν, η τηλεφωνική κλήση θύμιζε κάποιες φορές ραδιόφωνο με χαλασμένη κεραία, μιας και τα παράσιτα κάλυπταν τις πνιχτές ανθρώπινες λαλιές. «Πάρε το μηδέν», βροντοφώναζε ο ένας στον άλλο, μπας και καθαρίσει η γραμμή και τελεσφορήσει η συνομιλία. Και καθάριζε. Συνήθως. Ενίοτε. Κάποιες φορές, τέλος πάντων! Ήταν τα χρόνια που τα χαρακτηριστικά γκρι τηλέφωνα με το καλώδιο σπιράλ και το καντράν που αν δεν πρόσεχες σου μάγκωνε το δάχτυλο υπήρχαν σε κάθε σπίτι, ευγενική προσφορά του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος. Τα τηλέφωνα που κουδούνιζαν μανιασμένα και αυτό το χαρακτηριστικό «ντριν» έρχονταν συνήθως μετά κόπων και βασάνων, καθώς η σύνδεση της τηλεφωνικής γραμμής απαιτούσε ιώβεια υπομονή αλλά και μια καλή δόση «μέσου», για να μην περιμένεις κάνα τρίμηνο δηλαδή για να μιλήσεις με τη μάνα σου στο χωριό. Και τότε, μια χαρμόσυνη μέρα, κατέφτανε ο τεχνικός του ΟΤΕ στο σπίτι και γινόταν πανηγύρι στη γειτονιά για το ανεπανάληπτο του γεγονότος! Η ευτυχία περνούσε βέβαια γρήγορα, καθώς το μαραφέτι είχε όσο να πεις τις παραξενιές του: παράσιτα, μπερδεμένες γραμμές, ενοχλητικές συνακροάσεις και νεύρα τσατάλια.
«Πάρε το μηδέν», άκουγες με οργή από την άλλη άκρη της γραμμής. Και το έπαιρνες, μην ξέροντας καν αν δούλευε το πράγμα ή αν ήταν άλλος ένας τεχνολογικός μύθος από αυτούς που κυκλοφορούσαν αδέσποτοι σε εποχές που δεν υπήρχε το ίντερνετ να μας λύνει τις απορίες. Τι ίντερνετ, εδώ μιλάμε για καιρούς που το τηλεφώνημα δεν ήταν καν ιδιωτικό. Και δεν αναφερόμαστε καν στον μεγάλο σπιούνο, το ντούμπλεξ (τη δεύτερη τηλεφωνική συσκευή στην ίδια γραμμή), αλλά για το γεγονός ότι όλο και κάποιος άλλος θα τρύπωνε στην κλήση, άθελά του ο φουκαράς, καθώς μόνο ωτακουστής δεν ήταν ο καψερός, αν και το μπέρδεμα έφερνε άλλοτε γέλια και άλλοτε νεύρα, σίγουρα διαπληκτισμούς αλλά και νέες γνωριμίες αναγκαστικά. Τόσοι και τόσοι έρωτες ξεκίνησαν από τις μπλεγμένες γραμμές του ΟΤΕ! Τόσα και τόσα «λαβράκια» βγήκαν από τις αθέλητες αυτές συνακροάσεις… Το «πάρε το μηδέν» έγινε έτσι μια από τις δημοφιλέστερες φράσεις της δεκαετίας του 1980. Δεν ήταν βέβαια μόνο για να βγει ο άλλος από το βάθος της γραμμής ή να καθαρίσει η κλήση. Συνηθέστατα ήταν και τρόπος για να αποφύγεις ένα άβολο τηλεφώνημα, σε εποχές που δεν είχαμε καν αναγνώριση κλήσης(!), «δεν σας ακούω καθόλου, παρακαλώ πάρτε το μηδέν». Κι έτσι γλίτωνες εύκολα και γρήγορα με μια προκατασκευασμένη δικαιολογία που όλοι έπαιρναν για αλήθεια. Οι περισσότεροι πίστευαν εξάλλου πως κάτι γινόταν αν καλούσες το μηδέν, σχηματίζοντας με το δάχτυλό σου τη μεγαλύτερη διαδρομή του καντράν, που όσοι το θυμούνται ξέρουν πόσο άβολο ήταν όλο αυτό και πόσα μπορούσαν φυσικά να πάνε στραβά. Κολλούσε βλέπετε το αναθεματισμένο και τα ατυχήματα δεν ήταν καθόλου απρόοπτα. Η πλάκα είναι πως είχαν πολύ καλό να πιστεύουν πως κάτι άλλαζε μαγικά αν έπαιρνες το μηδέν, όσο κι αν το πράγμα κινούνταν πάντα μεταξύ πραγματικότητας και μύθου. Όπως και όλα τα ’80s άλλωστε…
Τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 τα τηλεφωνικά κέντρα του ΟΤΕ ήταν αναλογικά. Όταν σήκωνες λοιπόν το ακουστικό στο σπίτι σου, η κίνηση αυτή ενεργοποιούσε το κέντρο του ΟΤΕ και κάθε γύρισμα του καντράν αντιπροσωπευόταν από μια αντίστοιχη διαδρομή στο τηλεφωνικό κέντρο, κάνοντας κι έναν μονότονο μηχανικό θόρυβο. Το «0» ήταν λοιπόν η μεγαλύτερη διαδρομή του καντράν και, αναγκαστικά, η μεγαλύτερη διαδρομή του τηλεφωνικού κέντρου του ΟΤΕ. Και ήταν αυτό το τεχνικό χαρακτηριστικό που καθάριζε τη γραμμή από θορύβους, παράσιτα και αδιάκριτες συνακροάσεις, καθώς το γύρισμα όλου του καντράν (και του αντίστοιχου επιλογέα στο κέντρο) έδινε μεγαλύτερη ισχύ στην κλήση απαλλάσσοντας τη γραμμή από τις περιπέτειές της. Κι αν δεν δούλευε με την πρώτη, τεχνικά ήταν σωστό να πάρεις το μηδέν και δεύτερη ή και τρίτη φορά, μέχρι να πετύχεις το επιθυμητό αποτέλεσμα. Εγγυημένο δεν ήταν στα σίγουρα, δούλευε όμως και μάλιστα ικανοποιητικά. Ζώντας εξάλλου στο μεγάλο χωριό που έλεγαν Ελλάδα, όλοι είχαν έναν μπάρμπα στον ΟΤΕ που θα άνοιγε το στόμα του αποκαλύπτοντας το μεγάλο μυστικό. Από τις αρχές των ’80s όμως, ο ΟΤΕ άρχισε να αλλάζει τα παλιά και αναλογικά τηλεφωνικά κέντρα με ψηφιακά, μια διαδικασία που θα έπαιρνε ωστόσο τον χρόνο της και θα κρατούσε μπόλικα χρονάκια, τουλάχιστον ως τα μέσα των ’90s. Τα παλιά τηλεφωνικά κέντρα, αυτά που γαλούχησαν γενιές και γενιές Ελλήνων, δούλευαν με επιλογείς, καλωδιάκια, συρματάκια, πλατίνες και γρανάζια και πολλά ήταν αυτά που πήγαιναν στραβά στους πολύπλοκους και αρκούντως φθαρτούς μηχανισμούς εκεί που κανονικά δεν θα έπρεπε.
Κι έτσι σήκωνες το τηλέφωνο να πάρεις ιδρωμένος από άγχος τους γονείς σου, για να δικαιολογήσεις την τεράστια βραδινή σου αργοπορία, και στη γραμμή συνομιλούσαν άλλοι! Ή καλούσες τον φίλο σου και έβγαινε μια γυναικεία φωνή προχωρημένης ηλικίας. Ήταν όλες αστοχίες υλικού του τηλεφωνικού κέντρου, μόνο που αυτές δεν λύνονταν αν έπαιρνες το μηδέν. Το «πάρε το μηδέν» έγινε έτσι το σήμα-κατατεθέν μιας περίεργης για τις τηλεπικοινωνίες εποχής, όταν σήμαινε κάτι απτό και αφορούσε στην πεζή καθημερινότητα. Σήμερα έχει μείνει απλώς ως έκφραση ότι οι δυο φυσικοί συνομιλητές μαζί μιλάνε, χώρια καταλαβαίνουν («σύνδεση με Κάιρο» το λέγαμε επίσης κάποτε), ως απομεινάρι δηλαδή του ένδοξου τεχνολογικού μας παρελθόντος. Μετά ήρθε το τηλέφωνο με τα κουμπάκια και οι διπλές τηλεφωνικές γραμμές στο σπίτι του Νεοέλληνα, όταν τίποτα το περίεργο δεν συνέβαινε πια. Πόσο μάλλον που κάποια στιγμή αποβιβάστηκε και το κινητό και όλα αυτά μπήκαν πια στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Το πόσο κόπιαζε όμως το δάχτυλο για να καλέσει κάποιον το θυμόμαστε ακόμα όσοι το ζήσαμε, καθώς το σώμα έχει μνήμη.πηγή: newsbeast.gr
Κέρδος online 24/7/2017 8:00
Μαρία η «Κουτσοχέρω». Η Λευκαδίτισσα που είχε αναπηρία και στα δύο χέρια και επινόησε το Καρσάνικο Κέντημα….

Εργαζόταν στην καλλιέργεια της γης από πολύ νεαρή ηλικία. Ήταν ιδιαίτερα ζωηρή και έξυπνη. Η ζωηράδα αυτή έγινε η αιτία σε πολύ μικρή ηλικία να χάσει το δεξί της χέρι: κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού στο ύπαιθρο, έπεσε από ένα δέντρο, στο οποίο είχε σκαρφαλώσει. Το χέρι της υπέστη σοβαρά τραύματα, η πληγή μολύνθηκε και η ιατρική της εποχής δεν έβρισκε άλλη λύση πλην του ακρωτηριασμού. Το μέλος αφαιρέθηκε από το ύψος του αγκώνα. Όχι πολύ αργότερα, ένα δεύτερο ατύχημα της δημιουργεί αναπηρία και στο άλλο χέρι. Έτσι έγινε Κουτσοχέρω, δηλαδή είχε «κουτσά» και τα δύο χέρια της.H «καφασοβελονιά»
Πλέον η συμμετοχή στις αγροτικές εργασίες και τα παιχνίδια στη εξοχή έγιναν παρελθόν. Κλείστηκε στο σπίτι. Με κάποιο τρόπο έπρεπε να γεμίσει τον χρόνο της.Αποπειράται να κεντήσει. Διαθέτει μόνο το αριστερό χέρι – κι αυτό ανάπηρο! Εφευρίσκει, μετά από επίπονες προσπάθειες, έναν τρόπο να σταθεροποιεί το ύφασμα του κεντήματος: με μια παραμάνα συγκρατεί το ύφασμα πάνω στο φόρεμά της και το κρατά ανάμεσα στα πόδια. Κεντάει με το «κουτσό», το αριστερό. Κεντάει, ξηλώνει και ξανά από την αρχή. Μετά από κοπιώδεις προσπάθειες, μαθαίνει την τεχνική του κεντήματος.Συλλαμβάνει – έπειτα από πολλές ώρες εργασίας – την «καφασοβελονιά», κάτι εντελώς πρωτόγνωρο για τις τότε γνωστές τεχνικές.Η γειτονιά ολόκληρη δείχνει εξαιρετικό θαυμασμό για τη νέα αυτή τεχνική και το αισθητικό της αποτέλεσμα. Η Μαρία ενθουσιάζεται και αρχίζει να εμπλουτίζει την τεχνική της, την οποία εξελίσσει σε ολόκληρη, ιδιαίτερη, νέα κεντητική τέχνη. Οι συνθέσεις της απεικονίζουν σκηνές και αντικείμενα από την πλούσια φύση του χωριού. Η «καφασοβελονιά», συγκεκριμένα, είναι εμπνευσμένη από το καφασωτό του γυναικωνίτη της εκκλησίας. Άλλα σχέδια είναι οι μαργαρίτες, τα φυλλαράκια, τα φιοράκια, τα ροδάκια και συνδυασμοί αυτών. Έπειτα προσθέτει τις σφραγίδες, τις κουπούλες, το σταυρογάζι, το ψαράγκαθο και την οκτωμισοροδούλα. Οι συνδυασμοί όλων αυτών γίνονται πολυσύνθετες απεικονίσεις.
Η «νέα τέχνη», η Καρσάνικη Βελονιά ξεπερνά τα όρια τις γειτονιάς και διαδίδεται σε όλο το χωριό, πράγμα το οποίο τονώνει την ψυχοσύνθεση της Μαρίας, αλλά και τις δίνει την απαραίτητη ώθηση προκειμένου να συνεχίσει και να τελειοποιήσει αυτήν εξαιρετικά επίπονη εργασία με το εξαιρετικά καλαίσθητο αποτέλεσμα.Η συνάντηση με τη νύφη του Βαλαωρίτη και η Βασίλισσα ΌλγαΗ Ζωή Βαλαωρίτη – νύφη του εθνικού ποιητή – Αριστοτέλη Βαλαωρίτη πληροφορείται για την τέχνη του Καρσάνικου Κεντήματος και επισκέπτεται την Μαρία στο σπίτι της, όπου μένει έκθαμβη από τα αριστουργήματά της. Μεταφέρει τα νέα στη βασίλισσα Σοφία και αυτή εντυπωσιάζεται με τη σειρά της από τα κεντήματα. Έτσι ιδρύεται, με την αρωγή της Βασιλικής Πρόνοιας, το 1912 η πρώτη σχολή καρσάνικου κεντήματος στην Καρυά. Βασική δασκάλα είναι η ίδια η Μαρία η Κουτσωχέρω. Ο αριθμός των μαθητριών εξ αρχής είναι μεγάλος.
Τραπεζομάνδηλα, σεντόνια, πετσέτες, σεμέν, τραπεζοκαρέ, πάντες, μαξιλαροθήκες και άλλα κομμάτια μοναδικής ομορφιάς – από την άλλη, μπαίνουν σε μπαούλα και ταξιδεύουν για το Παλάτι και την προίκα της βασίλισσας. Η Σχολή στεγάζεται στο κτήριο της οικογένειας Νάστου – λίγο πιο κάτω από την Πλατεία της Καρυάς – το οποίο υπήρξε, έως το 1854, το εξοχικό του Άγγλου έπαρχου στο νησί της Λευκάδος.
Ο «Κουτσαργύρης»Η ίδια η Κουτσωχέρω πείθει και έναν άνδρα να συμμετάσχει στη δημιουργία κεντημάτων, ο οποίος είναι κι αυτός ανάπηρος από τον πόλεμο του 1912: τον Αργύρη. «Δεν υπάρχει γυναικεία και ανδρική δουλειά» του λέει. Το ακμαίο και ασίγιστο πνεύμα της τελικά τον κάνει να συμφωνήσει και να αρχίσει να εργάζεται. Ο Αργύρης ή Κουτσαργύρης – κυρίως εμπνεόμενος από το ψυχικό σφρίγος της ανάπηρης Μαρίας – εργάζεται πάνω στην τεχνική με ζήλο και μεράκι. Κάποια από τα σχέδιά του είναι, ίσως, μέσα στην λίστα με τα ομορφότερα και τα πιο διαδεδομένα σχέδια του Καρσάνικου Κεντήματος. Πρέπει να είναι από τους ελάχιστους άνδρες κεντητές στην Ελλάδα και από τους λίγους, γενικότερα, παγκοσμίως.Το Καρσάνικο Κέντημα στην ΕυρώπηΌλες αυτές οι εξελίξεις καθιστούν το Καρσάνικο Κέντημα απαραίτητο στοιχείο για μια ολοκληρωμένη γυναικεία προίκα. Από τη Βασιλική Πρόνοια το κέντημα γίνεται γνωστό σε όλα τα ευρωπαϊκά βασιλικά σαλόνια. Φτάνουν παραγγελίες από όλη σχεδόν την Ευρώπη. Το ισπανικό παλάτι – οι παραγγελίες του οποίου είναι γνωστές – αποκτά εκατοντάδες εργόχειρα. Δεν είναι, όμως, αποκλειστικά βασιλικό προνόμιο! Χιλιάδες σπίτια ανθρώπων όλων των οικονομικών καταστάσεων κοσμούνται από Καρσάνικα Κεντήματα. Από τότε μέχρι σήμερα η πορεία του Καρσάνικου Κεντήματος είναι αδιάκοπτη και σ’ αυτό συμβάλει καθοριστικά η ευαισθησία και η λεπτότητα των γυναικών της Καρυάς.
Κάθε κεντήστρα έχει πάντα τη δυνατότητα να εφαρμόσει στα κεντήματά της τη δική της έμπνευση παράγοντας, έτσι, νέα, ιδιαίτερα, μοναδικά σχέδια. Κάποια μοτίβα, πάντως, μένουν αναλλοίωτα όπως τα πρωτοέφτιαξε η Μαρία. Σήμερα οι κεντήστρες του Καρσάνικου Κεντήματος είναι λίγες, παρ’ όλα αυτά εργάζονται με το ίδιο πάθος προκειμένου να ολοκληρώσουν κάθε εργόχειρο. Σιγά – σιγά το κέντημα σπανίζει και αποτελεί είδος ιδιαίτερης αξίας: τόσο αισθητικής, όσο και ιστορικής.Το Καρσάνικο Κέντημα είναι ένα καλλιτέχνημα που δένει άψογα με κάθε εσωτερική (αλλά και εξωτερική) διακόσμηση, με κάθε τύπο επίπλων και ηλεκτρικών, με κάθε χρώμα του περιβάλλοντα χώρου, καθώς το χρωματολόγιο είναι μεγάλο. Γράφοντας αυτό το μικρό κείμενο για το Καρσάνικο Κέντημα, θέλω να εκφράσω το θαυμασμό μου για τη ψυχική δύναμη των πρωτεργατών του: της Κουτσωχέρως και του Κουτσαργύρη. Ψυχική δύναμη που μπορεί να οδηγήσει σε ιστορικές τομές.Πηγή: www.mixanitouxronou.gr
Γιατί χρειάζεται ένας αγρότης μια δορυφορική εταιρεία;

Κέρδος online 23/7/2017 0

Κικέρων – Φιλοσοφία. Μια τέχνη που θεραπεύει την ψυχή.
Υπάρχει λοιπόν σίγουρα μια τέχνη που θεραπεύει την ψυχή, και αυτή είναι η φιλοσοφία.Όμως, δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε τη βοήθειά της έξω από εμάς, όπως κάνουμε με τις σωματικές ασθένειες· θα πρέπει να βάλουμε τα δυνατά μας για να μπορέσουμε να γίνουμε εμείς οι ίδιοι γιατροί του εαυτού μας.Για τη φιλοσοφία, γενικότερα, είναι αλήθεια ότι στο έργο μου Ορτήνσιος έχω εξηγήσει, κατά τη γνώμη μου, ικανοποιητικά πόσο σοβαροί είναι οι λόγοι που μας επιβάλλουν να την ερευνήσουμε και να τη μελετήσουμε σε βάθος. Επιπρόσθετα, για τα πιο σπουδαία φιλοσοφικά ερωτήματα, έκτοτε δεν έχω πάψει σχεδόν ούτε στιγμή να συζητώ και να γράφω. Όμως, στα βιβλία αυτά που σου στέλνω περιέχονται αναλυτικά οι συζητήσεις που έκανα με τους φίλους μου στην έπαυλή μου στο Τούσκουλο.Όπως κατά τις δύο προηγούμενες ημέρες ασχοληθήκαμε με τον θάνατο και τον πόνο, έτσι και αυτό το τρίτο κατά σειρά βιβλίο προέκυψε από τις συζητήσεις της τρίτης ημέρας. Όταν, λοιπόν, κατέβηκα κατά το απογευματάκι στην Ακαδημία μου, ζήτησα να προτείνει κάποιος από τους παρόντες ένα θέμα για συζήτηση.Ιδού πώς εξελίχθηκε η ακροαματική διαδικασία:Α.: Κατά τη γνώμη μου, ο σοφός μπορεί να υποφέρει από θλίψη.Μ.: Δεν φαντάζομαι να εννοείς ότι μπορεί να υποφέρει και από τις υπόλοιπες ψυχικές διαταραχές, όπως, για παράδειγμα, τον φόβο, τη φιληδονία και την οργή; Διότι αυτά, σε γενικές γραμμές, ανήκουν στην κατηγορία των αισθημάτων τα οποία οι Έλληνες αποκαλούν πάθη. Θα μπορούσα, ξέρεις, να τα πω και «ασθένειες» -αυτή μάλιστα θα ήταν η κατά λέξη μετάφραση-, όμως κάτι τέτοιο δεν θα συμφωνούσε με τις γλωσσικές μας συνήθειες. Οι Έλληνες θεωρούν ότι αισθήματα όπως ο οίκτος, ο φθόνος, η υπέρμετρη χαρά ή ο ενθουσιασμός είναι ασθένειες, με την έννοια ότι αποτελούν ψυχικές εκδηλώσεις οι οποίες δεν υπόκεινται στον έλεγχο της λογικής. Εκτιμώ ότι θα ήταν ορθότερο να χρησιμοποιήσουμε για όλες αυτές τις ψυχικές συγκινήσεις τον όρο «διαταραχή» και όχι «ασθένεια» με την τρέχουσα έννοια της λέξης – παρεκτός και έχεις αντίθετη άποψη.A.: Όχι, συμφωνώ μαζί σου.Μ.: Πιστεύεις, λοιπόν, ότι ο σοφός άνθρωπος προσβάλλεται από αυτές τις διαταραχές;Α.: Και βέβαια το πιστεύω.Μ.: Ε, λοιπόν, αν η περιβόητη σοφία απέχει τόσο λίγο από την παραφροσύνη, όπως υποστηρίζεις, κακώς την έχουμε σε τόσο μεγάλη υπόληψη.Α.: Δηλαδή εσύ ισχυρίζεσαι ότι κάθε ψυχική διαταραχή αποτελεί ένδειξη παραφροσύνης;Μ.: Δεν το ισχυρίζομαι μόνο εγώ- από όσο έχω καταλάβει όλοι οι πρόγονοί μας το ίδιο πίστευαν -κάτι που προκαλεί συχνά τον θαυμασμό μου-, κι ας έζησαν πολλούς αιώνες πριν από τον Σωκράτη, ο οποίος θεμελίωσε τη σύγχρονη ηθική φιλοσοφία.Α.: Κι από πού, παρακαλώ, έβγαλες αυτό το συμπέρασμα;Μ.: Από τη διαπίστωση ότι ο όρος «παραφροσύνη» παραπέμπει σε ασθένεια του μυαλού [είναι, δηλαδή, μια νοσηρή κατάσταση των φρενών, στην οποία έχουν δώσει το όνομα «παραφροσύνη». Οι φιλόσοφοι, λοιπόν, αποκαλούν όλες τις ψυχικές διαταραχές «ασθένειες», και ισχυρίζονται ότι όλοι οι άφρονες πλήττονται από αυτές τις ασθένειες. Όμως, όποιος έχει κάποια αρρώστια δεν είναι υγιής, και οι ψυχές όλων των ανθρώπων που δεν διαθέτουν φρόνηση είναι άρρωστες. Άρα όλοι οι άφρονες είναι παράφρονες.] Και αυτό γιατί πίστευαν ότι η υγιής ψυχή δια-κρίνεται από ηρεμία και σταθερότητα, και χρησιμοποίησαν τον όρο «παραφροσύνη» για να περιγράψουν τη διανοητική κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από την έλλειψη αυτών των δύο στοιχείων αφού, όπως συμβαίνει με το σώμα, έτσι και στην περίπτωση της ψυχής η διαταραχή δεν μπορεί να θεωρηθεί δείγμα υγείας.Εξίσου επιτυχείς θεωρώ και τους όρους «άνοια» και «παράνοια», οι οποίοι περιγράφουν την κατάσταση στην οποία βρίσκεται μια ψυχή ολότελα στερημένη από τα φώτα του πνεύματος. Επομένως, είναι κατανοητό ότι εκείνοι που επινόησαν αυτούς τους όρους για τις συγκεκριμένες ψυχικές καταστάσεις συμφωνούσαν με την άποψη την οποία πήραν οι Στωικοί από τον Σωκράτη για να την υιοθετήσουν στη συνέχεια και οι ίδιοι- ότι, δηλαδή, όλοι οι άνθρωποι που δεν διαθέτουν φρόνηση είναι «άρρωστοι». Διότι μια άρρωστη ψυχή —αφού, όπως έλεγα προηγουμένως, οι φιλόσοφοι αποκαλούν όλες αυτές τις διαταραχές «ασθένειες»- δεν είναι υγιέστερη από ένα άρρωστο σώμα. Άρα η φρόνηση είναι η υγεία της ψυχής και η έλλειψή της συνιστά νόσημα, παραφροσύνη και παράνοια. Οι λατινικοί όροι είναι πολύ πιο ακριβείς γι’ αυτά τα θέματα από ό,τι οι ελληνικοί, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Αλλά η συζήτηση αυτή δεν είναι της παρούσης. Ας επιστρέψουμε στο θέμα μας.Άρα την ακριβή απάντηση στο ερώτημά μας θα μας τη δώσει η ίδια η σημασία της λέξης «σώφρων». Εφόσον είναι σαφές ότι αποκαλούμε «σώφρονες» τους ανθρώπους των οποίων το μυαλό δεν έχει βλαφθεί από κάποια νοσηρή διαταραχή, η λέξη «παράφρων» δεν μπορεί παρά να αναφέρεται σε όσους, αντιθέτως, πάσχουν από κάποια διαταραχή. Οπότε, τι καλύτερο από τη λατινική έκφραση «εκτός εαυτού» για να περιγράφουμε ανθρώπους που έχουν παραφρονήσει από ερωτικό πάθος ή οργή; (Αν και η οργή είναι κι αυτή μια μορφή λαγνείας, αφού ορίζεται ως «πόθος για εκδίκηση». ) Όταν λέμε ότι κάποιοι άνθρωποι είναι «εκτός εαυτού», εννοούμε ότι δεν ελέγχουν το μυαλό τους, στο οποίο η φύση ανέθεσε την ηγεμονία της ψυχής.Τώρα, όσο για την ετυμολογία της ελληνικής λέξης μανία, δεν είμαι σε θέση να σου την πω αυτή τη στιγμή: διότι και τη «μανία» εμείς την ορίζουμε ορθότερα από τους Έλληνες, αφού κάνουμε διάκριση μεταξύ μανίας και «αφροσύνης» – η οποία παραπέμπει και στην ανοησία, και, ως εκ τούτου, είναι γενικότερη έννοια. Οι Έλληνες προσπαθούν να τα ξεχωρίσουν αυτά τα δύο, αλλά αποτυγχάνουν παντελώς στην επιλογή του όρου: ό,τι λέμε εμείς «μανία» εκείνοι το λένε μελαγχολία. Ωσάν το μυαλό να επηρεάζεται μόνο από τη μέλαινα χολή και όχι, όπως συμβαίνει συχνά, από την οργή, τον φόβο, ή τον πόνο, τα οποία έχουν πολύ μεγαλύτερη δύναμη: σκέψου, για παράδειγμα, τα περιστατικά μανίας του Αθάμαντα, του Αλκμαίωνα, του Αίαντα ή του Ορέστη. Ο άνθρωπος που βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση απαγορεύεται, σύμφωνα με τη Δωδεκάδελτο, να διατηρήσει την κυριότητα της περιουσίας του, και το κείμενο δεν γράφει «αν είναι άφρων», αλλά «αν δεν έχει σώας τας φρένας». Διότι σκέφτηκαν πως η αφροσύνη, αν και υποδηλώνει έλλειψη πνευματικής σταθερότητας, άρα και υγείας, μπορεί, παρ’ όλα αυτά, να ανταποκριθεί μέχρις ενός σημείου στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της καθημερινής ζωής· ενώ, αντιθέτως, θεώρησαν ότι η μανία συνιστά καθολική τύφλωση του πνεύματος.Και μολονότι η μανία μπορεί να φαίνεται χειρότερη από την αφροσύνη, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι από αυτή κινδυνεύει ο σοφός άνθρωπος, ενώ από την αφροσύνη όχι. Όμως, αυτό είναι άλλο θέμα: ας ξαναγυρίσουμε σε αυτά που λέγαμε πριν.Προηγουμένως είπες, αν δεν κάνω λάθος, ότι. κατά την άποψή σου ο σοφός μπορεί να υποφέρει, από θλίψη.Α.: Αυτό ακριβώς πιστεύω.Μ.: Είναι ανθρώπινο να σκέφτεσαι έτσι. Άλλωστε, δεν είμαστε φτιαγμένοι κι από πέτρα, η φύση έπλασε τρυφερές και μαλακές τις ψυχές μας, γι’ αυτό και τις αναστατώνει τόσο η καταιγίδα της θλίψης. Δεν είναι τυχαίο που ο Κράντωρ, ο οποίος κατείχε την πιο διακεκριμένη θέση στην Ακαδημία μας, έγραψε: «Δεν συμφωνώ καθόλου με εκείνους οι οποίοι εκθειάζουν την αναλγησία. Αυτό το συναίσθημα δεν μπορεί -ούτε και θα έπρεπε- να υπάρχει. Μακάρι να μην αρρωστήσω ποτέ μου· όμως, αν τύχει και μου συμβεί αυτό, εύχομαι να μπορώ να νιώθω όλα όσα ένιωθα και πριν, ακόμη κι αν πρόκειται να με χειρουργήσουν ή να με ακρωτηριάσουν. Διότι η απάθεια έχει πολύ υψηλό τίμημα: προϋποθέτει κτηνώδη ψυχή κι αναίσθητο σώμα». Προσοχή όμως μήπως αυτά τα λόγια χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα από εκείνους που επικροτούν τις αδυναμίες μας και κολακεύουν την ασθενή μας φύση – εμείς πρέπει να βρούμε το θάρρος όχι μόνο να κλαδέψουμε τους κλώνους της αθλιότητας, αλλά και να την ξεριζώσουμε τελείως από μέσα μας. Ωστόσο, ακόμη και τότε, όλο και κάτι θα μείνει- τόσο βαθιές είναι οι ρίζες της αφροσύνης. Τουλάχιστον, ας μείνει ό,τι είναι απολύτως απαραίτητο.Πάντως, αυτό βάλ’ το καλά στο μυαλό σου: η δυστυχία μας δεν πρόκειται να πάρει τέλος αν δεν θεραπευθεί πρώτα η ψυχή μας, κι αυτό μόνο με τη φιλοσοφία μπορούμε να το πετύχουμε. Αφού κάναμε λοιπόν την αρχή, ας αφεθούμε στα χέρια της για να μας θεραπεύσει. Θα γίνουμε σίγουρα καλά, αρκεί να το θέλουμε.***
Κικέρων -Το φάρμακο της λύπης. Τρίτη Τουσκουλανή διατριβή. μετάφραση: Όλγα Παπακώστα. Ωκεανίδα0 Μάρκος Τύλλιος Κικέρων (Marcus Tullius Cicero) γεννήθηκε στο Αρπίνο (80 χλμ. νοτιοανατολικά της Ρώμης), στις 3 Ιανουαρίου του 106 π.Χ. Η οικογένειά του ανήκε στην τάξη των ιππέων. Σπούδασε στη Ρώμη ρητορική, φιλοσοφία και νομικά δίπλα σε διακεκριμένους δασκάλους. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως δικηγόρος το 81 π.Χ. και κατάφερε σχεδόν αμέσως να εδραιώσει τη φήμη του ως ρήτορας. Ταξίδεψε για μια διετία (79-77 π.Χ.) στην Ελλάδα και τη Μ. Ασία, ολοκληρώνοντας τις φιλοσοφικές και ρητορικές του σπουδές. Όταν επέστρεψε στη Ρώμη άρχισε τον cursus honorum του (= την άνοδό του στην ιεραρχία των ρωμαϊκών αξιωμάτων) ως homo novus (= «νέος άνθρωπος», όρος που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι για όσους κατόρθωναν να επιβληθούν στην πολιτική σκηνή και να ανέλθουν κοινωνικά χωρίς να διαθέτουν αριστοκρατική καταγωγή). Σε ηλικία τριάντα ετών (76 π.Χ.) εξελέγη ταμίας (quaestor) στη Σικελία. Το 69 π.Χ. έγινε αγορανόμος (aedilis curulis) και το 66 π.Χ. δικαστής (praetor). Το 63 π.Χ. εξελέγη ύπατος και κατέστειλε τη συνωμοσία του Κατιλίνα. Αν και αρχικά χαιρετίστηκε ως pater patriae (= «πατέρας της πατρίδας»), το 58 π.Χ. εξορίστηκε από τους εχθρούς του, με το επιχείρημα ότι η εκτέλεση των οπαδών του Κατιλίνα ήταν νομικά επιλήψιμη. Μετά από δεκαεπτά μήνες (57 π.Χ.) επιστρέφει από τη Θεσσαλονίκη, όπου εξέτινε την ποινή του, στη Ρώμη. Έναν χρόνο προτού ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος υπηρέτησε ως ανθύπατος στην Κιλικία (5150 π.Χ.). Στη διαμάχη μεταξύ Καίσαρα και Πομπήιου, πήρε το μέρος του Πομπήιου. Αν και το 47 π.Χ. συμφιλιώθηκε με τον Καίσαρα, στο διάστημα της δικτατορίας του προτίμησε να αποσυρθεί από την πολιτική και να ασχοληθεί με τη φιλοσοφία και τη συγγραφή. Μετά τη δολοφονία του Καίσαρα επανήλθε στο προσκήνιο για να προσφέρει την υποστήριξή του στον Οκταβιανό και να αγωνιστεί εναντίον του Αντωνίου. Έγραψε 107 λόγους, θεωρητικά συγγράμματα για τη ρητορική τέχνη, φιλοσοφικές πραγματείες, 774 επιστολές, ποιήματα, ιστορικά έργα, ένα γεωγραφικό σύγγραμμα. Μιλούσε άπταιστα ελληνικά και ασχολήθηκε με μεταφράσεις. Παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε δύο παιδιά από την πρώτη του σύζυγο, τον Μάρκο και την Τυλλία. Τον δολοφόνησαν άνθρωποι του Αντωνίου στις 7 Δεκεμβρίου του 43 π.Χ.Οι Τουσκουλανές ΔιατριβέςΤον Ιούλιο του 45 π.Χ., πέντε μήνες μετά τον θάνατο της Τυλλίας, ο Κικέρων άρχισε να γράφει τις Τουσκουλανές Διατριβές, μια φιλοσοφική πραγματεία με θέμα τις προϋποθέσεις της ευτυχίας. Το έργο αποτελείται από πέντε βιβλία. Το πρώτο αναφέρεται στον φόβο του θανάτου, το δεύτερο στον σωματικό πόνο, το τρίτο στο συναίσθημα της λύπης, το τέταρτο στα υπόλοιπα ψυχικά πάθη. Στο πέμπτο τίθεται το ερώτημα αν αρκεί η αρετή για να είναι κανείς ευτυχισμένος. (Ναι, αρκεί, μας πληροφορεί ο Κικέρων.) Πρόκειται για μια σειρά από φιλοσοφικές συζητήσεις που λαμβάνουν χώρα στην έπαυλη του Κικέρωνα στο Τούσκουλο.Αντικλείδι , http://antikleidi.com
















