Ο Μπέρντραντ Ράσελ, Άγγλος φιλόσοφος, μαθηματικός, πασιφιστής και πολέμιος των πυρηνικών εξοπλισμών, έγραψε αυτή την επιστολή προς τον αρχιφασίστα Sir Oswald Mosley, ιδρυτή της Βρετανικής Ένωσης Φασιστών, σε ηλικία 89 ετών το 1962.Ο αρχιφασίστας του έστελνε επιστολές για να τον προβοκάρει να ανοίξουν συζήτηση σχετικά με τα ηθικά «πλεονεκτήματα» του φασισμού. Η επιστολή του Μπέρτραντ Ράσελ αποτελεί μανιφέστο του δικαιώματος να μην ανοίγουμε καμιά συζήτηση με τους αρνητές τις ελευθερίας του λόγου, για χάρη μιας ψευδεπίγραφης, όσο και επικίνδυνης ελευθερίας του λόγου των φασιστών, των ναζί και κάθε είδους αυταρχικών και πρωτοφασιστών.
Αγαπητέ σερ Όσβαλντ,Σας ευχαριστώ για την επιστολή σας και όσα μου επισυνάψατε. Έκατσα και σκέφτηκα σε ότι αφορά την πρόσφατη αλληλογραφία μας. Είναι πάντα δύσκολο να αποφασίζει κανείς πως θα απαντήσει σε ανθρώπους που το ήθος τους είναι τόσο ξένο και, στην πραγματικότητα, αποκρουστικό σε σχέση με το δικό του. Δεν είναι πως μου κακοφαίνονται οι γενικές θέσεις που παίρνετε, αλλά πως κάθε ουγκιά της ενέργειας μου έχει αφοσιωθεί στην ενεργή αντιπολίτευση προς την σκληρή μισαλλοδοξία, την παθολογική βία και την σαδιστική καταδίωξη, που έχουν χαρακτηρίσει την φιλοσοφία και την πρακτική του φασισμού.Αισθάνομαι υποχρεωμένος να πω πως τα συναισθηματικά σύμπαντα που κατοικούμε, είναι τόσο διαφορετικά και βαθύτατα αντίθετα, που τίποτα παραγωγικό ή ειλικρινές δεν θα μπορούσε να προκύψει από μια συναναστροφή μας.Θα ήθελα να κατανοήσετε την ένταση αυτής της πεποίθησης εκ μέρους μου. Τα λέω αυτά, όχι λόγω κάποια προσπάθειας να φανώ αγενής, αλλά λόγω όσων εκτιμώ στην ανθρώπινη εμπειρία και τα ανθρώπινα επιτεύγματα.Μετά τιμήςΜπέρτραντ Ράσελ
Από πού πάνε για τη Τζαμάικα;από sarant |
Όμως εδώ δεν κάνουμε γεωγραφία, λεξιλογούμε -και το ενδιαφέρον μας για τη χώρα της Καραϊβικής γεννήθηκε επειδή μετά τις χτεσινές γερμανικές εκλογές φαντάζει ιδιαίτερα πιθανό το ενδεχόμενο να σχηματιστεί τρικομματική κυβέρνηση από τον λεγόμενο “συνασπισμό Τζαμάικα” δηλαδή από την CDU της Μέρκελ, τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους, που τα χρώματά τους, αντίστοιχα μαύρο, κίτρινο και πράσινο, είναι τα χρώματα της σημαίας της Τζαμάικας.Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου
Ελλάδα, καν’ το όπως η Τοσκάνη
Εκεί, η κυβέρνηση είχε -εδώ και αρκετές δεκαετίες- αναγνωρίσει ότι η αγροτική παραγωγή αποτελούσε την ‘ψυχή’ της χώρας. Και για το λόγο αυτό προστάτευσε και οργάνωσε νομικά τον αγροτικό πλούτο με νέες κατευθυντήριες, οδηγίες και κανονισμούς για κάθε περιφέρεια, για κάθε δραστηριότητα, για κάθε προϊόν. Αυτό το πλαίσιο που δημιουργήθηκε από το 1985 και ύστερα, όχι μόνο έγινε σεβαστό από όλους του φορείς που συνδιαμορφώνουν την αγροτική παραγωγή και τη φυσιογνωμία κάθε τόπου, αλλά ενισχύθηκε δυναμικά με τη συμπερίληψη όλο και περισσότερων κριτηρίων και παραγόντων που ξεπερνούν τα στενά εσκαμμένα της αγροτικής παραγωγής. Στο κάδρο ανάδειξης της αγροτικής ταυτότητας ‘μπήκε’ και η μεσαιωνική φυσιογνωμία της περιοχής, τα μοναστήρια, οι πύργοι, οι φάρμες, οι αγροικίες, τα εστιατόρια, οι υπαίθριες αγορές και τα χειροποίητα προϊόντα. Το αποτέλεσμα είναι ότι μετά από 35 χρόνια μια μάλλον περιθωριοποιημένη περιοχής της Ιταλίας αποτελεί πόλο έλξης εκατομμυρίων τουριστών και συμβάλλει ουσιαστικά στην οικονομία της Ιταλίας. Την εμπειρία της Τοσκάνης μιμήθηκαν και οι υπόλοιπες περιφέρειες της χώρας, οι οποίες προσάρμοσαν τη νομοθεσία στις ιδιαιτερότητες της τοπικής αγροτικής παραγωγής και του πολιτιστικού πλούτου της κάθε περιοχής με πολλαπλασιαστικό όφελος για τη συνολική τουριστική ανάπτυξη ολόκληρης της Ιταλίας.
Αναρωτιέται λοιπόν κανείς: εμάς τι μας λείπει; Γιατί τα προϊόντα μας δεν έχουν την ίδια παγκόσμια απήχηση με τα προϊόντα της Τοσκάνης; Είναι χειρότερα τα κρασιά μας; Είναι χειρότερο τα λάδι μας; Είναι χειρότερα τα φρούτα και τα λαχανικά μας; Είναι χειρότερα τα χειροποίητα προϊόντα μας; Γιατί η χώρα μας δεν αποτελεί πόλο έλξης ποιοτικού τουρισμού που θα έρθει να ζήσει εμπειρία ανάλογη με αυτή της Τοσκάνης; Είναι πιο πλούσια η ιστορική ταυτότητα της Τοσκάνης από αυτή της Θεσσαλίας, της Ηπείρου ή της Μακεδονίας; Είναι λιγότερο ελκυστικές οι φυσικές ομορφιές ή η ποικιλότητα της φυσιογνωμίας κάθε γωνιάς της Ελλάδας; Είναι λιγότερο ελκυστικός ο θησαυρός της εκκλησιαστικής κληρονομιάς σε κάθε γωνιά της Ελλάδας; Ασφαλώς και όχι. Το γεγονός ότι η Τοσκάνη έχει εξελιχθεί σε μια καταξιωμένη δύναμη στον αγροτουρισμό και αποφασιστικό παράγοντα κίνησης της ιταλικής οικονομίας δεν οφείλεται στην ανωτερότητα των προϊόντων της.
Αυτό που διαφοροποιεί το παράδειγμα της Τοσκάνης από αυτό των περισσοτέρων περιφερειών της Ελλάδας είναι το ζήτημα της συνολικής αποτύπωσης του δυναμισμού τους. Είναι η έλλειψη συγκροτημένης και μακρόπνοης στρατηγικής, για τον αγροτουρισμό μας, τον εκκλησιαστικό τουρισμό μας και συνολικά του ποιοτικού τουρισμού της χώρας μας. Μιας προσέγγισης η οποία δεν αντιμετωπίζει κάθε ένα από τα προϊόντα ως αντικείμενο που τυγχάνει διαφορετικής εκμετάλλευσης, αλλά μιας αντίληψης η οποία συνενώνει τόσο σε επίπεδο σχεδιασμού αλλά και σε επίπεδο επικοινωνίας το σύνολο των προϊόντων, του φυσικού τοπίου και της ιστορίας τους ως ενός συνολικού τουριστικού προϊόντος.
Αυτό οφείλει να μας προβληματίσει. Πέρα ωστόσο από αυτό οφείλει να μας δώσει το έναυσμα να ξεκινήσουμε επιτέλους μια δυναμική, συνολική και αποτελεσματική διαχείριση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος με τρόπο που να αναδεικνύει τις ιδιαιτερότητες κάθε τόπου αλλά και να ενισχύει το συνολικό μπραντ του τουρισμού και της αγροτικής παραγωγής της χώρας μας.
Θα κάνω μια πρόταση που μπορεί να φαντάζει απλοϊκή. Ας βάλουμε ως στόχο ότι τα πενήντα (50.000.000) εκατομμύρια των τουριστών που θα κατακλύσουν τη χώρα μας τα επόμενα χρόνια πρέπει να παραγγείλουν σε μια τοπική ταβέρνα που θα επισκεφτούν τουλάχιστον μια απλή ελληνική χωριάτικη σαλάτα φτιαγμένη από την τοπική παραγωγή του χώρου που επισκέπτονται. Απλό, θα πείτε. Όχι θα σας πω. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να καταστήσουμε το συγκεκριμένο πιάτο ως ‘ελληνικό’ με πατέντα και με την κατάλληλη επικοινωνιακή καμπάνια διεθνώς. Οι τουρίστες που επισκέπτονται τη χώρα μας, να αναζητούν την ελληνική χωριάτικη σαλάτα, τη φέτα μας, τα κρασιά μας, τα γλυκά του κουταλιού μας και όλα τα χειροποίητα είδη που παράγονται με μεράκι στη χώρα μας. Να αναζητούν να επισκεφτούν τις εκκλησιές μας και τα μοναστήρια μας (Μετέωρα, Άγιο Όρος και πολλά άλλα μοναστήρια), όπως επίσης να περπατήσουν τα χιλιάδες σοκάκια της χώρας μας και να κολυμπήσουν στις χιλιάδες πανέμορφες παραλίες μας.
Πρέπει λοιπόν να σχεδιάσουμε την παραγωγή μας με ανταγωνιστικό τρόπο ανάλογα με την προσδοκία της κατανάλωσης, ώστε να χρησιμοποιούν οι τουρίστες την τοπική παραγωγή και έτσι, οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις να μην καταφεύγουν σε εισαγωγή προϊόντων, πολλές φορές δε, χαμηλής ποιότητας. Θα πρέπει να συνεννοηθούμε όλοι μας και μαζί με τους φορείς να συναποφασίσουμε σε τοπικό, περιφερειακό και κεντρικό πολιτικό επίπεδο ότι θα στηρίξουμε με συνέπεια και συνέχεια και με την ίδια έμφαση όλους αυτούς τους στόχους και όχι με εξαιρέσεις και ιδιοτέλειες.
Η Ελλάδα και οι Έλληνες πρέπει να ενωθούμε, πρέπει να γίνουμε μια γροθιά, εάν θέλουμε να δούμε άσπρη μέρα σε αυτή την πατρίδα. Και πρέπει να το κάνουμε αυτό με όλα τα προϊόντα μας και σε όλα τα επίπεδα των παρεχόμενων υπηρεσιών αυτής της χώρας. Ενωμένοι να προχωρήσουμε στην ανάπτυξη.
Τροφή για σκέψη.
ΜΟι Βιετναμέζοι εις την Θεσσαλονίκη, ο Χο-τσι-μινχ εις την Βέροιαν !
Από μια συνομιλία που είχε ένας Βιετναμέζος, γεροντάκι, στο Ν. Βιετνάμ στην αρχή του περασμένου έτους, με έλληνας δημοσιογράφους, πήρα αφορμή να γράψω το κατωτέρω σημείωμά μου μέρος του όποιου είναι μεταφορά ιστορικής επιφυλλίδος μου την όποιαν εδημοσίευσε επί 12 ήμερες η εφημερίς «Ελληνικός Βορράς» πριν από λίγα χρόνια, με τον γενικόν τίτλον “Ευδαίμων Βαβυλών η Θεσσαλονίκη”.Μεγάλο κομμάτι από την εργασία μου αύτη εδημοσίευσα εις παλαιότερον τόμον του «Μακεδονικού Ημερολογίου». Αναγκάζομαι να αρυσθώ στοιχεία από αυτά τα δημοσιεύματά μου για να νοιώσει ο αναγνώστης —και προ παντός αι νεώτεραι γενεαί— την αλληλουχία μεγάλων παγκοσμίων ιστορικών γεγονότων, συνδεδεμένων με την Ελλάδα και ιδιαιτέρως με την Θεσσαλονίκην, μέσα στον αιώνα πού ζούμε.Κατά τον πρώτον παγκόσμιον πόλεμον οι Σύμμαχοι ήθελαν καλά και σώνει να έχουν την Ελλάδα με το μέρος των. Η Κυβέρνησις των Αθηνών δεν το ήθελε. Επροτιμούσε την ουδετερότητα. ‘Αλλά οι Σύμμαχοι παραβίασαν την ουδετερότητα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ενόμιζε ότι έπρεπε πάση θυσία να ταχθούμε με τούς «Αγγλογάλλους». Και έκανε την επανάσταση τού 1915 ιδρύοντας το ξεχωριστό Κράτος της Θεσσαλονίκης, αμέσως δε απεβιβάσθησαν τα συμμαχικά στρατεύματα εις αυτήν. Την 5ην Νοεμβρίου του 1915, εμφανίζεται ό συμμαχικός στόλος εις τον Θερμαϊκό κόλπο και εντός ολίγων ωρών αρχίζει η απόβασις έμψυχου και αψύχου υλικού.Τι ήταν εκείνο που έβλεπαν τα μάτια των κατοίκων; Χιλιάδες παράξενοι στρατιώται αποβιβάζονται εις την Θεσσαλονίκην και ο στρατηγός Σαράι κηρύσσει την πάλιν ολόκληρο ως μέτωπο πολεμικό. Και εγκαθίσταται ο στρατός αυτός εντός της πόλεως. Όχι όμως με την ανανδρίαν με την οποίαν εχρησιμοποίησαν την πόλιν οι Γερμανοί στον πρόσφατο πόλεμο. Οι σύμμαχοι εγκαταστάθηκαν σε σκηνές και παραπήγματα τα όποια ανήγειραν αμέσως και δεν ξεσπίτωσαν τον κόσμον για να οχυρωθούν στις κατοικίες τού λαού οικήματα κατέλαβαν όσο το Διεθνές Δίκαιον επέτρεπε και όσα με χρήματα βρήκαν να ενοικιάσουν, προσφέροντας περισσότερα από όσα εζητούσαν οι ιδιόκτητοι για την εγκατάστασιν υπηρεσιών Γραφείων και όχι στρατωνισμού.
Ο καταυλισμός των στρατευμάτων των διαφόρων εθνοτήτων ήρχισε να γίνεται εις κενά οικόπεδα, ιδία προς το μέρος των «έξοχων» της πόλεως. Εις πολλά από αυτά ετοποθετούντο σκηναί εις άλλα δε ιδρύοντα ξύλινα παραπήγματα, προ παντός όταν επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν ως όπλα αναρρωτήρια, ως αποθήκαι ή καντίνες. Οι ονομαστότερες εγκαταστάσεις παραπηγμάτων ήτο ολόκληρος ξύλινος συνοικισμός επάνω από τα Γύφτικα της οδού Μάρκου Μπότσαρη με τον στρατιωτικόν αριθμόν 151, ό όποιος και μέχρι σήμερον ακόμη αναφέρεται ως τοπωνύμιων της Θεσσαλονίκης, και τα παραπήγματα της ερήμου τότε Καλαμαριάς, εις τα όποια εγκαταστάθηκαν Καναδικά στρατεύματα που τα εθέρισε η ελονοσία.Η ίδρυσης στρατοπέδων εκ σκηνών ή παραπηγμάτων άρχισε να γίνεται εντατική από των πρώτων ημερών της αποβάσεως με πληθωρική πρόσληψη εργατών και τεχνιτών, αθρόως προσερχόμενων λόγου του αρχίσαντος να ρέει άφθονου χρυσού.
Και εντός δύο εβδομάδων με την συνεχή άφιξη των στρατευμάτων, η Θεσσαλονίκη παρουσίαζε ένα καταπληκτικό μωσαϊκό φυλών, χρωμάτων, στολών, γλωσσών και διαλέκτων, που ασφαλώς δεν θα τα είχε η αρχαία Βαβέλ κατά την σύγχυση των γλωσσών. Η κίνησις, πρωτοφανής διά την Θεσσαλονίκην, και η γενική εικών της από τα κινούμενα στρατιωτικώς ή διασκεδάζοντα ετερόκλιτα στρατεύματα, ανάμεσα εις τον πληθυσμό της πόλεως δεν περιεγράφη από κανένα ιστορικό των αιώνων της ζωής της. Και τούτο διότι παρομοίων πανσπερμίαν δεν εγνώρισε ποτέ η πόλις του Αγίου Δημητρίου, όσην κατά τα τρία έτη του παγκοσμίου πολέμου 1915—1918 εις τον όποιον, είτε ήθελε, είτε δεν ήθελε, έλαβε μέρος. Και έβλεπες εκείνο το πολύχρωμο κινούμενο κέντημα των φυλών να πλημμυρίζει την πόλιν και τα πέριξ.
Έλληνες, ’Οθωμανοί, Εβραίοι, Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Σκώτοι, Καναδοί, και εκ των ’Αποικιών των συμμάχων, Σενεγαλέζοι, Άλγερινοί, Iνδοκινέζο;, (όλοι όμοιοι στο πρόσωπο),Ρώσοι, Άναμίται, Θϊβετιανοί, Κογκολέζοι, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, Σέρβοι, ’Ινδονήσιοι, Πακιστανοί, Αιγύπτιοι αργότερα Ρώσοι και άλλοι, ήσαν επί τρία χρόνια κάτοικοι της Θεσσαλονίκης. Αν επιχειρούσα να περιγράφω’ και τις στολές πού φορούσαν δεν θα το κατόρθωνα.Ξεχώριζαν μέσα σ’ όλους, οι Σκωτσέζοι με τις (κύλτ], —ένα είδος σημερινής φούστας μίνι από αυθεντικό σκωτσέζικο ύφασμα με χρωματιστά σχέδια καρό, από τη μέση ως τα γόνατα και από κάτω από το μίνι τελείως γυμνοί:— οι όποιοι αδιαφορούσαν για τις αποκαλύψεις πού έκαμναν όταν καθόταν στα κέντρα ή στα οχήματα, κι οι Ζουάβοι με τα κόκκινα φέσια και τις χαντζάρες. Όταν δε έβγαιναν οι Σκωτσέζοι βόλτα στη Θεσσαλονίκη με τις γκάιντες και οι Ζοάβοι με τα άλογα και τις σπάθες γυμνές, στις παρελάσεις, και ανάμεσα στο λαό, που παρακολουθούσε το θέαμα και οι Τουρκάλες με τους φερετζέδες και οι Εβραίες με τις «κόφιες’’ την εθνική των φορεσιά, τότε το ζωντάνεμα της Βαβυλώνος, μέσα στη Θεσσαλονίκη, στον εικοστό αιώνα ήταν πλήρες.Ανάμεσα από τις διάφορες περίεργες φυλές ξεχώριζαν τότε κάτι μικρόσωμοι στρατιώται με φαρδιά πανταλόνια και με καπέλα μεγάλα. Ήταν άνθρωποι της κίτρινης φυλής. Μας έλεγαν τότε, οι μεγαλύτεροι ότι ήταν από την ’Ινδοκίνα. Από το Βιετνάμ, από τη Καμπότζη και από το Λάος. Ποτέ δεν έκαμναν παρέα με συναδέλφους των άλλων φυλών. Πήγαιναν πάντα δυο – τρεις μαζί, τέσσερες – πέντε μαζί, μάλλον σιωπηλοί, χαζεύοντας μέσα στη πόλη. Πολλές φορές τούς βλέπαμε πιασμένους από το χεράκι να κάμνουν τον περίπατό των μέσα στη Θεσσαλονίκη, Και πάντα σαν φοβισμένοι, σαν κατάπληκτοι.
Ενθυμούμαι ένα περιστατικό, μια μέρα, στην Εγνατία. Μια ομάδα από Βιετναμέζους, χάζευε άσκοπα την πόλη, χαζεύαμε δε, και ημείς, τα παιδιά, αυτούς. Μάς έκαμναν εντύπωση τα μεγάλα καπέλα, των και το κίτρινο χρώμα των.Ξαφνικά, ακούμε έναν θόρυβο σιδηρικών. Οι Βιετναμέζοι, τρομαγμένοι αφήνουν τα χεράκια των και τρέχουν σκορπισμένοι.Τι είχε συμβεί;Ένας καταστηματάρχης θέλησε να κλείσει για λίγο το μαγαζί του για να πάει κάπου. Και κατέβασε απότομα και νευρικά το σιδερένιο ρολό του μαγαζιού του, —εκείνα τα ρολά τα απαίσια της ένοχης— που προστάτευαν τα μαγαζιά από τους κλέφτες και της πυρκαγιές.Και τρόμαξαν οι Βιετναμέζοι —έτος 1916— από το κρότο εκείνον τον όποιον θεώρησαν… πολεμικόν. Και το βαλαν στα πόδια.
Και τα φέρε η τύχη έτσι, ώστε ύστερα από 53 χρόνια, να βρεθούν “Έλληνες δημοσιογράφοι εις την κόλαση του Βιετνάμ. Και μια μέρα, δύο γεροντάκια, Βιετναμέζοι, που είδαν την ομάδα των δημοσιογράφων, από πολλά Ευρωπαϊκά Κράτη, πλησίασαν και ρώτησαν αν υπάρχουν στην αμάδα και “Έλληνες.Τους υπέδειξαν τούς Έλληνας.Επλησίασαν και τους ρώτησαν, σε γαλλική γλώσσα.— Μήπως είναι κανείς από τη Θεσσαλονίκη;— Όχι. Γιατί το ενδιαφέρον σας για τη Θεσσαλονίκη;— Στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ήμασταν στρατιώται και εμείς στη, Θεσσαλονίκη. Πολεμούσαμε μαζί με τούς “Έλληνες εναντίον των Γερμανών και Βουλγάρων, Θυμούμαστε και τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917. Έγινε μεγάλη πόλις η Θεσσαλονίκη;Οι δημοσιογράφοι τούς έδωσαν πληροφορίες και τα βλέμματά των εχάθηκαν για λίγο εις το παρελθόν, εις την νεότητά των, εις τον πόλεμων εις την Ευρώπην…Σε λίγο ο ένας από αυτούς τους λέγει.— Ξέρετε, και ο Χό—Τσί—Μίνχ ήταν στη Μακεδονία. Υπηρετούσε στη Βέροια.Δεν σχολιάσθηκε πολύ αυτό το περιστατικό από εκείνους πού το άκουσαν διότι δεν το έζησαν. Μπορούσα όμως να το αφήσω και εγώ ασχολίαστο, εγώ πού γνώρισα τούς Βιετναμέζους στη Θεσσαλονίκη;Σαν ιστορικός μπορούσα να μη το προσθέσω εις τα όσα για την ιστορία της Θεσσαλονίκης έχω γράψει ως τα τώρα;
***
Ιστορικά σημειώματα 1916-1918Από το Μακεδονικόν Ημερολόγιον . Ν.Σφενδόνη 1970by antikleidi – http://antikleidi.com











