Ο Αλέξης πορεύεται προς την ήττα μόνος του, με σύνθημα του «έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα». Η ιστορία αποφάσισε ήδη ότι αυτά μόνο μπορούσε. Η μικρή παρέα που τον περιστοιχίζει θα εξαφανιστεί δια παντός μόλις γονατίσει ο ηγεμόνας. Μόνο τότε οι λίγοι νηφάλιοι και νουνεχείς του παλαιού κόμματος, θα συζητήσουν στα φωναχτά «τι έφταιξε, τι κάναμε λάθος», περισσότερο ως θρήνο παρά ως πολιτική συζήτηση της αριστεράς. Θα ‘χουν να θυμούνται πάντως…
Δ Καμπουράκης
ΣΑΒΒΑΤΙΑΝΟ: Η ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΕΚΠΛΗΞΗ ΣΕ 5′
ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΙΑΝΟ ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΗ ΘΕΣΗ ΠΟΥ ΤΟΥ ΑΞΙΖΕΙ. ΜΑΘΕ ΓΙΑΤΙ ΣΕ 5′!

Γενικά Στοιχεία
Είναι από τις ευρέως καλλιεργούμενες ποικιλίες στην Ελλάδα και η εντυπωσιακή αντοχή της στην ξηρασία και τη ζέστη την έκανε πρωταγωνιστή στον Αττικό αμπελώνα, που είναι από τους πιο θερμούς και ξηρούς. Συνήθως τη συναντάμε σε κυπελλοειδή ή γραμμικά σχήματα. Ο συνδυασμός μη αρδευόμενων, παλαιών αμπελώνων (50 ετών κατά μέσο όρο) και των σύγχρονων τεχνικών οινοποίησης, έχει σαν αποτέλεσμα κρασιά μέτριου αρωματικού χαρακτήρα, με φινέτσα, ικανοποιητική οξύτητα και δυνατότητα παλαίωσης.
Είναι πολύ καλή στα ξηρά αλλά και στα γλυκά κρασιά, που συνηθίζονται στην Αττική κυρίως. Σε αντίθεση με τις περισσότερες ελληνικές λευκές ποικιλίες, «κολακεύεται» πολύ από το βαρέλι, αποκτώντας ενδιαφέροντα αρώματα μελιού και αποξηραμένου βερίκοκου. Αν είναι να συνδυαστεί με κάτι, συνήθως είναι με ασύρτικο ή ροδίτη, προσδίδοντας βάθος και φινέτσα.
Ιστορία
Το σαββατιανό είναι γηγενής ποικιλία της Αττικής. Από εκεί η καλλιέργειά του μεταφέρθηκε στη Βοιωτία, την Εύβοια, ακόμη και στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας σύμφωνα με τον Όμηρο. Είναι γνωστό και με άλλα ονόματα εκτός Αττικής όπως Κουντούρα λευκή, Ασπρούδα, Σακέϊκο και Περαχωρίτικο.
Το σαββατιανό είναι η ποικιλία βάση της ρετσίνας, του πιο γνωστού παραδοσιακού ελληνικού κρασιού. Η «συνταγή» της ρετσίνας εικάζεται ότι δημιουργήθηκε χιλιάδες χρόνια πριν, κατά την αποθήκευση κρασιού μέσα σε αμφορείς. Κατά τη Μυκηναϊκή εποχή το ελληνικό κρασί μεταφερόταν στον αρχαίο κόσμο μέσα σε αμφορείς, οι οποίοι στεγανοποιούνταν και σφραγίζονταν με ρετσίνι. Έτσι παρατήρησαν τα ιδιαίτερα αρώματα που έδινε το ρετσίνι στο κρασί και το υιοθέτησαν. Δυστυχώς η ρετσίνα κακοποιήθηκε αργότερα, όταν με υπερβολικές ποσότητες από ρετσίνι προσπαθούσαν να «μασκαρέψουν» ελαττωματικά και κακής ποιότητας κρασιά. Σήμερα αυτό έχει αλλάξει καθώς πολλοί νέοι οινοποιοί, με προσεκτικές οινοποιήσεις σαββατιανού και όχι μόνο, έχουν καταφέρει να παράξουν ρετσίνες με διακριτικά αρώματα πεύκου επιτρέποντας στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κρασιού να φανούν. Έτσι και η ρετσίνα κατακτά σιγά σιγά τη θέση που της αξίζει.
Χαρακτηριστικά
Το σαββατιανό δίνει συνήθως υψηλόβαθμα κρασιά με μέτρια οξύτητα και μέτριο σώμα. Το χρώμα στο ποτήρι μπορεί ναι ποικίλει από λεμονοπράσινο μέχρι χρυσαφί, ανάλογα με την οινοποίηση και την παλαίωση.
Ένα φρέσκο σαββατιανό έχει αρώματα αχλαδιού, ροδάκινου, μπανάνας, πεπονιού, λεμονιού και λευκών άνθεων. Με το βαρέλι αποκτά νότες μελιού, αποξηραμένου βερίκοκου, βουτύρου και καραμέλας.
Το σαββατιανό έχει αποδείξει ότι έχει εξαιρετικές δυνατότητες παλαίωσης και εξελίσσεται πολύ όμορφα με το χρόνο.
Συνδυασμός με Φαγητό
Συνοδεύει ευχάριστα σαλάτες, ελαφριά πιάτα με πουλερικά και σάλτσες εσπεριδοειδών ή λαχανικών, ψάρια και θαλασσινά ψητά ή στο τηγάνι. Τώρα αν μιλάμε για ρετσίνα τα πράγματα αλλάζουν λίγο. Ιδανικοί συνδυασμοί είναι τα οστρακοειδή, τα λευκά σαγανάκια ή ακόμα και το χοιρινό πρασοσέλινο για τους τολμηρούς! Οι βαρελάτες εκδοχές ζητούν πιο βαριά και πλούσια πιάτα όπως καρμπονάρα, καπνιστό μπούτι με μέλι στο φούρνο, σολομό με πορτοκάλι και χριστουγεννιάτικη γεμιστή γαλοπούλα!
Εύα Μαρκάκη
Γάιδαρος!
Λαογραφικά σημειώματα του Χρήστου Τούμπουρου
Μέχρι μια – κάποια ηλικία είχα σχεδόν ξεχάσει το όνομά μου! «Γαϊδούρι» ο ένας, «γαϊδούρι» ο άλλος, κόντεψα να πιστέψω πως το βαφτιστικό μου όνομα ήταν ψεύτικο. Γαϊδούρι ήταν το αληθινό. «Είσαι γάιδαρος, ρε αλειτούργε», μου φώναζε σε καθημερινή βάση η μάνα μου. Οι υπόλοιποι απλά επαναλάμβαναν τον, ας πούμε τίτλο. Κι εγώ προσπάθησα πολλές-πάμπολλες φορές να ερμηνεύσω τον τίτλο αυτό, το όνομα τέλος πάντων που αποδίδονταν σε άτακτα και «αδιάφορα» παιδιά. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί τόση απαξία σ’ αυτό το καλόβουλο ζωντανό με την περίσσεια υπομονή και την ανεκτίμητη προσφορά του. Έμειναν μόνο τα λόγια του παππού. «Μη λες έτσι το παιδί, θα πάει στο στρατό και θα τον βάζουν να κουβαλάει», και συνέχιζε με το τραγούδι «οι φαντάροι, οι φαντάροι, φορτωμένοι σαν γαιδάροι».
Όλα αυτά μου έρχονται κατά νου τώρα που διαβάζουμε πως βρίσκεται «σε παρακμή και είναι διαρκώς συρρικνούμενος ο πληθυσμός των γαιδάρων στη χώρα μας». Αυτό το ζωντανό που γνώρισε μέρες δόξας και μεγαλοπρέπειας… Επίσημα γνωρίζουμε πως το 1950 υπήρχαν στη χώρα μας 508.000 γαϊδούρια. Το 1995 μειώθηκαν σε 95.000, το 2008 ήταν λιγότερα από 16.000, ενώ σήμερα μάλλον μιλάμε για αριθμό κάτω από χίλια. Κι όπως φαίνεται στα ανέκδοτα και στα τετράστιχα θα μείνει. «Να ‘μουν το Μάη γάιδαρος, τον Αύγουστο κριάρι, όλο το χρόνο πετεινός και το Φλεβάρη γάτος».
Όλα αυτά μου έρχονται κατά νου τώρα που διαβάζουμε πως βρίσκεται «σε παρακμή και είναι διαρκώς συρρικνούμενος ο πληθυσμός των γαιδάρων στη χώρα μας». Αυτό το ζωντανό που γνώρισε μέρες δόξας και μεγαλοπρέπειας… Επίσημα γνωρίζουμε πως το 1950 υπήρχαν στη χώρα μας 508.000 γαϊδούρια. Το 1995 μειώθηκαν σε 95.000, το 2008 ήταν λιγότερα από 16.000, ενώ σήμερα μάλλον μιλάμε για αριθμό κάτω από χίλια. Κι όπως φαίνεται στα ανέκδοτα και στα τετράστιχα θα μείνει. «Να ‘μουν το Μάη γάιδαρος, τον Αύγουστο κριάρι, όλο το χρόνο πετεινός και το Φλεβάρη γάτος».
Ο άκρατος οίνος, ο αμέθυστος Σωκράτης και ο έλεγχος των παθών.
Κρασί: Κάτι περισσότερο από ζουληγμένα σταφύλια

Η ετυμολογική προέλευση της λέξης «κρασί», έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί λέει πολλά για τον τρόπο που αντιλαμβάνονταν οι αρχαίοι Έλληνες την πόση και τη μέθη. Λοιπόν, το κρασί προέρχεται από το μεσαιωνικό «κρασίον» που είναι υποκοριστικό της λέξης «κράσις», που σημαίνει «ανάμειξη». Η λέξη δήλωνε, όπως λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, την ανάμειξη οίνου και νερού, δηλαδή τον «κεκραμένον οίνον», που χρησιμοποιούσαν στα συμπόσια, ακριβώς για να μη γίνονται σκνίπα από την αρχή, και να μπορούν να πίνουν σχεδόν όλη νύχτα έχοντας τα μυαλά τους στη θέση τους από τη μια, κι από την άλλη μια ευχάριστη, ελαφριά μέθη.
Να πούμε πως ο αρχιτρίκλινος, ο επικεφαλής του συμποσίου, ο συμποσίαρχος, ρύθμιζε την «ευκρασία» του οίνου, τη δύναμή του δηλαδή, ανάλογα με τη σύνθεση και τις δυνατότητες της παρέας των συμποσιαστών. Ονομαστή έχει μείνει η αντοχή του Σωκράτη στο κρασί – ακόμα και άκρατο οίνο και αν έπινε, δηλαδή ανέρωτο κρασί, δεν μεθούσε, γιατί τον στήριζε, όπως μαθαίνουμε από τον Πλάτωνα, το «δαιμόνιό» του.
Το κρασάκι μας λοιπόν, που μας φτιάχνει όμορφο κεφάλι, όταν είμαστε «μετρίως υποπίνοντες», όταν το σιγοπίνουμε δηλαδή, τσιμπώντας μια μπουκιά μεζεδάκι, καθαγιάζοντάς το με καλή παρέα κι έξυπνη κουβέντα, αυτό το κρασί, μας μαθαίνει, από την ίδια την ετυμολογία του, το νόημα όχι της βίαιης κατάπνιξης, αλλά του ελέγχου των παθών και της συνακόλουθης απόλαυσης, όπως δηλαδή κάνουν οι πότες, κι όχι οι μπεκρήδες.












