11 Νοεμβρίου 1940: το τζιπ, που εξελίχθηκε από τις δυνάμεις του μηχανικού του στρατού των ΗΠΑ και κατασκευάστηκε από τον Γουίλις, κάνει το ντεμπούτο του.

το πρώτο τζιπ

Στρατιωτικό όχημα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και γενική
 κατηγορία που χαρακτηρίζει τα εκτός δρόμου αυτοκίνητα. Το «τζιπάκι», όπως το έχουμε στο μυαλό μας, 
είναι ένα αυτοκίνητο ανθεκτικό, με μεγάλη ιπποδύναμη, χωρίς οροφή και πόρτες, που έγραψε ιστορία στα 
πεδία των μαχών από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά.

Η ιστορία του ξεκινά τον Φεβρουάριο του 1940, όταν ο αμερικανικός στρατός ζήτησε από τις 

αυτοκινητοβιομηχανίες της χώρας ένα όχημα πολλαπλών χρήσεων με τα παραπάνω χαρακτηριστικά. 
Τρεις εταιρείες ανταποκρίθηκαν και 9 μήνες αργότερα το πρώτο όχημα αυτού του τύπου βγήκε από τη
 γραμμή παραγωγής (11 Νοεμβρίου 1940).

Μέχρι το τέλος του μεγάλου πολέμου, 600.000 τζιπ τέθηκαν στη διάθεση του αμερικανικού στρατού. 

Το πρωτότυπο όχημα της εταιρείας Γουίλις – Όβερλαντ, που αργότερα απορροφήθηκε από την
Κράισλερ, 
είναι αυτό που σήμερα χαρακτηρίζουμε ως Jeep.

H προέλευση της λέξης Jeep είναι ένα άλυτο μυστήριο. Μία εξήγηση είναι ότι προέρχεται από μια

 παραφθορά των αρχικών γραμμάτων των λέξεων General Purpose, που σημαίνουν Γενική Χρήση.
 Μία άλλη θεωρία, πιο πειστική για πολλούς, αναφέρει ότι η λέξη Jeep προέρχεται από τον «χάρτινο» 
ήρωα Eugene the Jeep, που διασχίζει τοίχους, σκαρφαλώνει σε ταβάνια και πετάει. Είναι μια φιγούρα
 από τον Ποπάι, που ταιριάζει, όπως λένε, απόλυτα με τον χαρακτήρα του οχήματος.

Η λέξη Jeep δεν είναι μόνο μια θυγατρική της Κράισλερ, αλλά μια γενική έννοια, που χαρακτηρίζει τα 

λεγόμενα «εκτός δρόμου» αυτοκίνητα ή τα μικρού κυβισμού SUV. Είναι η πιο αναγνωρίσιμη αμερικανική 
εμπορική επωνυμία στον κόσμο μετά την Coca-Cola.

Walt Disney

Μπορεί να ακούγεται σαν ένα κακό και αποτυχημένο ανέκδοτο, αλλά ο Walt Disney στα 22 του χρόνια απολύθηκε από την πρώτη του δουλειά, γιατί όπως είπε το αφεντικό του “του έλειπε η φαντασία και οι καλές ιδέες”. Και μπορεί να πει κάποιος “εντάξει, προφανώς δεν θα ήταν στον τομέα του, αποκλείεται να είχε να κάνει με τη σκιτσογραφία, θα ήταν καμιά δουλειά του ποδαριού, που θα αναγκάστηκε να κάνει”, αλλά όχι όχι όχι… Ο Walt Disney απολύθηκε ως σκιτσογράφος από εφημερίδα του Μιζούρι και τα παραπάνω λόγια δεν ανήκουν σε κάποιον μάγειρα που τον πήρε ξέρω γω βοηθό στην κουζίνα του, αλλά στον αρχισυντάκτη της εφημερίδας.

Όταν πια ο θείος Walt ανέβηκε στην κορυφή του κόσμου, δήλωσε το παρακάτω, προκειμένου να εμπνεύσει όσους φοβούνταν την αποτυχία και την απόρριψη. “Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να έχεις μία δύσκολη και σκληρή απόρριψη όσο είσαι ακόμα νέος , γιατί έτσι μαθαίνεις τι μπορεί να σου συμβεί κάποια στιγμή στη ζωή σου εντελώς ξαφνικά. Εξαιτίας αυτής της αποτυχίας, δεν είχα κανέναν φόβο σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου, ακόμα και όταν σαν εταιρεία βρεθήκαμε στο χείλος της καταστροφής. Πραγματικά, δεν φοβήθηκα ποτέ”.

Πριν την εξωφρενικά μάλιστα επιτυχημέμενη Walt Disney Company, ο πρωτοπόρος στον χώρο του animation είχε στήσει μία άλλη εταιρεία, την Laugh-O-Grams η οποία άντεξε μόλις τρία χρόνια πριν χρεοκοπήσει. Σύντομα όμως, ένα μικροσκοπικό ποντίκι θα του άλλαζε για πάντα τη ζωή.

«Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός» Γ. Σ.

«Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός» Γ. Σ.

Της Ελένης Γλύκατζη-Αρβερλέρ

Διαχρονικός Έλληνας ο Σεφέρης. Προσθέστε αν θέλετε ποιητής της μοίρας, του γένους και της ελληνικής ψυχής χάρη στην βαθειά αίσθηση της ιστορίας και στη γνώση του ελληνικού τρόπου ζωής που αδιάλειπτα παρά τις ιστορικές αντιξοότητες ακολούθησε. Δεν έχει βέβαια δοθεί σε όλους το χάρισμα να έχουν γεννηθεί στην κοσμοπολίτικη, αλλά ελληνικότατη Σμύρνη την αυγή του 20ου αιώνα και να έχουν ανατραφεί σε σπίτι με βιβλιοθήκη από γονείς και με αδέλφια (την Ιωάννα και τον Άγγελο) που ήξεραν πως την ιστορία την γράφουν καλλιτέχνες, ποιητές και επιστήμονες και όχι μόνο οι πολιτικοί και οι στρατιωτικοί. Έγινε διπλωμάτης(χωρίς να γνωρίσει τον πειρασμό της πολιτικής) επάγγελμα που άσκησε ως λειτούργημα, στους χαλεπούς καιρούς του πολέμου, πάντα στην υπηρεσία μιας δοκιμασμένης και αδικημένης πατρίδας.
Μαρτυρούν την αλήθεια της ιδιόρρυθμης φιλοπατρίας του Σεφέρη η εξοικείωση του με τους  αρχαίους συγγραφείς, οι υπαινιγμοί του σε ιστορικά ή μυθικά γεγονότα, οι αναφορές του στην Ρωμιοσύνη, την Ρωμανία που «κι’ αν πέρασε ανθεί και φέρει κι’ άλλο», όπως το θέλει το ποντιακό τραγούδι, αλλά και η αγάπη του για το έργο του Μακρυγιάννη. Μιλώ για τα Απομνημονεύματα του στρατηγού που πρώτος ο Σεφέρης ανέδειξε και το ανέβασε στο ύψος πηγής και  εγχειριδίου ανεκτίμητου της νεοελληνικής ιστορίας.
Η ζωή στα χρόνια του μινωικού πολιτισμού ζωντανεύει ποιητικά στο «Γραμμένο με μολύβι»  ες Λάβρανδα, όπου ο Σεφέρης παρακολούθησε σχετικές ανασκαφές, όταν υπηρετούσε στην Τουρκία, Μπαγιαντέρες, ταυροκαθάψια, λογαριασμοί του λαβύρινθου τα εμπορεύματα που φτάνουν στην μικρασιατική αυτή πόλη κοντά στην Αλικαρνασσό που είχε σχέσεις με τους μινωικούς Κρήτες .
Να θυμίσω τη σχέση του  Σεφέρη με τον τάφο του Βασιλιά της Ασίνης, τις πέτρες των Μυκηνών, που  σήκωσε όσο μπόρεσε, τον κόσμο του Ομήρου και το μάταιο του Τρωικού μακροχρόνιου πολέμου «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη». Λίγα αυτά από την προκλασική αρχαιότητα που έδωσε στον ποιητή έναυσμα για διαχρονικούς παραλληλισμούς με την σύγχρονη πραγματικότητα.
Είναι η ελληνική ψυχή κατά τον Σεφέρη στοιχειωμένη μέσα στα αγάλματα που είναι παντού κι’ ας είναι μέσα στα μουσεία. Ο γραμματέας της σουηδικής ακαδημίας είπε σε ομιλία του με αφορμή το βραβείο Νομπέλ πολύ εύστοχα, ότι ο Σεφέρης «είναι ο μόνος που ερμήνευσε το μυστήριο των λίθων, των μαρμάρινων θραυσμάτων και των σιωπηλών μειδιόντων αγαλμάτων».
Χρειάζεται να σταθώ ωστόσο λίγο περισσότερο στα παραθέματα από κείμενα της ελληνικής γραμματείας που χρησιμοποίησε ο Σεφέρης και ενέταξε σχεδόν αυτούσια στα ποιήματά του. Μιλούν εύγλωττα όχι μόνο για την βαθειά γνώση του των έργων αυτών, αλλά κυρίως θα έλεγα δίνουν με την επιλογή τους, τον τόνο της συγκινησιακής σχέσης του ποιητή με όλες τις πτυχές και εποχές της ιστορίας του ελληνισμού. Αδιάλειπτη για τον Σεφέρη η ελληνική συνέχεια και ανεξίτηλα τα ίχνη της, τόσο στα πατροπαράδοτα στην παράδοση, όσο και στην ατομική ζωή του κάθε Νεοέλληνα, που υποσυνείδητα και λάθρα, απ’ όπου κι’ αν προέρχεται, αναγνωρίζει κοινούς πανάρχαιους, υποδειγματικούς προγόνους.
Είναι σημαδιακό το να έχεις για δάσκαλο  ή για έμπνευση  εκτός από τους μεγάλους τραγικούς, τον Όμηρο, τον Πίνδαρο, τον Σωκράτη (μέσω Πλάτωνος βέβαια), αλλά και το Άσμα Ασμάτων (εξαίρετη η Σεφερική μετάφραση), την Αποκάλυψη και από κοντά τον Ερωτόκριτο, την Ερωφίλη, τον Μαχαιρά, τον Νεόφυτο Έγκλειστο  (φόρος τιμής στην Κύπρο αυτοί) και καθηγούμενο πάντα τον Μακρυγιάννη. Λείπει ο Αριστοφάνης, αγνοούνται οι Βυζαντινοί παρά την προσήλωση του Σεφέρη στην Υπέρμαχο Στρατηγό, την Παναγιά με τα μύρια ονόματα. Παραβλέπει ο ποιητής (σπάνιες οι εξαιρέσεις) τους ομότεχνους σύγχρονους του και αυτό παρά τις αναφορές σε Θεοτοκά, Παπατζώνη, Κατσίμπαλη,  σε καλβικές και σε σολωμικές κρυπτομνησίες.
Όμως στέκεται  στοχαστικά σε ξένους όπως π.χ. στον Μπωντλαίρ, Ρεμπώ, Ώντεν, Πόε,  Πάουντ  και στον υποδειγματικό δάσκαλο T.S. Eliot. Αφήνω κατά μέρος αυτούς τους ξένους, παρόλο που ο καθείς με τον τρόπο του  και σύμφωνα με την εθνική του παράδοση ανήκει στον συγγενή με τον Σεφέρη κόσμο, αυτόν της αποστασιοποιημένης πια απαισιοδοξίας και της σατυρικής αντιμετώπισης μιας πεζής καθημερινότητας για να σταθώ στις αποκαλύψεις που κάνουν λάθρα βέβαια, οι ελληνικές αναφορές: Βουρκωμένοι οι ποταμοί, βάλτοι γύρω και «βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες» ως και στη λίμνη του Μαραθώνα! Για λουλούδια, τα ασφοδέλια με τους νεκρούς συντρόφους, σε τόπους κλειστούς χωρίς διέξοδο «κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει» και το Αιγαίον πέλαγος ανθεί από νεκρούς. «Αρκείτω βίος» (φτάνει ετούτη η ζωή).
Τι άραγε θέλει να πει ο ποιητής όταν δηλώνει ότι είναι ειδωλολάτρης και όταν οι λέξεις που επίμονα έρχονται και ξανάρχονται στα λόγια του είναι: αγάλματα, μάρμαρα, πέτρες Ερινύες, Ευμενίδες σεμνές και Συμπληγάδες; Η απάντηση έρχεται αβίαστα ως απόηχος από τη μακραίωνη ζωή του ελληνισμού. Μια τραγική παρωχημένη πανάρχαια ιστορία, όπου « οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά» που όμως δεν έπαψαν να πολεμούν «για την ψυχή του ανθρώπου, καθισμένη στα γόνατα της Υπερμάχου Στρατηγού, που είχε στα μάτια ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης. Ζυμώθηκε η εμπειρία του Σεφέρη μ’ αυτόν τον καημό που κορύφωση έχει την μικρασιατική καταστροφή˙ ο ποιητής συμβιώνει με την αρχαία τραγωδία την χωρίς κάθαρση (θα έλεγες ότι η Ηλέκτρα έχει επισκιάσει την Αντιγόνη) όπως και με το παράτολμο και μάταια τρωικό κατόρθωμα όμως για μια νεφέλη, για μιαν Ελένη που ουδέποτε έφτασε στην Τροία. Αποστασιοποιείται και από την αποκοτιά του ταξιδιού για την Ιθάκη που άφρων σαν άλλος Ελπήνορας δεν θα γνωρίσει ίσως ποτέ («εις έρεβος στρέψας»).
Ένα χωνευτήρι της ελληνικής ιστορίας είναι η ποίηση του Σεφέρη, κάθε στίχος του υπονοεί μια κρυφή πτυχή της ιστορίας αυτής που όμως κακοφορμίζει και γίνεται πυορροούσα πληγή. Νοσταλγός του μείζονος Ελληνισμού ο άνθρωπος που ακούμπησε να ξαποστάσει στων επιγόνων την κολώνα.
Ο Σεφέρης δεν παραδέχτηκε την ελλαδική συρρίκνωση και την ψυχική σμίκρυνση. Πέθανε ορθός στα πόδια του γυρεύοντας την άλλη ζωή πέρα από τα αγάλματα. Όχι όμως πριν ρίξει στους αγκαθερούς ασπαλάθους τους πανάθλιους τυράννους  εκείνης της στιγμής. Είμαστε στα 1971 και το «Επί  ασπαλάθων» είναι η ελεύθερη κραυγή ενός ανυπότακτου ποιητή: του Γιώργου Σεφέρη.

Υ.Σ.
Στον Σεφέρη
«Ετούτη την πληγή θα την κρατήσω ανοιχτή
να κλαίει και να αιμορραγεί
όταν μιλούν για τα παλιά μας μεγαλεία.
Και συ άσε τους φαύλους ν’ ανεβάζουν στη σκηνή
 πουκάμισα αδειανά και κούφια προσωπεία.
Σαν τις τσιγγάνες να μας λεν’ τα μυστικά
που χάραξε στο χέρι μας
μια τραγική πανάρχαια ιστορία.

                                                                                                          Ε.Α.