Μη πληγώνετε τη Ντιελλα ..στενοχωριέμαι

•Ο Έντι Ράμα είναι ιδιόρρυθμος πολιτικός.Αυτο το ξέρουμε από παλιά και εν πολλοίς το έχουμε λουστεί και στην Ελλάδα.Ομως άρχισε να χορεύει στο τρελό ρυθμό του ροκ του μέλλοντος μας.
•Διόρισε υπουργό το ρομπότ Ντιελλα.Το έχρισε γυναίκα με παραδοσιακή αλβανική ενδυμασία.Θα έχει αρμοδιότητα τις δημόσιες συμβάσεις.Ηδη η Ντιελλα σε μια βαθειά συναισθηματική ομιλία στη Βουλή δήλωσε «Με πληγώνετε που με είπατε αντισυνταγματική».Προσεθεσε δε ότι «το Σύνταγμα δεν το απειλούν οι μηχανές αλλά οι άνθρωποι».Ρε τι άλλο θα δούμε στη ζωή μας.Μη πληγώνετε τη Ντιελλα ,στενοχωριέμαι.Ασε που δουλεύει ακατάπαυστα δεν έχει ωράριο και δεν πληρώνεται.Όλα για τη πατρίδα.
•Ωραία ιδέα.Να της αναθέσουμε τον ΟΠΕΚΕΠΕ.Απλα στον αλγόριθμο να βάλουμε μια δυο προϋποθέσεις.Ολα να γίνουν δικαίως και νομίμως.ΕΞΑΙΡΟΥΝΤΑΙ οι Κρητικοί και οι ξανθιές.

Πάνος Μπιτσαξής

“Μ’ αρέσει η μοναξιά αλλά φοβάμαι μήπως με κλείσουν σε τείχη ανεπαισθήτως. Οι φρόνιμοι καλλιτέχνες που κρατούν τη θέση τους, που ξέρουν να κάνουν ένα αφηρημένο ταμπλώ άρτιο, που σκοπό τους έχουν να κάνουν μια καριέρα, δεν μπορούν να καταλάβουν πως η ζωγραφική μου δεν είναι τόσο ανειδοποίητη από τα ζωγραφικά προβλήματα. Αλλά μ’ ενδιαφέρει να πολιορκήσω επιτυχώς τα θέματα που μ’ απασχολούν, που είναι και σύμβολα ελευθερίας”.

Γιάννης Τσαρούχης

Κάποιος μπορεί να κάθεται σήμερα στη σκιά, επειδή κάποιος φύτεψε ένα δέντρο πολύ καιρό πριν*

*ρητό του Warren Buffett. Από αυτό το ρητό εμπνευσμένο το πιο κάτω διήγημα :

Ανυστερόβουλη δροσιά!

Στην άκρη του χωριού, εκεί όπου ο δρόμος χανόταν προς το ποτάμι, υψωνόταν μια αιωνόβια καρυδιά. Ο κορμός της ήταν σκαμμένος από τον χρόνο, τα κλαδιά της απλωμένα σαν ανοιχτά χέρια. Εκεί έβρισκαν φιλόξενο καταφύγιο εκατοντάδες πουλιά και αρκετά ζωάκια όπως σκίουροι και νυφίτσες. Κάθε μεσημέρι όμως και οι άνθρωποι της μικρής κοιλάδας, αποζητούσαν την δροσιά της: παιδιά που έπαιζαν κυνηγητό, γερόντοι που έβγαζαν το κομπολόι, εργάτες που ξαπόσταιναν μετά το χωράφι στρατοκόποι που πήγαιναν στη διπλανή μεγάλη πολιτεία .

Κανείς δεν θυμόταν όμως πια ποιος είχε φυτέψει το δέντρο. Κάποιοι έλεγαν πως ήταν ένας περαστικός καλόγερος, άλλοι πως ήταν ο παππούς του παππού του Μήτσου, που ήθελε να αφήσει κάτι για τις επόμενες γενιές. Άλλοι κάποιο καρύδι που έπεσε από το ράμφος κάποιας κουρούνας. Όλοι, όμως, το απολάμβαναν, χωρίς να το πολυσκέφτονται.

Ένα καλοκαίρι, ο μικρός Αντρέας, ιδρωμένος από το παιχνίδι, ξάπλωσε στη ρίζα της καρυδιάς και είπε στον πατέρα του:

— Μπαμπά, ποιος μας χάρισε αυτή τη σκιά;

Ο πατέρας χαμογέλασε:

— Κάποιος που δεν τον ξέρουμε, παιδί μου. Μα εκείνος δεν το ’κανε για να τον θυμούνται, το ’κανε για να νιώθουμε εμείς τώρα δροσιά.

Και τότε ο μικρός, με την αθωότητα που κουβαλούν μόνο τα παιδιά, είπε:

— Θα α φυτέψω κι εγώ ένα δέντρο. Για να κάθεται κάποιος άλλος κάποτε στη σκιά του..

Ο πατέρας τον κοίταξε συγκινημένος. Γιατί κατάλαβε ότι η σοφία δεν είναι να κρατάς για τον εαυτό σου, αλλά να προσφέρεις σε όσους δεν θα προλάβεις καν να γνωρίσεις.

Supported by Creator a.i