O φιλόσοφος Αριστοτέλης μιλάει για τον ένα Θεό
Ο Αριστοτέλης θεωρείται το πολυμαθέστατο πνεύμα όλων των αιώνων. Στις γνώσεις του περικλείεται κάθε επιστήμη και ανθρώπινη σοφία. Φυσική, μετεωρολογία, αστρονομία, ανθρωπολογία, φιλοσοφία, λογική, μεταφυσική ήσαν περιοχές της επιστήμης με τις οποίες ασχολήθηκε ο Αριστοτέλης.
Μολονότι έζησε 400 χρόνια προτού να έρθει ο Χριστός στον κόσμο, εν τούτοις πίστευε στο θεό, κυβερνήτη και δημιουργό του κόσμου. Ιδού η σειρά των σκέψεών του: Στον κόσμο παρατηρούμε παντού την κίνηση και τη μεταβολή. Κάθε κίνηση έχει άλλη κίνηση ως αιτία. Προχωρώντας έτσι προς τα πίσω, φθάνουμε στην αρχική κίνηση. Αυτή όμως δεν μπορεί να υπόκειται σε κίνηση έξωθεν και σε μεταβολή. Άρα πρέπει να δεχθούμε μία αρχήν ακίνητον και αναλλοίωτον. Την αρχή αυτή την ονόμασε ο Αριστοτέλης «πρώτο κινούν». Και τούτο είναι το «κινούν ακίνητον», δηλαδή ο Θεός, ο οποίος είναι η αιώνια και αμετακίνητος αρχή.
Πρόδρομος τού ΧριστιανισμούΟ Αριστοτέλης και άλλοι φιλόσοφοι μίλησαν για έναν θεό, αιώνιο, δημιουργό και κυβερνήτη του Σύμπαντος κόσμου. Οι φιλόσοφοι αυτοί θεωρούνται και είναι οι πρόδρομοι και διδάσκαλοι τού χριστιανισμού.
Ο βασικός λόγος που η Ορθοδοξία και το Βυζάντιο τίμησαν τον Αριστοτέλη, τοποθετώντας εικόνες του στους πρόναους των ιερών ναών, ήταν η αναγωγή της σκέψης του φιλοσόφου προς ένα πρωταρχικό αίτιο κίνησης των σωμάτων του κόσμου, ενός σώματος ως πρώτου αιτίου. Του ενός Θεού.
Πρώτος που αναγνώρισε το βάθος, τον πλούτο και τη μεγάλη αξία και αποστολή που έχει για ολόκληρο τον κόσμο η φιλοσοφία και ο πλούτος της γλώσσας των προγόνων μας, υπήρξε ο Ιησούς Χριστός.
Όταν τον πληροφόρησαν οι μαθητές του ότι τον ζητούν Έλληνες αναφώνησε ευχαριστημένος «ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθεί ο υιός τού άνθρωπου» (Ιωάν.12, 20-23), εννοώντας βέβαια την αναγνώριση και την αξία που θα ’δινε στη διδασκαλία του η ελληνική φιλοσοφία και η πλούσια ελληνική γλώσσα. Αφού όταν αργότερα θ’ αποστείλει τους μαθητές του στα πέρατα της γης για να κηρύξουν και μαθητεύσουν «πάντα τα έθνη», είχε φροντίσει από πριν να ομιλείται η ελληνική γλώσσα σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο με τον Έλληνα Μακεδόνα Μεγάλο Αλέξανδρο και ακόμη επέτρεψε να γραφεί η διδασκαλία του στην ιερή πλέον γλώσσα των ελλήνων, τη γλώσσα μας.
Οι Έλληνες εκλεκτός λαός του θεού
Παραθέτουμε το κείμενο όπως το μετέφερε ο καθηγητής Ε. Πρόκος: «Ησαν δέ τινές Ελληνες εκ τών αναβαινόντων ίνα προσκυνήσωσιν εν τή εορτή. Ούτοι ούν προσήλθον Φιλίππω τώ από Βηθσαϊδά τής Γαλιλαίας, καί ηρώτων αυτόν λέγοντες: Κύριε, θέλομεν τόν Ιησούν ιδείν. Ερχεται Φίλιππος καί λέγει τώ Ανδρέα, καί πάλιν Ανδρέας καί Φίλιππος λέγουσι τώ Ιησού. Ο δέ Ιησούς απεκρίνατο αυτοίς λέγων: «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός τού ανθρώπου. Ελλάς γαρ μόνη ανθρωπογεννεί, φυτόν Ουράνιον καί βλάστημα Θείον ηκριβωμένον. Λογισμόν αποτίκτουσα οικειούμενον επιστήμην»
Ελήληθεν η ώρα ίνα δοξασθεί ο Υιός του Ανθρώπου = Ήρθε η ώρα να δοξαστεί ο Υιός του Ανθρώπου. Ελλάς γαρ μόνη αληθώς ανθρωπογεννεί = Η Ελλάς είναι η μόνη που πραγματικά γεννάει, δημιουργεί ανθρώπους. Φυτόν ουράνιον = Διότι είναι φυτό που ήρθε από τον ουρανό. και βλάστημα θείον ηκριβωμένον = και βλάστησε στη γη ως θεϊκό πανάκριβο δώρο.Λογισμόν αποτίκτουσα = η οποία εάν αποκτήσει τον (γήινο) συλλογισμό. Οικειούμενην επιστήμην = Τότε οικειοποιείται ολόκληρη την επιστήμη.
«Ελήλυθεν η ώρα, ίνα δοξασθεί ο υιός του ανθρώπου»: Η χαρά αυτή την οποία αισθάνθηκε και εξεδήλωσε ο Θεάνθρωπος, όταν οι Έλληνες τον επεσκέφθησαν είναι η μεγαλύτερη αναγνώριση του ελληνισμού για την ανύψωση της ανθρωπότητος και αποτελεί χαιρετισμό προς τους Έλληνεςως προδρόμους και συνεχιστές της χριστιανικής αληθείας. Το νόημα των λόγων του Κυρίου είναι ότι από την στιγμή κατά την οποία έγινε η πρώτη ελληνική επίσκεψη προς τον Ιησού Χριστό, αρχίζει η δόξα του Κυρίου στο κόσμο. Τα στοιχεία τα οποία το Ελληνικό έθνος εκαλείτο από τον Θεό, να προσφέρει στο Χριστιανισμό ήταν: η σοφία των αρχαίων Ελλήνων, η αξιοθαύμαστος ηθική των Ελλήνων φιλοσόφων και η γλώσσα μας. Ο ελληνισμός, διαδοθείς ευρύτατα από τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου υπήρξε, ο παιδαγωγός της ανθρωπότητας, ο φωτοδότης του πολιτισμού στο κόσμο. Για όλα αυτά που προαναφέραμε δύναται το Ελληνικό Έθνος να χαρακτηρισθεί ως «έθνος άγιον, γένος εκλεκτόν».
(* Το παραπάνω κείμενο αποτελεί απόσπασμα της διάλεξης: «Περί Αριστοτέλη» και εκφωνήθηκε στις 11/12/2008, στις Αστυνομικές Ακαδημίες).
Κοντά στην υλοποίηση η επένδυση 300 εκατ. ευρώ στην Ακαδημία Πλάτωνος

Οι καθημερινές συνήθειες που μπορούν να βλάψουν την υγεία σας
Αυτό ήταν το όνομα που είχαν τα Σκόπια επί χρόνια -Προδόθηκαν από τα γραμματόσημα-χάρτες
Η αεροπειρατία στο δρομολόγιο Αθήνα – Γιάννενα το 1969
Επέλεξε την 16η Αυγούστου 1969, μέρα ούτως ή άλλως ομαδικών θερινών αποδράσεων των κατοίκων των Αθηνών, και την πτήση της Ολυμπιακής για Αγρίνιο, από το οποίο καταγόταν, για να αποφύγει τις υποψίες του καθεστώτος. Η ίδια πτήση είχε τελικό προορισμό τα Ιωάννινα και επομένως το αεροπλάνο (μια Ντακότα) θα διέθετε καύσιμα για ακόμα μακρύτερα.
Στις 11 το πρωί της κρίσιμης μέρας, η οικογένεια Τσιρώνη εξοπλισμένη με δυο πιστόλια και δυο μαχαίρια καταλαμβάνει τις τέσσερις πρώτες θέσεις πίσω από το πιλοτήριο. Ο γιατρός ήταν αποφασισμένος να κυριεύσει το σκάφος, να το οδηγήσει στην Αλβανία και από ‘κει να φύγει για τη Σουηδία απ’ όπου σκόπευε να συνεχίσει τον αγώνα κατά της χούντας.
Τότε δεν υπήρχαν έλεγχοι στα δρομολόγια του εσωτερικού και η εταιρεία δεν προκαθόριζε καν το πού θα κάτσει ο κάθε επιβάτης. Κυβερνήτης ήταν ο Γιώργος Τζώρτζης, συγκυβερνήτης ο Μιλτιάδης Χατζηγιαννάκης, συνοδός η Ρίλα Παπασπύρου και ο καιρός αίθριος και πολύ ζεστός.
“Η πτήση διαρκούσε περίπου μια ώρα ως το Αγρίνιο και άλλα σαρανταπέντε λεπτά μέχρι τα Γιάννενα” μας εξηγεί η κ. Παπασπύρου. “Ηταν, αν θυμάμαι καλά, η 7η πτήση μου. Ημουν 19 χρονών και όλα πήγαιναν καλά ως τη στιγμή που μετά τους γνωστούς καφέδες και τις πορτοκαλάδες που προσέφερα στους 25 επιβάτες, διαπίστωσα ότι οι τέσσερις πρώτοι έλειπαν απ’ τις θέσεις τους και η πόρτα του κόκπιτ ήταν κλειστή. Και δεν άνοιγε, παρότι χτύπησα και δοκίμασα να την σπρώξω. Αυτό ήταν περίεργο, διότι μπορεί τότε πολύς κόσμος να μπαινόβγαινε στο πιλοτήριο χωρίς ειδική συνεννόηση με το πλήρωμα, αλλά η πόρτα έμενε ανοιχτή”.
Σ’ αυτό τον τύπο αεροσκάφους δεν υπήρχε σύστημα ενδοσυνεννόησης των πιλότων με την αεροσυνοδό. Κανένας δεν ήξερε τι ακριβώς συμβαίνει. “Αρχισαν οι πρώτοι ψίθυροι και τα σχόλια.
Κάποιοι έλεγαν ειρωνικά ότι ενδεχομένως να έχει φρακάρει η πόρτα λόγω του συνωστισμού στο πιλοτήριο. Γιατί πραγματικά το DC-3 ήταν ένα πολύ στενόχωρο σκάφος. Ο χρόνος κυλούσε και η πόρτα δεν άνοιγε.
Οταν αφήσαμε πίσω μας το Αγρίνιο, χωρίς ο κυβερνήτης να ανακοινώσει τίποτα από τα μεγάφωνα, ανέλαβα να καθησυχάσω όσο γινόταν τους ανθρώπους λέγοντάς τους για κάποιο τεχνικό πρόβλημα του αεροδρομίου”.Η αεροσυνοδός και ορισμένοι επιβάτες χτυπούν και σπρώχνουν έντονα την πόρτα. Ο Τσιρώνης αποφασίζει να απαντήσει: “Σκάστε και καθίστε”, διατάζει. Η ανησυχία γίνεται φόβος και αγωνία. “Ακούγονται διάφορες υποθέσεις. Επικρατεί το σενάριο της αεροπειρατείας, ότι ο επιβάτης που είναι μέσα είναι κάποιος ποινικός που απειλεί, ίσως και να έχει ήδη σκοτώσει τον πιλότο. Προσπαθώ να διασκεδάσω την κατάσταση. Τους λέω ότι τα καύσιμα φτάνουν ως την Ιταλία , ότι το σκάφος δεν είναι ακυβέρνητο”, θυμάται η κ. Παπασπύρου.
Η Ντακότα περνά και τα Γιάννενα, η αγωνία φουντώνει. Οταν λίγο αργότερα εμφανίζονται τα αλβανικά Μιγκ να στριφογυρίζουν δίπλα στο αεροπλάνο, η νεαρή αεροσυνοδός δεν μπορεί να κάνει και πολλά πράγματα.
Επικρατεί πανικός. Κάποτε ακούγεται η φωνή του Γ. Τζώρτζη από τα μεγάφωνα: “Θα επιχειρήσουμε αναγκαστική προσγείωση”. Η κ. Παπασπύρου μοιράζει τα μαξιλαράκια και δένεται και αυτή στη θέση της.
“Το αεροπλάνο άρχισε να κατεβαίνει απότομα και η προσγείωση ήταν πράγματι ανώμαλη. Δεν υπήρχε κανονικός διάδρομος. Είχαμε προσγειωθεί σε κάποιο εγκαταλελειμμένο στρατιωτικό αεροδρόμιο κοντά στην Αυλώνα”.
Μόλις το αεροπλάνο σταμάτησε, εμφανίστηκε ο Τσιρώνης με το παραμπέλουμ ψηλά, λέγοντας ότι στο όνομα της δημοκρατίας, της λευτεριάς και του ανθρωπισμού κατέλαβε το αεροπλάνο.
Μια γιαγιά στα τελευταία καθίσματα δεν είχε καταλάβει απολύτως τίποτα: “Φτάσαμε επιτέλους κόρη μου”, έλεγε ανακουφισμένη στην αεροσυνοδό.
Είδαν μερικά τζιπ, ο γιατρός πήδηξε στο έδαφος μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια και ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις με τους επικεφαλής αλβανούς αξιωματικούς.
Ενας επιβάτης, μουσικός στο επάγγελμα, λιποθύμησε. “Τον κατεβάσαμε στον ίσκιο κάτω απ’ το φτερό και του έδωσα σταγόνες ‘Τονοτίλ’. Συνήλθε και όλοι μαζί περιμέναμε την εξέλιξη της περιπέτειας.
Ο Τσιρώνης κουβέντιαζε με τους Αλβανούς μακριά μας. Το κλίμα μεταξύ των υπολοίπων ήταν βαρύ. Υπήρχε φόβος και απόσταση. Την τύχη μας την είχαμε εμπιστευτεί στον Γ. Τζώρτζη. Σχεδόν τρεις ώρες μετά κατέφθασε μια Μερσέντες 600 για την οικογένεια Τσιρώνη και ένα προπολεμικό λεωφορειάκι για μας”.Ολοι μεταφέρθηκαν σε ένα πανδοχείο που είχε ετοιμαστεί ειδικά για τους ασυνήθιστους επισκέπτες. “Ηταν ένα όμορφο νεοκλασικό που μύριζε χλωρίνη. Τα δωμάτια λιτά με στρατιωτικές κουβέρτες”.
Εκεί μόνο κατάφερε η αεροσυνοδός να συνεννοηθεί με τον κυβερνήτη και να μοιραστούν και τα δικά τους προβλήματα. “Ο Τζώρτζης μου είπε ότι στην Αθήνα δεν ξέρουν πού βρισκόμαστε.
Προσπαθούσε να πείσει τον Τσιρώνη να αποφύγει την Αλβανία, χώρα που ως γνωστόν δεν είχε σχέσεις με την Ελλάδα. Ηταν και ο ίδιος, ο κυβερνήτης, χαρακτηρισμένος από τη χούντα. Είχε επιστρέψει στην Ολυμπιακή ύστερα από ένα διάστημα που είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα για πολιτικούς λόγους και ανησυχούσε μήπως στην Ελλάδα τον θεωρήσουν συνεργάτη του Τσιρώνη ή ακόμα και των Αλβανών.
Αλλά και εγώ άρχισα να έχω ανάλογους φόβους. Επτά μήνες περίμενα να εργαστώ στην Ολυμπιακή, αν και είχα περάσει το διαγωνισμό, επειδή ο πατέρας μου ήταν μακρονησιώτης και δεν μου έδιναν το χαρτί κοινωνικών φρονημάτων.
“Πριν όμως από τις ελληνικές υπηρεσίες, το πλήρωμα όφειλε να αντιμετωπίσει και τις αλβανικές. “Δεν κατάλαβα αν τους έπεισα τελικά ότι δεν είμαι κατάσκοπος.
Τελειώνοντας με την ανάκριση, και ως την ώρα του δείπνου που είχε προαναγγελθεί, πήρα ένα από τα ποδήλατα της αυλής του πανδοχείου για να δω και την πόλη. Είχαν χαλαρώσει τα πράγματα, άλλα όχι και για ποδηλατάδα. Σε δέκα λεπτά με μάζεψαν και με γύρισαν πίσω.
“Ομως η ευχάριστη έκπληξη για όλους ήρθε στο τραπέζι. Επιβάτες και πλήρωμα έμαθαν από επίσημα χείλη ότι την επομένη μπορούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα με καύσιμα της αλβανικής κυβέρνησης.
Η οικογένεια Τσιρώνη ήταν κι αυτή χαρούμενη, αφού εξασφάλισε ό,τι επιθυμούσε. “Ηταν απολύτως κινηματογραφικό”, αφηγείται η κ. Παπασπύρου. “Ενα μακρύ τραπέζι με άσπρο τραπεζομάντηλο. Κόκκινο κρασί, καλομαγειρεμένο κοτόπουλο, οι κομισάριοι από τα Τίρανα, οι τοπικές αρχές, οι ‘αεροπειρατές’, το πλήρωμα, οι κατάκοποι επιβάτες, οι μουσικοί και το παραδοσιακό χορευτικό συγκρότημα. Κάποιοι από μας χόρεψαν και τσάμικο.
Ο Τσιρώνης μας ευχαρίστησε. Μιλούσε ακατάπαυστα για τις περιπέτειές του και για τη χούντα αποκλειστικά με τους επισήμους.
Μετά το γλέντι μας ξενάγησαν στην πόλη”.Το απόγευμα της 17ης Αυγούστου, πλήρωμα και επιβάτες έφτασαν μέσω Κέρκυρας στο Ελληνικό. Στην υποδοχή ο αναπληρωτής υπουργός Προεδρίας Αγαθαγγέλου, εκ μέρους του Παπαδόπουλου. “Εκφωνήθηκαν λογίδρια για το ενδιαφέρον που έδειξε η ‘Εθνική Κυβέρνησις’ ώστε να φτάσουμε ασφαλείς στην ‘αγκαλιά της πατρίδας’ και βεβαίως καταδικάστηκε ο ‘εγκληματίας’ Τσιρώνης”. Δεν δόθηκε έκταση στο γεγονός.
Η δημοσιότητα δεν συνέφερε ούτε την δικτατορία ούτε την εταιρεία. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος Ωνάσης, η κεφαλή τότε της Ολυμπιακής, καθησύχασε το πλήρωμα. Δεν είχε την παραμικρή υποψία εναντίον τους και θα τους κάλυπτε στην πορεία των ανακρίσεων.
(στη φωτογραφία ένα αεροπλάνο τύπου DC-3)
Περισσότερα στον ΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ
















