Ο ιδιαίτερος αμπελώνας της Σαντορίνης
Πρότυπος αμπελώνας στη Σαντορίνη/Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Ως «θαύμα της φύσης» περιγράφει τον αμπελώνα της Σαντορίνης ο οινογράφος και κριτικός κρασιών, Σίμος Γεωργόπουλος, εξηγώντας πως έχει μια σειρά από ιδιαιτερότητες, όπως για παράδειγμα το έδαφος, το οποίο είναι ηφαιστειογενές, ενώ χαρακτηρίζεται και από την έλλειψη πηλού, που σημαίνει ότι τα αμπέλια δεν έχουν προσβληθεί από φυλλοξήρα, μια ασθένεια που καταστρέφει το φυτό.
«Τα κλήματα της Σαντορίνης είναι πάρα πολύ παλιά σε ηλικία, πολλά από αυτά ξεπερνούν και τα 100 χρόνια, και αυτό είναι ένα σημείο υπεροχής, γιατί τα παλιά αμπέλια δίνουν πάντα πολύ καλύτερο κρασί από ότι δίνουν τα νέα», εξηγεί στο CNN Greece και κάνει ιδιαίτερη αναφορά στον ξεχωριστό τρόπο κλαδέματος του αμπελιού, με τον οποίο «διαμορφώνονται σε ένα σχήμα κουλούρας, μια πολύ επίπονη διαδικασία, που όμως βοηθάει το σταφύλι να προστατευθεί από τον ανελέητο ήλιο, τον πολύ δυνατό αέρα και να κρατήσει παράλληλα και την υγρασία, γεγονός που βοηθάει τα σταφύλια να ωριμάσουν πολύ καλά και να δώσουν και ξεχωριστή γεύση κι έναν ξεχωριστό χαρακτήρα».
Ασύρτικο, αϊδάνι, μαυροτράγανο, οι ποικιλίες «πίσω» από τα εξαιρετικά κρασιά της Σαντορίνης
Το ασύρτικο είναι σίγουρα η πιο διάσημη ποικιλία, λέει ο Σίμος Γεωργόπουλος κι αναφέρεται σε μια ακόμη ποικιλία που καλλιεργείται στο νησί, το αϊδάνι, «που συνεισφέρει με πολύ πλούσια αρώματα και πιο μαλακή γεύση και τιθασεύει λίγο την αγριάδα του ασύρτικου».
Ο διακεκριμένος οινογράφος, κάνει ιδιαίτερη αναφορά στην ποικιλία μαυροτράγανο, μια ερυθρή ποικιλία που καλλιεργείται στο νησί: «Παραδοσιακά η Σαντορίνη δεν ήταν δυνατή στα κόκκινα κρασιά, αλλά τώρα με την ποικιλία μαυροτράγανο που έχει διασωθεί κι έχει αναπτυχθεί πάλι στο νησί, μπορεί να καυχιέται ότι έχει και ένα εξαιρετικό κόκκινο δίπλα στα σπουδαία της λευκά».
Ασύρτικο, ο «βασιλιάς»
Αν και η Σαντορίνη δεν έχει το… μονοπώλιο στην καλλιέργεια της συγκεκριμένης ποικιλίας, εντούτοις το ασύρτικό της είναι ξεχωριστό κι αυτό οφείλεται στις εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες του νησιού, το ιδιαίτερο μικροκλίμα δηλαδή, αυτό που οι Γάλλοι ονομάζουν terroir. Όπως χαρακτηριστικά περιγράφει ο Σίμος Γεωργόπουλος «το ασύρτικο της Σαντορίνης διαφέρει από όλα τα άλλα ασύρτικα της Ελλάδας, η οποία βγάζει εξαιρετικές εκφράσεις αυτής της ποικιλίας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της. Όμως στη Σαντορίνη πραγματικά ξεχωρίζει και σε μια πρόσφατη «τυφλή δοκιμή», φαινόταν ότι το ασύρτικο της Σαντορίνης έχει ένα πολύ ιδιαίτερο νεύρο, έχει μια πολύ ιδιαίτερη αγριάδα που δεν την έχει κανένα άλλο ασύρτικο κι έχει και κάτι περίεργο για λευκό κρασί, έχει και λίγες τανίνες, δηλαδή λίγα στυφά στοιχεία στο τελείωμα του κρασιού, την ώρα δηλαδή που το καταπίνουμε μας αφήνει μια μικρή στυφάδα, η οποία είναι πολύ χαρακτηριστική των κρασιών της Σαντορίνης και αναγνωρίσιμη».
Τα στυλ κρασιού της Σαντορίνης
Η Σαντορίνη δίνει πολλά στυλ κρασιών, εξηγεί στο CNN Greece ο Σίμος Γεωργόπουλος σημειώνοντας πως «τα κρασιά που οινοποιούνται σε δεξαμενή δίνουν ατόφια την αίσθηση του τόπου με πολύ μεγάλη οξύτητα, τα κρασιά της είναι πολύ λεμονάτα και δυνατά.Αλλά υπάρχουν και εκδοχές που το κρασί ωριμάζει μέσα σε βαρέλι, οπότε αποκτά λίγο περισσότερο όγκο και λίγο περισσότερα αρώματα καπνού».
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και για το «Νυχτέρι», το «παραδοσιακό στιλ της Σαντορίνης, που αναβιώνει τώρα και λέγεται ότι ονομάστηκε έτσι επειδή ο τρύγος γίνονταν τη νύχτα για να είναι τα σταφύλια όσο το δυνατόν πιο δροσερά. Παράγεται από σταφύλια που έχουν μείνει κι έχουν ωριμάσει πάρα πολύ και άρα αποκτούν πολλά σάκχαρα. Μετά το κρασί μπαίνει σε μεγάλα βαρέλια και ωριμάζει, οπότε αποκτά ένα πολύ βαρύ και σχετικά πιο μελένιο χαρακτήρα».
Όταν κάποιος μιλά για τα κρασιά της Σαντορίνης, δεν μπορεί να μην αναφερθεί και στο vinsanto, που είναι διάσημο σε όλο τον κόσμο. Όπως σημειώνει ο κ. Γεωργόπουλος πρόκειται για ένα καθαρά γλυκό κρασί, πολύ συμπυκνωμένο, γιατί τα σταφύλια αφήνονται στον ήλιο για περίπου δέκα μέρες και συμπυκνώνουν, φεύγει δηλαδή το νερό, οπότε το σταφύλι γίνεται πάρα πολύ δυνατό και αυτό βγαίνει στα κρασιά με πολλά σάκχαρα κι ένα μοναδικό χαρακτήρα που θυμίζει κυδώνι, θυμίζει καφέ… ένα πολύ σπουδαίο λευκό γλυκό κρασί».
Όπως λέει ο κ. Γεωργόπουλος, «τις δικές της εκδοχές αυτού του κρασιού βγάζει και η περιοχή της Τοσκάνης, στην Ιταλία, φυσικά από άλλα εδάφη, από άλλες ποικιλίες, αλλά πλέον το vinsanto έχει κατοχυρωθεί κι έχει μάλιστα και τη δική του Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης, «ΠΟΠ Σαντορίνη», οπότε είναι ένα μοναδικό προϊόν. Αλλά και σε θέμα γεύσης σίγουρα μπορεί κανείς εύκολα να το ξεχωρίσει ανάμεσα σε όλα τα υπόλοιπα γλυκά κρασιά του κόσμου».
Το «στοίχημα» της Σαντορίνης
Η διατήρηση του ιδιαίτερου αμπελώνα της Σαντορίνης, παρά τις σημαντικές αλλαγές που «έφερε» στο νησί ο μαζικός τουρισμός, είναι ένα «στοίχημα» για την τοπική κοινωνία, αλλά και τις Αρχές του νησιού, που φαίνεται να το κερδίζουν, χάρη στις συστηματικές και σκληρές προσπάθειες που καταβάλλουν τα τελευταία χρόνια.
«Αν και υπήρξε μείωση της έκτασής του τα τελευταία χρόνια, καταφέραμε με συστηματική και μακροχρόνια προσπάθεια, να αντιστρέψουμε αυτή την πτωτική πορεία, να ανακόψουμε την εγκατάλειψη της γης, και πλέον έχουμε έναν αμπελώνα 12.000 στρεμμάτων, ενώ έχουμε θεσμοθετήσει τρία επώνυμα ποιοτικά παραδοσιακά προϊόντα, το κρασί, τη φάβα και τη ντομάτα», λέει στο CNN Greece ο κ. Μάρκος Καφούρος, γεωπόνος, αντιδήμαρχος Θήρας και πρόεδρος της Ένωσης Θηραϊκών Προϊόντων.
Μύλος για φάβα στη Σαντορίνη/Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Η Σαντορίνη διάλεξε τον δρόμο της πολύπλευρης και όχι της μονοδιάστατης ανάπτυξης, με τον πρωτογενή τομέα και την τουριστική ανάπτυξη να συμβαδίζουν και, όπως λέει ο κ. Καφούρος, εφόσον «παντρεύονται» και συνδυάζονται αρμονικά, τόσο ο πρωτογενής τομέας κερδίζει από την τουριστική ανάπτυξη, αλλά και το τουριστικό προϊόν εμπλουτίζεται άμεσα και έμμεσα. «Άμεσα, καθώς η Σαντορίνη αναδεικνύεται σε έναν μεγάλο γαστρονομικό προορισμό, με αιχμή του δόρατος τον οινοτουρισμό, και έμμεσα καθώς μέσω του πρωτογενούς τομέα διατηρούμε αναλλοίωτο ένα μεγάλο μέρος του αγροτικού τοπίου, που δίνει μια άλλη ομορφιά και μια άλλη ελκυστικότητα στον επισκέπτη».