Θέση Κάζα στην παλιά εθνική οδό Ελευσίνα  Θήβα κάποτε έσφυζε από ζωή !!!
στην δεκαετία 60 -70 οι αθηναίοι μετά την διασκέδαση τούς στα τότε νυχτερινά κέντα της Αθήνας και του Πειραιά κατέληγαν στην Κάζα για γιαούρτι …   


 

Το πέρασμα της Κάζας ήταν γνωστό από την αρχαιότητα με την ονομασία πέρασμα Δρυός Κεφαλών και ήταν στρατηγικής σημασίας.[2] Για τον έλεγχό του είχε κατασκευαστεί, τον 4ο αιώνα π.Χ., το ισχυρό φρούριο των Ελευθερών. Το φρούριο στέκει στην ανατολική πλευρά της διάβασης και διατηρείται σε καλή κατάσταση σήμερα. Την περίοδο της τουρκοκρατίας ήταν μέρος του κύριου περάσματος από την Βοιωτία προς την Μεγαρίδα και την Πελοπόννησο, που χαρακτηριζόταν Μεγάλο Δερβένι.

Eurostat για την Ελλάδα και τη σχέση της με την Ευρώπη; 

Κάνουμε ένα μακροβούτι στον ωκεανό των big data της ευρωπαϊκής στατιστικής αρχής και ψαρεύουμε «λαυράκια», που είτε διαψεύδουν δημοφιλείς –αστικούς και εθνικούς– μύθους, είτε επιβεβαιώνουν καλά εμπεδωμένες αλήθειες. Ακόμη και αλήθειες που δεν μας βολεύουν ιδιαίτερα.
Χρόνος ανάγνωσης: 
13

[lynda.com]
Αφού προσπεράσουμε τον αφορισμό που υποδεικνύει ότι η στατιστική είναι ο καλύτερος τρόπος για να πεις ψέματα, αντλούμε ενδιαφέροντα και αναπάντεχα συμπεράσματα για την Ελλάδα και την Ευρώπη, από την ετήσια έκθεση και την εκτεταμένη βάση δεδομένων της ευρωπαϊκής αρχής Eurostat.
Ο μύθος των υποστελεχωμένων νοσοκομείων
Αν ρωτήσεις κάποιον ασθενή που περιμένει με τις ώρες στα εξωτερικά ιατρεία ενός δημόσιου νοσοκομείου για να εξεταστεί, σίγουρα θα σου πει ότι δεν έχουμε ούτε όσους γιατρούς, ούτε όσους νοσοκόμους χρειαζόμαστε. Κι όμως, η ετήσια έκθεση της Eurostat μας ενημερώνει ότι η Αττική δεν διαθέτει απλώς αρκετούς γιατρούς, αλλά κρατάει την πρώτη θέση μεταξύ όλων των νομών και περιφερειών της Ευρώπης.
870 γιατροί ανά 100.000 κατοίκους. Η επίδοση είναι ιλιγγιώδης, αν αναλογιστούμε ότι ο μέσος όρος της ΕΕ των 28 είναι περίπου 350 ιατροί ανά 100.000 κατοίκους.

practising_physicians.png

Επαγγελματικά ενεργοί γιατροί στους ΕΕ28 (ανά 100.000 κατοίκους).
Η περιοχή της πρωτεύουσας μάλιστα αύξησε με εντυπωσιακό ρυθμό το προβάδισμά της –κατά 240 γιατρούς (ανά 100.000), ήτοι 38,1%, μέσα σε μία δεκαετία (2004-2014). Μεγάλη αύξηση, αλλά όχι τόσο υψηλή καταγράφηκε στον αριθμό των γιατρών και σε πολλές ακόμη περιοχές της Ελλάδας, αλλά και της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ρουμανίας. Δύο ακόμη περιφέρειες της χώρας βρίσκονται πολύ ψηλά στη σχετική λίστα. Τόσο η Κρήτη όσο και η Λάρισα ξεπερνούν τους 600 γιατρούς ανά 100.000 κατοίκους, όταν π.χ. οι περισσότερες περιφέρειες της Ολλανδίας δεν διαθέτουν περισσότερους από 200. Συνολικά στην ΕΕ εργάζονται 1,78 εκατομμύρια γιατροί.
Από την άλλη, τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι τα νοσοκομεία είναι πράγματι υποστελεχωμένα από νοσηλευτές. Στη χώρα μας η αναλογία νοσοκόμων προς τον γενικό πληθυσμό είναι η τρίτη χαμηλότερη σε όλη την ήπειρο. Οι 182 νοσοκόμοι ανά 100.000 πληθυσμού είναι περισσότεροι από τους συναδέλφους τους στην Κροατία και τη Ρουμανία, αλλά αισθητά λιγότεροι τόσο από τον μέσο όρο της ΕΕ όσο και από χώρες όπως η Γερμανία, η Σουηδία, η Ιρλανδία και άλλες, που αριθμούν πάνω από 1.100 νοσοκόμους ανά 100.000 πληθυσμού.

nursing_professionals.png

Επαγγελματίες νοσηλευτές στους ΕΕ28 (ανά 100.000 κατοίκους).
…και η σκληρή πραγματικότητα της έλλειψης νοσοκομειακών κλινών
Αν η Ελλάδα δικαιούται να υπερηφανεύεται για την υψηλότατη αναλογία ιατρών προς πληθυσμό, σίγουρα θα πρέπει να αισχύνεται για το επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών στους πολίτες. Και αν προηγουμένως υποβάλαμε το ρητορικό ερώτημα σε όσους περιμένουν σε κάποια αίθουσα αναμονής, τώρα θα στραφούμε στους νοσηλευόμενους. Την απάντηση την υποθέτουμε όλοι. Ενδεχομένως, η εικόνα με τα ράντζα στους διαδρόμους να μην είναι τόσο συχνή πλέον στα ελληνικά νοσοκομεία, αλλά συνεχίζει να απαντάται σε αρκετά ιδρύματα ανά την Ελλάδα. Εδώ βέβαια δεν μιλάμε για αίσθηση, αλλά για στατιστική επιβεβαίωση:
Η Στερεά Ελλάδα είναι η πρώτη –από το τέλος– περιφέρεια σε ολόκληρη την Ευρώπη, με μόλις 165 νοσοκομειακές κλίνες ανά 100.000 κατοίκους. Χαμηλές (όχι βέβαια τόσο χαμηλές) επιδόσεις συναντάμε μόνο σε έναν νομό στην Τουρκία, σε περιφέρειες της νότιας Ισπανίας και της νότιας Ιταλίας, αλλά πουθενά ο αριθμός δεν πέφτει κάτω από τις 220 κλίνες.
Στην τελευταία στατιστική υποκατηγορία βρίσκουμε και την Πελοπόννησο, με μόλις 240 κλίνες ανά 100.000 κατοίκους. Η Θεσσαλία με 507 κλίνες/100.000 κατοίκους και η Αττική με 520 ανεβάζουν τον εθνικό μέσο όρο και σώζουν κάπως τα προσχήματα. Για ενδεικτικές συγκρίσεις, η Αλβανία έχει μέσο όρο 280 κλίνες, η Βουλγαρία σχεδόν διπλάσιο, με περιοχές όπως η νοτιοκεντρική της περιφέρεια να αριθμούν 753 κλίνες.
Στην Πολωνία ο νομός Ζαχοντνιοπομόρκι διαθέτει 1.157 κλίνες, ενώ η όμορή της Δυτική Πομερανία βρίσκεται στην πρώτη θέση πανευρωπαϊκά, διαθέτοντας 1.308 νοσοκομειακά κρεβάτια ανά 100.000 κατοίκους. Ακριβώς επταπλάσια σε σύγκριση με τον αριθμό της Στερεάς Ελλάδας.
Το παραμύθι των τεμπέληδων Ελλήνων
Ο μύθος των τεμπέληδων Ελλήνων καταρρίπτεται εμφατικά για έβδομο διαδοχικό έτος από την εκδήλωση της κρίσης. Σύμφωνα με τη φετινή έκθεση, ο μέσος όρος ωρών εργασίας ξεπερνά τις 40, και στις 13 ελληνικές περιφέρειες. Στην πρώτη θέση βρίσκονται οι εργαζόμενοι στα νησιά του Ιονίου και του Ν. Αιγαίου, οι οποίοι κατά μέσο όρο εργάζονται πάνω από 46 ώρες.
Οι επόμενες 10 θέσεις στη σχετική λίστα καταλαμβάνονται από τις υπόλοιπες ελληνικές περιφέρειες –με την εξαίρεση της Αττικής. Αν συνυπολογίσουμε δε την αυταπόδεικτη –παρότι δεν περιλαμβάνεται στα ευρήματα της συγκεκριμένης μελέτης– πραγματικότητα της αδήλωτης και μαύρης εργασίας, συμπεραίνουμε βάσιμα ότι οι Έλληνες εργάζονται ακόμη περισσότερες ώρες.
Οι μοναδικές μη ελληνικές περιφέρειες με αντίστοιχες «επιδόσεις» είναι η πολωνική περιοχή του Ποντλάσκιε και η Μπρατισλάβα της Σλοβακίας. Είναι ενδεικτικό ότι πλην της Ελλάδας και των πρώην ανατολικών χωρών (Βουλγαρία, Τσεχία, Πολωνία, Ρουμανία), περισσότερες από 40 ώρες εργάζονται οι κάτοικοι μόνο μίας περιφέρειας: αυτής του Λονδίνου.
H αμφιλεγόμενη παραδοχή της μειούμενης ανεργίας
Συνολικά στην ΕΕ των 28, το 2016 ήταν άνεργα 20,9 εκατομμύρια άτομα (15-74 ετών), αριθμός που αντιπροσωπεύει το 8,5% του εργατικού δυναμικού. Το ποσοστό είναι το τέταρτο χαμηλότερο από τότε που ξεκίνησαν οι αντίστοιχες καταγραφές της Eurostat. Η «συνεισφορά» της χώρας μας στη μεγέθυνση του αριθμού των ανέργων είναι αναντίρρητη, καθώς το σχετικό ποσοστό ανέρχεται σε 23,6% (το τελευταίο μηνιαίο στοιχείο υποδεικνύει 21,2% για τον περασμένο Αύγουστο).
Η μείωση του ποσοστού σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια είναι μεν αισθητή, όμως δεν παύει να φαντάζει εξωφρενικό σε σύγκριση με π.χ. το 4% στην Τσεχική Δημοκρατία. Ποσοστά άνω του 10% καταγράφονται μόνο στην Ισπανία, την Κύπρο, την Ιταλία και την Πορτογαλία.
Πηγαίνοντας στις περιφέρειες, την πρώτη θέση του βάθρου καταλαμβάνει η Δυτική Μακεδονία με 31,3%. Πρόκειται για τη μοναδική ευρωπαϊκή περιφέρεια εκτός από τη ισπανική Μελίγια, όπου το ποσοστό των ανέργων ξεπερνά το 30%. Άνω του 22% κινούνται και οι υπόλοιπες ελληνικές περιφέρειες –10 στις 20 πρώτες μάλιστα στον σχετικό πίνακα είναι ελληνικές.
Στην Κάτω Βαυαρία (Niederbayern) τα ποσοστά ανεργίας βρίσκονται στο 2,1%, ενώ στην Πράγα μόλις το 2,2%. Η πλειονότητα των 84 περιφερειών της ΕΕ με ποσοστά ανεργίας κάτω του 5% βρίσκεται πάντως στη Γερμανία ή το Ηνωμένο Βασίλειο.

unemployment2.png

Οι ευρωπαϊκές περιφέρειες με τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας.
Η σύγκριση μεταξύ των ποσοστών ανεργίας στις πρωτεύουσες είναι ακόμη πιο ενδεικτική.
Η Ελλάδα κρατά ένα ακόμη αρνητικό ρεκόρ, αφού γίνεται η χώρα με τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση της ανεργίας. Από το 2006 έως το 2016 η ανεργία αυξήθηκε κατά 14,6 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ στην άλλη πλευρά του φάσματος βρίσκεται η Πολωνία, με ποσοστό μείωσης της ανεργίας που έφτασε το 7,7%. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της ανεργίας στη χώρα μας είναι ότι είναι διασπαρμένη σε όλες τις περιφέρειες, σε αντίθεση με χώρες όπως η Ιταλία, όπου η διάκριση μεταξύ Βορρά και Νότου είναι σαφέστατη.
Θλιβερή πρωτιά κατακτά η χώρα μας και στον δείκτη μακροχρόνιας ανεργίας, καθώς ξεπερνά το 72% (σε σχέση με τους συνολικούς ανέργους), όπερ σημαίνει ότι περισσότεροι από επτά στους δέκα άνεργους δεν έχουν εργασία για τουλάχιστον 12 μήνες.

long-term_unemployment_percentage_of_total_unemployment15-74.png

Ποσοστό μακροπρόθεσμα ανέργων προς βραχυπρόθεσμα άνεργους στους ΕΕ28.
Η σύγκριση με χώρες όπως η Σουηδία, όπου το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων φτάνει στο 19,2%, τη Δανία (22,3%) και τη Φινλανδία (25,9%), είναι αποκαλυπτική της κατάστασης στη χώρα μας.
Η απασχόληση στα τάρταρα
Παρά την όψιμη μείωση των ποσοστών της συνολικής ανεργίας στη χώρα μας, οι επιμέρους δείκτες δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικοί. Στα συγκριτικά στοιχεία των ετών 2004 έως 2014 απεικονίζονται οι τεράστιες αποκλίσεις κατά την περίοδο της κρίσης. Από το 73% των αντρών ηλικίας 15-64 που εργάζονταν το 2004 (το ποσοστό έμεινε αμετάβλητο το 2009), πέσαμε στο 58% το 2014. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος φτάνει το 70,1%, ενώ υπάρχουν χώρες που αντισταθμίζουν το ελληνικό ποσοστό, όπως η Ολλανδία με 78,1% και η μετα-υφεσιακή Ισλανδία με 84%.
Η μείωση στο αντίστοιχο ποσοστό των εργαζόμενων γυναικών δεν είναι εξίσου υψηλή (από 45,2% στο 41,1%), αλλά είναι προφανές ότι ο αριθμός ήταν ήδη πολύ χαμηλός. Για την ακρίβεια, ο χαμηλότερος και ο μοναδικός πτωτικός. Ακολουθεί η Μάλτα, με ποσοστό 49,3%, αυξημένο μάλιστα κατά 17 ποσοστιαίες μονάδες, και η Σλοβακία με 54,3%.
Μια άλλη διαπίστωση από τη συγκεκριμένη υποκατηγορία είναι ότι η πολυλάλητη ισότητα των φύλων στην εργασία δεν αποδεικνύεται από τους αριθμούς. Σε όλες τις ευρωπαϊκές περιφέρειες οι άντρες απασχολούμενοι είναι περισσότεροι από τις γυναίκες, με δύο μόνο εξαιρέσεις –την Κορσική και τη σουηδική περιφέρεια Övre Norrland. Εξαιρέσεις που προφανώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Οι δείκτες είναι ακόμη πιο ανησυχητικοί για τους εργαζόμενους άνω των 55 ετών, που βρίσκονται στο κατώφλι της συνταξιοδότησης. Στη χώρα μας εργάζεται περίπου ένας στους τρεις, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος υπερβαίνει το 50%. Στην πρώτη θέση της σχετικής λίστας η Σουηδία με 74%, ενώ στην τελευταία φιγουράρει η Ελλάδα.
Και οι (απογοητευμένοι) αυτοαπασχολούμενοι στα ύψη
Στα στοιχεία της Eurostat για το 2016 επιβεβαιώνεται ότι ο αριθμός των αυτοαπασχολούμενων όχι μόνο δεν μειώθηκε κατά τη διάρκεια της ύφεσης, αλλά αυξήθηκε. Ο μέσος όρος στους ΕΕ28 το 2016 έφτασε το 14,8% όλων των απασχολουμένων. Σε μόλις 12 περιφέρειες από τις 258 καταγράφηκε ποσοστό άνω του 30%. Κατά σατανική σύμπτωση και οι 12 βρίσκονται στην Ελλάδα.
Μοναδική εξαίρεση η Αττική, όπου το ποσοστό αυτοαπασχολούμενων είναι κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη ελληνική περιφέρεια. Αντίστοιχα ποσοστά παρατηρούνται μόνο σε περιοχές της Νότιας Ιταλίας (Molise, Basilicata και Abruzzo), και σε δύο περιοχές της ανατολικής Πολωνίας. Αντίθετα στο Βουκουρέστι μόλις το 4,3% των εργαζόμενων είναι αυτοαπασχολούμενοι.
Για να το επιλέγουν, θα πηγαίνουν καλά, θα σκεφτεί κάποιος ενδεχομένως καλόπιστα. Και εκεί έρχονται τα ευρήματα της ποιοτικής έρευνας της Eurostat. «Πόσο ικανοποιημένοι είστε από την τρέχουσα εργασία σας;», ρώτησαν τους Ευρωπαίους πολίτες. Η εικόνα τα λέει όλα:
Η αδυσώπητη πραγματικότητα της γερασμένης χώρας
Η μέση ηλικία σε όλη την ΕΕ των 28 έχει ανέβει σε ιστορικά υψηλά, για τους προφανείς λόγους αφενός της αύξησης του προσδόκιμου ζωής και αφετέρου των χαμηλότερων ποσοστών γεννήσεων στην ιστορία της γηραιάς ηπείρου (εδώ μάλλον κολλάει το κλισέ). Η αύξηση της μέσης ηλικίας κατά 2,8 χρόνια μέσα σε μόλις μια δεκαετία είχε ως αποτέλεσμα να φτάσει τα 42,6 έτη. Στο χαμηλό άκρο βρίσκουμε την Ιρλανδία με 36,7 έτη και στο ψηλό τη Γερμανία με 45,7.
Σε επίπεδο περιφέρειας, το ρεκόρ σπάει η Ευρυτανία, με μέσο όρο τα 53,6 χρόνια, υπερτριπλάσια από τη μέση ηλικία στη γαλλική υπερπόντια κτήση Μαγιότ, που εκτιμάται σε 17,8 έτη! Στην Ευρυτανία μάλιστα, ο πληθυσμός μειώθηκε πέρυσι άνω του 1% σε σύγκριση το 2015, λόγω της μετανάστευσης κυρίως προς το εξωτερικό. Αντίθετα, η περιοχή της χώρας με τη χαμηλότερη μέση ηλικία είναι η Δυτική Αττική.
Ιστορικά, η συνολική αύξηση του πληθυσμού στην ΕΕ αντανακλούσε σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις στη φυσική μεταβολή του πληθυσμού (ο συνολικός αριθμός των γεννήσεων μείον τον συνολικό αριθμό των θανάτων), με τα μεταναστευτικά πρότυπα να διαδραματίζουν σχετικά μικρό ρόλο. Μια πιο προσεκτική εξέταση δείχνει ότι η φυσική αύξηση του πληθυσμού στην ΕΕ ήταν σημαντικά υψηλότερη στη δεκαετία του 1960 από ό,τι σήμερα. Από τη δεκαετία του 1970 και εξής, ο ρυθμός της άρχισε να επιβραδύνεται, τόσο ως αποτέλεσμα του χαμηλότερου αριθμού γεννήσεων όσο και του αυξανόμενου αριθμού των θανάτων.
Μέχρι το 2015, παρά τον σημαντικά υψηλότερο αριθμό κατοίκων στην ΕΕ των 28 σε σύγκριση με το 1961, υπήρχαν 2,5 εκατομμύρια λιγότερες γεννήσεις· αντίθετα, ο αριθμός των θανάτων αυξήθηκε κατά 1,1 εκατομμύρια (πάντα σε σύγκριση με το 1961). Πράγματι, το 2015 ήταν το πρώτο έτος που καταγράφηκε ότι η φυσική αλλαγή του πληθυσμού ήταν αρνητική, καθώς ο αριθμός των θανάτων υπερέβη τον αριθμό των ζώντων γεννήσεων κατά 117 χιλιάδες.
Πού καταλήγουν οι προσφυγικές/μεταναστευτικές ροές;
Πλην όμως της γήρανσης, σημαντικό ρόλο στην αύξηση του πληθυσμού της ΕΕ διαδραματίζει και η μετανάστευση. Να σημειώσουμε βέβαια, ότι η Eurostat αποδέχεται πλαγίως τη δυσκολία ακριβούς καταγραφής των μεταναστών. Αρκετά κράτη άλλωστε δεν διαθέτουν ακριβή στοιχεία σχετικά με την καθαρή μετανάστευση (η διαφορά μεταξύ εξερχόμενης μετανάστευσης και εισερχόμενης μετανάστευσης), υποχρεώνοντας την υπηρεσία να την εκτιμήσει με τη βοήθεια στατιστικών μοντέλων, που υπολογίζουν τη διαφορά μεταξύ της συνολικής αλλαγής του πληθυσμού και της φυσικής αλλαγής κάθε χρόνο.
Το γεγονός πάντως είναι ότι καταγράφηκαν 1,2 εκατομμύρια αφίξεις μεταναστών στη Γερμανία, ερμηνεύοντας την πληθυσμιακή αύξηση. Σε πέντε περιφέρειες της ΕΕ μάλιστα ο πληθυσμός αυξήθηκε τουλάχιστον κατά 40 άτομα ανά 1.000 κατοίκους το 2015. Το ρεκόρ κατέχουν δύο γερμανικές περιοχές: το Trier Kreisfreie Stadt (58 ανά 1.000 κατοίκους) και το Schwerin Kreisfreie Stadt (49 ανά 1.000 κατοίκους), ενώ ακολουθούν τρεις περιοχές του Λονδίνου.
Σε όλες τις περιοχές το ποσοστό της αύξησης αποδίδεται εξ’ ολοκλήρου στην «καθαρή» μετανάστευση, καθώς το φυσικό ποσοστό μεταβολής του πληθυσμού ήταν αρνητικό (περισσότεροι θάνατοι από τις γεννήσεις). Στις περιοχές όπου μειώθηκε ο πληθυσμός κυριαρχούν περιφέρειες της Βαλτικής, της Κροατίας και της Ρουμανίας, ενώ δεν λείπουν οι ισπανικές και επτά ελληνικές.

total_population_change.png

Ρυθμός συνολικής μεταβολής πληθυσμού (ανά 1.000 κατοίκους), 2015.
Συνολικά, σε 302 περιφέρειες της ΕΕ ο ρυθμός καθαρής μετανάστευσης έφτασε σε 12 ανά 1.000 κατοίκους. Αν εστιάσουμε στην Ελλάδα, θα παρατηρήσουμε ότι παρά την αύξηση των εισερχόμενων μεταναστών, ο αριθμός των εξερχόμενων υπερκαλύπτει τη διαφορά. Σε αρκετές περιοχές μάλιστα η καθαρή μετανάστευση κινήθηκε σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Συνολικά για τη χώρα μας, από το 2010 έως το 2015 το πρόσημο ήταν αρνητικό. Για το 2016 έφτασε στο 0,0, υποδεικνύοντας απόλυτη ισορροπία μεταξύ αφίξεων και αναχωρήσεων. Όπως προείπαμε βέβαια, η συγκεκριμένη καταγραφή ενέχει αρκετά ζητήματα αξιοπιστίας.

crude_rate_of_net_migration.png

Ακαθάριστος ρυθμός καθαρής μετανάστευσης (με στατιστική προσαρμογή) ανά 1.000 κατοίκους, 2015.
Ο μύθος της διαρκώς διογκούμενης Αθήνας
Αντίθετα με την εντύπωση που έχουμε οι περισσότεροι ότι ο πληθυσμός της Αθήνας αυξάνεται διαρκώς, η Eurostat μας ενημερώνει ότι η τάση όχι μόνο έχει ανακοπεί, αλλά ότι η Αθήνα είναι η μοναδική μεγαλούπολη (άνω των 2 εκατ. κατοίκων) σε ολόκληρη την Ευρώπη που είδε τον πληθυσμό της να μειώνεται τη δεκαετία 2004-2014.
Η πτώση μάλιστα είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή αν συνυπολογίσουμε ότι έως το 2009 καταγράφονταν μεγάλες αυξήσεις στον πληθυσμό της Αθήνας. Παρά ταύτα παραμένει η ένατη μεγαλύτερη πόλη στην Ευρώπη. Ταχύτερη ανάπτυξη είχε η μικρότερη όλων των πρωτευουσών, το Λουξεμβούργο, ενώ αυξητική τάση παρατηρείται και στις σκανδιναβικές χώρες.

population_change_capital.png

Μέσος ρυθμός πληθυσμιακής μεταβολής, 2004-2014.
Η μισή αλήθεια της φθηνής στέγης
Σύμφωνα με την έκθεση της Eurostat, το κόστος της στέγασης στη χώρα μας δεν είναι απλώς υψηλό. Είναι εξωφρενικό. Περίπου 4 στους 10 κατοίκους καλούνται να πληρώσουν υπερβολική αναλογία κόστους στέγασης προς εισόδημα. Ο συγκεκριμένος δείκτης προκύπτει από το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε νοικοκυριά στα οποία το συνολικό κόστος στέγασης αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.
Στην Ελλάδα το ποσοστό των πολιτών που πληρώνουν δυσανάλογο κόστος για τη στέγασή τους φτάνει το 44,6%, όταν η δεύτερη κατά σειρά χώρα Σερβία βρίσκεται στο 29,3%, ενώ σχεδόν όλες οι υπόλοιπες χώρες κινούνται κάτω από το 15%. Ο μέσος όρος για αγροτικές περιοχές είναι 9,1%, ενώ στα αστικά κέντα φτάνει το 13,3%. Στην Κύπρο μόλις το 5% του πληθυσμού αντιμετωπίζει τόσο αυξημένο οικονομικό βάρος για στέγαση.
Είναι ενδεικτικό της επίδρασης της ύφεσης στην Ελλάδα ότι το 2007 ο δείκτης βρισκόταν στο 14,1% και ήδη το 2012 εκτοξεύτηκε στο 35,9%. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας μάλιστα το κόστος στέγασης αυξήθηκε άνω του 12%, κάτι που παρατηρήθηκε ακόμη και σε αγροτικές περιοχές της χώρας.
Είναι λοιπόν παράλογο που γκρινιάζουμε;
Όχι, όποιος κι αν διαβάσει όλα τα παραπάνω θα δικαιολογήσει την ενδημική γκρίνια των Ελλήνων. Μήπως όμως το παρακάνουν;
Στις εισαγωγικές παραγράφους υποβάλαμε ρητορικά ερωτήματα στους ασθενείς στη χώρα μας. Η Eurostat το έκανε πράξη και στο πλαίσιο μιας έρευνας του Ευρωβαρόμετρου με θέμα «Αντίληψη για την ποιότητα ζωής σε ευρωπαϊκές πόλεις», ρώτησε πολίτες όλων των χωρών της ΕΕ για το επίπεδο ικανοποίησης από τις υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης, τους γιατρούς και τα νοσοκομεία στην πόλη τους.
Ο δείκτης καταγράφει τον βαθμό ικανοποίησης σε κλίμακα (πολύ ικανοποιημένοι, ικανοποιημένοι, μάλλον δυσαρεστημένοι, καθόλου ικανοποιημένοι) και τα αποτελέσματα απεικονίζονται στον χάρτη.

satisfied_with_healthcare_services.png

Ποσοστό ανθρώπων που είναι ικανοποιημένοι με τις υπηρεσίες υγείας στην πόλη τους, 2015.
Ναι, το καταλάβαμε. Οι Έλληνες δηλώνουν σχεδόν ομόφωνα «καθόλου ικανοποιημένοι». Όταν δε εστιάζουμε στις απαντήσεις των Αθηναίων, η απογοήτευση γίνεται ακόμη πιο έκδηλη:
Όταν οι Αθηναίοι ρωτήθηκαν για το αίσθημα ασφάλειας και ειδικότερα για το αν μπορούν να εμπιστευτούν την πλειοψηφία των συμπολιτών τους, μόλις το 31% απάντησε καταφατικά, όταν στο Ρέικιαβικ οι θετικές απαντήσεις προσεγγίζουν το 90%.
Ελάχιστα πιο θετικοί ήταν οι Αθηναίοι αναφορικά με την ικανοποίηση από τους χώρους πολιτισμού στην πόλη τους, με το 62% να εκφράζεται θετικά. Και πάλι όμως βρισκόμαστε στις πέντε τελευταίες θέσεις δίπλα σε Μαλτέζους, Τούρκους και Κύπριους, ενώ στον αντίποδα βρίσκουμε Αυστριακούς που δηλώνουν ικανοποιημένοι σε ποσοστό 97%.
«Πόσο ευχαριστημένοι είστε από τη ζωή σας στην πόλη;», ήταν η τελευταία ερώτηση και παρότι το 71% των Αθηναίων τοποθετήθηκε στον θετικό άξονα, η απόκλιση από τις υπόλοιπες 78 ευρωπαϊκές πόλεις της έρευνας είναι αχανής. Μόνο στο Παλέρμο της Ιταλίας υπάρχουν περισσότεροι δυσαρεστημένοι, ενώ το 100% άγγιξε το Όσλο και η Ζυρίχη, ενώ υψηλότατα ποσοστά ικανοποίησης (της τάξης του 97% ή 98%) καταγράφηκαν στο Άαλμποργκ της Δανίας, στις γερμανικές πόλεις Αμβούργο, Λειψία, Μόναχο και Ρόστοκ, στη Μάλαγα της Ισπανίας και στη Μπράγκα της Πορτογαλίας.
Τουλάχιστον δηλώνουμε (σχετικά) ικανοποιημένοι από την ποιότητα του αέρα που αναπνέουμε. Όσο κι αν ακούγεται περίεργο, οι κάτοικοι της Αθήνας θεωρούν ότι ο αέρας που αναπνέουν δεν είναι τόσο μολυσμένος και βλαβερός, φέρνοντας την πρωτεύουσα στην ένατη θέση της σχετικής λίστας. Στην πρώτη θέση βρίσκεται το γερμανικό Ρόστοκ και στην τελευταία η Σόφια.

satisfied_with_quality_of_the_air.png

Δείκτης ικανοποίησης με την ποιότητα του αέρα σε διάφορες πόλεις των ΕΕ28.
Τα στατιστικά και τα γραφήματα του συγκεκριμένου άρθρου αντλούνται από την ετήσια έκθεση της Eurostat (draft, Οκτώβριος 2017) και από τη βάση δεδομένωντης Eurostat.
Στοιχεία για τις επιμέρους πόλεις μπορεί κανείς να βρει εδώ και για τις έρευνες ικανοποίησης εδώ.
Τα στοιχεία βασίζονται στην έκδοση NUTS του 2013 και το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών (ΕΣΛ).
Τέλος. η αναλυτική μεθοδολογία της έρευνας βρίσκεται εδώ.
Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε ως συντάκτης, αρχισυντάκτης και διευθυντής σε περιοδικά, εφημερίδες και websites. Σήμερα ξεκινά το πρώτο του startup και τελειώνει το πρώτο του μυθιστόρημα.

Πίστευε και μη ερεύνα ή πίστευε και μη, ερεύνα;

  • Από Dogma
  •   

ερεύνα

Συχνά ακούμε τη φράση: «Πίστευε και μη ερεύνα». Όμως συνήθως δεν γνωρίζουμε ποιος την πρωτοείπε, και αν πράγματι είναι αυτό ένα Χριστιανικό φρόνημα. Επίσης, κάποιοι προσπαθώντας να δημιουργήσουν εντυπώσεις προσπαθούν να περάσουν μία διαφορετική ερμηνεία στην φράση χρησιμοποιώντας ένα κόμμα. 

Κάποιοι, όταν ακούνε αυτή τη φράση με την οποία φυσικά δεν συμφωνούν, σκέφτοναι πονηρά: «Λες να υπάρχει πράγματι αυτή η φράση στην Ορθόδοξη γραμματεία, και να διαψευσθώ αν την αρνηθώ;» Προτιμούν λοιπόν, αντί να την αρνηθούν, να την αλλοιώσουν και να αντιστρέψουν το νόημά της. Λένε λοιπόν σε όσους τους κατηγορούν για το: «Πίστευε, και μη Ερεύνα»:
«-Βάζετε λάθος το κόμμα στη φράση. Το κόμμα πάει στο «μη», και όχι στο «πίστευε». Η φράση είναι: «Πίστευε και μη, ερεύνα». Δηλαδή: «Είτε πιστεύεις, είτε όχι, να ερευνάς». Έτσι και τη φράση κρατάνε, και αντιστρέφουν το νόημά της, νιώθοντας ασφαλείς! Αν όμως κάποιος τους ρωτήσει: «Πού το βρήκατε αυτό γραμμένο με το κόμμα έτσι;», φυσικά δεν ξέρουν να του απαντήσουν. Γιατί είναι και αυτή μια εντελώς αυθαίρετη θέση.
Πιστεύουμε ότι θα συμφωνείτε μαζί μας, ότι το θέμα έχει «σασπένς»! Είναι πολύ ενδιαφέρον, το τι συμβαίνει γύρω από μια φράση, την οποία ουδείς γνωρίζει από πού προκύπτει, αλλά τόσοι πολλοί τη χρησιμοποιούν, ή αγωνίζονται με  αλλοιώσεις να την αναιρέσουν!
Όχι μόνο ο Χριστός δεν είπε στον («άπιστο») Θωμά «πίστευε και μη ερεύνα», αλλά τον προέτρεψε να ελέγξει με τα ίδια του τα χέρια τις τρύπες από τα καρφιά Του! Αυτά τα απλά, αποτελούν απόδειξη, πως η Ορθοδοξία προτρέπει να ερευνήσουμε…