Μεγάλα Κόκκινα Κρασιά 2017: η λίστα των κρασιών της έκθεσης
16 Νοεμβρίου 2017
Αυτά είναι τα κρασιά που θα δοκιμαστούν την Κυριακή 19 Νοεμβρίου, 12-8μμ, στη Μ. Βρετανία, στο πλαίσιο των Μεγάλων Κόκκινων Κρασιών 2017.
Η αφρόκρεμα των ερυθρών κρασιών της ελληνικής αγοράς σας περιμένει στην Μεγάλη Βρετανία, την Κυριακή 19 Νοεμβρίου από τις 12 μέχρι τις 8 το βράδυ. Τα Μεγάλα Κόκκινα Κρασιά 2017 είναι εδώ!
Μαζί τους θα σερβίρονται εκλεκτά τυριά από την Provence και αλλαντικά από το Carnicero. Τα επίσημα νερά της έκθεσης είναι το Evian και το Badoit.
Συνοδοιπόροι μας σε αυτό το μοναδικό οινικό ταξίδι είναι οι: Volvo, Ermenegildo Zegna & Gaggenau.
Στο link εδώ θα βρείτε τον πλήρη κατάλογο της έκθεσης με τους εκθέτες και τα κρασιά που θα δοκιμαστούν.
Στο link εδώ θα βρείτε τον πλήρη κατάλογο της έκθεσης με τους εκθέτες και τα κρασιά που θα δοκιμαστούν.
Σας περιμένουμε!
Η δεύτερη ζωή των πιάτων για σπάσιμο
Από τα πορσελάνινα που άφηναν πληγές, στα φθηνότερα γύψινα: ο θρυμματισμός πιάτων ήταν συνώνυμο της διασκέδασης για ολόκληρες γενιές. Με τα χρόνια, θεωρήθηκαν μπανάλ κι έδωσαν τη θέση τους στα λουλούδια, αλλά στο κέφι ακόμη σπάνε ανά δεκάδες –και όχι μόνο στην Ελλάδα.
Χρόνος ανάγνωσης:
8
‘

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017
«Παντελή, τι έγινε, έπηξε;»
Όση ώρα μιλάμε, καθισμένοι στο γραφειάκι στην είσοδο της βιοτεχνίας που βρίσκεται ανάμεσα σε συνεργεία αυτοκινήτων, εργαστήρια επιγραφών και αποθήκες στη βιομηχανική ζώνη πάνω από το λιμάνι του Πειραιά, δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις πως η έγνοια του Μπάμπη Σταμπούλογλου τρέχει αλλού.
Κάθε λίγο, ο ηλικιωμένος άνδρας γυρίζει να δει τι συμβαίνει στα μηχανήματα, όπου οι γιοι και εγγονοί του παρέα με τον Νασέρ και τον Γιώργο χύνουν τον ιδρώτα τους αυτό το πρωινό, ετοιμάζοντας τη σημερινή φουρνιά γύψινων πιάτων. Εκατοντάδες ετοιμοπαράδοτα πιάτα συσκευασμένα σε παλέτες σχηματίζουν μικρούς πύργους γύρω μας.
piata1.jpg
Ο νεότερος Μπάμπης Σταμπούλογλου κατά τη διάρκεια της εργασίας στην οικογενειακή βιοτεχνία.
Με το κεφάλι μισογυρμένο, ο κύριος Σταμπούλογλου ρίχνει πάλι μια ανυπόμονη φωνή: «Έπηξε, Μπάμπη;». Η κόρη του, καθισμένη δίπλα του, του ζητά να σταματήσει να ανησυχεί για τον γύψο και να απαντήσει στις ερωτήσεις μου.
«Εξήντα χρόνια είμαι στη δουλειά», λέει, όταν επιστρέφει σε μένα. «Εξήντα χρόνια», επαναλαμβάνει το νούμερο αργά. «Από 65 χρονών έπρεπε να πάρω σύνταξη, αλλά εγώ τώρα σταμάτησα, στα 87 μου. Αρρώστησα, αλλιώς δεν θα τα παράταγα. Μου κακοφαίνεται. Έχω λυσσάξει και θέλω να είμαι διαρκώς πάνω από τη δουλειά, να βλέπω». Χαμογελά.
piata2.jpg
Πιάτα έτοιμα για συσκευασία, περιμένουν την αποστολή τους.
Μια διαδρομή στη νύχτα της Αθήνας
Ο Μπάμπης Σταμπούλογλου βρέθηκε στη νύχτα από παιδί. Για το μεροκάματο, πιτσιρικάς, πουλούσε φιστίκια έξω από τα λίγα μπουζουξίδικα που υπήρχαν τότε στην Αθήνα. Ένα βράδυ, έξω από το μαγαζί του Σιλά στη λεωφόρο Συγγρού, τσακώθηκε με τον πορτιέρη που δεν τον άφηνε να μπει μέσα.
«Εκείνη την ώρα βγαίνει ο Σιλάς, και ρωτάει, “τι έγινε, ρε, με τον μικρό”; “Να”, λέει ο πορτιέρης, “κάθεται στην πόρτα κι ενοχλεί”. Με ρωτάει εκείνος τι πουλάω και από πού είμαι. Μου λέει, “θες δουλειά”; “Θέλω” λέω».
piata15.jpg
Ο Νασέρ ετοιμάζει το καλούπι των γύψινων πιάτων.
Τον καιρό εκείνο ακόμη στα ξενυχτάδικα ο χαμός γινόταν με τα μπαλόνια. «Έβγαιναν οι γυναίκες με τα μπαλόνια και έβαζαν το αναμμένο τσιγάρο πάνω: μπαμ-μπαμ-μπαμ, έσπαγαν τα μπαλόνια στη σειρά. Ο Σιλάς με έβαλε στο μαγαζί να τα φουσκώνω. Από κει και πέρα είδα την Αθήνα, την γνώρισα και τακτοποιήθηκα».
Όταν η κουβέντα έρχεται στη μετάβαση από το σκάσιμο μπαλονιών στο σπάσιμο πιάτων στα νυχτερινά μαγαζιά, ένα όνομα μονοπωλεί τις αναμνήσεις του: Ωνάσης.
«Όλο αυτό ξεκίνησε από εκείνον. Το φούντωμα συνέβη στη Φαντασία που ήταν στην παραλιακή, στο ύψος του παλιού αεροδρομίου, από τη μανία του να σπάει πιάτα. Κι έπειτα απέναντι, στο Κασταλία. Φώναζε “πιάτα” και έρχονταν ντάνες που τα έσπαγαν με σφυράκι. Αλλά τότε δεν υπήρχαν τα σημερινά –ήταν τα γυαλιστερά, τα επικίνδυνα. Πολλά κεφάλια άνοιξαν, πολλά χέρια έσπασαν, τα πόδια των γυναικών ήταν ξυραφιασμένα από δαύτα. Γι’ αυτό και βγήκε νόμος τότε και το σταμάτησαν», λέει αναφερόμενος στο νόμο που πέρασε η Χούντα το 1968 κατά του εθίμου των «φθορών προκαλουσών το κοινόν αίσθημα». Η κόρη του η Κατερίνα, που έχει δουλέψει και η ίδια για την οικογενειακή βιοτεχνία, δείχνει μια πληγή στο χέρι της. «Ένα βράδυ, όπως έσπασαν οι ντάνες και πήγα να σηκώσω ένα πιάτο, ένα κομμάτι με έκοψε. Μου έκαναν ράμματα», εξηγεί.
>Άλλες εποχές εκείνες, τότε η λέξη «πόλεμος» για όσα συνέβαιναν στα πόδια των τραγουδιστών ήταν μια διαφορετική τελείως έννοια: πολλοί, πάνω στο κέφι τους, δεν έσπαγαν απλώς τα πιάτα, αναποδογύριζαν ολόκληρο το τραπέζι τους, μαζί με ό,τι είχε επάνω.
5.jpg
Τα γύψινα πιάτα αντικατέστησαν τα γυαλιστερά, προκειμένου να αποφεύγονται οι τραυματισμοί.
Εκείνη την εποχή ο Σταμπούλογλου εμπορευόταν πιάτα που προμηθευόταν από άλλη βιοτεχνία. Με την απαγόρευση των γυαλιστερών πιάτων, συνεννοήθηκε με ένα χημικό που του ετοίμασε μια συνταγή ώστε να δημιουργεί λιγότερα επικίνδυνα πιάτα. Και έτσι βρέθηκε ο ίδιος στη θέση του παραγωγού.
Τη δεκαετία του ’80, το εργοστάσιο που έστησε θα έδινε πιάτα σε 70-80 μαγαζιά ημερησίως στην Αττική, μπουζουξίδικα στην παραλία και το κέντρο, την Τρούμπα, την Εθνική οδό. Έφευγαν 20.000-25.000 πιάτα την ημέρα, και στο αποκορύφωμα, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90, έως και 80.000.
«Η δεκαπενταετία που ακολούθησε την πτώση της Χούντας ήταν η καλύτερη εποχή», λέει ο Ιορδάνης, ένας από τους δύο γιους του Μπάμπη Σταμπούλογλου. Kαι ο ίδιος βρέθηκε από 12 χρονών μέσα στη νύχτα. «Το ’80 τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά έξι μέρες την εβδομάδα, μόνο μια μέρα είχαν ρεπό. Ο κόσμος έβγαινε και διασκέδαζε, γιατί βέβαια υπήρχαν και δουλειές». Σε ρεπορτάζ του Βήματος, ο Βασίλης Καρράς θυμάται έναν πελάτη που ξόδεψε 50 εκατομμύρια δραχμές για πιάτα σε μια νύχτα.
Γρήγορα η βιοτεχνία Σταμπούλογλου ανοίχτηκε και στην επαρχία. Στη Ρόδο χρειάζονταν 100.000 πιάτα την εβδομάδα «για τις ανάγκες του νησιού». Πίσω στην Αθήνα, ακούραστα στην παραγωγή εργάζονταν 8 άτομα.
Τότε ήταν που καθιερώθηκε ευρύτερα και το σπάσιμο των πιάτων ως τρόπος φλερταρίσματος. «Λοιπόν, η γκόμενα, η τραγουδίστρια, είναι καψούρα. Αλλά εσύ που είσαι καψούρης μαζί της, πώς θα πάρεις χαμπάρι ότι έχει και άλλο γκόμενο;», εξηγεί ο Μπάμπης Σταμπούλογλου χαμογελαστός.
11.jpg
Σπασμένα πιάτα στη σκηνή στο τέλος της βραδιάς.
«Έλεγε εκείνη στον άλλο, “έλα, ρε, το βράδυ να μου κάνεις κανένα νταλαβέρι”. Οπότε, μόλις έβγαινε η γκόμενα ήταν έτοιμος εκείνος, έσπαγε τα πιάτα για πάρτη της. Ο άλλος, ο δεύτερος, έλεγε “τι κάνει, ρε, αυτός”; Και αρχίναγε και κείνος, εκεί γινόταν η μάχη. Και εκεί έβγαζε και ο καταστηματάρχης τα λεφτά με τη σέσουλα».
Εκείνα τα χρόνια ξεπετάχτηκαν δεκάδες βιοτεχνίες παραγωγής πιάτων για σπάσιμο προκειμένου να εξυπηρετηθεί η ζήτηση στα ξενυχτάδικα από την Αχαρνών και την Πατησίων έως την παραλιακή, κι από τη Συγγρού έως το Αιγάλεω. Σήμερα, η οικογενειακή βιοτεχνία των Σταμπούλογλου είναι η μοναδική στην Αττική, ενώ υπάρχει ακόμη μια στη Βόρεια Ελλάδα.
Η δεύτερη ζωή των πιάτων για σπάσιμο
Μπορεί οι περισσότερες βιοτεχνίες να έκλεισαν, ζήτηση και προσφορά όμως εξακολουθεί να υπάρχει, κάτι που μπορεί να αντιληφθεί κανείς κάνοντας μια σχετική αναζήτηση στο ίντερνετ. Στη θέση των δεκάδων βιοτεχνιών που τα παρήγαγαν, βρίσκονται αρκετοί μεσάζοντες που τα προμηθεύονται από τις δύο βιοτεχνίες και τροφοδοτούν μαγαζιά της Ελλάδας και του εξωτερικού.
Το έθιμο εδώ συντηρείται κυρίως από τα εκατομμύρια τουριστών που έρχονται στην Ελλάδα. «Στις “ελληνικές βραδιές”, πάντα θα τους έχουν πιάτα για σπάσιμο. Πολλές φορές και οι ίδιοι ζητούν από το ταξιδιωτικό τους γραφείο να πάνε κάπου, όπου μπορούν να απολαύσουν το έθιμο», εξηγεί η Κατερίνα Σταμπούλογλου.
piata14.jpg
Το πρόγραμμα στην ταβέρνα Καλοκαιρινός περιλαμβάνει παραδοσιακούς χορούς αλλά και οριεντάλ.
Είναι βράδυ Παρασκευής, και βρισκόμαστε σε μια ταβέρνα χωμένη στα στενά της Πλάκας, όταν η Κάρολαϊν, μια τουρίστρια που κάθεται στο διπλανό τραπέζι με τρεις ακόμη πενηντάρηδες Αμερικανούς, μου απευθύνεται γεμάτη ενθουσιασμό: «Ωραία δεν το πέταξα; Σαν φρίσμπι!».
Το πιάτο-φρίσμπι της έχει μόλις προσγειωθεί και σπάσει σε χίλια κομμάτια πάνω στην πίστα του Καλοκαιρινού, της ταβέρνας που ξεκίνησε το 1960, και που για ένα χρόνο, ιδιοκτήτης της ήταν ο Νίκος Ξυλούρης. Η Κάρολαϊν δεν είναι η μόνη που έχει επιδοθεί σε κάτι μεταξύ σφαιροβολίας και ασυγχρόνιστης, ελαφρά μεθυσμένης χορογραφίας.
Εξάλλου, το αποκορύφωμα της βραδιάς έχει μόλις φτάσει: μετά από παραδοσιακούς και οριεντάλ χορούς με τις κατάλληλες αμφιέσεις, μετά από άφθονο πατρινό κρασί, ελληνικές συνταγές και περισσότερα «ώπα», ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας, Ευάγγελος Φέτσας, ανεβαίνει πλάι στους μουσικούς με μισή ντουζίνα πιάτα. Συγκεντρώνει την προσοχή του κοινού, που κρατούν ανυπόμονα τα πιάτα που τους έχουν μοιράσει, και τα σπάει με στιλ –οι θαμώνες ανταποκρίνονται ενθουσιωδώς και τα «ώπα» αντηχούν όλο και πιο δυνατά.
piata12.jpg
Ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας, Ευάγγελος Φέτσας.
Ο ιδιοκτήτης καλεί τους θαμώνες να πλησιάσουν με τα πιάτα τους στην σκηνή. Πολλοί τρέχουν με έξαψη μικρού παιδιού, άλλοι πάνω στην ανυπομονησία τους όχι και τόσο: τα πιάτα που πετούν από τα τραπέζια τους καλύπτουν μια απόσταση ίσως και 10-15 μέτρων στον αέρα, πάνω από τα κεφάλια των υπολοίπων, πριν διαλυθούν στην προσγείωσή τους στην σκηνή. Κι άλλα πιάτα στον αέρα, κι άλλα τρίποντα από τους θαμώνες.
piata9.jpg
Τα πιάτα μοιράζονται στα τραπέζια των θαμώνων.
piata8.jpg
Οι ενθουσιασμένοι θαμώνες περιμένουν τη στιγμή που θα μπορούν κι εκείνοι να σπάσουν τα πιάτα τους.
«Η χώρα σας έχει πανέμορφες παραδόσεις», λέει η Κάρολαιν όταν κάθεται και πάλι στην καρέκλα της, ενώ οι φίλοι της ήδη δείχνουν εκστασιασμένοι ο ένας στον άλλο τις φωτογραφίες τους. «Όλη τη βραδιά περίμενα αυτήν τη στιγμή. Δεν γινόταν να έρθω στην Ελλάδα και να μην σπάσω ένα πιάτο».
Λίγο αργότερα, όρθιοι στην είσοδο της ταβέρνας, οι ιδιοκτήτες του Καλοκαιρινού αποχαιρετούν τον κόσμο που αποχωρεί. «Ήθελε να σπάσει το γυάλινο, το κανονικό πιάτο», δείχνει ο Ευάγγελος Φέτσας μια γυναίκα που περνά από μπροστά μας. «Την επόμενη φορά», της υπόσχεται.
piata7.jpg
Στην ταβέρνα «Καλοκαιρινός» το σπάσιμο πιάτων έρχεται στο τέλος, στο αποκορύφωμα της βραδιάς.
Πέραν των Ελλήνων και των αναμενόμενων Τούρκων και Βαλκάνιων, στην ταβέρνα έρχονται πελάτες από την Ταϊβάν, το Μαρόκο, τις χώρες της Λατινικής Αμερικής. «Εμείς δεν είμαστε νυχτερινό μαγαζί», διευκρινίζει η σύζυγος του Φέτσα, Νίκη Γαλανοπούλου, η οικογένεια της οποίας διαδέχθηκε τον Ξυλούρη στην ιδιοκτησία της ταβέρνας. «Αλλά εντάσσουμε τα πιάτα στο ζεϊμπέκικο, στο τέλος της βραδιάς, και κάνουμε ένα μικρό σόου, προκειμένου να καταλάβουν πώς να τα πιάσουν, πώς να τα πετάξουν. Πολλοί έρχονται μόνο για να δούνε το σπάσιμο πιάτων».
«Τα λουλούδια είναι για τους νεκρούς»
Η ζήτηση πιάτων δεν έρχεται μόνο από μαγαζιά που δουλεύουν με τουρίστες. Στη βιοτεχνία Σταμπούλογλου φτάνουν παραγγελίες από τις βαλκανικές χώρες, τη Γερμανία, την Αγγλία και τη Γαλλία, έως και στο Πακιστάν έχουν ταξιδέψει οι παλέτες με την σήμανση «ΠΙΑΤΑ ΓΙΑ ΣΠΑΣΙΜΟ». Η ζήτηση έως τώρα προερχόταν από τα ελληνικά μαγαζιά σε αυτές τις χώρες, αλλά προοδευτικά προστίθενται και άλλα.
Όταν ο κύριος Σταμπούλογλου αποσύρθηκε, τη βιοτεχνία ανέλαβε ο συνονόματος εγγονός του. Ύστερα από μερικά χρόνια θητείας επαγγελματικού ποδοσφαίρου, ο 28χρονος Μπάμπης έχει στο πλάι του τον Γιώργο και τον Νασέρ, με τον πατέρα και τον θείο του επίσης να βοηθάνε, αλλά να απασχολούνται και ως προμηθευτές αναψυκτικών.
piata6.jpg
Ο Νασέρ, που εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση, ποζάρει ανάμεσα στα γύψινα πιάτα.
«Μου έχουν ζητήσει άνθρωποι να τους μάθω τη δουλειά, έχουν έρθει και με έχουν βρει από την Αγγλία και την Κύπρο», λέει ο Μπάμπης. «Δεν ήθελα όμως. Ο εγγονός μου μού έλεγε, παππού, θα έρθω μαζί σου. Δεν ήθελε να συνεχίσει τα γράμματα, ούτε την μπάλα, οπότε του είπα, έλα, του έφτιαξα τα χαρτιά, του έδωσα τη βιοτεχνία και είναι δική του. Οικογένεια είμαστε».
Στην αποθήκη της πολυκατοικίας όπου μένουν, υπάρχουν πάντα ετοιμοπαράδοτα πιάτα και τα αυτοκίνητά τους είναι πάντα φορτωμένα σε περίπτωση που κάποιο κατάστημα τα χρειαστεί, όσο αργά τη νύχτα κι αν έρθει το τηλεφώνημα.
piata3.jpg
Τα πιάτα της βιοτεχνίας Σταμπούλογλου έχουν φτάσει έως και στο Πακιστάν.
Όμως όπως τα πιάτα αντικατέστησαν τα μπαλόνια, τα τελευταία χρόνια τα γύψινα πιάτα έχουν απομακρυνθεί από τα μεγάλα μαγαζιά, που ούτως ή άλλως λειτουργούν δύο-τρεις μέρες την εβδομάδα, καθώς τη θέση τους έχουν πάρει τα πανέρια με λουλούδια. Ίσως φταίει που στα χρόνια της κρίσης οι εικόνες των τραγουδιστών με τα πόδια τους καλυμμένα από θρυμματισμένα πιάτα θεωρούνται περισσότερο σύμβολο πρόκλησης, παρά διασκέδασης. Ίσως που οι τραγουδιστές διέβλεψαν ένα τρόπο να εξασφαλίζουν έξτρα εισόδημα, παίρνοντας ποσοστά επί της γκαρνταρόμπας, δηλαδή των λουλουδιών με τα οποία τους ραίνουν.
Το έθιμο ζει πλέον στα μικρότερα μαγαζιά, και σε ιδιώτες που τα αναζητούν στα γλέντια και τους γάμους, τις γιορτές. «Εγώ ξέρω πως όταν ο Έλληνας σπάει το πιάτο, πάει να πει πως κάνει κέφι, έτσι διασκεδάζει πραγματικά», λέει η Κατερίνα. «Λουλούδια; Τα λουλούδια είναι για τους νεκρούς, όχι για τους ζωντανούς».
Αλήθειες για το Πολυτεχνείο από κάποιον που αγωνίστηκε για να πέσει η Χούντα
THESTIVAL TEAM ΑΠΟΨΕΙΣ 17/11/12 14:43
|
170
SHARES
|
Του Χρύσανθου Λαζαρίδη*
Ακούω διάφορους σήμερα να βρίζουν τη λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου». Ανήκω – θέλοντας και μη – σε εκείνη της γενιά. Μιλάω σπάνια για τα γεγονότα εκείνα, κι όταν το κάνω…
αμφισβητώ όλους τους μύθους που επικράτησαν έκτοτε. Κυρίως για το ρόλο που διαδραμάτισε η τότε Αριστερά…
Αυτή η αμφισβήτηση εκ μέρους μου εκφράζεται δημόσια και γίνεται από τότε, όταν δεν ήταν εύκολο να ειπωθούν, να γραφούν ή να ακουστούν, πράγματα που τώρα τα λένε πολλοί. Και κάποιοι, μάλιστα, καθ’ υπεροβολήν…
Και δεν εξαργύρωσα τη συμμετοχή μου στα «γεγονότα του Πολυτεχνείου». Συνειδητά, από την πρώτη στιγμή, κράτησα τις αποστάσεις μου και αποδοκίμασα όσους το έκαναν. Και μάλιστα σε εποχές που αυτό είχε και κόστος και ρίσκο:
Το κόστος να απομονωθείς από παντού. Και το ρίσκο να φανείς «γραφικός».
Ό,τι έκανα στη ζωή μου το έκανα όχι επικαλούμενος τη «συμμετοχή» μου σε εκείνη την εξέγερση, αλλά μάλλον… αποσιωπώντας την.
Ό,τι έκανα έκτοτε το κατάφερα όχι επειδή «ήμουν κι εγώ εκεί», αλλά παρά το γεγονός ότι ήμουν κι εγώ εκεί…
Και τέλος μίλησα από τους πρώτους για τη χρεοκοπία της μεταπολίτευσης του 1974 και για την ανάγκη μιας «νέας μεταπολίτευση». Σε καιρούς (πριν δέκα χρόνια περίπου) που κι αυτό δεν ήταν εύκολο να το πει κανείς…
Νιώθω, λοιπόν, την ανάγκη να γράψω σήμερα αυτές τις γραμμές, όχι «απολογητικά» με την έννοια της «απολογίας», ούτε καν με την έννοια του «απολογισμού». Μάλλον «παρεμβατικά», με την έννοια να βάλουμε κάποια πράγματα στη θέση τους.
Κάποτε ήταν «μόδα» να δηλώνεις «γενιά του Πολυτεχνείου» ακόμα κι αν δεν πέρασες ούτε απ’ έξω. Τώρα έγινε μόδα να βρίζεις τη «γενιά του Πολυτεχνείου». Ακόμα κι αν δεν ξέρεις πολλά για το τι ακριβώς έγινε τότε…
Ποτέ δεν μου άρεσε να ακολουθώ τους «συρμούς». Δεν το έκανα τότε, όταν ήταν «πολιτικώς ορθόν» να γράφεις κατεβατά επικολυρικού θαυμασμού για ό,τι έγινε στο «Πολυτεχνείο». Δεν το κάνω ούτε και τώρα, όταν «γύρισαν» τα πράγματα και είναι «πολιτικώς ορθόν» να αναθεματίζουμε όλοι μαζί, ότι ως πριν λίγο προσκυνούσαμε.
Η αλήθεια – και εν πάση περιπτώσει η δική μου, γιατί αυτήν μόνο μπορώ να καταθέσω – είναι αρκετά διαφορετική:
* Την εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν την ήθελε κανείς. Και δεν την «προετοίμασε» κανείς. Η ίδια η Αριστερά που βροντοφώναζε και υπερηφανευόταν για τη συμμετοχή της και για τον… «καθοδηγητικό της ρόλο», εκ των υστέρων, στη διάρκεια της εξέγερσης την είδε με επιφυλακτικότητα και καχυποψία. Κάποιοι μάλιστα ζήτησαν από τους φοιτητές να βγουν έξω και αμέσως μετά καταδίκασαν την εξέγερση ως έργο «300 προβοκατόρων»…
Ξέρετε τι θα πει να είσαι 19 ετών στην πιο βαθιά παρανομία μετά την εξέγερση, και κάποια κόμματα της Αριστεράς να σε θεωρούν «προβοκάτορα» την ώρα που η χούντα σε κυνηγάει παντού;
* Δεύτερον, τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, όντως κάποιοι πήγαν να τα εκμεταλλευτούν. Τα εκμεταλλεύθηκε πρώτος ο δικτάτορας Ιωαννίδης για να ρίξει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Μετά τα εκμεταλλεύθηκε η Αριστερά κυρίως (αλλά και το ΠΑΣΟΚ πλαγίως), για να εδραιώσουν την παρουσία τους μετά την κατάρρευση της χούντας. Αλλά στην εξέγερση δεν πρωτοστάτησε ούτε ο… Ιωαννίδης, ούτε το ΠΑΣΟΚ (που δεν υπήρχε τότε), ούτε η Αριστερά (μέρος της οποίας απέσυρε τις δυνάμεις της, ενώ κάποιο άλλο μέρος είχε ταυτιστεί με το «πείραμα Μαρκεζίνη» που το ακύρωσε η εξέγερση).
* Τρίτον, το «Πολυτεχνείο» σίγουρα δεν έριξε τη χούντα. Αλλά την κλόνισε σοβαρά, και έπαιξε το ρόλο του «καταλύτη» για την εσωτερική της διάσπαση. Η «πολιτικοποίηση» της δικτατορίας (με τις εκλογές Μαρκεζίνη που ήταν προγραμματισμένες για τον Ιανουάριο του 1974) ματαιώθηκε μια βδομάδα μετά την εξέγερση. Ενώ η κατάρρευση της δικτατορίας προέκυψε μετά την τραγωδία της Κύπρου τον Ιούλιο του 1974.
Για το Πολυτεχνείο το μόνο που μπορούμε να πούμε ήταν ότι κλόνισε το δικτατορικό καθεστώς, το διέσπασε, το αποδυνάμωσε και επέτεινε τις εσωτερικές του αντιφάσεις. Κι αυτό δεν ήταν λίγο. Αλλά ήταν πολύ διαφορετικό απ’ το μύθο που πλάστηκε όλα τα επόμενα χρόνια…
* Τέταρτον, η «αντίσταση του λαού κατά της χούντας» δεν υπήρξε τόσο «παλλαϊκή», τόσο «μαζική» και τόσο «ομόθυμη» όσο παρουσιάστηκε μετά. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ενέκριναν τη δικτατορία τα πρώτα χρόνια. Αρκετοί ακόμα την ανέχονταν αγόγγυστα. Ακόμα περισσότεροι ένιωθαν απλώς φόβο. Πολλοί λίγοι είχαν διάθεση για αντίσταση. Όπως λίγοι ήταν κι αυτοί που είχαν διάθεση να βοηθήσουν τους τότε αντιστασιακούς…
Στις αρχές του 1973 αυτό άρχισε να αλλάζει. Και καταλύτης υπήρξε το φοιτητικό κίνημα, πράγματι. Με την κατάληψη (τις δύο καταλήψεις για την ακρίβεια) της Νομικής Σχολής, το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 1973. Και, βέβαια, με την κατάληψη του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο της χρονιάς εκείνης. Αλλά απλώς άρχισε να αλλάζει το κλίμα…
* Μετά τον Ιούλιο του 1974 γεμίσαμε με «αντιστασιακούς κατόπιν εορτής»! Από ανθρώπους που υπηρέτησαν το δικτατορικό καθεστώς και ύστερα διαφήμιζαν την αντιδικτατορική τους δράση, μέχρι ανθρώπους που απλώς δεν έκαναν τίποτε και ύστερα εμφανίζονταν ως περίπου… «οπλαρχηγοί» μιας «παλλαϊκής αντίστασης» που δεν υπήρξε ποτέ!
Μετά από πολλά χρόνια γνώρισα κάποιο γνωστό άρθρογράφο – μακαρίτη εδώ και καιρό – που τόλμησε να γράψει: «εγώ παιδιά δεν ήμουν αντιστασιακός επί χούντας!» Ξαφνικά τον εκτίμησα πολύ. Όχι γιατί δεν έκανε αντίσταση. Αλλά γιατί δεν ήταν «δήθεν»….
* Η Γιορτή του Πολυτεχνείου – και όλη η μυθολογία που πλάστηκε σχετικά – υπήρξε ένας καθεστωτικός μύθος. Ήταν η τελετουργία που νομιμοποιούσε την εγκαθίδρυση της Κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αναδείκνυε «σύμβολα» και «ήρωες» – θεμέλια απαραίτητα για κάθε καθεστώς που διψά για νομιμοποίηση.
Άλλα καθεστώτα θεμελιώθηκαν σε αληθινά μεγάλα γεγονότα. Εδώ βολεύτηκαν με ένα «συμβάν»! Το οποίο είχε και μια ακόμα λυτρωτική λειτουργία. Ξέπλυνε τις τύψεις ενός λαού, που δίψαγε για αντιστασιακούς μύθους στη διάρκεια μιας περιόδου που ελάχιστοι έκαναν πραγματική αντίσταση.
* Το Πολυτεχνείο δεν συγκρίνεται – ούτε θα μπορούσε, άλλωστε – με κανένα από τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν τη νεοΕλληνική Ιστορία. Η 25η Μαρτίου και η 28η Οκτωβρίου δεν μπορούν να έχουν την παραμικρή σύγκριση με την 17η Νοεμβρίου. Είναι γελοίο και να το λέμε…
Δεν συγκρίνεται ούτε με άλλα ιστορικά γεγονότα, όπως οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Κυπριακός αγώνας της δεκαετίας του ’50, ή με μεγάλες στιγμές όπως η παλλαϊκή αντίσταση του 1943 κατά της «πολιτικής επιστράτευσης» που προσπάθησαν να επιβάλουν τότε οι αρχές της Κατοχής. Η Ελλάδα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της κατεχόμενης Ευρώπης, όπου οι Ναζί δεν μπόρεσαν να κάνουν πολιτική επιστράτευση. Και η μόνη, ίσως, που αυτό ματαιώθηκε μετά από αληθινά παλλαϊκή και όντως πολυαίμακτη εξέγερση του λαού. Κι όμως, όλα αυτά αποσιωπώνται και γιορτάζουμε κάθε χρόνο το …Πολυτεχνείο! Αυτό δεν είναι γελοίο πια. Είναι τραγικό! Και καθόλου κολακευτικό για όλους μας.
* Η γιορτή του Πολυτεχνείου, λοιπόν, δεν έχει καμία ιστορική αντιστοίχηση με τα πραγματικά γεγονότα. Υπήρξε καθαρά καθεστωτικό σύμβολο και για ένα λόγο ακόμα: Σηματοδοτεί μια περίοδο, όπου οι «ηττημένοι» του Εμφύλιου, κερδίζουν την ηγεμονία μέσα στη χώρα. Δεν άσκησαν ποτέ την διακυβέρνηση, αλλά επέβαλαν τη δική τους λογική στο καθεστώς και στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του: τα Πανεπιστήμια, τα σχολεία, τη διανόηση, τον Τύπο, τα ΜΜΕ. Είμαστε μια μοναδική περίπτωση που την πρόσφατη ιστορία την έγραψαν τελικά οι ηττημένοι, όχι οι νικητές. Και την έγραψαν εξ ίσου στρεβλά…
Το Πολυτεχνείο λοιπόν, όχι ως γεγονός αλλά ως επέτειος, μύθος, σύμβολο, υπήρξε μια «κολυμβήθρα του Σιλωάμ», για να δώσει στην Αριστερά, μετά από 27 χρόνια παρανομίας, μια «ηθική νίκη».
Ήταν μια «νίκη», μετά από μια εξέγερση που η ίδια η Αριστερά δεν την ήθελε, δεν τη στήριξε, κάποια στιγμή την κατήγγειλε κι όλα, και στη συνέχεια τν οικειοποιήθηκε πλήρως!
Κρίμα, γιατί η Αριστερά είχε πραγματικούς αγώνες, σύμβολα και ήρωες, που τους παραμέρισε, για να τιμήσει ένα πολύ μικρότερης σημασίας γεγονός από το οποίο η ίδια επισήμως μάλλον απείχε.
Ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό: Διότι όλα τα άλλα που είχε στο «ενεργητικό» της ήταν γραμμένα ταυτόχρονα και στο «παθητικό» της! Ήταν γεγονότα και σύμβολα που δίχαζαν τον ελληνικό λαό. Ενώ το Πολυτεχνείο, ή μάλλον ο μύθος που πλάστηκε γι’ αυτό, λειτουργούσε ενωτικά ως σύμβολο.
Και γι’ αυτό ήταν πολύ βολικό. Αλλά ελάχιστα αληθινό…
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρξε ένα «ψέμα»! Ήταν μια εξέγερση της νεολαίας για Δημοκρατία και Ελευθερία. Τίποτε παραπάνω και τίποτε λιγότερο. Και δεν είναι μικρό πράγμα.
Η «γενιά του Πολυτεχνείου», δηλαδή οι άνθρωποι που πρωταγωνίστησαν δεν είναι αυτές οι καρικατούρες που εμφανίζονται σήμερα, που άρχισε η αποδόμηση του μύθου. Ήταν παιδιά ανάμεσα στα 19 και τα 25 χρόνια τους τότε, που διψούσαν για Ελευθερία, οργανώθηκαν χωρίς βοήθεια, εξεγέρθηκαν και ρίσκαραν, όταν κάθε συμβατική λογική γύρω τους – αριστερή και δεξιά – τους έλεγε «να κάτσουν στα αυγά τους»! Γιατί αυτό τους έλεγαν.
Κι από τότε παραμένουν, όπως θα ’λεγε ο Άρης Αλεξάνδρου:
«Για τους Σπαρτιάτες, Είλωτες και για τους Είλωτες, Σπαρτιάτες»
Το τι έκανε ο καθένας τους μετά δεν έχει και πολύ σημασία. Οι ήρωες είναι «τυχεροί» όταν πεθαίνουν. Γιατί μένει το «φωτοστέφανο». Όσοι αγωνίστηκαν για κάτι μεγάλο κι έχουν την… «ατυχία» να επιζήσουν, τότε ακολουθούν ο καθένας τον δρόμο του, άλλος καλύτερο άλλο χειρότερο, άλλος αξιοπρεπέστερο, άλλος όχι. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πράξη της νιότης τους απαξιώνεται. Κάποιοι από τους «πρωταγωνιστές» μπορεί να απαξιώθηκαν. Το ξέσπασμα Ελευθερίας, όχι…
Όσους αληθινά πρωτοστάτησαν στα γεγονότα τότε, δεν τους ξέρετε. Γιατί προτίμησαν να μείνουν στην αφάνεια. Οι περισσότεροι αηδιασμένοι από τη μυθοπλασία, δηλαδή από το προπαγανδιστικό «περιτύλιγμα» με το οποίο περιβλήθηκε η δική του νεανική εξέγερση. Άλλοι, πάλι, διακρίθηκαν στη ζωή τους, χωρίς να διαφημίσουν την τότε συμμετοχή τους. Ελάχιστοι – αληθινά ελάχιστοι – έκαναν το Πολυτεχνείο καριέρα. Και σήμερα το έχουν μετανιώσει.
Είναι, λοιπόν, κατάντημα, να φτύνουμε σήμερα εκεί που κάποτε όλοι προσκυνούσαν.
Οι περισσότεροι που έπαιξαν κάποιο ρόλο τότε, δεν προσκύνησαν ποτέ το είδωλο – το φετίχ – που περιφέρεται κάθε χρόνο τέτοια μέρα στους δρόμους.
Κι αυτοί που προσκύνησαν το «φετίχ», κατά κανόνα δεν είχαν καμία σχέση με το «έγκλημα». Γίνονταν φαντασιακοί μέτοχοι ενός μύθου, ακριβώς γιατί δεν μετείχαν στα πραγματικά γεγονότα…
* Η χρεοκοπία της μεταπολίτευσης, είναι γεγονός. Η νέα μεταπολίτευση που έχει ανάγκη ο τόπος είναι ακόμα ζητούμενο. Σε αυτό το μεσοδιάστημα καταρρέουν οι παλαιοί μύθοι, χωρίς να εδραιώνονται οι νέες αλήθειες.
Αυτό αναδεικνύει μια σύγχυση αναπόφευκτη. Αλλά για κάποιους είναι λυτρωτικό. Κυρίως για την ίδια «τη γενιά του Πολυτεχνείου»…
Ναι, συμφωνώ προφανώς, με όσους υποστηρίζουν ότι πρέπει να τελειώνουμε με τέτοιες επετειακές εκδηλώσεις. Να βρούμε το κουράγιο να εξηγήσουμε ότι τιμούμε κάθε ξέσπασμα ελευθερίας της Ελληνικής νεολαίας, αλλά δεν διογκώνουμε τα γεγονότα, ούτε προσβάλλουμε τη μνήμη άλλων σημαντικότερων αγώνων που έχουν περιέλθει στη λήθη. Το έχω υποστηρίξει ενυπόγραφα, εδώ και πολλά χρόνια. Όταν ακόμα ήταν δύσκολο. Κι εγώ απελπιστικά μόνος τότε…
Αλλά όχι να περνάμε από τη μυθοποίηση στο… ανάθεμα!
Πρέπει άραγε, να ντρεπόμαστε που αγωνιστήκαμε κάποτε για Ελευθερία;
Πρέπει να απολογούμαστε, γιατί κάποιοι, ελάχιστοι, οικειοποιήθηκαν τους αγώνες μας ή τους μετέτρεψαν σε εφαλτήριο καριέρας;
Ως πότε σε αυτή τη χώρα όσοι αγωνίστηκαν για κάτι σημαντικό θα πρέπει συνεχώς να καλούνται σε απολογία;
Φυσικά κάθε λαός έχει ανάγκη από σύμβολα.
Αλλά εδώ δεν κατεδαφίζουμε φθαρμένα σύμβολα. Τρώμε τα παιδιά μας!
Και τώρα τα τρώμε όταν έχουν πάψει προ πολλού να είναι «παιδιά».
Η «γενιά του Πολυτεχνείου» μπήκε πράγματι, μαζικά, στα κόμματα της ευρύτερης Αριστεράς το 1974 και λίγο αργότερα.
Όπως μπήκε-βγήκε! Οι περισσότεροι τουλάχιστον…
Γιατί όσοι έχουν ζήσει από τα μέσα μια εξέγερση εκτός από απροσκύνητοι ήταν πλέον και ψυλλιασμένοι.
Κι ανθρώπους που είναι απροσκύνητοι και ψυλλιασμένοι, δεν μπορούν να τους «φάνε» έτσι εύκολα. Ιδιαίτερα οι άκαπνοι…
Και παραμένουμε από τότε «για τους Σπαρτιάτες Είλωτες, και για τους Είλωτες Σπαρτιάτες». Παλαιότερα μας πετροβολούσε η Αριστερά για την είχαμε ξεπεράσει ή εγκαταλείψει. Σήμερα μας πετροβολούν και πολλοί άλλοι, γιατί ήμασταν τα θύματα ενός μύθου, που κάποιοι άλλοι έπλασαν στην καμπούρα μας…
Όσοι από μας δεν καταδέχθηκαν να γίνουν «παιδιά του κομματικού σωλήνα» και δεν ενέδωσαν στις σειρήνες του life style – δηλαδή οι συντριπτικά περισσότεροι – έχουν κρατήσει δύο πράγματα. Που το καθένα από μόνο τους είναι πολύτιμο, αλλά και τα δύο μαζί «δεν παίζονται»:
–Έχουν εμπειρία ρήξης με ένα ανελεύθερο καθεστώς. Δηλαδή έχουν γευτεί αυτό που λέμε «Ελευθερία» και το ξέρει μόνο όποιος ρίσκαρε γι’ αυτό. Όχι όποιος έμαθε να το θεωρεί «δεδομένο»…
–Κι έχουν κρατήσει κάτι άλλο, που το λένε Αξιοπρέπεια. Και που μπορεί να το καταλάβει μόνον όποιος το έχει.
Ελευθερία και Αξιοπρέπεια δεν είναι μόνο δύο λέξεις. Το πρώτο είναι εμπειρία ζωής και το δεύτερο είναι τρόπος ζωής.
Αυτά τα δύο κουβαλάμε. Κι αυτά τα δύο παραδίδουμε σε όποιους τα θέλουν. Και σε όποιους τα εκτιμούν.
Οι υπόλοιποι μπορούν να μας πετροβολούν.
Αντέξαμε απέναντι σε θηρία. Δεν μας φοβίζουν οι ψείρες…
Είμαστε και Σπαρτιάτες και Είλωτες!
«Σπαρτιάτες» γιατί μάθαμε να πολεμάμε.
Και «Είλωτες» γιατί μάθαμε να υπομένουμε…
Και δεν έχουμε πει ακόμα την τελευταία μας λέξη…
Αυτή η αμφισβήτηση εκ μέρους μου εκφράζεται δημόσια και γίνεται από τότε, όταν δεν ήταν εύκολο να ειπωθούν, να γραφούν ή να ακουστούν, πράγματα που τώρα τα λένε πολλοί. Και κάποιοι, μάλιστα, καθ’ υπεροβολήν…
Και δεν εξαργύρωσα τη συμμετοχή μου στα «γεγονότα του Πολυτεχνείου». Συνειδητά, από την πρώτη στιγμή, κράτησα τις αποστάσεις μου και αποδοκίμασα όσους το έκαναν. Και μάλιστα σε εποχές που αυτό είχε και κόστος και ρίσκο:
Το κόστος να απομονωθείς από παντού. Και το ρίσκο να φανείς «γραφικός».
Ό,τι έκανα στη ζωή μου το έκανα όχι επικαλούμενος τη «συμμετοχή» μου σε εκείνη την εξέγερση, αλλά μάλλον… αποσιωπώντας την.
Ό,τι έκανα έκτοτε το κατάφερα όχι επειδή «ήμουν κι εγώ εκεί», αλλά παρά το γεγονός ότι ήμουν κι εγώ εκεί…
Και τέλος μίλησα από τους πρώτους για τη χρεοκοπία της μεταπολίτευσης του 1974 και για την ανάγκη μιας «νέας μεταπολίτευση». Σε καιρούς (πριν δέκα χρόνια περίπου) που κι αυτό δεν ήταν εύκολο να το πει κανείς…
Νιώθω, λοιπόν, την ανάγκη να γράψω σήμερα αυτές τις γραμμές, όχι «απολογητικά» με την έννοια της «απολογίας», ούτε καν με την έννοια του «απολογισμού». Μάλλον «παρεμβατικά», με την έννοια να βάλουμε κάποια πράγματα στη θέση τους.
Κάποτε ήταν «μόδα» να δηλώνεις «γενιά του Πολυτεχνείου» ακόμα κι αν δεν πέρασες ούτε απ’ έξω. Τώρα έγινε μόδα να βρίζεις τη «γενιά του Πολυτεχνείου». Ακόμα κι αν δεν ξέρεις πολλά για το τι ακριβώς έγινε τότε…
Ποτέ δεν μου άρεσε να ακολουθώ τους «συρμούς». Δεν το έκανα τότε, όταν ήταν «πολιτικώς ορθόν» να γράφεις κατεβατά επικολυρικού θαυμασμού για ό,τι έγινε στο «Πολυτεχνείο». Δεν το κάνω ούτε και τώρα, όταν «γύρισαν» τα πράγματα και είναι «πολιτικώς ορθόν» να αναθεματίζουμε όλοι μαζί, ότι ως πριν λίγο προσκυνούσαμε.
Η αλήθεια – και εν πάση περιπτώσει η δική μου, γιατί αυτήν μόνο μπορώ να καταθέσω – είναι αρκετά διαφορετική:
* Την εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν την ήθελε κανείς. Και δεν την «προετοίμασε» κανείς. Η ίδια η Αριστερά που βροντοφώναζε και υπερηφανευόταν για τη συμμετοχή της και για τον… «καθοδηγητικό της ρόλο», εκ των υστέρων, στη διάρκεια της εξέγερσης την είδε με επιφυλακτικότητα και καχυποψία. Κάποιοι μάλιστα ζήτησαν από τους φοιτητές να βγουν έξω και αμέσως μετά καταδίκασαν την εξέγερση ως έργο «300 προβοκατόρων»…
Ξέρετε τι θα πει να είσαι 19 ετών στην πιο βαθιά παρανομία μετά την εξέγερση, και κάποια κόμματα της Αριστεράς να σε θεωρούν «προβοκάτορα» την ώρα που η χούντα σε κυνηγάει παντού;
* Δεύτερον, τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, όντως κάποιοι πήγαν να τα εκμεταλλευτούν. Τα εκμεταλλεύθηκε πρώτος ο δικτάτορας Ιωαννίδης για να ρίξει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Μετά τα εκμεταλλεύθηκε η Αριστερά κυρίως (αλλά και το ΠΑΣΟΚ πλαγίως), για να εδραιώσουν την παρουσία τους μετά την κατάρρευση της χούντας. Αλλά στην εξέγερση δεν πρωτοστάτησε ούτε ο… Ιωαννίδης, ούτε το ΠΑΣΟΚ (που δεν υπήρχε τότε), ούτε η Αριστερά (μέρος της οποίας απέσυρε τις δυνάμεις της, ενώ κάποιο άλλο μέρος είχε ταυτιστεί με το «πείραμα Μαρκεζίνη» που το ακύρωσε η εξέγερση).
* Τρίτον, το «Πολυτεχνείο» σίγουρα δεν έριξε τη χούντα. Αλλά την κλόνισε σοβαρά, και έπαιξε το ρόλο του «καταλύτη» για την εσωτερική της διάσπαση. Η «πολιτικοποίηση» της δικτατορίας (με τις εκλογές Μαρκεζίνη που ήταν προγραμματισμένες για τον Ιανουάριο του 1974) ματαιώθηκε μια βδομάδα μετά την εξέγερση. Ενώ η κατάρρευση της δικτατορίας προέκυψε μετά την τραγωδία της Κύπρου τον Ιούλιο του 1974.
Για το Πολυτεχνείο το μόνο που μπορούμε να πούμε ήταν ότι κλόνισε το δικτατορικό καθεστώς, το διέσπασε, το αποδυνάμωσε και επέτεινε τις εσωτερικές του αντιφάσεις. Κι αυτό δεν ήταν λίγο. Αλλά ήταν πολύ διαφορετικό απ’ το μύθο που πλάστηκε όλα τα επόμενα χρόνια…
* Τέταρτον, η «αντίσταση του λαού κατά της χούντας» δεν υπήρξε τόσο «παλλαϊκή», τόσο «μαζική» και τόσο «ομόθυμη» όσο παρουσιάστηκε μετά. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ενέκριναν τη δικτατορία τα πρώτα χρόνια. Αρκετοί ακόμα την ανέχονταν αγόγγυστα. Ακόμα περισσότεροι ένιωθαν απλώς φόβο. Πολλοί λίγοι είχαν διάθεση για αντίσταση. Όπως λίγοι ήταν κι αυτοί που είχαν διάθεση να βοηθήσουν τους τότε αντιστασιακούς…
Στις αρχές του 1973 αυτό άρχισε να αλλάζει. Και καταλύτης υπήρξε το φοιτητικό κίνημα, πράγματι. Με την κατάληψη (τις δύο καταλήψεις για την ακρίβεια) της Νομικής Σχολής, το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 1973. Και, βέβαια, με την κατάληψη του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο της χρονιάς εκείνης. Αλλά απλώς άρχισε να αλλάζει το κλίμα…
* Μετά τον Ιούλιο του 1974 γεμίσαμε με «αντιστασιακούς κατόπιν εορτής»! Από ανθρώπους που υπηρέτησαν το δικτατορικό καθεστώς και ύστερα διαφήμιζαν την αντιδικτατορική τους δράση, μέχρι ανθρώπους που απλώς δεν έκαναν τίποτε και ύστερα εμφανίζονταν ως περίπου… «οπλαρχηγοί» μιας «παλλαϊκής αντίστασης» που δεν υπήρξε ποτέ!
Μετά από πολλά χρόνια γνώρισα κάποιο γνωστό άρθρογράφο – μακαρίτη εδώ και καιρό – που τόλμησε να γράψει: «εγώ παιδιά δεν ήμουν αντιστασιακός επί χούντας!» Ξαφνικά τον εκτίμησα πολύ. Όχι γιατί δεν έκανε αντίσταση. Αλλά γιατί δεν ήταν «δήθεν»….
* Η Γιορτή του Πολυτεχνείου – και όλη η μυθολογία που πλάστηκε σχετικά – υπήρξε ένας καθεστωτικός μύθος. Ήταν η τελετουργία που νομιμοποιούσε την εγκαθίδρυση της Κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αναδείκνυε «σύμβολα» και «ήρωες» – θεμέλια απαραίτητα για κάθε καθεστώς που διψά για νομιμοποίηση.
Άλλα καθεστώτα θεμελιώθηκαν σε αληθινά μεγάλα γεγονότα. Εδώ βολεύτηκαν με ένα «συμβάν»! Το οποίο είχε και μια ακόμα λυτρωτική λειτουργία. Ξέπλυνε τις τύψεις ενός λαού, που δίψαγε για αντιστασιακούς μύθους στη διάρκεια μιας περιόδου που ελάχιστοι έκαναν πραγματική αντίσταση.
* Το Πολυτεχνείο δεν συγκρίνεται – ούτε θα μπορούσε, άλλωστε – με κανένα από τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν τη νεοΕλληνική Ιστορία. Η 25η Μαρτίου και η 28η Οκτωβρίου δεν μπορούν να έχουν την παραμικρή σύγκριση με την 17η Νοεμβρίου. Είναι γελοίο και να το λέμε…
Δεν συγκρίνεται ούτε με άλλα ιστορικά γεγονότα, όπως οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Κυπριακός αγώνας της δεκαετίας του ’50, ή με μεγάλες στιγμές όπως η παλλαϊκή αντίσταση του 1943 κατά της «πολιτικής επιστράτευσης» που προσπάθησαν να επιβάλουν τότε οι αρχές της Κατοχής. Η Ελλάδα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της κατεχόμενης Ευρώπης, όπου οι Ναζί δεν μπόρεσαν να κάνουν πολιτική επιστράτευση. Και η μόνη, ίσως, που αυτό ματαιώθηκε μετά από αληθινά παλλαϊκή και όντως πολυαίμακτη εξέγερση του λαού. Κι όμως, όλα αυτά αποσιωπώνται και γιορτάζουμε κάθε χρόνο το …Πολυτεχνείο! Αυτό δεν είναι γελοίο πια. Είναι τραγικό! Και καθόλου κολακευτικό για όλους μας.
* Η γιορτή του Πολυτεχνείου, λοιπόν, δεν έχει καμία ιστορική αντιστοίχηση με τα πραγματικά γεγονότα. Υπήρξε καθαρά καθεστωτικό σύμβολο και για ένα λόγο ακόμα: Σηματοδοτεί μια περίοδο, όπου οι «ηττημένοι» του Εμφύλιου, κερδίζουν την ηγεμονία μέσα στη χώρα. Δεν άσκησαν ποτέ την διακυβέρνηση, αλλά επέβαλαν τη δική τους λογική στο καθεστώς και στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του: τα Πανεπιστήμια, τα σχολεία, τη διανόηση, τον Τύπο, τα ΜΜΕ. Είμαστε μια μοναδική περίπτωση που την πρόσφατη ιστορία την έγραψαν τελικά οι ηττημένοι, όχι οι νικητές. Και την έγραψαν εξ ίσου στρεβλά…
Το Πολυτεχνείο λοιπόν, όχι ως γεγονός αλλά ως επέτειος, μύθος, σύμβολο, υπήρξε μια «κολυμβήθρα του Σιλωάμ», για να δώσει στην Αριστερά, μετά από 27 χρόνια παρανομίας, μια «ηθική νίκη».
Ήταν μια «νίκη», μετά από μια εξέγερση που η ίδια η Αριστερά δεν την ήθελε, δεν τη στήριξε, κάποια στιγμή την κατήγγειλε κι όλα, και στη συνέχεια τν οικειοποιήθηκε πλήρως!
Κρίμα, γιατί η Αριστερά είχε πραγματικούς αγώνες, σύμβολα και ήρωες, που τους παραμέρισε, για να τιμήσει ένα πολύ μικρότερης σημασίας γεγονός από το οποίο η ίδια επισήμως μάλλον απείχε.
Ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό: Διότι όλα τα άλλα που είχε στο «ενεργητικό» της ήταν γραμμένα ταυτόχρονα και στο «παθητικό» της! Ήταν γεγονότα και σύμβολα που δίχαζαν τον ελληνικό λαό. Ενώ το Πολυτεχνείο, ή μάλλον ο μύθος που πλάστηκε γι’ αυτό, λειτουργούσε ενωτικά ως σύμβολο.
Και γι’ αυτό ήταν πολύ βολικό. Αλλά ελάχιστα αληθινό…
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρξε ένα «ψέμα»! Ήταν μια εξέγερση της νεολαίας για Δημοκρατία και Ελευθερία. Τίποτε παραπάνω και τίποτε λιγότερο. Και δεν είναι μικρό πράγμα.
Η «γενιά του Πολυτεχνείου», δηλαδή οι άνθρωποι που πρωταγωνίστησαν δεν είναι αυτές οι καρικατούρες που εμφανίζονται σήμερα, που άρχισε η αποδόμηση του μύθου. Ήταν παιδιά ανάμεσα στα 19 και τα 25 χρόνια τους τότε, που διψούσαν για Ελευθερία, οργανώθηκαν χωρίς βοήθεια, εξεγέρθηκαν και ρίσκαραν, όταν κάθε συμβατική λογική γύρω τους – αριστερή και δεξιά – τους έλεγε «να κάτσουν στα αυγά τους»! Γιατί αυτό τους έλεγαν.
Κι από τότε παραμένουν, όπως θα ’λεγε ο Άρης Αλεξάνδρου:
«Για τους Σπαρτιάτες, Είλωτες και για τους Είλωτες, Σπαρτιάτες»
Το τι έκανε ο καθένας τους μετά δεν έχει και πολύ σημασία. Οι ήρωες είναι «τυχεροί» όταν πεθαίνουν. Γιατί μένει το «φωτοστέφανο». Όσοι αγωνίστηκαν για κάτι μεγάλο κι έχουν την… «ατυχία» να επιζήσουν, τότε ακολουθούν ο καθένας τον δρόμο του, άλλος καλύτερο άλλο χειρότερο, άλλος αξιοπρεπέστερο, άλλος όχι. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πράξη της νιότης τους απαξιώνεται. Κάποιοι από τους «πρωταγωνιστές» μπορεί να απαξιώθηκαν. Το ξέσπασμα Ελευθερίας, όχι…
Όσους αληθινά πρωτοστάτησαν στα γεγονότα τότε, δεν τους ξέρετε. Γιατί προτίμησαν να μείνουν στην αφάνεια. Οι περισσότεροι αηδιασμένοι από τη μυθοπλασία, δηλαδή από το προπαγανδιστικό «περιτύλιγμα» με το οποίο περιβλήθηκε η δική του νεανική εξέγερση. Άλλοι, πάλι, διακρίθηκαν στη ζωή τους, χωρίς να διαφημίσουν την τότε συμμετοχή τους. Ελάχιστοι – αληθινά ελάχιστοι – έκαναν το Πολυτεχνείο καριέρα. Και σήμερα το έχουν μετανιώσει.
Είναι, λοιπόν, κατάντημα, να φτύνουμε σήμερα εκεί που κάποτε όλοι προσκυνούσαν.
Οι περισσότεροι που έπαιξαν κάποιο ρόλο τότε, δεν προσκύνησαν ποτέ το είδωλο – το φετίχ – που περιφέρεται κάθε χρόνο τέτοια μέρα στους δρόμους.
Κι αυτοί που προσκύνησαν το «φετίχ», κατά κανόνα δεν είχαν καμία σχέση με το «έγκλημα». Γίνονταν φαντασιακοί μέτοχοι ενός μύθου, ακριβώς γιατί δεν μετείχαν στα πραγματικά γεγονότα…
* Η χρεοκοπία της μεταπολίτευσης, είναι γεγονός. Η νέα μεταπολίτευση που έχει ανάγκη ο τόπος είναι ακόμα ζητούμενο. Σε αυτό το μεσοδιάστημα καταρρέουν οι παλαιοί μύθοι, χωρίς να εδραιώνονται οι νέες αλήθειες.
Αυτό αναδεικνύει μια σύγχυση αναπόφευκτη. Αλλά για κάποιους είναι λυτρωτικό. Κυρίως για την ίδια «τη γενιά του Πολυτεχνείου»…
Ναι, συμφωνώ προφανώς, με όσους υποστηρίζουν ότι πρέπει να τελειώνουμε με τέτοιες επετειακές εκδηλώσεις. Να βρούμε το κουράγιο να εξηγήσουμε ότι τιμούμε κάθε ξέσπασμα ελευθερίας της Ελληνικής νεολαίας, αλλά δεν διογκώνουμε τα γεγονότα, ούτε προσβάλλουμε τη μνήμη άλλων σημαντικότερων αγώνων που έχουν περιέλθει στη λήθη. Το έχω υποστηρίξει ενυπόγραφα, εδώ και πολλά χρόνια. Όταν ακόμα ήταν δύσκολο. Κι εγώ απελπιστικά μόνος τότε…
Αλλά όχι να περνάμε από τη μυθοποίηση στο… ανάθεμα!
Πρέπει άραγε, να ντρεπόμαστε που αγωνιστήκαμε κάποτε για Ελευθερία;
Πρέπει να απολογούμαστε, γιατί κάποιοι, ελάχιστοι, οικειοποιήθηκαν τους αγώνες μας ή τους μετέτρεψαν σε εφαλτήριο καριέρας;
Ως πότε σε αυτή τη χώρα όσοι αγωνίστηκαν για κάτι σημαντικό θα πρέπει συνεχώς να καλούνται σε απολογία;
Φυσικά κάθε λαός έχει ανάγκη από σύμβολα.
Αλλά εδώ δεν κατεδαφίζουμε φθαρμένα σύμβολα. Τρώμε τα παιδιά μας!
Και τώρα τα τρώμε όταν έχουν πάψει προ πολλού να είναι «παιδιά».
Η «γενιά του Πολυτεχνείου» μπήκε πράγματι, μαζικά, στα κόμματα της ευρύτερης Αριστεράς το 1974 και λίγο αργότερα.
Όπως μπήκε-βγήκε! Οι περισσότεροι τουλάχιστον…
Γιατί όσοι έχουν ζήσει από τα μέσα μια εξέγερση εκτός από απροσκύνητοι ήταν πλέον και ψυλλιασμένοι.
Κι ανθρώπους που είναι απροσκύνητοι και ψυλλιασμένοι, δεν μπορούν να τους «φάνε» έτσι εύκολα. Ιδιαίτερα οι άκαπνοι…
Και παραμένουμε από τότε «για τους Σπαρτιάτες Είλωτες, και για τους Είλωτες Σπαρτιάτες». Παλαιότερα μας πετροβολούσε η Αριστερά για την είχαμε ξεπεράσει ή εγκαταλείψει. Σήμερα μας πετροβολούν και πολλοί άλλοι, γιατί ήμασταν τα θύματα ενός μύθου, που κάποιοι άλλοι έπλασαν στην καμπούρα μας…
Όσοι από μας δεν καταδέχθηκαν να γίνουν «παιδιά του κομματικού σωλήνα» και δεν ενέδωσαν στις σειρήνες του life style – δηλαδή οι συντριπτικά περισσότεροι – έχουν κρατήσει δύο πράγματα. Που το καθένα από μόνο τους είναι πολύτιμο, αλλά και τα δύο μαζί «δεν παίζονται»:
–Έχουν εμπειρία ρήξης με ένα ανελεύθερο καθεστώς. Δηλαδή έχουν γευτεί αυτό που λέμε «Ελευθερία» και το ξέρει μόνο όποιος ρίσκαρε γι’ αυτό. Όχι όποιος έμαθε να το θεωρεί «δεδομένο»…
–Κι έχουν κρατήσει κάτι άλλο, που το λένε Αξιοπρέπεια. Και που μπορεί να το καταλάβει μόνον όποιος το έχει.
Ελευθερία και Αξιοπρέπεια δεν είναι μόνο δύο λέξεις. Το πρώτο είναι εμπειρία ζωής και το δεύτερο είναι τρόπος ζωής.
Αυτά τα δύο κουβαλάμε. Κι αυτά τα δύο παραδίδουμε σε όποιους τα θέλουν. Και σε όποιους τα εκτιμούν.
Οι υπόλοιποι μπορούν να μας πετροβολούν.
Αντέξαμε απέναντι σε θηρία. Δεν μας φοβίζουν οι ψείρες…
Είμαστε και Σπαρτιάτες και Είλωτες!
«Σπαρτιάτες» γιατί μάθαμε να πολεμάμε.
Και «Είλωτες» γιατί μάθαμε να υπομένουμε…
Και δεν έχουμε πει ακόμα την τελευταία μας λέξη…
Δημοσιεύτηκε στο antinews.gr
















