Μαρία Ευθυμίου: «Ο απόφοιτος δημοτικού πριν 40 χρόνια ήξερε περισσότερα από τους αποφοίτους λυκείου σήμερα»

Μια συνέντευξη στον Νότη Παραδόπουλο
Συναντηθήκαμε σε ένα συμπαθητικό εστιατόριο στο Κουκάκι, στα μέσα Δεκεμβρίου. Στα δελτία ειδήσεων έπαιζαν «ψηλά» το ενδεχόμενο εκλογής μουφτή στη Θράκη, τo συνέδριο της Ν.Δ. και η πρωτοφανής κακοκαιρία στις ΗΠΑ. Ποια κακοκαιρία; Στην Αθήνα είχε λαμπρό ήλιο και θερμοκρασίες φθινοπώρου. Η ανάλαφρη διάθεσή μου γρήγορα βάρυνε όταν αρχίσαμε να συζητούμε για το μέλλον της χώρας.
Η Μαρία Ευθυμίου ήταν ξεκάθαρη και με συγκεκριμένο σκεπτικό: η βαθιά και παρατεταμένη κρίση που περνάμε δεν μας έδωσε κανένα ουσιαστικό μάθημα. Η πλειονότητα του ελληνικού λαού δεν θέλει να αλλάξει, άρα οποιαδήποτε βελτίωση υπάρξει θα είναι προσωρινή. Δεν θα επιτρέψει να κάνουμε το άλμα που χρειάζεται. Εάν η δυσλειτουργία, η σήψη και η διάλυση παραταθούν, κάποιοι από τους γείτονές μας που εποφθαλμιούν θα μας διαμελίσουν και θα μας απορροφήσουν. Το να ακούς μια τέτοια μαύρη εκτίμηση από έναν άνθρωπο σοβαρό που σπάνια μιλάει στα Μέσα, αλλά έχει αφιερώσει τη ζωή του στη μελέτη της Ιστορίας, σου προκαλεί σύγκρυο.
– Μα δεν πιστεύετε ότι σιγά σιγά τα πράγματα θα πάνε καλύτερα, ιδιαίτερα αν υπάρξει μια πολιτική ηγεσία στον τόπο που θα ενισχύσει την ανάπτυξη;
– Με τα μυαλά και τη νοοτροπία που έχουμε σήμερα, δεν σωζόμαστε. Μπορεί για ένα χρονικό διάστημα λίγων ετών να έρθουν περισσότερα κεφάλαια στην Ελλάδα και να υπάρξει ανάκαμψη. Θα είναι, όμως, πρόσκαιρη. Και θα ξαναβυθιστούμε – εάν πράττουμε τα ίδια. Μεγάλη ευκαιρία μας έδωσε, προ τριακονταπενταετίας, η είσοδός μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Εμείς, όμως, αντί να ταιριάξουμε με τα προηγμένα κράτη και να αλλάξουμε τα δυσλειτουργούντα σημεία μας, ενδιαφερθήκαμε μόνο για τα χρήματα. Οι πλούσιες και καλοδιοικούμενες χώρες, όμως, δεν έγιναν πλούσιες και καλοδιοικούμενες επειδή βρήκαν ξαφνικά χρήματα. Αμα ήταν έτσι, η Νιγηρία –που έχει πάμπλουτο υπέδαφος– θα ήταν μία από τις πιο πλούσιες και καλοδιοικούμενες χώρες του κόσμου. Δεν είναι θέμα πλούτου. Είναι πώς προσλαμβάνεις τον εαυτό σου και τη λειτουργία σου μέσα στην κοινωνία που ανήκεις. Είναι θέμα βαθύτατα πολιτικό, δηλαδή. Και αφορά όλη την κοινωνία, έναν έναν τον πολίτη.
– Ναι αλλά έχουμε προχωρήσει αρκετά τα τελευταία 30 χρόνια…
– Ασφαλώς. Αν δεις την Ελλάδα του ’49, όταν τελείωσε ο Εμφύλιος, ήταν μια χώρα καψαλισμένη από πάνω μέχρι κάτω. Η διαφορά εικόνας με σήμερα είναι τεράστια. Από τη δεκαετία του ’60 κιόλας είχε βελτιωθεί πολύ η χώρα. Και, βέβαια, μετά το ’80 ήρθαν πολλά χρήματα από την Ε.Ε. Aκοπα χρήματα. Τα οποία μας δίνονταν για να κάνουμε υποδομές, ώστε να μπορέσουμε να εκτοξεύσουμε την οικονομία μας και να συγκλίνουμε προς το ευρωπαϊκό επίπεδο. Εμείς διαχειριστήκαμε το πράγμα όπως το διαχειριστήκαμε. Χωρίς σοβαρότητα και αναμέτρηση με το μέλλον. Eτσι, ήρθε η κρίση. Και βλέπω γύρω μας χώρες που βρίσκονταν κάτω να ανεβαίνουν προς τα πάνω, ενώ εμείς που ήμασταν ψηλότερα να πέφτουμε συνεχώς. Σε όλους τους τομείς. Και πώς να μην κατρακυλάμε, όταν δεν θέλουμε να δούμε τον εαυτό μας και να αλλάξουμε. Eχουμε εθιστεί να είμαστε μωρά. Για όσα παθαίνουμε φταίνε πάντα οι άλλοι και ουδέποτε εμείς. Eτσι ανατρεφόμαστε και στις οικογένειές μας, όπου περιμένουμε οι γονείς μας να μας συντηρούν μέχρι τα γεράματά μας. Το ίδιο κάνουμε και με τις χώρες με τις οποίες μετέχουμε σε ευρύτερους συνασπισμούς. Περιμένουμε να μας νταντεύουν επίσης. Αενάως. Και να είμαστε, βέβαια, πάντοτε εν αγανακτήσει. Το να είμαστε «αγανακτισμένοι» είναι σταθερό σημείο μας. Eχουμε έφεση σ’ αυτό.
– Πώς θα ενηλικιωθούμε και θα γίνουμε πιο ισχυροί;
– Για να γίνουμε πιο ισχυροί, θα πρέπει να συνομιλήσουμε με τον εαυτό μας και να πορευτούμε στη ζωή μας με εντιμότητα. Και όχι να καταφεύγουμε στη θρασυδειλία που δείχνουμε, δηλαδή να κοιτάμε πόσα θα αρπάξουμε, βρίζοντας κι από πάνω, κατηγορώντας τους άλλους για τα δικά μας λάθη κι ανεπάρκειες. Δεν γίνεται με τέτοια αναξιοπρέπεια να πορευθεί μια κοινωνία. Πρέπει να γίνουμε γενναίοι. Γενναίος είναι αυτός που αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του και αποφασίζει να βασιστεί στις δυνάμεις του για να προχωρήσει. Να τηρήσει μιαν αντρίκια συμπεριφορά, όπως λέγαμε παλιά. Αλλά δεν νομίζω ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο. Πολύ φοβάμαι ότι η μακρόσυρτη αδυναμία μας θα δώσει χώρο να απορροφηθούμε από άλλες δυνάμεις.
– Με βίαιο τρόπο εννοείτε;
– Eνα τμήμα της εξέλιξης αυτής αναπόφευκτα θα είναι βίαιο. Και θα μας οδηγήσει, σταδιακά, να χάσουμε την πολιτιστική μας ταυτότητα – την οποία, εξάλλου, οι ίδιοι αποποιούμεθα και για την οποία αδιαφορούμε. Oπως, π.χ., για τη γλώσσα μας.
– Θεωρείτε ότι η Τουρκία μπορεί να διαδραματίσει αυτό τον ρόλο;
– Η Τουρκία είναι μεγάλος παίκτης. Και εξ αυτού, εξαιρετικά επικίνδυνη. Πάντως, δεν θα είναι η Γερμανία αυτή που θα μας απορροφήσει, όπως λένε κάποιοι.
– Ναι, αλλά δεν βλέπω πολλούς να βγαίνουν και να τονίζουν ότι πρέπει να αλλάξουμε και να σοβαρευτούμε.
– Eχει λεχθεί σε όλους τους τόνους, από πολλούς και επί μακρόν. Εμείς, ωστόσο, δεν το ακούμε αυτό. Μας αρέσει να ζούμε μέσα στη συνωμοσιολογία: ότι όλοι μάς επιβουλεύονται, ότι μας ζηλεύουν για το ωραίο μας κλίμα, τη χαλαρή ζωή μας, τα ορυκτά μας κ.λπ. Μέχρι και σήμερα το ένα τρίτο του ελληνικού λαού πιστεύει ότι το ψεκάζουν. Οπότε τι συζητούμε; Από ποια βάση ξεκινάμε;
Αν βάλεις ταμπέλα «αριστερού», ό,τι και να κάνεις γίνεται ανεκτό
Η Μαρία Ευθυμίου θεωρεί ότι η χώρα συνεχίζει σήμερα να ταλανίζεται και να μην μπορεί να ξεπεράσει τον διχασμό και τις πληγές του Εμφυλίου. Μπορεί, λέει, ο Εμφύλιος να τελείωσε το ’49, πολιτικά, όμως, ο διχασμός μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς παρατείνεται, με μεταλλάξεις, μέχρι σήμερα. Μάλιστα, στη διάρκεια των δεκαετιών που κύλησαν, συνέβη μία ανατροπή: οι ηττημένοι του Εμφυλίου αναδείχθηκαν, μέσα από το λαϊκό αφήγημα, στους ηθικούς νικητές του. Μέσα στο υποσυνείδητο σημαντικού μέρους του ελληνικού λαού οι ηττημένοι του Εμφυλίου κατετάγησαν στα «παλικάρια», στους «κοινωνικά ευαίσθητους», στους «προοδευτικούς». Eτσι, στη Μεταπολίτευση, το οικοδόμημα της κοινωνίας περιστράφηκε υποδορίως γύρω από αυτό το αφήγημα. Ο καθένας παρουσίαζε τον εαυτό του ως «αριστερό», άρα ως «θύμα» της εκάστοτε «κακής κυβέρνησης» (που ο ίδιος πάντως εξέλεγε και παρωθούσε στα άθλια), ώστε να απαιτεί, υπό ιδεολογική κάλυψη, και άλλες παροχές και άλλες ασυδοσίες που δεν δικαιούνταν ούτε του αναλογούσαν.
Oπως αναφέρει στο τελευταίο βιβλίο της («Μόνο λίγα χιλιόμετρα. Ιστορίες για την Ιστορία», που γράφηκε σε συνεργασία με τον Μάκη Προβατά και κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο από τις εκδόσεις Πατάκη), με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, αντί ν’ αδράξουμε την ευκαιρία να επανεκκινήσουμε την κοινωνία μας σε μια νέα βάση, υγιή, βυθιστήκαμε στις αρρώστιες του παρελθόντος και είδαμε τον εαυτό μας σε αντιπαράθεση με τις προηγούμενες εποχές. Και καθώς αυτές οι προηγούμενες εποχές εμπεριείχαν πολύ και πολλές φορές υποκριτικό «πατριωτικό» λόγο, αποφασίσαμε ότι ο πατριωτισμός –το να πονάς δηλαδή και να φροντίζεις τη χώρα σου, να προστατεύεις την κοινωνία σου και το δημόσιο αγαθό– είναι «αντιδραστικό» και «φασιστικό», ενώ το να καταστρέφεις και να βανδαλίζεις τη δημόσια περιουσία της είναι «προοδευτικό».
Σημειώνει, στη συζήτησή μας, ότι, όπως λέει και ο Ζοζέ Σαραμάγκου, ο αριστερός λόγος σήμερα, αντί να υπερασπίζεται την αλήθεια, έχει γίνει η κολυμβήθρα του Σιλωάμ για την κάλυψη κάθε αθλιότητας. Αν προλάβεις και βάλεις την ταμπέλα του «αριστερού», ό,τι και να κάνεις γίνεται ανεκτό από μια κοινωνία που φοβάται να καταγγείλει το κακό μην τύχει και τη χαρακτηρίσουν, οι με την ταμπέλα «αριστερός» φασίστες, «φασιστική» και «αντιδραστική».
Και φέρνει σαν παράδειγμα την τραγωδία της Marfin. Τους τρεις νεκρούς –μια γυναίκα από τους οποίους ήταν, μάλιστα, έγκυος– που κάηκαν στο κέντρο της Αθήνας από ομάδες «αγανακτισμένων αριστερών», οι οποίοι φώναζαν ηρωικά «να καείτε, να καείτε, να πάτε να γ…τε». Επειδή εργάζονταν, ενώ θα έπρεπε, κατά τη γνώμη των «αριστερών» διαδηλωτών, να απεργούν. Λες κι η απεργία είναι υποχρεωτική. Και γι’ αυτούς τους τρεις ανθρώπους δεν μιλάμε καθόλου επειδή κάηκαν από «αριστερούς». Δεν υπάρχει καμία μνεία. Πουθενά. Ούτε καν μία πλακέτα έξω από το κτίριο όπου κάηκαν ζωντανοί. Αντίθετα, τον τραγουδιστή Παύλο Φύσσα που μαχαιρώθηκε στον Πειραιά από κάποιες εγκληματικές φασιστικές ομάδες τον θυμόμαστε και τον τιμούμε – και σωστά πράττουμε. Τον θυμόμαστε, όμως, και τον τιμούμε επειδή οι δολοφόνοι ήσαν φασίστες και όχι αριστεροί. Αυτή, όμως, η ηθική δεν μπορεί, ως κοινωνία, να μας πάει πουθενά.
Χαμηλές απαιτήσεις
Από το 2006 η Μαρία Ευθυμίου έχει δώσει χιλιάδες διαλέξεις σε όλη την Ελλάδα διδάσκοντας Παγκόσμια και Ελληνική Ιστορία. Δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων έχουν προσέλθει στα μαθήματα αυτά για να μπορούν να ερμηνεύουν καλύτερα όσα συμβαίνουν γύρω τους.
Ως προς το θέμα της παιδείας, λέει πως στην κοινωνία έχει δημιουργηθεί ένα κλίμα χαμηλής απαιτητικότητας. Στα σχολεία όλοι οι μαθητές, έτσι κι αλλιώς, παίρνουν Α στο δημοτικό και 19 ή 20 στο γυμνάσιο, δουλέψουν δεν δουλέψουν, μάθουν δεν μάθουν. Εχουμε ένα απίθανο ποσοστό αριστούχων παγκοσμίως. Καμία σύγκριση με παλαιότερα. Ο απόφοιτος δημοτικού του σχολείου της γειτονιάς πριν από 40 χρόνια ήξερε πολύ περισσότερα από πολλούς αποφοίτους λυκείου σήμερα. Μετά το 1980 αποφασίσθηκε το κλίμα αυτό προκειμένου «να μην επιβαρυνθεί η ψυχή των παιδιών». Είναι κι αυτό άλλη μία έκφανση της δήθεν «αριστερής» πλευράς μας. Δηλαδή, του τίποτα.
Η συνάντηση
Το εστιατόριο «Η φάμπρικα του Ευφρόσυνου», το διάλεξε η Μαρία Ευθυμίου – της αρέσει και είναι κοντά στο σπίτι της, στο Κουκάκι. Ξεκινήσαμε το γεύμα με μια υπέροχη κολοκυθόσουπα βελουτέ και μοιραστήκαμε μια γευστική μερίδα ιτσλί πολίτικο (πλιγούρι γεμιστό με κιμά, κουκουνάρι και μπαχαρικά) και μια πολύχρωμη καροτοσαλάτα με μαϊντανό, φουντούκι, αμύγδαλο, λεμόνι, μηλόξιδο και λουκούμι φασκόμηλο. Ηπιαμε νερό και όχι αλκοόλ, γιατί και οι δύο θα πηγαίναμε απευθείας για δουλειά. Μας κέρασαν μια ζεστή μηλόπιτα. Ο λογαριασμός ήταν 35,90 ευρώ.
Oι σταθμοί της
1955
Γεννήθηκε στη Λάρισα.
Γεννήθηκε στη Λάρισα.
1962
Εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στην Αθήνα.
Εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στην Αθήνα.
1977
Πήρε πτυχίο από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Πήρε πτυχίο από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
1981
Ξεκίνησε να διδάσκει Ιστορία στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Ξεκίνησε να διδάσκει Ιστορία στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
1982
Γεννήθηκε ο πρώτος γιος της.
Γεννήθηκε ο πρώτος γιος της.
1984
Ολοκλήρωσε το διδακτορικό της στη Σορβόννη. Γεννήθηκε ο δεύτερος γιος της.
Ολοκλήρωσε το διδακτορικό της στη Σορβόννη. Γεννήθηκε ο δεύτερος γιος της.
2013
Πήρε το Βραβείο Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας στη μνήμη Β. Ξανθόπουλου – Στ. Πνευματικού.
Πήρε το Βραβείο Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας στη μνήμη Β. Ξανθόπουλου – Στ. Πνευματικού.
Ο πρώτος διδάξας την υπερτέρηση του εθνικού συμφέροντος έναντι των προσωπικών ωφελημάτων είναι ο δίκαιος Αριστείδης που αν και «εόντα μεν εαυτώ ου φίλον, εχθρόν δε μάλιστα» έσπευσε να βοηθήσει τον Θεμιστοκλή για τη σωτηρία της Αθήνας. Θεώρησε, δηλαδή, πως οι προσωπικές και πολιτικές διενέξεις θα πρέπει να διακονούν όχι προσωπικές στρατηγικές αλλά το καλό της πατρίδας «εμείς πρέπει να μαλώνουμε και σε άλλες περιστάσεις και προ πάντων τώρα, ποιος θα κάνει μεγαλύτερο καλό στην πατρίδα».
Το «οκότερος ημέων πλέω αγαθά την πατρίδα εργάσεται» προσδιόριζε το πολιτικό ήθος των μεγάλων ανδρών της αρχαίας Αθήνας. Ούτε και τότε εξέλιπαν οι πολιτικές υπερβολές και οι προσωπικές βλέψεις. Ο ίδιος ο Αριστείδης υπήρξε ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα θυματοποίησης μέσα από το σκληρό νόμο του οστρακισμού. Ωστόσο, όταν το επέβαλαν οι συνθήκες βρήκαν τρόπους συμφιλίωσης και συνεννόησης. Αποτέλεσμα οι νίκες των Αθηναίων σε πολλά επίπεδα (οικονομικό, πολιτιστικό…). Γιατί καμία πολιτεία, καμία πατρίδα δεν μπορεί να ευδοκιμήσει χωρίς το ανάλογο ήθος των πολιτικών αλλά και των πολιτών.
|
|
![]() |
We’re Gonna Groove
του Κυριάκου Σεραφειμάκη
Πριν 15 χρόνια, ο καθηγητής μουσικής μου μου έδωσε 6 δίσκους να ακούσω, μπας και ξεκολλήσω λίγο από τη ροκ που άκουγα αποκλειστικά και μάθω ότι τα τύμπανα δεν είναι μόνο για να τα κοπανάς. Με δυσπιστία -γιατί προφανώς ήξερα καλύτερα από τον καθηγητή μου- άρχισα ν’ ακούω έναν-έναν τους δίσκους και, αλήθεια σας λέω, εξακολουθώ να το κάνω, μάλιστα με μεγάλη αγάπη.
Θα τους επισκεφτούμε αυτούς τους δίσκους μέσα απ’ αυτή τη στήλη, σήμερα όμως, επειδή έτυχε να το ξαναπετύχω στο κανάλι Μezzo, θέλω να σας πω για τη συναυλία του Michel Petrucciani στη Στουτγκάρδη, με τον Steve Gadd στα drums και τον Anthonny Jackson στο ηλεκτρικό μπάσο. Το συγκεκριμένο live ήταν το μόνο DVD που μου έδωσε ο καθηγητής μου και το έβαλα μόνο για να δω τον Gadd επί το έργον. Τελικά, όμως, όλο το νόημα ήταν στον Petruccini και το πιάνο του.
Γεννημένος με μια σπάνια μορφή ΟΙ (osteogenesis imperfecta) που του προκαλούσε χρόνιο άλγος, ειδικά στις κλειδώσεις, και ευαίσθητα οστά, κατάφερε να γίνει ένας απ’ τους σπουδαιότερους τζαζίστες της Γαλλίας. Λατρεύω το γνωστότερό του κομμάτι, με τον υπέροχο -και εξαιρετικά ταιριαστό στη φιλοσοφία αυτού του ανθρώπου- τίτλο Looking Up. Ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς ότι κάθε νότα που έπαιζε του προκαλούσε, κυριολεκτικά, πόνο…
|
Όταν σκέφτεστε το Αφγανιστάν , ίσως δεν σας έρχονται στο μυαλό όμορφα αυτοκίνητα, κοντές φούστες και ελεύθερος τρόπος ζωής, αλλά σαν Ιράν μοιάζει εντελώς διαφορετικό τη δεκαετία του 1970.
Οι φωτογραφίες που θα δείτε παρακάτω είναι από την δεκαετία του 1960 και δείχνουν πως
κάποτε ήταν εντελώς διαφορετικό μέρος σε σχέση με το πώς είναι σήμερα.
Οι φωτογραφίες απαθανατίστηκαν από τον καθηγητή ενός Αμερικανικού Πανεπιστημίου με το όνομα
Dr. Bill Podlich, ο οποίος το 1967 πήρε άδεια 2 ετών από την εργασία του για να εργαστεί
για την UNESCO στο Αφγανιστάν.
Υπηρέτησε ως εμπειρογνώμονας των αρχών εκπαίδευσης
στην ανώτατη παιδαγωγική ακαδημία στην Καμπούλ και κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου
έβγαλε πολλές φωτογραφίες από την τότε ζωή.
Οι Σοβιετικοί εισέβαλαν μόνο μια δεκαετία
αργότερα και το Αφγανιστάν βρέθηκε σε πόλεμο. Με το καθεστώς των Ταλιμπάν και την Αμερικανική εισβολή του 2001, η χώρα δεν έχει πλέον καμία ομοιότητα με την ειρηνική και ευημερούσα χώρα που
θα δείτε παρακάτω.
Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.tilestwra.com/to-afganistan-tou-1960-itan-poli-diaforetiko-prin-tous-talimpan/


Φάτα Μοργκάνα
Θα μεταλάβω με
νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα
συναγμένο απ’ το
κορμί σου
σε τάσι αρχαίο,
μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν
πειρατές
πριν πολεμήσουν.
ΚΑΒΑΔΔΙΑΣ
Ο Γιώργος Λακόπουλος και η απόφαση (έκπληξη) να σταματήσει την αρθρογραφία
Σε πρώτο πρόσωπο: ένας αποχαιρετισμός και μια εξήγηση …
<Ο άξιος δημοσιογράφος δεν είναι ιδιαιτέρως συμπαθής στους ισχυρούς. Τον υπολογίζουν, τον φοβούνται κιόλας, αλλά κανένας σχεδόν δεν τον εμπιστεύεται ως φίλο και οικείο”.
Γιάννης Μαρίνος, διευθυντής του Οικονομικού Ταχυδρόμου.
<Μερικοί κύριοι νομίζουν ότι είμαστε συνάδελφοι…>
Μάνος Χατζιδάκις
Οσα χρόνια δουλεύω σε εφημερίδες και άλλα ΜΜΕ δεν χρησιμοποίησα ποτέ πρώτο ενικό πρόσωπο. Το κάνω τώρα για πρώτη φορά – γιατί είναι και η τελευταία: σταματάω να γράφω. Θα συνδράμω με άλλους τρόπους το Ανοιχτό Παράθυρο– που ήδη καταξιώθηκε και έχει το κοινό του.
Ισως τα κείμενά μου θα λείψουν σε κάποιους .Προφανώς οι περισσότεροι απλώς θα αδιαφορήσουν. Σε κάθε περίπτωση δεν θα χάσει η Βενετιά βελόνι. Αναγγέλλω όμως ότι θα σταματήσω να αρθρογραφώ ως υποχρέωση απέναντι σε οσους μου έκαναν την τιμή να διαβάζουν όσα έγραφα για δεκαετίες.
Τα τελευταία χρόνια δεν γράφω για βιοπορισμό. Συμπλήρωσα τα συντάξιμα χρόνια και μπορώ να ζήσω με την -κουτσουρεμένη- σύνταξή μου.
Δεν έχω δυσκολία να κάνω εχθρούς, αν πρόκειται να πω αυτό που νομίζω σωστό -και ήδη έχω πολλούς, με αντάλλαγμα πολύ λίγους φίλους. Κατεβάζω όμως το μολύβι γιατι στο σημερινό πλαίσιο άσκησης της δημοσιογραφίας -και της πολιτικής κατά προέκταση – δεν υπάρχει κάτι να υπερασπιστώ.
Πιστεύω πάντα ότι τα τελευταία χρόνια στο δημόσιο βίο δυο πρόσωπα έχουν ενδιαφέρον: ο σημερινός Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και ο πρώην Πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής. Καθένας με το ιδεολογικό και πολιτικό φορτίο του, αλλά με έναν κοινό παρονομαστή :αντιστάθηκαν στο δόγμα < ή μεθ ημών, η καθ’ ημών> με το οποίο η κρατικοδίαιτη κάστα του κατεστημένου υπέταξε την πολιτική τάξη- με εργαλείο τα ΜΜΕ και το χρήμα. Γι αυτό έχουν τους ίδιους αντιπάλους.
Ωστόσο και οι δυο – στο χώρο του ο καθένας – μένουν αδρανείς απέναντι σε φαινόμενα που τραυματίζουν την πολιτική και το πολίτευμα . Ταυτόχρονα αποτελούν εγκαιροφλεγείς βόμβες για τους ίδιους – αν δεν αποφασίσουν να τα αντιμετωπίσουν αποφασιστικά- έστω με καθυστέρηση.
Οι γόρδιοι δεσμοί
Αρχίζοντας από την κυβερνητική παράταξη, τις τελευταίες ημέρες διαμορφώνεται μια κατάσταση ασύμβατη με την κοινοβουλευτική τάξη: υπουργός διαφωνεί με τον Πρωθυπουργό και παραμένει στη θέση του. Ο Πάνος Καμμένος κατέθεσε τη διαφωνία του και στη Βουλή για το Μακεδονικό -προσθέτοντας ότι καθιστά τον Πρωθυπουργό υπό προθεσμία: υποσχέθηκε – παραληρηματικά- να…ρίξει την κυβέρνηση όταν φέρει τη συμφωνία για επικύρωση.
Ωστόσο είναι ακόμη υπουργός και εκδηλώνει τη διαφωνία του όχι ως επικεφαλής κόμματος όπως δικαιούνται, ,αλλά από τα υπουργικά έδρανα. Αλλά η πρωθυπουργία δεν είναι συλλογικός θεσμός. Κυβέρνηση με δυο πολιτικές δεν νοείται.
Ο μικρότερος κυβερνητικός εταίρος διαμορφώνει έναν Γόρδιο δεσμό με τον μεγαλύτερο. Ότι ο Τσίπρας δεν έκοψε αυτόν το δεσμό, ζητώντας ως τώρα την παραίτηση του – αφήνοντας στη Βουλή το προνόμιο να επαναβεβαιώσει την πλειοψηφίας του έστω με νέα σύνθεση- παραμορφώνει το θεσμικό ιμπέριουμ του Πρωθυπουργού. Απογοήτευση !
Από τη συντηρητική παράταξη ο Κ. Καραμανλής συνέλαβε τις αιτίες της κακοδαιμονίας της χώρας, συγκρούσθηκε για να υπερασπιστεί την αυτονομία της πολιτικής απέναντι τους, ηττήθηκε, έμεινε όρθιος και χειρίσθηκε αξιοπρεπώς και με ευθύνη -ενίοτε και με μεγαθυμία-όσα ακολούθησαν.
Αλλά στο Μακεδονικό τον εγκλωβίζει το ίδιο το κόμμα του. Δημόσια ο αντιπρόεδρος Άδωνις Γεωργιάδης –ευτελίζει την ακέραιη στάση του το 2008 στο Βουκουρέστι, προβάλλοντας χυδαία ότι έκανε απλώς μια μπλόφα. Ταυτόχρονα ενώ ο ίδιος αποφεύγει κάθε ανάμειξη στα εσωκομματικά, η σημερινή ηγεσία της ΝΔ δεν του αναγνωρίζει το δικαίωμα της απόστασης .
Έτσι -ο θεωρούμενος από όλους φυσικός επικεφαλής της συντηρητικής παράταξης- <υποχρεώθηκε> να βάλει την υπογραφή του σε μια πρόταση μομφής, εναντίον μιας κυβέρνησης που έφερε στο Μακεδονικό συμφωνία διεθνούς αποδοχής, στην ούγια της οποίας υπάρχει η υπογραφή του και εκβιάσθηκε δημόσια από στοιχεια του κόμματός του, να στραφεί κατά της συμφωνίας.
Ηταν ο δικός του Γόρδιος δεσμός και δεν τον έκοψε. Έστω και αν κρατάει τον τελευταίο λόγο για την ώρα που θα έλθει στη Βουλή η συμφωνία, ότι κατέφυγε -αμυνόμενος -σε μια σολομώντεια απρόσωπη δήλωση προτάσσοντας την υπουργό Εξωτερικών του ήταν ανοχή στους <μουσαφιραίους> που εκτρέπουν τη ΝΔ από τις ιδρυτικές ράγες της . Πίκρα.
Η πολιτική των συγκερασμών.
Προφανώς και ο Τσίπρας και ο Καραμανλής θεωρήσαν αυτά τα φαινόμενα επουσιώδη. Μπροστά στη συμφωνία ο ένας – έστω και χωρίς κυβερνητική συνοχή. Και μπροστά στην συνοχή της ΝΔ ο άλλος- έστω και εναντίον της λύσης. Αυτό όμως αντιστρατεύεται τον παιδαγωγικό χαρακτήρα της πολιτικής , αλλά και την κοινή λογική.. Από τον Καμένο εξαρτάται η κυβερνητική πορεία της Αριστεράς εφεξής; Ο Άδωνις θα ορίσει την ενότητα της ΝΔ;
Ας μην κρυβόμαστε: ο σημερινός Πρωθυπουργός καταπίνει την ασυδοσία ενός υπουργού και ο πρώην ανέχεται την ιδεολογική αλλοίωση του κόμματός του από τη συμμαχία του Νεομητσοτακισμού με τους ακραίους.
Θα ήταν σκόπιμο αυτή τη στιγμή να αποσύρει ο Τσιπρας τον Καμένο από την κυβέρνηση του , ή να εναντιωθεί ο Καραμανλής στο ρεσάλτο των ακραίων που οδηγούν σε εθνικιστικό και αντιευρωπαϊκό κατήφορο τη συντηρητική παράταξη;
Ο καθένας δίνει την απάντηση που βρίσκεται πιο κοντά στην κοσμοθεωρία του. Κατά τη δική μου γνώμη είναι αναγκαίο. Η άσκηση της πρωθυπουργικής εξουσίας δεν είναι διαπραγματεύσιμη και η συνοχή των κομμάτων της αντιπολίτευσης δεν είναι αυτοσκοπός. Ας δουμε την ιστορία του Ελευθέριου Βενιζέλου , του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Ανδρέα Παπανδρέου..
Όταν πολιτικοί με προσωπική ακτινοβολία συμβιβάζονται χάνει το ενδιαφέρον της η πολιτική ως μηχανισμός που κινεί την κοινωνία, μέσα από ιδεολογικές αναμετρήσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Εδραιώνονται παθογένειες που επιτρέπουν σε κάποιον σαν τον Άδωνι να είναι αντιπρόεδρος κόμματος εξουσίας. Σε κάποιον σαν τον Καμμένο να κάνει τον <εγγυητή> της εθνικής πορείας. Σε κάποιον σαν τον Στουρνάρα να είναι διοικητής της κεντρικής τράπεζας . Σε κάποια σαν τη Γεννηματά να είναι <ιδρύτρια> κόμματος. Αυτό είναι η έκπτωση και το τέλος πολιτικής.
Διαμορφώνει συνθήκες που επιτρέπουν σε δυνάμεις εκτός πολιτικής να δρομολογούν -με τη μιντιακή και οικονομική ισχύ τους- για την κυβέρνηση κάποιον που καμαρώνει για τα πτυχία του, έχοντας δίπλα του αγοραίους εκπρόσωπους της πολιτικής υποκουλτούρας και της ακροδεξιάς.
Έτσι η πολιτική παύει να εμπνέει-εμένα τουλάχιστον. Οπότε παίρνω τις αυταπάτες μου και αποχωρώ. Έτσι κι αλλιώς περισσεύω, σε ένα σύστημα στο οποίο η δημοσιογραφία υποτάσσεται στον <αγροίκο πλούτο> που έλεγε ο αείμνηστος Διαμαντής Πεπελάσης.
ΜΜΕ χωρίς ενημέρωση
Πάντα υπήρχαν κακοί δημοσιογράφοι, , διασταυρούμενες σκοπιμότητες και συμφέροντα στα ΜΜΕ. Αλλά η δημοσιογραφία έπαιζε το ρόλο της. Δεν ήταν όλοι άγγελοι. Αλλά οι διάβολοι ήταν δακτυλοδεικτούμενοι. Τώρα κομπάζουν προκλητικά- από παντού, μεταμορφωμένοι ή όχι.
Η δημοσιογραφία έγινε κακόφημο επάγγελμα-όσο και η πολιτική. Η κρίση αντιπροσώπευσης είναι η κοινή ασθένεια που απωθεί την κοινωνία από τα κομματα και τα ΜΜΕ..
Υπάρχουν αξιόλογοι δημοσιογράφοι με ικανότητες στο ρεπορτάζ-ιδίως νέα παιδιά με θέληση, καλές σπουδές και ευρύ πεδίο γνώσεων. Αλλά δεν υπάρχει δημοσιογραφία. Γιατι δεν έχουν που να γράψουν. Δεν υπάρχουν μέσα ενημέρωσης για να απορροφήσουν το προϊόν της δουλειάς τους. Οι λίγες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Σε πόσα ΜΜΕ σημερα οι δημοσιογράφοι αξιολογούνται με βάση την ακεραιότητα τους, ή την ικανότητα να αναζητούν και να υπερασπίζονται την αλήθεια; Η αποκαλυπτική δημοσιογραφία – αν μπορεί να είναι τίποτε άλλο πέρα από αποκαλυπτική η δημοσιογραφία-είναι ειδος σε ανεπάρκεια. Οι λίγοι εκπρόσωποί της συκοφαντούνται από τα πιο ανυπόληπτα προσωπα .
Από τις παλιές μεγάλες εφημερίδες – που απεικόνιζαν τις δυο παρατάξεις δημοσιογραφικά- η μια είναι παγιδευμένη στις επιλογές του συγκροτήματος της και οι άλλες δυο αλλάξαν στρατόπεδο .
Εκεί που κρεμούσαν οι καπεταναίοι τ άρματα , κρεμούν τα νταούλια οι λιβελλογράφοι και οι γελωτοποιοί του βασιλέως. Ποτέ άλλοτε οι επιχειρήσεις ΜΜΕ – αλλά και συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι – δεν ήταν τόσο προκλητικά όργανα συμφερόντων, προπαγάνδας, υπεράσπισης ακομη και της ανομίας. Απελπίζεται όποιος συνειδητοποιεί σε ποιους πέρασαν τα ΜΜΕ μετα τον Λαμπράκη, τη Βλάχου, ή τον Τεγόπουλο και ποιοι γίνονται σημερα επιτελικά στελέχη.
Υπάρχει πολύ λίγος χώρος στα μίντια για πραγματική ενημέρωση και έντιμη κριτική. Η προπαγάνδα δεν είναι ενημέρωση η χυδαιολογία δεν είναι αρθρογραφία, η, η κομματική στράτευση δεν είναι δημοσιογραφία , ο πλουτισμός δεν είναι αποστολή. Δημοσιογραφία δεν νοείται με pay rolls και φύτεμα ημέτερων δημοσιογράφων στα ΜΜΕ, ως αποδέκτες των non papers.
Η δημοσιογραφία του αφεντικού.
Το Διαδίκτυο δεν έφερε την άνοιξη . Υπάρχουν αξιοπρεπή ατομικά ή ομαδικά ιστολόγια και κάποια αξιόλογα επαγγελματικά sites . Αλλά υπάρχουν και ιντερνετικοί οχετοί που πνίγουν κάθε έννοια ενημέρωσης. Ηλεκτρονικά μέσα στρατολογημένα – και χρηματοδοτούμενα- από κάθε είδους συμφέροντα. Με ύποπτες επιδιώξεις και με πανάθλια εκφορά λόγου.
Εκτός από την κυριαρχία οικονομικών παραγόντων στα ΜΜΕ, η δημοσιογραφία πλήττεται από δημοσιογράφους που – χωρίς αίσθηση αποστολής και επαγγελματική ευσυνειδησία- υπηρετούν τις επιδιώξεις των <αφεντικών>.
Κάνουν μπαμ από μακριά όσοι έγιναν κυνηγοί ατομικής ευημερίας με θεμιτά και αθέμιτα μέσα: αμείβονται μέσω εταιριών, έχουν εισοδήματα πολλαπλάσια του μισθού τους, λειτουργούν ως φερέφωνα και διαμεσολαβητές πολιτικών και οικονομικών παραγόντων- μερικοί λειτουργούν ευθέως και ως πλασιέ προϊόντων- και επιδεικνύουν προκλητικά τα σύμβολα του πλούτου τους.
Αυτή η κατάσταση δεν συσκοτιζει απλως την ενημέρωση. Καθιστά την ελευθεροτυπία χωρίς αντίκρισμα. Εξυπηρετεί την εξουσία γιατι την απαλλάσσει από την κριτική, από το φόβο της αποκάλυψης και τον έλεγχο. Κρύβει όσα συμβαίνουν πίσω από τις κουρτίνες σε βάρος της κοινωνίας. Χωρίς μαχόμενη δημοσιογραφία δεν υπάρχει προστασία της δημοκρατικής τάξης.
Στο παρελθόν οι κομματικοί μηχανισμοι και η πολιτική εξουσία περιόριζαν τη φωνή των δημοσιογράφων με διώξεις. Τώρα απλώς τους εξαγοράζουν-όπως τους πολιτικούς. Υπάρχουν στρατοί στην υπηρεσία πολίτικων παραγόντων, κομματικών μηχανισμών και επιχειρηματικών συμφερόντων- ταυτόχρονα ενίοτε. Καθημερινά δρουν στα ΜΜΕ δίκτυα παραπληροφόρησης που ξεπερνούν κάθε όριο ηθικής και ευπρέπειας. Πρόσωπα που εμφανίζονται ως δημοσιογράφοι – ενίοτε με αγγελικό πρόσωπο- κατασκευάζουν αδίστακτα <ενημέρωση >με το αζημίωτο.
Σ αυτό το πεδίο η δημοσιογραφία που στήριζε δια της ανάδειξης της αλήθειας, τις ιδέες , την ευημερία της κοινωνίας και την ενίσχυση της χώρας , ηττάται διαρκώς.
Η Αριστερά -ως φορέας κοινωνικής απελευθέρωσης και Δημοκρατίας και ως δύναμη κάθαρσης της πολιτικής και απελευθέρωσης της αλήθειας -δεν έχει δυνάμεις να ανταποκριθεί στο ρόλο της. Δέχεται ανορθόδοξο πόλεμο από τη διαπλοκή που συσπειρώνει τα πιο τυχοδιωκτικά στοιχεία της ΄χώρας εναντίον της και γίνεται χλεύη των ηττημένων, των μιζαδόρων, των άξεστων και των εκφυλισμένων.
Οι νεότεροι ως ελπίδα
Σ αυτές τις συνθήκες η ελληνική δημοσιογραφία δυσκολεύεται να βρει το ρόλο της, έτσι όπως ασκείται στο δυτικό κόσμο: υπερ της κοινωνίας δια της ενημέρωσης. Αδέσμευτη και έντιμη με καθαρό προσανατολισμό και επαγγελματική ακεραιότητα και των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων τους. Γι αυτό χάνει διαρκώς την εμπιστοσύνη του κοινού.
Για να την ανακτήσει πρέπει να κατέχουν τα ΜΜΕ κανονικοί εκδότες- επιχειρηματίες και να μην είναι παραρτήματα άλλων δραστηριοτήτων, που όζουν ενίοτε. Και σ αυτό το πλαίσιο να γίνουν οι δημοσιογράφοι κύριοι διαχειριστές της είδησης- με τους λιγότερους δυνατούς περιορισμούς και χωρίς έξωθεν δεσμεύσεις..
Πρωτίστως οι πολίτες στηρίξουν εφημερίδες και άλλα ΜΜΕ στα οποία η επαγγελματική δημοσιογραφία είναι σεβαστή , αποκαλυπτική και μαχόμενη. Δεν ασκείται για λογαριασμό κομμάτων, πολιτικών και επιχειρηματιών , αλλά υπερ του κοινωνικού συνόλου- στο διακριτό επιχειρηματικό, ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο που επιλέγει κάθε ΜΜΕ. Προφανώς είμαστε μακριά από αυτό το σημείο
Ανέκαθεν οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ έπαιζαν παιχνίδια -πολιτικά κυρίως παλαιότερα. Αλλά υπήρχε δημοσιογραφία και οι δημοσιογράφοι ήταν οι κυνηγοί της είδησης, όχι ιμάντες διαμεσολάβησης, ή <βαποράκια>,που λέει ο πολύπειρος φίλος μου Βασίλης Σκουρής. Το πλεονέκτημα τους ήταν ότι τους εμπιστευόταν οι πολίτες , επειδή έκαναν με επάρκεια, συνέπεια και ειλικρίνεια-με τις αποχρώσεις και τις αποκλίσεις τους.
Οι νέοι δημοσιογράφοι δεν είχαν άλλο τρόπο να αναδειχθούν, από το να γίνουν καλοί στη δουλειά – και να την κάνουν υπερ της εφημερίδας που δούλευαν , όχι υπέρ του εαυτού τους, ή υπερ τρίτων. Μάθαιναν να ζουν μόνο με τον μισθό τους και είχαν στόχο να αναδειχθούν, όχι να πλουτίσουν από τη δημοσιογραφία.
Αυτοί οι δημοσιογράφοι λογοδοτούσαν μόνο στη συνείδηση τους και στους διευθυντές τους . Και αυτοί οι διευθυντές ήταν πρωτίστως δάσκαλοι της δημοσιογραφίας. Σ αυτούς αφιερώνω το τελευταίο μου κείμενο….
Γιώργος Λακόπουλος













