Ο queer του χωριού και της στάνης Ένα απίθανα ωραίο ποίημα του Κώστα Κρυστάλλη, που τον βαριόμασταν δικαίως στο χουντικό context που μάς τον στούμπωναν, είναι ωστόσο σε πολλές στιγμές του σα γάργαρο νεράκι.


Τον πιστικό τον Ζαχαριά ρωτούν οι σύντροφοί του:
― Τ’έχουν τα χείλια σου, Ζαχιά, κι είναι βαθιά βαμμένα;
Μην έφαες χαμοκέρασα, μην έφαες βάτου μούρα,
μην τα `βαψες με τη βαφή που βάφεις και τ’ αρνιά σου;

― Ουδ’ από χαμοκέρασα, ουδ’ από μούρα εβάψαν,
ουδ’ από κείνη τη βαφή που βάφω και τ’ αρνιά μου.
Ακούστε με, μωρέ παιδιά, να σας το μολογήσω.
Στους ίσκιους και στους έλατους κούρευα την κοπή μου
και τα μαλλιά ήταν κόκκινα και βάψαν τα ψαλίδια.
Να την βοσκήσω στα χλωρά τα ριζοβούνια βγαίνω
και τα χορτάρια κόκκινα τα `βρα κι αυτά βαμμένα.
Κατέβηκα στον ποταμό να την περιποτίσω
κι εύρα και τα νερά θολά και κόκκινα βαμμένα.
Παίρνω την την ακροποταμιά και φτάνω σ’ ακροβούνι,
εκεί όπου βγαίνει το νερό κι οπού `ναι ο καταγός του,
κι είδα κοράσιο οπόσκυφτε κι έπινε με τα χείλια
κι είχε τα χείλια κόκκινα σαν με βαφή βαμμένα
και σ’ όσες βρύσες έσκυφτε να πιει, σ’ όσα ποτάμια,
έβαψαν όλα τα νερά, έβαψαν τα χορτάρια,
έβαψαν και τα πρόβατα, έβαψαν τα ψαλίδια.
Απαρατάω το ραβδί, κρεμάω τον αραγό μου,
την κόρη αρπάζω όχ’ τα μαλλιά και τη φιλώ στα χείλια
κι έβαψαν και τα χείλια μου.


― Κώστας Κρυστάλλης, Το φίλημα, 1894

Μια φωτογραφία, μια ιστορία..

Ήταν κάποτε μια κοιλάδα που ανάσαινε σαν ζωντανός οργανισμός. Τα χωράφια της ήταν το δέρμα της, τα δέντρα οι φλέβες της, και το ποτάμι που τη διέσχιζε η καρδιά της, που χτυπούσε αδιάκοπα με τον ρυθμό του νερού. Εκεί μεγάλωσα∙ παιδί μέσα στον κόρφο της, βαφτισμένος στον ήλιο της και μυημένος στα μυστικά του βάλτου, των καρπών και του χορταριού.

Ώσπου μια μέρα, οι μηχανές ήρθαν σαν στρατός από σιδερένια θηρία. Έσκαψαν βαθιά, ξερίζωσαν, κατέστρεψαν∙ και το σώμα της κοιλάδας κόπηκε, κλείστηκε, φυλακίστηκε πίσω από ένα τείχος χώματος. Τα νερά του Μόρνου υψώθηκαν, και ό,τι υπήρξε κάποτε παράδεισος, πνίγηκε στη σιωπή μιας λίμνης.

Όμως ο τόπος δεν χάθηκε∙ απλώς μεταμορφώθηκε. Η μνήμη του ξαναγεννήθηκε μέσα μου, σαν δέντρο που ανθίζει σε αθέατο έδαφος. Κι έτσι, κάθε φορά που κοιτώ τη φωτογραφία του, δεν βλέπω μόνο το παρελθόν∙ ακούω τη φωνή του, που μου θυμίζει πως οι παράδεισοι δεν χάνονται ποτέ. Μονάχα αλλάζουν θέση: από τη γη στην καρδιά…

creator.ai

Ανούσια ερωτήματα..

Αν στα χρόνια του 5ου π.Χ.αιώνα υπήρχε πολεοδομία όπως υπάρχει σήμερα και ενεργοί πολίτες όπως αυτοχαρακτηρίζονται κάποιοι σωτήρες του κοινού συμφέροντος θα είχε κατασκευαστεί ο Παρθενώνας πάνω στο βράχο της ακρόπολης;

Ερωτά ο αιπόλος της Πάρνηθας και απάντηση δεν περιμένει…

Χρειάζεται κάτι παραπάνω από εξυπνάδα για να ενεργείς έξυπνα.,,,