Νικολό Μακιαβέλι – Ο δαίμονας που πήρε σύζυγο
Ο Belfagor, έχοντας 100.00 δουκάτα στην τσέπη, έχει ως αποστολή να βιώσει τη συζυγική ζωή για δέκα χρόνια και να υποστεί αγόγγυστα όλες τις ταλαιπωρίες και τις δυστυχίες που υφίστανται οι άνδρες – εκτός κι αν τις αποφύγει χρησιμοποιώντας πονηριά ή απάτη. Κατόπιν, υποκρινόμενος ότι έχει πεθάνει, οφείλει να επιστρέψει και να περιγράψει τις εμπειρίες του στους ανωτέρους του.Πηγαίνει στη Φλωρεντία και, με το όνομα Roderigo της Καστίλλης, παίρνει για σύζυγό του την Onesta (Σεμνή) – κόρη του Amerigo Donati. Όμως, εκτός από αριστοκρατική καταγωγή και ομορφιά, η Onesta είναι «προικισμένη» και με απεριόριστη έπαρση – τόση, όση δε διαθέτει ούτε ο ίδιος ο Εωσφόρος. Ο Roderigo υφίσταται σωρηδόν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς και προσβολές. Όσο ερωτευμένος (άρα, ευάλωτος) δείχνει απέναντί της, τόσο μεγαλώνει η δική της αλαζονεία.Κάποια στιγμή, βρίσκεται ασφυκτικά χρεωμένος και αποφασίζει να εξαφανιστεί. Οι πιστωτές του τον καταδιώκουν και, για να ξεφύγει, ζητά άσυλο στο αγροτόσπιτο του Gianmatteo del Bricha – υποσχόμενος ότι θα του ανταποδώσει τη χάρη. Όταν οι διώκτες του φεύγουν άπραγοι, ο Roderigo υπόσχεται στον Gianmatteo πως θα τον κάνει πάμπλουτο. Του λέει πως θα κυριεύσει κάποιον άνθρωπο και, όταν πάει ο Gianmatteo για τον «εξορκισμό», εκείνος θα φύγει και ο Gianmatteo θα αμειφθεί πλουσιοπάροχα.Η εφαρμογή της απάτης επιτυγχάνεται όταν ο αρχιδιάβολος καταλαμβάνει την κόρη του Ambruogio Amidei αλλά, επειδή ο Gianmatteo ζητά χαμηλή αμοιβή, ο Roderigo του δίνει μια δεύτερη και τελευταία ευκαιρία – η οποία εμφανίζεται με τον δαιμονισμό της κόρης του βασιλιά Carlo της Napoli. Αυτήν τη φορά, ο Gianmatteo πλουτίζει πραγματικά και είναι έτοιμος να αποσυρθεί για να απολαύσει το υπόλοιπο του βίου του. Όμως, η φήμη του έχει ξεπεράσει τα όρια της ιταλικής επικράτειας και τον καλεί (ή, μάλλον, τον προστάζει) για τις υπηρεσίες του ο βασιλιάς της Γαλλίας, Λουδοβίκος ο 7ος – η κόρη του οποίου έχει καταληφθεί από δαιμόνιο.Ο αρχιδιάβολος αρνείται να συνεργαστεί, πιστεύοντας πως ο Gianmatteo είναι άπληστος και προσπαθεί να τον εκμεταλλευθεί, και του ανακοινώνει πως θα φροντίσει για τον απαγχονισμό του – αυτή είναι η ποινή που ανακοίνωσε ο Λουδοβίκος στον Gianmatteo, σε περίπτωση αποτυχίας του. Όταν αποτυγχάνουν όλες οι προσπάθειες του Gianmatteo να επιτύχει τον οίκτο του Belfagor/ Roderigo, ο πονηρός χωριάτης επιστρατεύει το τελευταίο του τέχνασμα: ανακοινώνει στον αρχιδιάβολο πως η σύζυγός του (η Onesta) έχει έλθει για να τον ανταμώσει. Ο Belfagor/ Roderigo τρομοκρατείται και, βγαίνοντας από το κορίτσι, κατευθύνεται τάχιστα προς την Κόλαση – έστω κι αν δεν είχαν παρέλθει τα δέκα χρόνια.
Μεταξύ των ετών 1518-1527, ο Niccolò Machiavelli συνέγραψε το διήγημα «Belfagor arcidiavolo»(άλλος τίτλος: «Il demonio che prese moglie» / «Ο δαίμονας που πήρε σύζυγο»). Αν δούμε την ιστορία σφαιρικά (χωρίς βιαστικούς αφορισμούς περί «μισογυνισμού»), μπορούμε να πούμε πως ο Machiavelli (ο οποίος, μόνο «άγιος» δεν μπορεί να χαρακτηριστεί) θέλει να στιγματίσει τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και τις συμπεριφορές που μετατρέπουν την επίγεια ζωή σε φρίκη πιο αβάσταχτη και από την τρομερότερη κόλαση οποιασδήποτε θρησκείας.
***
Την τιμητική τους είχαν τα πανηγύρια για ακόμη έναν καυτό Αύγουστο. Στα Ράμια Άρτας, ο κλαριντζής Ηλίας Αγγέλου, γνωστός και ως Τζαμαϊκανός, πάντρεψε το χιτ της χρονιάς με την παράδοση.
Η μεταμόρφωση του παραδοσιακού πανηγυριού
‘

Εννέα και μισή και στο κατάστημα που διοργανώνει το πανηγύρι, στην περιοχή των Λουτρών Χαλκιοπούλων Αιτωλοακαρνανίας, και ήδη έχουν αρχίσει να συρρέουν οι πρώτοι πελάτες. «Είμαστε προετοιμασμένοι για πολύ κόσμο», μας λέει ο επικεφαλής Γιώργος Καραχρήστος, ο “διαχειριστής” της εκδήλωσης, που λαμβάνει χώρα από τα τέλη της δεκαετίας του 1960.
pmagazatores.jpg
«Κατά τις 11 η ώρα περίπου θα έχουν φτάσει οι περισσότεροι και θα έχουν γεμίσει σχεδόν όλα τα τραπέζια», λέει και προσθέτει ότι φέτος υπάρχουν θέσεις «κλεισμένες» από Άρτα, ακόμη και από Λευκάδα. Ο γιος του Μάκης έχει αναλάβει τη διαχείριση των τραπεζιών και των καθισμάτων. «700 καρέκλες είναι ήδη κλεισμένες», ακούγεται να λέει σε πελάτη του μαγαζιού, σκυμμένος πάνω από τα χαρτιά που είναι γεμάτα με σημειώσεις.Οι εκτιμήσεις τελικά πέφτουν μέσα και ήδη από τις 10:30 ξεκινά να καταφθάνει ο κόσμος, με αποτέλεσμα σε λιγότερο από μιάμιση ώρα τα τραπέζια που «βλέπουν» την πίστα να είναι γεμάτα. Μαζί με αυτούς φτάνουν και οι μουσικοί, που αρχίζουν να κάνουν τις πρώτες ρυθμίσεις ήχου. Όλοι οι σερβιτόροι είναι στις θέσεις τους, ώστε να είναι έτοιμοι να εξυπηρετήσουν τα περισσότερα από 2.000 άτομα που αναμένονται.«Οι πρώτες ώρες από τη στιγμή που οι τραγουδιστές αρχίζουν να τραγουδούν είναι οι πιο δύσκολες για τους σερβιτόρους, που καλούνται να εξυπηρετήσουν εγκαίρως όλα αυτά τα άτομα, που παραγγέλνουν ταυτόχρονα», επισημαίνει ο Γιώργος Καραχρήστος. Τότε στήνεται και η κάμερα του τοπικού τηλεοπτικού καναλιού «Αχελώος», που κάθε χρόνο αναμεταδίδει τη συγκεκριμένη παραδοσιακή βραδιά.
Η ώρα περνά τις 12, οι τραγουδιστές ανεβαίνουν στην πίστα και οι προβλέψεις επιβεβαιώνονται. «Είναι η τρίτη συνεχόμενη χρονιά που φέρνουμε το συγκεκριμένο σχήμα τραγουδιστών και η τρίτη που ξεπερνάμε τα 2.000 άτομα», λέει ο κ. Καραχρήστος, που είδε παρά την κρίση που επικρατεί τον κόσμο να αυξάνεται.
Υπάρχει, ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο μια διαφορά σε σχέση με τα πανηγύρια που λάμβαναν χώρα παλιότερα στον συγκεκριμένο χώρο και αυτή αφορά τα χρήματα που είναι διατεθειμένοι πλέον να χαλάσουν οι επισκέπτες που έρχονται για να συμμετάσχουν. «Μπορεί παλιότερα να μην είχαμε πάντα τον κόσμο των τριών τελευταίων χρόνων, αλλά ο τζίρος ήταν πολύ μεγαλύτερος», λέει ο Καραχρήστος. Και προσθέτει ότι, σε περίπτωση που δεν σημειωνόταν η αύξηση σε επισκέπτες το τελευταίο διάστημα, η μείωση του τζίρου θα ήταν τέτοια που μπορεί να έθετε σε κίνδυνο ακόμα και την ίδια τη διεξαγωγή του πανηγυριού.Ενδεικτικό είναι ότι κάποτε η ατραξιόν του μαγαζιού σε βραδιές σαν κι αυτήν ήταν τα κρεατικά του, που καταναλώνονταν σε πολύ μεγάλες ποσότητες. «Παλιότερα ερχόταν μια οικογένεια και παράγγελνε σίγουρα να φάει. Σήμερα μπορεί να έρθουν και να περάσουν τη βραδιά με αναψυκτικά και λίγες μπύρες», λέει ο ιδιοκτήτης.
pkouzina_2.jpg
Η μείωση του τζίρου ακουμπά και τους τραγουδιστές, ακόμη και του υψηλού βεληνεκούς. «Δεν έχουμε ένα ντε φάκτο ποσό για να τραγουδήσουμε κάπου, αυτό έρχεται ύστερα από συνεννόηση στο τέλος της βραδιάς», επισημαίνει ο Γιάννης Καψάλης, ο οποίος αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στο δημοτικό τραγούδι. «Αν δεν έχει πάει καλά δηλαδή η δουλειά, δεν θα βάλουμε και το μαχαίρι στο λαιμό στον επιχειρηματία για να του πάρουμε τα χρήματα».«Έχουν περάσει οι παλιές καλές εποχές», προσθέτει γελώντας ο κ. Καραχρήστος. Εποχές από τις οποίες, όπως παραδέχεται, δεν έλειπαν οι ακρότητες και η άσκοπη σπατάλη χρημάτων. «Έχουμε “χτίσει” κι εμείς παλιότερα με σαμπάνιες τραγουδιστή», λέει και μας θυμίζει το πρόσφατο περιστατικό στην Αιτωλοακαρνανία, όπου πελάτης «άνοιξε» ολόκληρα κουτιά με σαμπάνιες στα πόδια τραγουδιστή. «Η σαμπάνια είναι ο μεγάλος χαμένος της όλης υπόθεσης», λέει ο μαγαζάτορας, προσθέτοντας πως οι πωλήσεις της μπορεί να έχουν πέσει περισσότερο από 70%.
Πλέον σήμερα αποτελεί ρίσκο να επενδύσει κανείς πολλά χρήματα για να κλείσει ένα μεγάλο όνομα να τραγουδήσει στο πανηγύρι του, μετά και το 2009 που αποτέλεσε χρονιά αιχμής για τον κλάδο. «Γιατί πέρα από τον τραγουδιστή πρέπει να πληρωθεί και η μπάντα του, η οποία μπορεί να φτάνει και τα 10 άτομα», λέει ο Καραχρήστος. «Έχουν υπάρξει μάλιστα δύο φορές που έχω μπει μέσα και έχω αναγκαστεί να βάλω χρήματα από την τσέπη μου στο τέλος της βραδιάς», προσθέτει. Η αύξηση του κόσμου είναι η μόνη που «σώζει» την κατάσταση.
Ποιος είναι όμως ο παράγοντας που φέρνει τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο κόσμο πίσω στα πανηγύρια; Ο Καραχρήστος και ο Γιάννης Καψάλης, που τραγουδά σε πανηγύρια περίπου 30 χρόνια, συμφωνούν ότι μεγάλο ποσοστό της αύξησης οφείλεται στο γεγονός ότι πια τα πανηγύρια στην ηπειρωτική Ελλάδα δεν μοιάζουν πολύ με τα παλιότερα, καθώς έχουν εκσυγχρονιστεί, με αποτέλεσμα να προσελκύουν περισσότερους νέους.
kouzina-1.jpg
«Παλιότερα αυτοί που χόρευαν στα πανηγύρια της ηπειρωτικής Ελλάδας έπρεπε να πληρώσουν», λέει ο Γιάννης Καψάλης, ο οποίος τραγουδά στο συγκεκριμένο πανηγύρι εδώ και τρία χρόνια. «Σήμερα εν αντιθέσει, ο χορός είναι ελεύθερος, με αποτέλεσμα να μπορεί να χορέψει οποιοσδήποτε επιθυμεί». Από την άλλη έχουν κοπεί κατά πολύ οι αφίσες των πανηγυριών, που γέμιζαν κατά καιρούς τους δρόμους της περιφέρειας. «Είναι αρκετά αντιαισθητικό να τις βλέπεις σκισμένες στο δρόμο», παραδέχεται ο Γιώργος Καραχρήστος, προσθέτοντας ότι πλέον η διαφήμιση μέσω social media είναι αρκετά αποδοτική.Η πιο μεγάλη αλλαγή έχει επέλθει, όμως, στο ρεπερτόριο των καλλιτεχνών, το οποίο έχει κατά κάποιον τρόπο εκσυγχρονιστεί, οδηγώντας στην πίστα όλο και πιο νέες ηλικίες. Χαρακτηριστικό της αλλαγής είναι πως κατά τη διάρκεια του εν λόγω πανηγυριού ακούστηκαν τα τραγούδια «Ξημερώματα» και «Μάντισσα», που αποτελούν μεγάλες επιτυχίες της εποχής και ακούγονται σε ραδιόφωνα της Ελλάδας.
Πολλοί λένε πως αυτές οι αλλαγές έχουν μεταβάλει και τον χαρακτήρα του ίδιου του δημοτικού τραγουδιού και το έχουν κάνει πιο σύγχρονο και πιο μαζικό, το λεγόμενο «νεοδημοτικό». Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γιάννης Καψάλης από τη νέα σεζόν θα είναι ο πρώτος δημοτικός τραγουδιστής που ηγείται ενός μουσικού σχήματος μεγάλου λαϊκού νυχτερινού μαγαζιού, του Ποσειδωνίου.Τον ίδιο δεν τον ενοχλεί η μετάλλαξη του δημοτικού τραγουδιού σε κάτι πιο ελαφρύ. «Ήθελα να γίνει αυτό το βήμα για να γνωρίσει όλο και περισσότερος κόσμος το δημοτικό τραγούδι και όνειρό μου είναι να ανοίξω την πόρτα και σε άλλα νέα παιδιά, που ασπάζονται το είδος», μας λέει.
«Πλέον πολλοί λαϊκοί τραγουδιστές περιμένουν πώς και πώς τραγούδι μας δημοτικό για να το βάλουν στο πρόγραμμα τους», λέει ο Γιάννης Καψάλης. Aρκετά τραγούδια του έχουν διασκευαστεί από λαϊκούς τραγουδιστές, οι οποίοι τα έχουν κάνει επιτυχίες. Αυτό σύμφωνα με τον ίδιο είναι απόδειξη πως η δημοτική μουσική ακόμη και σήμερα «πουλάει» στον κόσμο, όποια μορφή κι αν πάρει.
Ένας δημοτικός τραγουδιστής που έχει μια σχετική επιτυχία δεν σταματά να εργάζεται όλον τον χρόνο. Κι αυτό διότι πέραν της χειμερινής περιόδου, που τραγουδά σε μαγαζιά της Αθήνας, από τον Μάιο μέχρι τα τέλη Σεπτέμβρη βρίσκεται μέσα σε ένα αυτοκίνητο και ταξιδεύει από περιοχή σε περιοχή, τραγουδώντας στα κατά τόπους πανηγύρια.
«Από τις 14 Ιουλίου μέχρι τις 20 Αυγούστου έχω μόνο τρεις μέρες κενές», επισημαίνει ο Καψάλης, που την προηγούμενη νύχτα κοιμήθηκε ελάχιστα, γιατί τραγουδούσε αλλού. «Έκανα τρία ολόκληρα χρόνια για να κλείσω τον συγκεκριμένο τραγουδιστή», λέει ο Γιώργος Καραχρήστος. Η ζήτηση για τα μεγάλα ονόματα είναι τόσο μεγάλη, που οι διαθέσιμες ημερομηνίες είναι ελάχιστες. «Να φανταστείς για να τον κλείσω για την επόμενη χρονιά θα κάνουμε κουβέντα από τώρα», προσθέτει γελώντας.«Έχει υπάρξει πανηγύρι στον Αμπελώνα Λάρισας, στο οποίο τραγούδησα μπροστά σε 6.000 άτομα· το μάτι μου είχε χαθεί απ΄τον πολύ κόσμο! Έχουμε πάει από τον Έβρο μέχρι τη νότια Πελοπόννησο», λέει ο Γιάννης Καψάλης. Υπάρχουν μάλιστα σύμφωνα με τον ίδιο άνθρωποι, οι οποίοι τον ακολουθούν από πανηγύρι σε πανηγύρι, από μέρα σε μέρα.
pkapsalis.jpg
Όλος αυτός ο κόσμος αποτελεί μέρος της δουλειάς τους, καθώς είναι αυτοί που τους στηρίζουν στη βάση τους, τον χειμώνα. «Έρχονται πολλοί στα καμαρίνια του αθηναϊκού μαγαζιού και μας λένε “σας έχουμε παρακολουθήσει στο τάδε καλοκαιρινό πανηγύρι”».
Πέραν, όμως, των άμεσα εμπλεκομένων, τα πανηγύρια είναι πηγή εσόδων και για αρκετούς που είτε δουλεύουν στο σέρβις, είτε πουλούν τα προϊόντα τους στην περίμετρο της εκδήλωσης. «Στο πανηγύρι απασχολούνται περίπου 20 άτομα», μας λέει ο Καραχρήστος. Πολλοί εξ αυτών είναι νέα παιδιά, που το υπόλοιπο διάστημα δεν εργάζονται ως σερβιτόροι, αλλά δουλεύουν εκείνη την μέρα προκειμένου να βγάλουν ένα καλό μεροκάματο.
Μαζί με αυτούς και οι «γυρολόγοι» των πανηγυριών, οι πλανόδιοι, που το καλοκαίρι πηγαίνουν από περιοχή σε περιοχή πουλώντας λουκουμάδες, γλειφιτζούρια, ποπ κoρν, cds, ακόμη και παιχνίδια. Μεταξύ αυτών ο κύριος Νίκος, ο οποίος μαζί με τη γυναίκα του γυρνά εδώ και είκοσι χρόνια όλα τα πανηγύρια, τον χειμώνα της Αττικής και το καλοκαίρι της Αιτωλοακαρνανίας, προσπαθώντας να βγάλει τα προς το ζην. Όπως μας λέει, κάποτε η συγκεκριμένη δουλειά μπορεί να σου απέφερε αρκετά χρήματα, αλλά μετά το ξέσπασμα της κρίσης οι πωλήσεις έχουν πέσει αρκετά.![]()

Παρά τις ενστάσεις που μπορεί να έχει κανείς για ορισμένες πτυχές της αισθητικής του «νεοελληνικού» πανηγυριού, αυτό συνεχίζει να είναι «δυνατό χαρτί» στη διασκέδαση των Ελλήνων και ένας παράγοντας που κρατά ζωντανές τις τοπικές οικονομίες, ειδικά κατά την καλοκαιρινή περίοδο.




















