Στο Δρόμο για την

 Ευημερία

Θα ακουστεί τετριμμένο αν σας πω ότι η χθεσινή ομιλία του πρόεδρου της Κυπριακής
 Δημοκρατίας Νίκου Αναστασιάδη, που διοργάνωσε η διαΝΕΟσις στο Μέγαρο Μουσικής,
 αποκάλυψε έναν ηγέτη εντελώς διαφορετικής κλάσης από αυτούς που έχουμε συνηθίσει
εδώ στη χώρα μας τελευταία; Είναι άραγε άδικο προς αυτούς που προσπαθούν για κάτι
καλύτερο εντός των συνόρων; Ε λοιπόν, το λέω: ο Νίκος Αναστασιάδης ήταν σαν να
προέρχεται από έναν άλλο κόσμο.
Ξεκινώντας την ομιλία του με μια αναφορά στην «τραγική κατάσταση» στην οποία είχε
 περιέλθει η κυπριακή οικονομία το -όχι και τόσο μακρινό- 2013, περιέγραψε όλους τους
 τρόπους με τους οποίους η χώρα του έφτασε τότε στον πάτο, μέσα από 22 διαδοχικές
υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας και στον απόηχο μιας βαθιάς και
 παρατεταμένης κρίσης. Τράπεζες στον αναπνευστήρα, αγορά σε κατάσταση πλήρους
ανασφάλειας, επενδύσεις παγωμένες, ανεργία στα ύψη… Σας θυμίζει κάτι;
Στο σημείο αυτό βρεθήκαμε μαζί του στο καθοριστικό σταυροδρόμι: «κατάρρευση ή
ανάληψη ευθύνης»;
Και στην Κύπρο, όπως και στην Ελλάδα, «το όχι είναι πάντοτε πιο ωραίο από ένα ωφέλιμο
 ναι», γεγονός που κόστισε ακριβά στους Κύπριους καταθέτες, με τρόπο που, κατά τον ίδιο,
θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί.
Ε λοιπόν, το λέω: ο Νίκος Αναστασιάδης ήταν σαν να

προέρχεται από έναν άλλο κόσμο.
Όμως, το ιστορικό κούρεμα των καταθέσεων στην Κύπρο, μια εξέλιξη που εμείς τελικώς
καταφέραμε να αποφύγουμε, ήταν ίσως το wake up call που χρειαζόταν η χώρα του.
Οι Κύπριοι κατάφεραν μετά απ’ αυτό να κάνουν με αξιοθαύμαστη αποφασιστικότητα
άλματα: δημοσιονομικής προσαρμογής, αποκατάστασης της εμπιστοσύνης στις τράπεζες,
δομικών μεταρρυθμίσεων. Απολαμβάνουν σήμερα έναν αξιοζήλευτο ρυθμό ανάπτυξης,
έναν από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κατάφεραν ταυτόχρονα, μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, να επανιδρύσουν το κράτος τους και
να το κάνουν πιο φιλικό προς τον πολίτη και πιο φιλικό προς τον επενδυτή. Μόνο από το
 πρόγραμμα «χρυσή βίζα», χορήγησης άδειας παραμονής σε πολίτες εκτός της Ευρωπαϊκής
 Ένωσης, έχουν εισρεύσει στην κυπριακή οικονομία κεφάλαια 4 δισ. ευρώ, μέγεθος που
αντιστοιχεί στο 25% του ΑΕΠ της.
Ο Νίκος Αναστασιάδης είναι ο πρώτος που επισημαίνει ότι απομένει ακόμα δρόμος, όπως
 δεσμεύεται να κάνει ξανά προσπάθειες για την επίλυση του Κυπριακού, μετά το ναυάγιο
της διάσκεψης στο Κραν Μοντανά, ένα αποτέλεσμα που είναι σαφές ότι του κόστισε –
 παραδέχεται ότι τον λυπεί, το ακούει
κανείς στη φωνή του.
Όμως, με προσήλωση στο στόχο «η μοίρα της Κύπρου να αποφασίζεται από τους Κυπρίους,
Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους» και όχι από τρίτους, και με αταλάντευτη την
πεποίθηση ότι «ο διάλογος είναι ο μόνος τρόπος επίλυσης του Κυπριακού», δηλώνει έτοιμος
 να επανέλθει «στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων», αρκεί να έχουν προηγηθεί οι
απαραίτητες προπαρασκευαστικού χαρακτήρα κινήσεις, που θα εγγυώνται ότι ο επόμενος
 γύρος δεν θα τελέσει υπό την ομηρία μιας ανένδοτης Τουρκίας.
Για την άσκηση πίεσης στην Τουρκία από τρίτους, εργάζεται και θα εργάζεται. Αυτή η
 μεθοδικότητα και η πεποίθηση ότι η συστηματική και χρονοβόρα προσπάθεια θα φέρει
 κάποια στιγμή αποτέλεσμα, κι ας μη το βλέπει να γίνεται άμεσα, κι ας μην είναι σίγουρο
 ότι θα καρπωθεί κάποια μέρα τα οφέλη αυτής της προσπάθειας, είναι άλλη μια
εντυπωσιακή διαφορά αντιμετώπισης από το εγχώριο πολιτικό προσωπικό μας.
Ο πολιτισμός του ανδρός έλαμψε, όταν ρωτήθηκε για τη στάση του τουρκοκύπριου ηγέτη
Mustafa Akinci στο Κραν Μοντανά. «O Akinci είναι Κύπριος, νιώθει Κύπριος,
συμπεριφέρθηκε ως Κύπριος», στα πρώτα στάδια της διαπραγμάτευσης, μετά όμως ήρθε η
πίεση της Τουρκίας και τα πράγματα πήραν άλλο δρόμο. «Πρέπει να κοπεί ο ομφάλιος
λώρος» με την Τουρκία για να έχουμε διαφορετικά αποτελέσματα.
Εδώ κάπου αρχίζει κανείς να αντιλαμβάνεται ότι ο Αναστασιάδης είναι παράλληλα
 ρεαλιστής – δεν είναι άλλωστε τυχαίο το ότι κατάφερε να περάσει διά πυρός και σιδήρου
και το αποτέλεσμα στα οικονομικά της χώρας του είναι αυτό που βλέπουμε σήμερα. Όταν
 ερωτάται αν θέλει οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις για την Τουρκία να συνεχιστούν, είναι
 σαφής: «θέλουμε μια ευρωπαϊκή Τουρκία», όχι μια Τουρκία με «ανεξέλεγκτες τάσεις»,
έναν απρόβλεπτο γείτονα.
Τα εν οίκω μη εν δήμω, η πατρίδα πάνω από εσωτερικές

έριδες και διαφοροποιήσεις, νηφαλιότητα και εμφατικό

όχι στην πόλωση… Πόσο ξένα ηχούν όλα αυτά στα

αυτιά μας;
Χαρακτηριστικός της ποιότητας του Κύπριου ηγέτη ήταν ο τρόπος με τον οποίο απάντησε
 όταν ερωτήθηκε για τα εσωτερικά πολιτικά της χώρας του, εν όψει των προεδρικών
 εκλογών τον ερχόμενο Ιανουάριο, ποιον θα προτιμούσε στο δεύτερο γύρο; «Θέλω να πω
κάτι. Πρώτον, βρίσκομαι εκτός Κύπρου. Δεύτερον και εντός Κύπρου δεν σχολιάζω ποτέ,
ούτε δημοσκοπήσεις, ούτε και αντιπαρατίθεμαι με τους ανθυποψηφίους μου. Δεν πρόκειται
 να το πράξω απόψε – με όλο το σεβασμό που σας έχω».
Όταν στη συνέχεια πιέστηκε από το δημοσιογράφο να κάνει κάποιο σχόλιο για την
 προεκλογική διαδικασία, η απάντησή του ήταν εξίσου αποστομωτική. «Εκείνο που με
ενδιαφέρει είναι ένα. Να επικρατήσει νηφαλιότητα, όχι οξύτητα, όχι φανατισμός, όχι
 πόλωση. Να αποφασίσει ο κόσμος ελεύθερα και να αποφεύγονται οπωσδήποτε υποσχέσεις
 οι οποίες δεν πρόκειται να υλοποιηθούν. Αυτό είναι το σημαντικότερο. Επιταγές άνευ
 αντικρίσματος εις το τέλος οδηγούν σε περιπέτειες.» Στο σημείο αυτό το κοινό στην
αίθουσα ξέσπασε σε χειροκροτήματα.
Τα εν οίκω μη εν δήμω, η πατρίδα πάνω από εσωτερικές έριδες και διαφοροποιήσεις,
νηφαλιότητα και εμφατικό όχι στην πόλωση… Πόσο ξένα ηχούν όλα αυτά στα αυτιά μας;
Και πόσο εντυπωσιακό το γεγονός ότι προέρχονται, όχι από έναν «απόστρατο» πολιτικό,
που μη έχοντας πια τίποτα να χάσει είναι σοφός παρατηρητής των εξελίξεων, αλλά από έναν
 πολιτικό ενεργό, με εκλογές στον ορίζοντα, εντός ολίγων μόλις μηνών.
Ο Δημήτρης Δασκαλοπουλος, ιδρυτής και πρόεδρος της διαΝΕΟσις, ο οποίος απηύθυνε
χαιρετισμό πριν την ομιλία, έθεσε ως προϋπόθεση, ως τον «μόνο δρόμο για συλλογική
ευημερία» την εγκαθίδρυση μιας οικονομίας που να στηρίζεται στη γνώση και στην
τεχνολογία, να βασίζεται στο κίνητρο και την ιδιωτική πρωτοβουλία. Έχει απόλυτο δίκιο.
Όμως τελικά, από την Κύπρο δεν έχουμε μόνο να διδαχθούμε σε επίπεδο συγκεκριμένων
 πολιτικών – άλλωστε ξέρουμε τι χρειάζεται να κάνουμε, άλλο αν συστηματικά διαλέγουμε
να το αγνοούμε.
Έχουμε να διδαχθούμε όμως από το ήθος και τον πολιτισμό του προέδρου της – είναι τελικά
η μόνη ελπίδα να βρεθούμε κι εμείς… στο δρόμο για την ευημερία.

Πρέπει όλοι οι νέοι να φύγουμε στο εξωτερικό;

Αν είσαι εικοσάρης στην Ελλάδα σήμερα, έχεις δεχτεί πιθανότατα την ίδια συμβουλή χιλιάδες φορές: να φύγεις στο εξωτερικό. Και αν δεν σου αρέσει, κάτι πάει στραβά με σένα ή με τους άλλους; Μία εκπρόσωπος αυτής της γενιάς αναζητά την απάντηση, αντλώντας από τη δική της εμπειρία και των φίλων της. Μιλούν ο Θοδωρής από το Βέλγιο, η Μαρία από το Άμστερνταμ και ο Θάνος από το Βερολίνο.
Χρόνος ανάγνωσης: 
12

Γκραφίτι στην πλατεία Mehringplatz του Βερολίνου. [Joan/Flickr]
Αν η πρώτη ή η δεύτερη δουλειά σου είναι στην Ελλάδα σήμερα, το έχεις μάλλον αποδεχτεί: θα δουλεύεις πολλές ώρες, με λίγα χρήματα, με γκρινιάρηδες συναδέλφους μεγαλύτερης ηλικίας ή συνομηλίκους σου με το μάτι να φύγουν έξω ή να αλλάξουν δουλειά.
Ταυτόχρονα θα ακούς «γιατί δεν έφυγες», αν έφυγες «γιατί γύρισες», ενώ θα διαβάζεις πόσο σημαντικό είναι να σταματήσει το  που έχει κάνει πολύ ανήσυχους όσους γενικώς επιμένουν «φύγετε έξω οπωσδήποτε!».
Πριν καλά καλά τελειώσω τη Νομική, άκουγα προτάσεις για το πού να πάω στο εξωτερικό. Και πριν καλά καλά γυρίσω στην Αθήνα από το εξωτερικό, άκουγα «μην έρθεις ποτέ πίσω». Όσοι ενήλικες μας επηρεάζουν, στα πενήντα τους και κάτι, ως γονείς, δάσκαλοι, δημόσια πρόσωπα ή και εργοδότες έχουν καθαρή άποψη για την απαίσια Ελλάδα, το υπέροχο εξωτερικό, στενοχωριούνται που φεύγουμε, αλλά δεν γίνεται κι αλλιώς.
Την ίδια ώρα, φίλοι στο εξωτερικό καταρρέουν από τη μοναξιά ή το άγχος μιας ζωής που δεν συνηθίζεται, ενώ ταυτόχρονα απολαμβάνουν μισθούς διπλάσιους από εμάς που μένουμε στην Ελλάδα. Τελικά πού είναι καλύτερα και τι πρέπει να κάνουμε;
Ακολουθούν οι ιστορίες μερικών νέων ανθρώπων που δοκίμασαν να ζήσουν στο εξωτερικό, να γυρίσουν, να μείνουν εκεί μόνιμα ή να βρουν μια ισορροπία, αλλάζοντας διαμονή ανάλογα με τις επιθυμίες τους.

Η μοναξιά, επιλεκτική ή ακούσια

Ένα βράδυ, καθισμένη μπροστά στον υπολογιστή, έλαβα ένα ίνμποξ. Ήταν ο Θοδωρής που ζούσε στο Βέλγιο, «δεν είμαι και πολύ καλά», μου είπε, «μπορείς να μιλήσουμε;». Ο Θοδωρής, στα 25 του, είχε απελπιστεί. Στο Βέλγιο δεν συνέβαινε τίποτε. Υπερβολική ησυχία. Δεν άντεχε άλλο να μην μπορεί να ταιριάξει με άνθρωπο. Το σπίτι του στο κέντρο το ένιωθε σαν «ένα σπίτι στη μέση του πουθενά».
Δεν είχε καμία όρεξη να κάνει συνεντεύξεις επί συνεντεύξεων για δουλειές έξι μηνών, για τις κλασικές θέσεις που θέλουν όλοι όσοι μεταναστεύουν στο Βέλγιο, αυτές που κυρίως συνδέονται με την υψηλού επιπέδου γραφειοκρατία των Βρυξελλών και που μόλις ανακοινώνονται σε ιστοσελίδες που όλοι ανανεώνουν διαρκώς στους υπολογιστές τους γίνεται χαμός.
Τον καθησύχασα. Για να πάρω τη σκέψη του από τη δουλειά, τον ρώτησα «δεν είναι όμορφα όμως εκεί που μένεις;» Τού θύμισα ότι το οικείο μας κέντρο που τόσο του έλειπε ήταν στενό, μίζερο και γεμάτο σκουπίδια, αλλά άκρη δεν έβγαζα. Δεν άντεχε άλλο να μιλάει με ανθρώπους που φοράνε κοστούμι από τα δεκαπέντε τους, συναναστρέφονται ανθρώπους προκειμένου να «χτίσουν δίκτυο» και βλέπουν τις παρέες τους σαν δουλειά ή τα απόνερα της δουλειάς τους.
Του έλειπαν οι παρέες του. Ένιωθε μόνος του με έναν τρόπο που είχε χρόνια να νιώσει. Όχι ότι δεν περιτριγυριζόταν από αρκετούς ανθρώπους, αλλά όσοι τον περιέβαλαν δεν τον καταλάβαιναν ή δεν τον αφορούσαν. Γύρισε στην Ελλάδα, για να συνέλθει.

Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί στη Μαρία, που έζησε για λίγο στο Άμστερνταμ ως τα 26 της. Αγαπούσε την Ολλανδία, επειδή όλα ήταν απλά και εύκολα. Από το super market μέχρι τον δήμο, όλα ήταν φτιαγμένα για να έχεις αυτό που θέλεις όταν το θέλεις, είτε πρόκειται για βεβαίωση με σφραγίδες είτε για καρπούζι το καταχείμωνο.
Μου περιέγραψε όμως ένα βράδυ στην ουρά ενός κλαμπ, τότε που φοβήθηκε ότι γύριζε στην εφηβεία. Ιδρωμένα αγόρια από τα ποτά και τα ναρκωτικά, κορίτσια ακουμπισμένα στο πεζοδρόμιο έτοιμα να κάνουν εμετό ή να αποκοιμηθούν, πολύς κόσμος που ικέτευε τον πορτιέρη να περάσει και βροχή με ομίχλη, σαν να βγαίνει για ατέλειωτες ώρες νερό από πηχτό σκοτάδι.
Πετάχτηκε από τη σειρά με τη σκέψη «τι κάνω εγώ εδώ πέρα τώρα; Τι παριστάνω;», βρήκε το ποδήλατο της, το ξεκλείδωσε, ανέβηκε και γύρισε σπίτι τρέμοντας από το κρύο. Στο Άμστερνταμ τότε είχε μόλις έναν μήνα και ήξερε μόνο τους Ολλανδούς συγκατοίκους της από το σπίτι όπου έμενε. Αυτοί θα περνούσαν το βράδυ στο κλαμπ. Αν δεν πήγαινε μαζί τους, δεν θα την περνούσαν για υπερβολικά κουλ, αλλά μάλλον για βαρετή και αντικοινωνική.
Την ρώτησα από πότε την ένοιαζε τι θα έλεγαν γι’ αυτήν. «Από τότε που σε μια ολόκληρη χώρα ήξεραν το όνομα μου πέντε άνθρωποι», δεν δίστασε να μου πει. «Δεν ήθελα όλη η κοινωνική μου ζωή να είναι το skype και το ίνμποξ», πρόσθεσε.

Mετανάστες που γεννήθηκαν στην Ελλάδα (ηλικία 15+): Κύριοι προορισμοί στον ΟΟΣΑ ανά επίπεδο εκπαίδευσης το 2010/11

Υψηλής μόρφωσης (σε χιλιάδες) Αλλαγή από το 2000/2001 (%) Χαμηλής μόρφωσης (σε χιλιάδες) Αλλαγή από το 2000/2001 (%)
ΗΠΑ 43,2 +2,5 Γερμανία 127,0 +15,5
Γερμανία 27,4 +255,6 Αυστραλία 61,1 -24,6
Ην. Βασίλειο 24,3 +36,0 ΗΠΑ 48,0 -27,8
Καναδάς 12,7 +26,2 Καναδάς 34,3 -27,0
Αυστραλία 7,4 +16,9 Τουρκία 22,4 -47,1
Σύνολο 142,3 +36,2 Σύνολο 324,7 -14,9

Εγώ είχα σταθεί πιο τυχερή. Οι συγκάτοικοι μου στην Ολλανδία δεν κατάγονταν από βόρειες χώρες και ταιριάξαμε εύκολα. Με Έλληνες, που είχαν χρόνια εκεί, δεν είχα καμία όρεξη να κάνω παρέα. Όσοι σπούδαζαν ήταν μια χαρά κι αμέριμνοι, αλλά σε όσους είχα πετύχει να εργάζονται εκεί, είχα διακρίνει μία μελαγχολία και μία νοσταλγία που με τρόμαξαν και με απώθησαν.
Ειδικά οι παλιότεροι μετανάστες είχαν χάσει και όλα τα ενδιάμεσα στάδια προόδου από τα οποία είχε περάσει η Ελλάδα, με αποτέλεσμα να μην έχουν ενσωματώσει στη σκέψη τους ούτε την υπερβολικά προοδευτική για το γούστο τους Ολλανδία, ούτε την Ελλάδα του 2015 που, ομολογουμένως, δεν έμοιαζε με την Ελλάδα του 1990 που θυμούνταν.
Έτσι, απέφευγα την παρέα των Ελλήνων ακόμη και διαδικτυακά, αφού ένας καλός τρόπος να καταλάβει κανείς ότι πολλοί από αυτούς βασανίζονται στο εξωτερικό είναι να μπει στις σελίδες τους στο facebook ή να επισκεφθεί κάποια από τις ιστοσελίδες Ελλήνων της Ολλανδίας που άνετα θα χαρακτηρίζονταν καλτ. Εκεί μπορεί να διαβάσει κανείς αληθείς δηλώσεις, όπως ότι στην Ολλανδία αν δεν συγκατοικήσεις δεν γίνεται να τα βγάλεις πέρα οικονομικά, αλλά και αναρτήσεις ψυχοθεραπευτικής στόχευσης που τα λένε όλα από τον τίτλο, όπως αυτή με θέμα «δέκα ψέματα που σου είπε ο κολλητός σου για να έρθεις στην Ολλανδία». Ανάμεσα στις μαρτυρίες ότι η Ολλανδία δεν είναι ο εργασιακός παράδεισος που πολλοί Έλληνες φαντάζονται, βρίσκει κανείς και προσκλήσεις για διασκεδάσεις με Καρρά και άλλα ελληνικά σε υπόγειες ταβέρνες. Πρόκειται για ιστοσελίδες-θρίλερ της υπερβολής, που είναι όμως εν μέρει αποκαλυπτικες.

Τα γάντια κομμωτηρίου στην Αθήνα και η Οδύσσεια για σπίτι στο Βερολίνο

Λίγους μήνες μετά τη συνομιλία μου με το Θοδωρή, βρήκα φθηνό εισιτήριο για το Βερολίνο και πήγα. Ο φίλος που θα με φιλοξενούσε, ο Θάνος, είναι γιατρός. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και δουλεύει σε ένα εξαιρετικό νοσοκομείο, όπου γίνεται σημαντική έρευνα και πληρώνεται πολύ καλά. Σε αντίθεση με τους νέους επαγγελματίες στην Ελλάδα που ανταγωνίζονται ποιος θα κλείσει τα φώτα του γραφείου τη νύχτα, για να κάνει καλή εντύπωση σε κάποιο παλιομοδίτικο και αναποτελεσματικό αφεντικό, ο Θάνος συνήθως τελειώνει την εργασία του νωρίς το απόγευμα.
Αντί για γάντια κομμωτηρίου, που του είχαν προτείνει να χρησιμοποιήσει μια φορά σε νοσοκομείο της Ελλάδας, χρησιμοποιεί ιατρικά γάντια όταν πρόκειται να αγγίξει ασθενείς και έχει στη διάθεσή του εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας και πρόσβαση σε σπάνια δεδομένα ασθενών, απαραίτητα για έρευνα. Πηγαίνει στη δουλειά με το ποδήλατο και μπορεί να προγραμματίσει από τώρα τις διακοπές του για το καλοκαίρι.
Αν είχε μείνει στην Ελλάδα θα έπληττε αφόρητα σε κάποιο κέντρο υγείας ορεινού χωριού ή θα περίμενε την παράλογη ελληνική γραφειοκρατία να τον χρίσει ειδικευόμενο.

doctors.jpg

Αλλαγές στον αριθμό των γιατρών με ελληνικό πτυχίο σε τρεις χώρες του ΟΟΣΑ, 2000-2012.

Πριν βάλει τη ζωή του σε αυτήν την καθησυχαστική τάξη, ο πρώτος χρόνος στο Βερολίνο ήταν σκληρός. Αποφάσισε να συγκατοικήσει, γιατί το είχε δοκιμάσει και παλιά σε άλλη γερμανική πόλη και «μειώνει τη δυσκολία προσαρμογής». Για να βρει συγκατοίκους και σπίτι περνούσε από διαδοχικές συνεντεύξεις όπου έπρεπε να δείχνει από κουλ μέχρι πλούσιος, ενώ συχνά οι πιθανοί του συγκάτοικοι, αφού σημείωναν όσα έλεγε σε ένα σημειωματάριο, τον ενημέρωναν ότι μετά από αυτόν θα έβλεπαν άλλα πενήντα άτομα, επομένως καλό θα ήταν να μην σταματήσει το ψάξιμο.
Μετά από αμέτρητα ίνμποξ, μέιλ και ώρες χαμένες στα σχετικά διαδικτυακά γκρουπ που σε βοηθούν να βρεις διαμέρισμα (όποιος αφήνει ή υπενοικιάζει το σπίτι του «ανεβάζει» εκεί φωτογραφίες και αμέσως συρρέουν όσοι ενδιαφέρονται) βολεύτηκε σε ένα δωμάτιο σε μια γειτονιά του κέντρου, υποβαθμισμένη και βρώμικη, με κατοίκους κυρίως φτωχούς μετανάστες που δουλεύουν ως εργάτες.
Από εκείνη τη γειτονιά ο Θάνος θυμάται μεθυσμένους παππούδες να ξαπλώνουν από το πρωί στην είσοδο των σούπερ μάρκετ κρατώντας μπύρες, οικογένειες ολόκληρες να πετάνε τα σκουπίδια τους στο πεζοδρόμιο και να φτύνουν κάτω και άντρες να μιλούν ρώσικα ή πολωνικά στα κινητά τους και να κάθονται τις νύχτες στις εισόδους των πολυκατοικιών καπνίζοντας και συζητώντας ύποπτα. Με συννεφιά ή βροχή, η γειτονιά γινόταν ακόμη πιο μίζερη και φοβόσουν ευκολότερα.

Τα ποσοστά της ανεργίας από το 2012 ως το 2017 (τον Αύγουστο κάθε χρονιάς)

Ηλικιακή ομάδα Έτος
  2012 2013 2014 2015 2016 2017
15-24 56,5 57,6 49,9 48,3 45,2 40,2
25-34 32,6 36,5 34,7 30,9 29,9 26,9
35-44 21,8 24,0 23,0 21,9 20,1 18,5
Σύνολο 25,7 27,8 26,3 24,7 23,4 20,6
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Προκειμένου να φύγει από εκεί και να μείνει μόνος έπρεπε να αρχίσει το ψάξιμο από την αρχή, αυτή τη φορά μπλέκοντας με τους ίδιους τους εκμισθωτές (συνήθως με κάποια εταιρεία ενοικιάσεων) και όχι με πιθανούς συγκατοίκους. Έπρεπε να ετοιμάσει έναν φάκελο από τον οποίο θα προέκυπτε ότι είναι σε θέση να πληρώνει το ενοίκιο για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και ότι βρίσκεται νόμιμα στη χώρα. «Γενικά βάζεις ό,τι πληροφορία μπορεί να τους πείσει να σου νοικιάσουν το σπίτι».
Οι ημέρες που τα σπίτια δέχονταν υποψήφιους ενοικιαστές ήταν ένας εφιάλτης. Στις ώρες υποδοχής σχηματίζονταν μπροστά τους μεγάλες ουρές. «Μπορώ να πω ότι, για να βρω το σπίτι που ήθελα, δηλαδή ένα σπίτι όπου θα μπορούσα να μείνω για τα επόμενα χρόνια, χρειάστηκα συνολικά 11,5 μήνες». Τι συμβαίνει με αυτούς που δεν έχουν όλα τα χαρτιά τους στην εντέλεια; «Θα αλλάζουν συνέχεια σπίτι, μάλλον, και θα υπενοικιάζουν λογικά, μέχρι να αδειάσει κάτι», λέει ο Θάνος που είχε την τύχη να έχει όλα τα χαρτιά του στην εντέλεια και εξασφαλισμένο μισθό.

Το παραπάνω βίντεο αποτελεί συρραφή αποσπασμάτων από τα έξι διαδικτυακά ντοκιμαντέρ του New DiasporaΗ ιστοσελίδα, που είναι μία παγκόσμια διαδικτυακή κοινότητα για τη νέα φουρνιά Ελλήνων που ζουν στο εξωτερικό –όπως χαρακτηριστικά λένε οι ίδιοι, «ένα συμμετοχικό κανάλι που καταγράφει ένα ολόκληρο μεταναστευτικό ρεύμα σε πραγματικό χρόνο».

Η άπιαστη ευτυχία

Την ίδια ώρα όσοι βρισκόμαστε στην Αθήνα ακούμε: «Αν δεν φύγεις από εδώ, θα τρέχεις και δεν θα φτάνεις για μικροπράγματα, θα σου συμβούν φοβερές αναποδιές στην δουλειά σου και δεν θα βρεις ποτέ το δίκιο σου» ή «εδώ έχει μόνο ήλιο, δεν τρώγεται, να έρχεσαι για διακοπές, δεν είμαστε για τίποτα». Βιώνουμε ταυτόχρονα την απορρύθμιση και την καθησυχαστική αίσθηση ενός οικείου περιβάλλοντος. Πληροφορούμαστε από τους σημερινούς πενηντάρηδες ότι η χώρα καταρρέει επειδή φεύγουμε, αλλά πως αν δεν φύγουμε θα γίνουμε ή γραμματείς, αν έχουμε πτυχίο, ή σερβιτόροι, αν δεν έχουμε.
Δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς σκέφτονται. Υποθέτω, αυθαίρετα, ότι η γενιά που κατόρθωσε να κάνει τον τόπο της αφόρητο και αποπνικτικό για την ίδια νομίζει ότι εξιλεώνεται λέγοντάς μας πού να ζούμε. Αναγνωρίζω ότι το κάνει από αγάπη και από ειλικρινή αλτρουισμό, κανείς γονιός δεν θέλει το παιδί του μακριά και κανένας συνταξιούχος δεν θέλει να μην υπάρχουν εργατικά χέρια να του χρηματοδοτούν τη σύνταξη, αλλά με κουράζει αυτή η μόνιμη προσδοκία ότι θα ζήσουμε κάπου, για να εκπληρώσουμε την επιθυμία φυγής ή εξιλέωσης άλλων ή ότι θα ζήσουμε εδώ αλλά θα παραιτηθούμε από την ιδέα της ευτυχίας μας με τους δικούς μας όρους.

icapgraph.jpg

Λόγοι μετακίνησης στο εξωτερικό των συμμετεχόντων σε έρευνα της ICAP του 2017 για το brain drain.

Εν τέλει δεν πείθομαι ότι ξέρουν καλύτερα, παρά τις καλές προθέσεις τους. Η γενιά αυτή φαίνεται να πιστεύει σε μεγάλο βαθμό «ότι οι Έλληνες έχουν παντού ζήτηση στο εξωτερικό», επειδή το άκουσε κάπου, κι ότι μια γειτονιά που την βλέπεις δύο φορές στο street view του google maps μπορεί να γίνει η γειτονιά σου. Θέλει εδώ τους νέους, αλλά όταν βρει πραγματικό νέο με σάρκα και οστά μπροστά της επιμένει ότι οι εικοσάρηδες και τριαντάρηδες οφείλουν να φύγουν άμεσα.
Μάλιστα οι επίμονοι προβολείς του «φύγετε» παραβλέπουν εναλλακτικές που είναι πολύ της μόδας ανάμεσα στους ίδιους τους νέους, αλλά όχι τόσο απόλυτες όσο ένα τελεσίδικο «μένω» ή «φεύγω», ώστε να λειτουργήσουν ως βάση βολικών γενικεύσεων. Πολλοί εικοσάρηδες δεν θέλουν να μένουν κάπου σταθερά. Θέλουν να πάνε και να έρχονται, να ταξιδεύουν ή να δοκιμάζουν να ζουν σε πολλά διαφορετικά «αλλού». Συχνά δεν χρειάζεται καν να αφήσουν το σπίτι τους στην Αθήνα, είτε επειδή ζουν εκεί συγγενείς τους ή επειδή μπορούν να το νοικιάσουν στο airbnb.

Με το ένα πόδι στην Ελλάδα

Η Ελένη είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Τελείωσε με άριστα το πτυχίο και το μεταπτυχιακό της στην Αθήνα. Βρήκε δουλειά και την κράτησε δυο χρόνια. Δούλευε για λίγα χρήματα, όλη μέρα, αλλά μαθαίνοντας διαρκώς και απολαμβάνοντας τις παρέες της στην Αθήνα. Κάποια στιγμή αποφάσισε ότι το να σταδιοδρομήσει σε ένα αυστηρό εταιρικό περιβάλλον δεν ήταν στις φιλοδοξίες της και μόλις το πράγμα σοβάρεψε αποφάσισε να φύγει για τις ΗΠΑ, όπου σπούδασε κι άλλο, στο Harvard αυτή τη φορά, παίρνοντας υποτροφίες.
Μόλις τελείωσε τις σπουδές της δεν θέλησε να μείνει στις ΗΠΑ. «Δεν με νοιάζει να ζω κάπου, επειδή στην Ελλάδα θεωρείται ιδανικό ή της μόδας, αφού αισθάνομαι εγώ η ίδια ότι δεν μου πάει», μου είπε. «Πολλοί απ’ τη σχολή μου έκαναν αιτήσεις για δουλειές στη Νέα Υόρκη. Εγώ δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου εκεί, δεν ήταν το δικό μου όνειρο», συνέχισε, «δεν μπορώ να στο εξηγήσω ακριβώς, αλλά κάπως διαισθητικά αποφασίζω τι μου πάει και τι όχι. Δεν μπορούσα να με φανταστώ ευτυχισμένη σ’ ένα γραφείο στη Νέα Υόρκη, το να σπουδάζεις στην Αμερική είναι τέλειο, δεν θα το άλλαζα, να βρω δουλειά όμως εκεί, δεν μου έλεγε τίποτα».
Έτσι, παρότι υπήρχαν ευκαιρίες, η Ελένη αποφάσισε ότι δεν ήθελε να τις κυνηγήσει. Γυρίζοντας για λίγους μήνες στην Αθήνα, κουράστηκε να εξηγεί γιατί επέστρεψε από την Αμερική. Την βρήκα σε ένα φιλικό πάρτι και όλοι την κοιτούσαν σαν να εξέπεσε από τον παράδεισο. Άνθρωποι που έχουν περάσει όλη τη ζωή τους μένοντας ένα πάτωμα από τη μαμά και τον μπαμπά είχαν τη γνώμη ότι «έπρεπε να το κυνηγήσεις μερικά χρόνια εκεί, δεν χάνονται έτσι τέτοιες ευκαιρίες!», κι αν όχι εκεί, δηλαδή στην μακρινή Αμερική, σε πόλεις που οι Έλληνες έχουν αγιοποιήσει και που μιλούν γι’ αυτές με αληθινή λαχτάρα, όπως το βρεγμένο, ανταγωνιστικό, αγχώδες και επισήμως εσωστρεφές πια Λονδίνο.
Η Ελένη, αφού πέρασε αρκετούς μήνες στην Αθήνα, βρήκε δουλειά στο Παρίσι κι από κει σχεδιάζει να βρει έμπνευση και να κάνει ό,τι της κατέβει. Εξακολουθεί να πιστεύει ότι η Αθήνα παραμένει ανθρώπινη, ζωντανή και καθόλου βαρετή. Την ενοχλούν η γκρίνια και το παράπονο των Ελλήνων για τα πάντα, όμως ανάμεσα στην Αθήνα και τη Νέα Υόρκη μάλλον επιλέγει το οικείο χάος γύρω από την Ακρόπολη, στο οποίο θέλει να γυρίζει με κάθε ευκαιρία.

Οι σημαντικότερες χώρες προέλευσης της ελληνικής «μετακινούμενης διασποράς»

Ηνωμένο Βασίλειο 21%
Γερμανία 14%
ΗΠΑ 10%
Κύπρος 7%
Ελβετία 5%
Πηγή: Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος

Η Βίκυ από την άλλη έχει φύγει από την Αθήνα εδώ και έντεκα χρόνια. Έχει αλλάξει τρεις χώρες, άλλοτε σπουδάζοντας, άλλοτε ακολουθώντας παρέες και άλλοτε κυνηγώντας δουλειές που δεν θα την κλείδωναν σαν τιμωρημένη σε ένα γραφείο 9 με 7. «Δεν μου άρεσε ο εαυτός μου στην Ελλάδα, ηρέμησα φεύγοντας, έκανα αυτό που ήθελα, δεν έδωσα λογαριασμό, απλώς έφυγα», μου είπε από το ίνμποξ.
Τώρα βρίσκεται στο Στρασβούργο, πριν ήταν στη Σκανδιναβία. Ταξιδεύει συχνά σε διάφορες πόλεις στην Ευρώπη. Έρχεται και στην Αθήνα. «Είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον μέρος η Αθήνα». Μου λέει πως έχει την εντύπωση ότι όσοι βρίσκονται εδώ ξέρουν γιατί ζουν εδώ. Δεν έχουν την προσδοκία ότι θα βρουν την καθαριότητα και την τάξη της Στοκχόλμης, αλλά μάλλον θεωρούν σημαντικό το φως γύρω τους και το φθηνό νοίκι.
«Φαίνεται σαν κάτι να γεννιέται στα ερείπια, πολλά μαγαζιά έκλεισαν, αλλά ανοίξανε άλλα, καλύτερα, υπάρχει καλλιτεχνική παραγωγή και καλλιτεχνικά ερεθίσματα και φαίνεται σαν να καθάρισε το τοπίο απ’ τους παλιούς, σαν να μην μετράνε πια». Της είπα ότι το παλιό υπάρχει ακόμη εδώ, έχει κολλήσει, έχει γίνει ένα με το τοπίο, αλλά συμφωνήσαμε στο ότι ίσως οι νέοι άνθρωποι να μην του δίνουν πια και τόση σημασία, μάλλον δεν αισθάνονται ότι τους αφορά ή ότι μπορεί να τους κηδεμονεύσει: για μας απέτυχε κι αυτό είναι απελευθερωτικό.

Ο καθένας με τον τρόπο του

Ίσως έχει νόημα να δοκιμάζουμε. Και το εδώ και το αλλού. Είμαι κι εγώ απ’ αυτούς που νομίζουν ότι αν καθίσουν πολύ στην Αθήνα κάτι απροσδιόριστο, αλλά μίζερο και σκοτεινό θα τους καταπιεί, ότι θα χάσουν την όρεξη και τη στόχευσή τους. Ταυτόχρονα, δεν μπορώ καθόλου, δυστυχώς, να πω σε όλους τους πενηντάρηδες που αναρωτιούνται γιατί συνέχεια επιστρέφουμε στον τόπο της γκρίνιας και της αναποτελεσματικότητας ότι η ζωή στο εξωτερικό κυλάει σαν όνειρο.
Έχοντας τη γνώμη ότι δεν μπορείς να ξέρεις τι σου πάει πιο πολύ, διάλεξα να μείνω και έξω και στην Αθήνα. Και θέλω να επιστρέφω και έξω και στην Αθήνα. Πουθενά δεν είναι τέλεια, το πώς θα περάσεις εξαρτάται από χίλια δυο πράγματα, η ζωή σου δεν καθορίζεται από γενικούς δείκτες (ανεργίας, ευτυχίας, υγείας κ.λπ.) αλλά από συγκυρίες, περιστάσεις και προτιμήσεις που μπορεί και να μην φαντάζεσαι καν μένοντας ή φεύγοντας. Μάλλον η μόνη λογική επιλογή είναι να δοκιμάζεις τι σου πάει.

Ντοκιμαντέρ της New DiasporaΗ ιστοσελίδα. Σκηνοθεσία και μοντάζ: Νίκος Σταμπουλόπουλος, ηχοληψία και μιξάζ: Νίκος Κανδαράκης.
Οι σημερινοί εικοσάρηδες ενηλικιωθήκαμε όταν κατέρρεαν οι σιγουριές, ενώ ο κόσμος μίκραινε ξαφνικά με πτήσεις χαμηλού κόστους και τις εφαρμογές της google. Μάθαμε να εκτιμούμε τα στοιχειώδη, να μην είμαστε μεγαλομανείς και να φοβόμαστε τις ψευδαισθήσεις. Δεν μας έπεισε ποτέ κανείς ότι όλα μας ανήκουν και δεν έχουμε καθόλου την άποψη ότι η μικρή μας χώρα είναι το κέντρο του σύμπαντος. Δεν έχουμε όνειρο ένα σταθερό εισόδημα, ένα αμάξι κι ένα σπίτι αλλά πώς να φύγουμε από τα σπίτια των γονιών μας και πώς να κάνουμε μια δουλειά με νόημα που να μην μας πνίγει και να μην μας βουτά στην κατάθλιψη.
Δεν μας ενοχλεί που δεν θα πάρουμε σύνταξη, επειδή αυτό φαίνεται τόσο μακρινό που καταντά μη ρεαλιστικό πρόβλημα, αλλά που τώρα δουλεύουμε όλη μέρα και πάλι χρειαζόμαστε τη σύνταξη και τη φροντίδα της μαμάς, για να τα βγάλουμε πέρα. Δεν μας απωθεί το δημόσιο θεωρητικά κι αφηρημένα, αλλά μας φαίνεται αλλόκοτο όταν μπορείς να παραγγείλεις πίτσα ηλεκτρονικά ή να κανονίσεις να βγεις ραντεβού με έναν άγνωστο, να πρέπει να συναντηθείς με τον ίδιο τον βαριεστημένο υπάλληλο, από κοντά, σε μια άθλια δυσκίνητη ουρά, για να πάρεις μία βεβαίωση. Θέλουμε να μπορούμε να νοικιάσουμε ένα πολυτελές εξοχικό στο airbnb, όχι να χτίσουμε το δικό μας.
Έχουμε, όπως είναι εντελώς φυσικό, μεγαλώσει αλλιώς, με άλλα πρότυπα ευτυχίας και άλλες επιθυμίες από εκείνους που μας λένε επίμονα πού να ζήσουμε. Η ευτυχία μας μπορεί να βρίσκεται εδώ ή αλλού ή άλλοτε εδώ και άλλοτε αλλού. Δεν αποκλείεται η συμβουλή «φύγετε» να μην είναι τίποτε άλλο παρά αχρείαστος θόρυβος, που περισσότερο απευθύνεται στις ανάγκες αυτού που τον παράγει.

Γεννήθηκε το 1992. Σπούδασε Νομικά στη Νομική της Αθήνας και έκανε μεταπτυχιακό στην Οικονομική Ανάλυση του Δικαίου στη Νομική της Ουτρέχτης. Έχει γράψει μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο Μπλε Υγρό (2017). Κείμενα της φιλοξενούνται στο The books journal. Ζει στην Αθήνα.