Χαρτοπαιξία
Ήταν η τελευταία νύκτα του 1924 και η πρώτη του 1925. Ο υποφαινόμενος ήτο στρατιώτης και το κυριότερον κάτοχος κολλαριστού εκα­τονταδράχμου. Περί το εκατοντάδραχμον αυτό στρέφεται όλη η ιστορία που θα διηγηθώ εις τους ευμενείς ακροατάς. Σήμερα η ιστορία ενός εκατονταδράχμου δύναται να είναι πλήρης ως εξής: βγήκα από το σπίτι μ’ εκατό δραχμές, ήπια καφέ, έφαγα, ξυρίστηκα και γύρισα στο σπίτι μου χωρίς να τις έχω. Τότε όμως εδένοντο ακόμη τα σκυλιά με τα λουκά­νικα και εφορούσαν οι λαγοί πετραχή­λια, τούτ’ έστιν υπήρχον μέρη όπου με το ευτελές ποσόν των δυόμισι δραχμών ημπορούσε κανείς να κορεσθεί φασουλάδας με κοκκινοπίπερον και άρτου μαύρου σαν να κατεσκευάζετο από πίσσαν.
Εις το γραφείον όπου προσέφερα εις τους κορέους της Πατρίδος -χειμώνα καιρό!- τον αναλογούντα μοι φόρον αίματος ενεσταβλίζοντο τέσσερις ακόμη οπλίται, ήτοι 2 λοχίαι γραφείς και δύο εβραίοι αγγελιοφόροι. Ο είς εκ των τελευταίων ονομάζετο Σολομών και είχε την βούλαν του Σολομώντος εις το πρόσωπον, ήτο τουτέστιν φρικωδώς δύσμορφος. Εις αντάλλαγμα όμως είχε προικισθεί υπό του δημιουργού με πνεύμα οξύτατον και αδαμάντινον χαρακτήρα.
Αρκετά μορφωμένος και ανεξίθρη­σκος δεν απηξίου την φιλίαν των ετερο­δόξων, με τους οποίους εφρόντιζε να συναγελάζηται όσον ημπορούσε περισσότερον προς καλλιέργειαν της ελληνικής ήν τού εδίδασκον.
Αλλ’ ας απολακτίσωμεν επί του πα­ρόντος τον Εβραίον και την ελληνικήν και ας έλθωμεν εις το προκείμενον.
Πάσα οικία Μόντε Κάρλο
Κατά το πατροπαράδοτον έθιμον, την παραμονήν του νέου έτους «παίζουν χαρ­τιά», μεταβάλλοντες εκ του προχείρου εις πρασίνην τράπεζαν παν χωλόν και σκωληκόβρωτον τρίπουν ή τετράπουν τραπέζιον και πάσαν οικίαν εις Μόντε Κάρλο. Την πρωτοχρονιάτικην χαρτο­παιξίαν ύμνησεν ο Σουρής δι’ αριστουρ­γήματος, το οποίον θα παρέθετα ολόκληρον εάν ο «Δημοκράτης» ήτο δεκαε­ξασέλιδος και υπέθετον υποτιμών τους αναγνώστας του, ότι δεν το ξέρουν. Εν τούτοις δεν ανθίσταμαι εις τον πειρα­σμόν να σας είπω ένα τετράστιχον απ’ αυτό.
Μα φέτος θα κερδίσω. Γι ’ αυτό δεν αμ­φιβάλλω.Με τούτη τη φαγούρα που νιώθω μες το χέρι,θαρρώ πως τα χαμένα τετράδιπλα θα βγάλω.Άη Βασίλη, βόηθα ενός φτωχού κε­μέρι!
Με τα ίδια όνειρα βαυκαλιζόμενος και εγώ επρότεινα εις τους συντρόφους μου να παίξομε. Ποιος ξέρει, τους είπα, μπορεί να τα φέρει ο Άη Βασίλης να κερδί­σουμε… όλοι. Μία κουβέρτα καταλληλοτάτη, και μόνον ελάττωμα έχουσα ότι δεν ήτο πράσινη, εστρώθη αμέσως επί του γραφείου, και εκαθήσαμεν όλοι περί αυτό εξαιρέσει του φίλου μου Σολομών παίζοντος, προφανώς, αλλού. Μία τρά­πουλα αγορασθείσα με ρεφενέν από γειτονικόν καφενείον αντί 2,50 δραχμών επέπρωτο να καθορίσει τον ευνοούμενον της τύχης. Οι τράπουλες έχουν κάτι κοινόν με τους οινοπώλας. Όσο γερνάνε τόσο χοντραίνουν, προς απελπισίαν των νεκροθαφτών και των παιζόντων. Η δική μας δεν διεκρίνετο βέβαια διά την στιλ­πνότητα των φύλλων της, επί των οποίων η ακαθαρσία είχεν αποθέσει ικανόν πάχος, αλλά με ολίγην θέλησιν και με σχετικόν σάλιωμα των δακτύλων ημ­πορούσε κανείς να παίξει περίφημα. Το εις όλους αγαπητόν παιχνίδι ήτο το ανοι­χτό τριάντα ένα, εις το οποίον επεδόθημεν μετά ζέσεως με πενηνταράκια ως επί το πλείστον μίζαν. Ύστερα από ολίγην ώραν εκέρδιζα περί το εν τάλιρον και ύστερα από πολλήν έχανα περί τας ενε­νήντα δραχμάς. Ητοιμαζόμην να αναμέλψω ένα κομμάτι από το προμνησθέν ποίημα του Σουρή:
Πάνε τα κέρδη όλα, πάνε και τα δικά μου,κι εσκόπευα να βγάλω μ’ αυτά εφημε­ρίδα…!
ότε εισήλθεν εις το γραφείον ο Σολο­μών τον οποίον επερίμενα όπως οι πατριώται του τον Μεσσίαν.
Με χωλαίνουσαν εβραιογαλλικήν του εξήγησα την κατάστασιν και του εζήτησα να με σώσει, διότι εξέχασα να σας πω ο Εβραίος αυτός εγνώριζε το μυστικόν της τράπουλας, ήτο δηλαδή δεξιοτέχνης εκ των σπανίων εις το χαρτοπαίζειν. Παρ’ όλην τη ρυπαρότητα των χαρτιών το ανα­κάτεμα εγίνετο με ευχέρειαν και ταχύ­τητα ταχυδακτυλουργού και τα χαρτιά έβγαιναν με όλες τις μπάζες υπέρ αυτού, όταν έκανε χαρτιά. Όταν έκανε άλλος, εζήτει δύο τύχας αι οποίαι αν δεν εκέρδιζον και αι δύο ήρχοντο τουλάχιστον «μία της αλλός» όπως έλεγε το γνωστόν «μία η άλλη».
Ένα παίγνιον επιστήμη
Καίτοι το χαρτοπαίζειν λέγεται παι­χνίδι είναι εν τούτοις επιστήμη ολόκλη­ρος και ο Σολομών κάθε άλλο παρά έπαιζεν. Ησχολείτο απεναντίας σοβαρό­τατα με την ανάμιξιν των φύλλων ως χη­μικός εις την ανάμιξιν των υγρών του, και ανέκτα δεκάραν προς δεκάραν την απωλεσθείσαν περιουσίαν μου.
Οι συμπαίκται απογοητευθέντες εκ του τριάντα ένα επρότειναν τα πλακάκια, εις τα οποία ο όλεθρός των ήτο φοβερός. Απαξ επήρε την «κάσαν» και έκτοτε πα­ρουσίαζε «ρήγμα» εις το κόψιμον.
Αφού ούτω ανεκτήθη ολόκληρον το εκατοντάδραχμον, επρότεινεν ο σωτήρ μου την μέθοδον του «Παπά», διά της οποίας απεψίλωσε τους αντιπάλους. Λέγω δε απεψίλωσε διότι ως εδήλωσαν δεν τους έμεινε «ψιλή». Τα κέρδη μας ανήλθον εις δραχμάς 8. Και τότε μόνον εκατάλαβα με τι αστεία κεφάλαια εζήτησαν οι σύντροφοί μου να με στερήσουν του θησαυρού που κατείχον. Ο Σολομών τους επανέδωσε τα κεφάλαιά τους υπερηφάνως και παρήγγειλε τέσσερα πα­γούρια καλό κρασί ίνα ανακτήσωμεν ό,τι απήλθε του σώματός μας υπό μορφήν ιδρώτος κατά την νυκτερινήν αγωνίαν.
Έκτοτε έπαιξα αρκετές φορές. Αλλά την αγωνίαν εκείνης της νυκτός, όταν έβλεπα φθίνον το εκατοστάρικο, δεν την έχω αισθανθεί άλλοτε. Εδιδάχθην δε να ζητώ πάντοτε «φως» προ του παιχνιδιού, ώστε να ξέρω όταν χάσω -και χάνω πάν­τοτε— ότι έπεσα ενδόξως και ότι τα κέρδη του ευτυχούς είναι «φως εκ φωτός».
Να ζητάει φως, εννοεί υποθέτω να ζητάει από κάθε συμπαίκτη να δείχνει προκαταβολικά ότι έχει τα χρήματα που ποντάρει. 
Το ποίημα του Σουρή που αναφέρει ο παππούς μου ήταν ασφαλώς αρκετά γνωστό το 1929, όχι όμως τοσο πολύ σήμερα. Κάποια φορά θα το βάλω.
Ως τότε, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους, είτε έπαιξαν χαρτιά χτες είτε όχι, ευτυχισμένο το 2018, με υγεία και αγάπη, να φέρει στον καθένα και στην καθεμία ό,τι ποθούν!
Δ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ

ΕΞΑΙΣΙΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΗ ΣΥΝΑΞΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΣΤΟ ΟΡΕΙΝΟ ΘΕΡΜΟ

Η προβαλλόμενη εικόνα είναι μία από τις πολλές εξαίσιας ομορφιάς εικόνες που αντικρίζει κανείς καθώς ατενίζει τη φύση τριγύρω από τον Δρυμώνα, τον εξώστη του Ορεινού Θέρμου προς την πλευρά της μεγάλης λίμνης της Αιτωλίας, την Τριχωνίδα.
Μπροστά διακρίνεται ένα τμήμα του Δρυμώνα, το αποκαλούμενο Νέα Ελβετία. Πίσω και κάτω ένα μέρος από τους λόφους γύρω από το οροπέδιο του Θέρμου και δεξιά τμήμα του παραλίμνιου τοπίου. Αμέσως μετά η λίμνη Τριχωνίδα να απλώνεται σαν ένας απέραντος καθρέφτης όπου αντιτατοπτρίζεται ο Αράκυνθος, η μακρόστενη οροσειρά που απλώνεται νότια της λίμνης με κατεύθυνση από την δύση προς την ανατολή. Παραπίσω ξεπροβάλλει η Βαράσοβα, καθότι ένα βουνίσιο μπόι ψηλότερη από τον Αράκυνθο, που φαίνεται να πασχίζει να εμποδίσει τα σύννεφα που την πλησιάζουν απειλητικά για να τη σκεπάσουν. Στο βάθος αριστερά η θάλασσα του Πατραϊκού Κόλπου να λαμπυρίζει, ίδια ασπρουδερό σεντόνι απλωμένο πίσω από τα βουνά της Αιτωλίας και στο βάθος να αχνοφαίνονται τα βουνά της Δυτικής Αχαΐας.
Η μέρα είναι μουντή, η χειμωνιάτικη αχλύ είναι κυρίαρχη στα γήινα στοιχεία και ο ουρανός καλυμμένος από βαριά νέφωση, ενώ κάποιες λιγοστές ακτίνες του ήλιου, οι οποίες καταφέρνουν να διεισδύσουν που και που στις χαραμάδες που βρίσκουν κάθε φορά ανάμεσα στα σύννεφα που κινούνται αργά και νωχελικά στο ουράνιο στερέωμα, φαντάζουν σαν να προέρχονται από το βλέμμα που ρίχνει προς τη γη κάτω το θεϊκό κατάλευκο πρόσωπο που διακρίνεται ανάμεσα στα μολυβένια σύννεφα να ακουμπά μακάρια στο συννεφένιο μαξιλάρι του και ν’ αγκαλιάζει με ένα στοργικό βλέμμα ολόκληρη την πλάση γύρω. Ένα βλέμμα που υποδηλώνει ενδιαφέρον και μέριμνα και για τα επίγεια.
Είναι, μάλιστα, σαν τα εικονιζόμενα γήινα στοιχεία να έχουν συγκεντρωθεί γύρω από το θεόσταλτο φως των ακτίνων, οι οποίες, αν και λίγες, είναι αρκετές για να μαζέψουν γύρω τους τα στοιχεία αυτά σε μια οικογενειακή σύναξη. Μια σύναξη, η οποία δημιουργεί θαλπωρή παρόμοια μ’ αυτή που προκύπτει από την οικογενειακή μάζωξη μια χειμωνιάτικη μέρα γύρω από την πύρα του τζακιού.
Μια θέαση, η οποία σε κανονικές μετεωρολογικές συνθήκες, υπό διαυγή ατμόσφαιρα δηλαδή, δεν θα μπορούσε παρά να χαρακτηριστεί εξαίσια, όχι μόνο δεν παύει να διατηρεί την εντυπωσιακότητά της στις συνθήκες που επικρατούν μια τέτοια μέρα, κατά την οποία η χειμωνιάτικη αχλύ και τα βαριά σύννεφα κυριαρχούν στην ατμόσφαιρα και την καθιστούν μελαγχολική, όπως εξάλλου είναι εμφανές περίτρανα, αλλά ίσια ίσια αναδίδει μια γλυκιά μελαγχολία που κυριαρχεί στα φυσικά στοιχεία της γης τριγύρω και του ουρανού.
Μια εξαίσια μελαγχολική σύναξη των φυσικών στοιχείων από τις πολλές αντίστοιχες που μπορεί να διακρίνει κανείς στο Ορεινό Θέρμο κάτι τέτοιες μέρες. Μια σύναξη που αναδίδει οικογενειακή θαλπωρή για τα φυσικά στοιχεία παρόμοια μ’ αυτή των ανθρωποκοινωνιών.

Μια χαρακτηριστική εικόνα, εξάλλου, από τις πολλές αντίστοιχες από την ίδια επιμέρους περιοχή, την περιοχή του Δρυμώνα, περισσότερες από τις οποίες επιφυλασσόμαστε να προβάλλουμε οσονούπω!!!
ΝΙΚΟΣ Σ. ΚΩΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η Εμμονή της Μνήμης – Salvador Dali

Τα ρολόγια που λιώνουν αντιπροσωπεύουν το χάσιμο της σημασίας του χρόνου που θέλει να δείξει ο Νταλί. Τα μυρμήγκια που περπατούν πάνω στο ρολόι αντιπροσωπεύουν τη φθορά του χρόνου. Ο τίτλος του έργου αφορά την ικανότητα της μνήμης να συγκρατείται στον χρόνο, καθώς αυτός φθείρεται γύρω της.

Ο χρόνος διατάζει το γήρας να καταστρέψει την ομορφιά – Πομπέο Μπατόνι – 1746

Ο χρόνος καταστρέφει τα πάντα (Tempus edax rerum) – Οβίδιος