Παλιές ιστορίες

Η προίκα και η τρύπα

Γνωστό είναι πως διαλύονταν γάμος, για την μη καταβολή του υπολοίπου της προίκας που συμφωνήθηκε, για το είδος της ραπτομηχανής, για το χρόνο καταβολής της (προ ή μετά το γάμο), για… χίλια δυο για. Η προίκα ήταν το βάρος το ασήκωτο του γονιού κι όλης τελικά της οικογένειας. Πατέρας και γιοι ξενιτεύονταν, «να μάσουν τα χρήματα της προίκας», ένα και δυο ακόμα χρόνια. Και η θυγατέρα «ακαρτέρει κι ακαρτέρει μέσα στο σπίτ’», τραγουδώντας και υφαίνοντας στον αργαλειό, να φτιάξει τα ρούχα που μαζί με τα μετρητά συναποτελούσαν την προίκα. Το μέγα δηλαδή οικογενειακό πρόβλημα!
Συνακόλουθο της προίκας ήταν το πανωπροίκι που λειτουργούσε ως γιατρικό όταν η νύφη δεν ήταν «άμωμη, άσπιλη, αγνή παρθένα». Κι ακόμα να πούμε πως αν δεν υπήρχε προίκα -σπανιότατο φαινόμενο- ή τέλος πάντων αν η προίκα ήταν μικρή -(για την πεθερά πάντα μικρή ήταν) τότε η νύφη «ήταν για τα λούσματα». Από το πουθενά έπεφταν βροχή τα «κοσμητικά» επίθετα. Άχρηστη, ανεπρόκοπη, σουλτούκω, δευτεράτζα! Το βαρύτερο όμως ήταν «κακομοιριασμένη». Κάποτε μία εγκυμονούσα απέβαλε. Την αιτία δεν διαπίστωσε ο γιατρός ούτε καν επιλήφθηκε κάποιος τέλος πάντων γιατρός. Η γνωμάτευση έγινε στο πεζούλι της εκκλησίας μεταξύ κουτσουμπολιού και κακεντρέχειας. «Αχαΐρευτο το τραΐ, κακομοιριασμέν’ και η γίδα, πού να βγει το κατσίκ’;» Τόσο απλά και με πολλαπλή αξιοπρέπεια!

 Μιλάμε για τη δεκαετία του 50. Το Τζουμέρκο σιγά σιγά άρχιζε να συμμαζεύει τα υπάρχοντά και να συμμαζεύεται μετά τη δεκαετία των επιδρομέων και του εμφύλιου σπαραγμού. Τα σπίτια «φτου κι απ’ την αρχή», γιατί τα είχαν κάψει οι τότε επιδρομείς και σημερινοί «σύμμαχοί» μας, οι πληγές επουλώνονταν και η κοινωνική ζωή άρχισε να ρολάρει. Συνοικέσια, γάμοι, γεννήσεις, δειλά δειλά πανηγύρια και χοροστάσια. Οι προξενήτρες στο έργο και οι άντρες στο όργο (όργωμα) ή στην ξενιτιά. Βέβαια η εσωτερική μετανάστευση δεν ήταν έντονη για τα Τζουμέρκα γιατί λειτούργησαν τα Δασικά έργα. Φράγματα και αναδασώσεις. Μικρά τα μεροκάματα αλλά είχαν σχεδόν μόνιμη τη δουλειά. Και το οικογενειακό εισόδημα το συμπλήρωνε η οικόσιτη οικονομία. Η γιδούλα, τα κατσικάκια, οι κοτούλες και η όποια παραγωγή από τα χωραφάκια.
Λίγοι, πολύ λίγοι αυτοί οι μετανάστες, οι οποίοι μάλιστα θεωρούνταν πολύξεροι, ενημερωμένοι για τα πάντα και οι έχοντες άποψη «επί παντός επιστητού». Αυτός ήταν και ο Γιάννης. Πολυταξιδεμένος, άνθρωπος κυρίως της πρωτεύουσας, υπεράνω όλων των άλλων των «γηγενών», των μονίμων δηλαδή κατοίκων του χωριού, που δεν είχαν πάει ούτε καν στην πρωτεύουσα του νομού, υπερείχε πάντων ως προς τους τρόπους συμπεριφοράς και διαφοροποιούνταν στην ομιλία. Στη λαλιά μιμούνταν τους Πειραιώτες, στη δε συμπεριφορά διακρίνονταν από την ευγένεια και τους αγνούς και πραγματικούς τρόπους. «Σπαθί ο λόγος του, είχε μπέσα, τιμούσε τη φιλία». Ήταν από όλους αγαπητός.
Και όχι μόνο. Εξαιρετικός υποψήφιος γαμπρός. Με όλα τα προσόντα. «Παλληκάρ’ κοσμογυρισμένο», έτσι τον είχαν χαρακτηρίσει. Περιζήτητος… Έδωσαν, πήραν οι προξενήτρες, φουρλάτισαν ένα καλοκαίρι, τελικά κατάφεραν να τον παντρέψουν. Η τυχερή νύφη ήταν η Αλεξάνδρα. «Καλή κοπέλα, απ’ τον κόρφο της μάνας της και με μεγάλο βυζί». (Το βυζί ήταν η προίκα). Η προίκα όμως που υποσχέθηκε ο πεθερός -είπαμε ποια να πρωτοαρπάξει τον Γιάννη- ήταν υπερβολική. Δόθηκε το μεγαλύτερο μέρος προ γάμου και θα εξοφλούνταν μετά τον γάμο. Και έγινε ο γάμος όμως το ζεύγος για έναν μήνα δεν συνευρέθη. Μαύρα μαντάτα έφτασαν όταν το έμαθε το γεγονός ο πατέρας της νύφης. Αποφάσισε να μιλήσει στον γαμπρό φοβούμενος μήπως ήταν μουλαΐμκο.
Τον κάλεσε και του τα είπε. Τότε ο Γιάννης με την Πειραιώτικη προφορά και τη μπεσαλίδικη συμπεριφορά απάντησε. «Άκου να σου πω πεθερέ. Αν δεν ταχτοποιηθεί η προίκα, δεν εννοώ να χαλάσω της Αλεξάνδρας την τρύπα».

Χρήστος Τούμπουρος
Συγγραφέας-Ερευνητής

«Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος», έλεγαν οι αρχαίοι, που πάει να πει ζωή χωρίς γιορτές μοιάζει μ’ ένα μακρύ δρόμο χωρίς πανδοχείο.

Ένα “γκουγκλάρισμα” χρειάζεται μεγαλύτερη υπολογιστική ισχύ από όση χρειάστηκε η αποστολή του Αpollo 11 στη Σελήνη!!!!

Μπορεί μια αναζήτηση να διαρκεί δέκατα του δευτερολέπτου, αλλά πίσω από αυτό κρύβεται μια θηριώδης υπολογιστική ισχύ, πολύ περισσότερη από τους κώδικες και τους υπολογιστικούς μηχανισμούς που χρειάστηκε για να στείλει η NASA αστροναύτες στη Σελήνη.
Η πολιτική ζωή κατρακυλάει σε σύγκρουση άνευ ορίων και φραγμών. Κανείς, όπως φαίνεται, δεν είναι σε θέση να κάνει αυτό που είχε πει ο παλιός πρόεδρος των ΗΠΑ Τόμας Τζέφερσον:

 «Οταν φτάσεις στην άκρη του σκοινιού, δέσε έναν κόμπο και κρατήσου εκεί». 

Πηγή: Protagon.gr

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας – Το χαλί όπου παίζαμε ήτανε κόκκινο


Σαν σήμερα, 3 Σεπτεμβρίου 1994, πέθανε ο σημαντικός Έλληνας ζωγράφος, Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας. Υπήρξε επίσης γλύπτης, χαράκτης, εικονογράφος, συγγραφέας και ακαδημαϊκός. Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του  “Το χαλί όπου παίζαμε ήτανε κόκκινο”
Αν θελήσω να ξαναγυρίσω με το μυαλό μου πίσω στα παιδικά μου χρόνια με σταματάει μια δυσκολία.
Θυμάμαι πιο εύκολα κείνα τα πράγματα που μου ’χουν ξανάρθει, από τότες, πολλές φορές στο νου και τα ’χω ξαναδιηγηθεί σε άλλους, ή στον εαυτό μου, γιατί τα ’βρισκα ενδιαφέροντα, για να δικαιολογήσω μια πράξη μου, και γιατί οι άλλοι τα είχανε διαλέξει για καλύτερα και μου τα είχανε επιβάλει κι εμένα του ίδιου.
Τα άλλα, όσα συμβαίνουν στην καθημερινή ζωή, μένουν μπερδεμένα σε κάποιο θαμπό σύννεφο που υπάρχει (γιατί το αισθάνομαι) μέσα μου. Καταλαβαίνω πως θα μου χρειαστεί κόπος για να φτάσω ως τα εκεί.
Κι έτσι σκοντάφτει η θέλησή μου και γυρίζει σαν ένας μύλος που δεν αλέθει τίποτα· ώσπου να της δώσω καμιά άλλη τροφή να ικανοποιηθεί, κοιτάζοντας λόγου χάριν απ’ το παράθυρο τον εξωτερικό κόσμο, αφού τόση είναι η αδυναμία μου να γυρίσω στον εσωτερικό.
Καμιά φορά στον πρωινόν ύπνο ξανάρχονται ξεχασμένα πράγματα σαν φούσκες από τον βυθό μιας λεκάνης που ανεβαίνουν γοργά ως την επιφάνεια του νερού από ένα σφουγγάρι γεμάτο αέρα.

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας (ΠΧΓ1890) «Το πρώτο πρωί του κόσμου» – Προσχέδιο για το σκηνικό της «Περσεφόνης», 1961
Με τα τέσσερα, απάνω σ’ ένα χαλί, θυμάμαι για πρώτη φορά τον εαυτό μου. Ήτανε, μου φαίνεται, μετά το φαΐ, στον αντρέ της κυρούλας μου, που καθότανε σ’ ένα παλιό σπίτι της Πλάκας.

Παίζαμε βόλους με τον ξάδελφό μου και για τούτο είχαμε διαλέξει το μεσαίο χαλί, που τα σχέδιά του έκαναν οχτάγωνα, για να βάλουμε τους βόλους. Εκεί, απάνω στο παιχνίδι, έμεινα μερικές στιγμές ακίνητος, κοιτάζοντας προσεχτικά το χαλί. Και τότε μόνο γεννήθηκε μέσα μου και σιγά-σιγά μου επιβλήθηκε η ιδέα ενός χρώματος. Το χαλί όπου παίζαμε ήτανε κόκκινο. Τότε είδα και τα σχέδια που έκαναν οχτάγωνα μαύρα και άσπρα ―και όχι πριν, όταν το διαλέξαμε επειδή μας φαινόντουσαν καταλληλότερα για να παίξουμε βόλους.
Έτσι έκανα για πρώτη φορά μια διάκριση και συνέλαβα, χωρίς να το ξέρω, την ύπαρξη της αφηρημένης έννοιας ενός χρώματος κι ενός σχήματος που ώς τότε τα παρατηρούσα μόνο για την ενδεχόμενη χρησιμότητά τους.
Δεν θα ήτανε κανένας στον αντρέ κείνη την ώρα. Η κυρούλα θα είχε πάει να πλαγιάσει και η θεία μου η Πανδώρα μπαινόβγαινε, μου φαίνεται, από τον αντρέ στην κάμαρή της. Ούτε τους βόλους τους θυμάμαι καλά. Μα αργότερα είχα πολλών λογιών. Είχα μεγάλους βόλους γυάλινους με χρωματιστά στριφτά νερά, και μικρούς ίδιους, κι άλλους πρόστυχους που δεν μ’ άρεσαν, μονόχρωμους, ξύλινους. Και προσπαθούσα, σαν έχανα, να τους δώσω στα άλλα παιδιά μα κι αυτά δεν τους ήθελαν.
Πολλοί φίλοι μου είχανε ένα σακουλάκι για τους βόλους. Εκεί τους έκρυβαν άμα τελείωνε το παιχνίδι και σηκώνοντας την ποδιά τους τους έχωναν στιβαρά στην τσέπη του κοντού παντελονιού τους, με την ίδια κίνηση που είδα αργότερα στους «μεγάλους» σαν να είχανε παίξει χαρτιά να μαζεύουν τα χρήματα που είχαν κερδίσει ή όσα τους περίσσευαν απ’ τη χασούρα. Έτσι κι εγώ δεν άφησα τη μητέρα μου σε ησυχία πριν μου κάνει και μένα ένα σακουλάκι, που ήτανε άσπρο, μου φαίνεται, και πάντα λοιπόν λερωμένο.
Ένα άλλο μεσημέρι ήμουνα καλεσμένος στου ξαδέλφου μου που είχε την ίδια ηλικία με μένα. Από το πρόγευμα μου έμεινε η εντύπωση (ίσως είχανε κλειστά τα παντζούρια) μιας σκοτεινής τραπεζαρίας, και γύρω από ένα τραπέζι τετράγωνο, όρθιοι εμείς, τα δυο παιδιά και η άλλη μου η θεία η Πίτσα. Περιμέναμε να μπει ο θείος μου. Θα είχαμε ως φαίνεται ακούσει ν’ ανοίγει την πόρτα με το κλειδί του.
Μπήκε εκείνος και μας είπε «Καλημέρα παιδιά». Ύστερα ξεκρέμασε το σπαθί που φορούσε, φίλησε σκύβοντας τη γυναίκα του και το ακούμπησε σε μια γωνιά, γιατί ήτανε «αξιωματικός». Αυτό το σπαθί με τάραζε όλο το διάστημα του φαγητού. Δεν μπορούσα να το ξεχάσω.

Σπίτια της Αθήνας, 1928, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη
Στο σπίτι του θείου μου κοίταζα με περιέργεια διάφορες οβίδες που ήταν στις εταζέρες και μια πιο μεγάλη στο τραπέζι απάνω που χρησίμευε για βάζο. Εμείς δεν είχαμε τέτοια πράματα σπίτι μας. Και στης κυρούλας έβλεπα τέτοια βάζα από μεγάλες οβίδες μπρούντζινες, γυαλισμένες, αλλά δεν τις είχα παρατηρήσει ακόμα. Ο θείος, λοιπόν, θα τις είχε χαρίσει της κυρούλας ή της Πανδώρας. Τώρα όμως που πέρασαν χρόνια και ο θείος μου άλλαξε σπίτι, παρήγγειλε έπιπλα εγγλέζικα και δεν βλέπεις πια στην τραπεζαρία ή στο σαλόνι τέτοιες οβίδες.
Η κυρούλα όμως τις κράτησε, και μόλις μπεις, στον δεύτερο πάτο μιας κονσόλας με μια γλάστρα, βλέπεις ακόμη ένα τέτοιο βάζο. Η κυρούλα πια γέρασε και δεν έχει όρεξη να αλλάζει το σπίτι της καθώς αλλάζουν το δικό τους τα παιδιά της. Και η θεία Πανδώρα, που κάθεται πάντα μαζί της για να μην την αφήσει μόνη της, περιορίζεται στην κάμαρά της, που τη διορθώνει του γούστου της, και σ’ ένα μικρό γραφειάκι για να δέχεται τις φιλενάδες της. «Αυτό είναι δικό μου», λέγει. «Βλέπετε», προσθέτει κάπως στενοχωρημένη και σαν για να δικαιολογηθεί, «κάθομαι με τη μαμά και στην ηλικία της πώς να της πω να αλλάξουμε έπιπλα;».
Αυτό το γραφειάκι της Πανδώρας, που έδινε απάνω στον αντρέ και δίπλα στην κάμαρά της, και που τότε δεν το είχε «φτιάσει» ακόμα και χρησίμευε μάλλον για σιδερωτήριο, ώστε δεν υπήρχε φόβος να σπάσουμε τίποτα, ήτανε το βασίλειο του ξαδέλφου μου και μένα. Εκεί παίζαμε. Το παράθυρο έδινε σε μια ταρατσίτσα και μπορούσαμε να κάνουμε μάχες από μέσα και απ’ έξω απ’ το πεζούλι. Η μικροσκοπική ταράτσα μάς φαινόταν ολόκληρο «πεδίον μάχης». Και έχω παρατηρήσει την προτίμηση των παιδιών για τα μικρά δωμάτια, τα μικρά παιχνίδια, τα «αλογάκια», τα «σκυλάκια» και εν γένει όλα τα υποκοριστικά, που δείχνουν την προσπάθειά τους να αναγάγουν τα πάντα στην κλίμακα τη δική τους.
Αντίκρυ στην τραπεζαρία ήτανε η σάλα. Εκεί, κάθε φορά που έμπαινα, πίσω από τα φουστάνια της κυρούλας ή της θείας μου, κοίταζα με σέβας και προσπαθούσα να ανακαλύψω για ποιο μυστηριώδη λόγο μας απαγόρευαν να μπούμε εκεί μέσα μόνοι μας. Και στην αρχή δεν έβλεπα τίποτα, τόσο ήτανε σκοτεινά. Η κυρούλα ή η Πανδώρα αφήνοντάς με πίσω, κοντά στην πόρτα, άνοιγε το παράθυρο και σήκωνε το παντζούρι για να ιδεί, και το λίγο φως που έμπαινε απ’ έξω με τρόμαζε ακόμη περισσότερο, γιατί τώρα, ό,τι και να έκανα που δεν έπρεπε, μου φαινόταν πως θα το έβλεπαν καλύτερα τα στοιχειά που ήτανε κρυμμένα μέσα στα μεγάλα κάδρα που στόλιζαν τους τοίχους ή μέσα στο ντουλαπάκι ή πίσω από τις μεγάλες πολυθρόνες, σαβανωμένες το καλοκαίρι με θήκες από άσπρο ύφασμα.
Με το ίδιο ύφασμα ήταν σκεπασμένα και τα πλαϊνά και το απάνω μέρος των μπερντέδων, και το φως έπαιζε απάνω τους και απάνω στο σοβά του ταβανιού που γύρω-γύρω του τρέχαν ψιλές ζωγραφιστές γραμμές ―μαύρες, πράσινες και χρυσές― και στις τέσσερες άκρες δενόντουσαν σαν σε φιόγκο, με διάφορα άλλα στολίδια, κουκκιδίτσες, φύλλα ή λουλούδια γεωμετρικά. Στη μέση του ταβανιού, μέσα σε τετράγωνα που σχημάτιζαν κάδρα, οι ζωγραφιές, μονόχρωμες αυτή τη φορά, παράσταιναν καραβάκια με πανιά, και πίσω βουνά και θάλασσα, και περιστοίχιζαν έναν κύκλο από άσπρη πάστα σκαλιστή, από το κέντρο του οποίου κρεμόταν, σαν άλλη σπάθη Δαμοκλέους, μια λάμπα με πολλά φώτα, τυλιγμένη σε ψιλό τουλπάνι.
Το ίδιο χρωματιστό φιλέτο κατέβαινε και έκανε το γύρο των τοίχων σαν να ’θελε να τους φυλακίσει στην περιοχή του και μένα ίσως μαζί. Το πάτωμα ήταν επικίνδυνα κερωμένο και γυάλιζε αφιλόξενα.
Γύρω-γύρω έκοβαν την οπισθοχώρηση κάτι μαύρες καρέκλες η μια δίπλα στην άλλη. Εγώ προτιμούσα να κάθομαι κοντά στην πόρτα και κοίταζα με περιέργεια τι θα έκανε η κυρούλα.
Εκείνη πήγαινε στο ντουλάπι, που ήτανε μαύρο κι αυτό με χρυσά στολίδια, και άνοιγε με το κλειδί που ήταν δεμένο με μια μικρή αλυσίδα στη μέση της. Τότε φαινόντουσαν αραδιασμένα πιατάκια με φοντάν, και ένα άλλο με κυδωνόπαστο που το ’φτιανε μόνη της. Άρχιζα κι εγώ να συνηθίζω στην αγριήλα της «σάλας» αλλά ήτανε πια αργά. Η κυρούλα ξανακλείδωνε, έκλεινε το παράθυρο και η «σάλα» ξανασκοτείνιαζε.
Ύστερα μας έδινε από ένα κυδωνόπαστο και κοίταζε να ιδεί αν μας αρέσει. Δεν μας έδινε όμως άλλο, και το πιατάκι εξαφανιζόταν χωρίς ποτέ να καταλαβαίνουμε πώς χάθηκε. Αυτά συνέβαιναν κάθε Κυριακή που έτρωγα στης κυρούλας.
Τις άλλες μέρες καλά-καλά δεν θυμάμαι τι έκανα. Ίσως γιατί οι Κυριακές ήτανε για μένα το μεγάλο γλέντι, ενώ οι άλλες μέρες έμοιαζαν όλες αναμεταξύ τους και η βδομάδα περνούσε χωρίς να μ’ αφήσει τίποτα το εξαιρετικό.
Στην κάμαρα της κυρούλας δεν είχα ξαναμπεί πριν από την ημέρα που, επειδή κάναμε πολύ κρότο με τον ξάδελφό μου στο γραφειάκι και στον αντρέ που ήτανε δίπλα στην κάμαρα της Πανδώρας, μας φώναξε η θεία μας να πάμε να παίξουμε πιο μακριά. Η Πανδώρα έπασχε από πονοκεφάλους, αλλά τότε δεν καταλαβαίναμε και καλά-καλά. Αρχίσαμε λοιπόν να τρέχουμε σ’ ένα μακρύ κοριντόρ που πήγαινε στην κουζίνα, μπροστά στη κάμαρα της κυρούλας και του παππού, που ήτανε στη μέση. Η πόρτα ήτανε ανοιχτή και τρέχοντας απάνου-κάτου ρίχναμε ματιές μέσα στην κάμαρα.
Στο παράθυρο στεκότανε μια στάμνα για να δροσίζεται, και πίσω από την πόρτα φαινόταν ένα μεγάλο σιδερένιο ντουλάπι που μας κινούσε την περιέργεια. Από πάνου από το ντουλάπι ακουμπισμένα στον τοίχο τα εικονίσματα κι ένας μικρός σταυρός πλεχτός, από κείνους που δίνουν των Βαΐων. Μπροστά έκαιγε ένα καντήλι. Στην άκρη, ένα μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι, σκεπασμένο με μια κουβέρτα μάλλινη, και στο κομοδίνο απάνω χτυπούσε το χοντρό ασημένιο ρολόι του παππού δίπλα σ’ ένα καντηλιέρι κι ένα ποτήρι νερό.
Σε μια άλλη γωνιά κρυμμένο μ’ ένα παλιό χαλάκι ήτανε ένα μπαούλο, από κείνα τα μαύρα μπαούλα τα ξύλινα με τα σιδερένια ζωνάρια. Ο παππούς ήτανε παλαιικός άνθρωπος και ήθελε να βλέπει κοντά του τα πράγματά του κλειδωμένα από φόβο μην τα χάσει. Και τούτο το είχανε οι περισσότεροι παλαιοί που θυμόντουσαν ακόμη τους χρόνους εκείνους όπου δεν υπήρχε ασφάλεια. Έτσι, μόνον όταν έβλεπε την κασέλα του και το μπαούλο του μέσα στην κάμαρά του ήτανε ήσυχος ο παππούς. Και τούτη τη συνήθεια την είχε κληρονομήσει κι ο πατέρας μου.
Η χαρά μου ήτανε όταν έβλεπα τον πατέρα μου να ανοίγει ένα ντουλάπι όπου κρεμόντουσαν τα ρούχα του και να βγάζει από τον κάτω πάτο ένα τετράγωνο σιδερένιο κουτί που το ’φερνε με προσοχή και δεν το ακουμπούσε ούτε στο τραπέζι ούτε στο κομό ούτε αλλού, παρά μόνον απάνω στο κρεβάτι.
(Και τούτη η συνήθεια, που την έχουμε ακόμη πολλοί, ό,τι πράγμα αξίας να το ακουμπάμε στο κρεβάτι, ή αν έχουμε καμιά απόφαση να πάρουμε ή αν θέλουμε να συζητήσουμε και βρισκόμαστε εκείνη τη στιγμή στην κρεβατοκάμαρα, να καθόμαστε απάνω στο κρεβάτι, θα έρχεται ίσως από τον καιρό που δεν είχαμε στα σπίτια πολλά έπιπλα και όπου το κρεβάτι, όπως και τώρα στα χωριά, ήταν το πρώτο, το πιο απαραίτητο και το πιο λουσόζο έπιπλο του σπιτιού.)

Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας
Ακουμπούσε λοιπόν ο πατέρας την «κασετίνα», όπως την έλεγε, στο κρεβάτι κι έτρεχα εγώ να κάτσω δίπλα για να ιδώ τι έχει μέσα.
Καμιά φορά προσπαθούσα να τη σηκώσω γιατί μου φαινότανε σχετικά μικρή, αλλά ήτανε όλο σίδερο και δεν μπορούσα ούτε να την κουνήσω. Μέσα κει πρώτα έβλεπες πολλά χαρτιά διπλωμένα και κολλαριστά κι άλλα χαρτάκια-σημειώσεις. Αυτά τα ’βγαζε ο πατέρας και τα μετρούσε και τα εξέταζε απ’ όλες τις μεριές. Αλλά εγώ κοίταζα στο βάθος της κασετίνας όπου ήτανε ένα άλλο μικρό κουτάκι από μαύρο πετσί, κι άλλο ένα στρογγυλό, κόκκινο, κι άλλα πράματα ανακατεμένα: πίπες κεχριμπαρένιες, ασήμια, παράσημα, νομίσματα διάφορα, ένας «Μέγας Αλέξανδρος», και με θάμπωναν σαν να βρισκόμουν μπροστά σε κανένα θησαυρό. Ο πατέρας μου τότε έπαιρνε ένα κόκκινο κουτάκι και σαν ταχυδακτυλουργός έβγαζε από μέσα δώδεκα χρυσές λίρες· μετά τις ξανάχωνε χωρίς να μ’ αφήσει να τις αγγίξω. Κι ύστερα το μαύρο κουτί, που είχε μέσα ένα περιδέραιο με πέτρες, μια σφραγίδα χρυσή με αμέθυστο σκαλιστό, μια καδένα και άλλα μπιχλιμπίδια. Εμένα όμως καλύτερα απ’ όλα μ’ άρεσε η σφραγίδα, που είχε απάνω κι ένα πουλί. Το ’παιρνα για αϊτό αλλά ο πατέρας μού έλεγε πως είναι φοίνικας· και μπέρδευα τον φοίνικα το δέντρο με τον φοίνικα το πουλί, που γεννιέται μου ’λεγε από τις στάχτες. Σαν τα κοίταζε όλα καλά ξανακλείδωνε κι έπαιρνε την «κασετίνα», και το θέατρο τελείωνε. Η φαντασία μου όμως έτρεχε ακόμη ώσπου ξανάβρισκα πάλι τον εαυτό μου καθισμένο στην πικεδένια κουβέρτα του κρεβατιού.
Την ημέρα λοιπόν που κυνηγιόμαστε με τον ξάδελφό μου μπρος στην πόρτα της κάμαρας της κυρούλας μου, συνέβη και κάτι άλλο.
Αφήνοντας τα παιχνίδια, κοιτάξαμε γύρω-γύρω με την περιέργεια των παιδιών για κάθε καινούριο πράμα, αλλά και χωρίς φόβο γιατί δεν ήτανε κανένας να μας μαλώσει.
Αφού σκαλίσαμε από λίγο παντού, πήγα και προς το κομοδίνο κοντά στο κρεβάτι, και με μια απρόσεκτη κίνηση έσπρωξα χωρίς να το θέλω το ποτήρι με το νερό και χύθηκε. Ταραχτήκαμε πολύ γιατί τρέμαμε τον παππού μας. Ποτέ δεν μιλούσε· κι όταν έλεγε κάτι, έπρεπε ν’ ακούγεται στο λεπτό. Έμεινα ακίνητος κοιτάζοντας το νερό που ξαπλωνότανε λίγο-λίγο στο χαλί. Και κει όπου είχε πέσει, το χρώμα του χαλιού σκούραινε τόσο πολύ που μου πέρασε άξαφνα η ιδέα πως μπορούσε να ξεβάψει. Τρέξαμε να βρούμε κάτι να το μαζέψουμε και το μόνο που μου ’τυχε ήταν ο κουβάς μου και το φτυαράκι. Μ’ αυτά, καθισμένος χάμω, προσπαθούσα να μαζέψω το νερό όταν άκουσα βήματα.
Ο ξάδερφός μου, με την πρόφαση ότι έψαχνε να βρει κάτι άλλο για να με βοηθήσει, δεν ξαναφάνηκε στην κάμαρα. Έτσι έμεινα μόνος μου με το φόβο της τιμωρίας.
Άρχισα τα κλάματα. Από τα μάτια μου τρέχαν τα δάκρυα ενώ προσπαθούσα ακόμη να διορθώσω εκείνο που έκανα. Η πόρτα άνοιξε κι η κυρούλα προχώρησε. Πίσω της ερχόταν κι ο παππούς.
«Τι έπαθες;», φώναξε τρομαγμένη γιατί μ’ έβλεπε να κλαίω μες στα νερά. (Δεν μπορούσε να ιδεί το ποτήρι γιατί είχε κυλήσει από κάτω από το κρεβάτι.)
Εγώ δεν απάντησα. Τέλος πάντων είπα τι συνέβη και με μεγάλη απορία είδα πως αντί να θυμώσουν τους έπιασαν τα γέλια. Ύστερα με σήκωσαν και μ’ έδιωξαν από μέσα από την κάμαρά τους, αλλά το μάλωμα δεν το γλίτωσα, όπως θα ιδείτε.
Την ημέρα εκείνη ήρθαν να με πάρουν από το σπίτι νωρίτερα. Την Κυριακή καθώς φιλούσα το χέρι της κυρούλας, όπως μου είχανε πει να κάνω πάντα άμα έμπαινα, άρχισε να με μαλώνει.
«Άταχτε! Διαβολόπαιδο! Ποιος σου έδωσε την άδεια να πας στην κάμαρή μου την άλλη φορά και να χύσεις τα νερά;»
Κιτρίνισα. Ποιος ξέρει τι είχα κάνει και τι επρόκειτο να μου συμβεί. Ευτυχώς επενέβηκε η Πανδώρα.
«Άσ’ το, Μαμά, το παιδί. Τι θυμάται τώρα αυτό απ’ την άλλη φορά;» Και μ’ έσπρωχνε να πάω να παίξω στο καμαράκι όπου με περίμενε ο ξάδερφός μου χωρίς να τολμάει να παρουσιαστεί. Η κυρούλα μου, που είχε ιδιαίτερη αγάπη της Πανδώρας, σώπασε, κι έτσι γλίτωσα από μεγαλύτερο κακό. Το κέφι μου όμως χάλασε και μου ’ρχότανε να κλάψω. Μου φαινότανε πως ήμουνα με ξένους κι ήθελα να φύγω.

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Διαλογισμοί και αντιφεγγίσματα, 1936
Το μεσημέρι έφτασε ο παππούς και κάτσαμε όλοι στο τραπέζι. Εγώ απέφευγα να τον κοιτάζω κι έβλεπα μέσα στο πιάτο μου. Αλλά κείνος με φώναξε με το όνομά μου, λέγοντας, με τη χοντρή του φωνή: «Άλλη φορά να μην ξαναπάς μέσα στην κάμαρά μου. Άκουσες; Μια για πάντα σ’ το λέω».
«Άφησε», είπε η κυρούλα, «τον μάλωσα εγώ πρωτύτερα. Δεν θα το ξανακάνει».
«Α! καλά», έκανε ο παππούς.
«Άκουσες, χρυσό μου;», μου είπε η Πανδώρα, σκύφτοντας να με φιλήσει, «Να μην μπεις πια στην κάμαρα του παππού. Προχτές του χάλασες το ρολόι του».
Στο τραπέζι καθόμαστε κατά τον εξής τρόπο: Στο βάθος ο παππούς, από τις δυο μεριές η κυρούλα και η Πανδώρα, και αντίκρυ από τον παππού τα δυο παιδιά. Πίσω από τον παππού, στον τοίχο, ήτανε κρεμασμένος ένας καθρέφτης με ξύλινη κορνίζα λουστραρισμένη κι από πάνω μια μεγάλη φωτογραφία του παππού.
Απάνω στο φαΐ η κυρούλα όλο προθυμοποιόταν να ευχαριστήσει τον άντρα της. Πότε να τον σερβίρει, πότε να του διαλέξει το καλύτερο κομμάτι ή να τον ρωτήσει τι θέλει. Και παρακολουθούσε και την υπηρέτρια με το μάτι για να τη μαλώνει αν αργούσε να εκτελέσει μια διαταγή του. Κι απ’ όλους έπαιρνε πρώτος ο παππούς στο τραπέζι, κι άρχιζε να τρώει με κατεβασμένα μούτρα, χωρίς να ενδιαφέρεται για τους άλλους ―ούτε απαντούσε σε κανέναν.
Από πάνω από το κεφάλι του όμως, φωτογραφιστός, χαμογελούσε, και έμοιαζε και αγαθός άνθρωπος. Τούτο μου φαινόταν παράξενο, και πότε κοίταζα εκείνον και πότε τη φωτογραφία.
«Τι κοιτάζεις, το κάδρο του παππού σου;», με ρώτησε η κυρούλα. «Είναι χρόνια παιδί μου που την έχει βγαλμένη αυτή τη φωτογραφία.»
Αλλά εγώ δεν καταλάβαινα καλά τι ήθελε να πει γιατί μου φαινόταν πως «οι μεγάλοι» ήτανε από πάντα, και θα είναι όλη τους τη ζωή, «μεγάλοι». Όσο για μας τα παιδιά, δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα αλλάζαμε. Κι αν καμιά φορά έλεγα μέσα μου, γιατί μου το είχανε πει, ότι θα γίνω κι εγώ «μεγάλος», μου φαινότανε πως ο Θεός θα μου έκανε σαν να πούμε ιδιαίτερη χάρη, και θα μεγάλωνα γρηγορότερα και ασφαλέστερα από τα άλλα παιδιά της ηλικίας μου.
Αργότερα χώρισα τους ανθρώπους σε τρεις κατηγορίες: οι γέροι, οι μεγάλοι κι εμείς τα παιδιά. Και μια μέρα όπου η κυρούλα μου μ’ έβγαλε περίπατο κι εγώ της μιλούσα κι έτρεχα μπροστά της, εκείνη δυσκολευόταν να με ακολουθήσει και με τράβαγε πίσω από το χέρι.
«Έλα», της έλεγα, «να τρέξουμε».
«Κάτσε ήσυχος», μου έκανε, «εγώ δεν μπορώ να τρέξω».
«Γιατί;», τη ρώτησα με την αφέλεια του παιδιού. «Επειδή είσαι γριά;»
«Φύγε από κει!», μου ’κανε, «δεν είμαι γριά».
«Ναι, ναι, είσαι γριά, είσαι γριά», φώναζα χοροπηδώντας από ευχαρίστηση γιατί είχα ανακαλύψει κάτι που μου ’κρυβε και δεν ήθελε να ακουστεί.
Η κυρούλα μου κατακοκκίνισε από θυμό και περπατούσε κοιτάζοντας μπροστά της και μουρμουρίζοντας: «Βρωμόπαιδο, παλιόπαιδο, ου να χαθείς, διάβολε».
Και όσο έβλεπα πως τη θύμωνα, τόσο εγώ χαιρόμουνα για την ανακάλυψή μου, σαν για κανένα θρίαμβο. Δεν το’ κανα όμως με κακία, γιατί θεωρούσα πιο ζηλευτό να είσαι «μεγάλος» ή «γέρος» παρά «μικρός». Εκείνοι είχαν κάθε ελευθερία, ενώ εμείς τα παιδιά έπρεπε να ζητήσουμε την άδεια για το παραμικρό. Αλλά και για έναν άλλο λόγο μου φαίνεται να μη χαιρόμουνα τότε με κακία.
Η κυρούλα μου έμοιαζε θυμωμένη κι αυτό με διασκέδαζε. Η ευχαρίστησή μου θα σταματούσε αν την έβλεπα λυπημένη. Πολύ αργότερα, σαν κάτσαμε όλοι μαζί και την έβλεπα κάθε μέρα, ξανασυλλογίστηκα αυτό το επεισόδιο, και, βλέποντας πόσο της άρεσε να καλλωπίζεται μπροστά στον καθρέφτη, έλεγα πως θα της είχε κάνει κόπο. Αλλά εκείνη θα το είχε ξεχάσει. Ίσως και ποτέ να μην έδωσε σημασία στο πράμα γιατί ήμουνα ακόμη μικρό παιδί.

***

Απόσπασμα από το βιβλίο:  Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Το χαλί όπου παίζαμε ήτανε κόκκινο, Ίκαρος, 1996

Θυρανοίξια vs εγκαίνια .

Θυρανοίξια .

Είχε χρησιμοποιηθεί στα βυζαντινά χρόνια για τα εγκαίνια, π.χ. της Αγια-Σοφιάς, και έμεινε να χρησιμοποιείται, αλλά μόνο για τα εγκαίνια ναών.
εποίησεν (ενν. ο βασιλεύς) τα θυρανοίξια του ναού
http://www.komvos.edu.

Το ΛΝΕΓ (το λεξικό του Μπαμπινιώτη, δηλαδή) λέει:
επίσημη τελετή ανοίγματος των θυρών Ιερού Ναού, είτε στο πλαίσιο της τελετής των εγκαινίων του είτε ανεξάρτητα από αυτά, για να παραδοθεί σε χρήση με αντιμήνσιο μέχρι τον εγκαινιασμό του.

Το αντιμήνσιο είναι το ύφασμα που μπορεί να αντικαταστήσει την Αγία Τράπεζα.

υπάρχει επομενως διαφορά μεταξύ εγκαινίων και θυρανοιξίων .

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΘΗΒΩΝ ΚΑΙ ΛΕΒΑΔΕΙΑΣ
ΙΕΡΟΣ ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΚΟΥΡΤΩΝ
ΘΥΡΑΝΟΙΞΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ ( εξωκλήσιον στη
θεδη Τσιγκουράτι )
Φέρεται εις γνώσιν των ευσεβών χριστιανών ότι την 15η
Σεπτεμβρίου 2018 ημέρα Σάββατο και ώραν 18 θα τελεσθούν τα θυρανοίξια του ιερού
ναού Ζωοδόχου Πηγής προεξάρχοντος του Σεβ. Μητροπολίτου και Ποιμενάρχου μας κ
Γεωργίου .
Παρακαλούνται οι κάτοικοι όπως παρευρεθούν και να
συμπροσευχηθούν μαζί μας .
Εκ του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου

Η τελετή των  Θυρανοίξιων  του ιερού Ναού της Ζωοδόχου Πηγής θα  γίνει στις 15 Σεπτεμβρίου ημέρα Σάββατο και ώρα 6 το απόγευμα προεξάρχοντος του Σεβ. Μητροπολίτου Θηβών και Λεβαδείας  Γεωργίου .

Θυρανοίξια ιερού ναού

Πώς γίνονται τα εγκαίνια ενός Ιερού Ναού και πώς καθαγιάζεται η Αγία Τράπεζα;

αγία τράπεζα

Εγκαίνια είναι η τελετή με την οποία καθιερώνεται και καθαγιάζεται ένας ναός και από απλό κτίσμα μεταβάλλεται σε οίκο λατρείας και προσευχής και η  τράπεζά του σε ιερό θυσιαστήριο και
Αγία Τράπεζα.

Άλλωστε η ίδια η λέξη εγκαίνια φανερώνει ότι ένα πράγμα από παλαιό γίνεται καινούργιο και από μη ιερό, άγιο. Η καινούργια αυτή διάσταση όσον αφορά το ναό είναι ολοκάθαρη σ’ όλες τις ευχές και τα τροπάρια της ακολουθίας. Χωρίς εγκαίνια δεν είναι δυνατή η τέλεση κανενός μυστηρίου παρά μόνο με τη χρήση του Αντιμηνσίου, λινού δηλ. υφάσματος, το οποίο μπορεί να αντικαταστήσει την Αγία Τράπεζα μέχρι να γίνουν κανονικά τα εγκαίνια, αφού σ’ αυτό υπάρχουν τμήματα λειψάνων αγίων.
Όσον αφορά την ιστορία των εγκαινίων είναι σημαντικό πως από την Παλαιά ακόμη Διαθήκη γίνεται λόγος γι’ αυτά. Η σκηνή του μαρτυρίου που ήταν αφιερωμένη στη λατρεία του Θεού, είχε
«δικαιώματα λατρείας» όπως μας λέει ο Απ. Παύλος, (εβρ. δ 1), αγιάσθηκε από τον Μωϋσή κατά προτροπή του Θεού με μυσταγωγικές πράξεις· «και λήψη το έλαιον της χρίσεως, και χρίσεις την
σκηνή και πάντα τα εν αυτή, και έσται αγία…» (Έξοδ. 40, 9-11). Το ίδιο έγινε και με το ναό του Σολομώντος. Οι Εβραίοι μάλιστα είχαν και έχουν ακόμη ειδική γιορτή των Εγκαινίων, όπως
λέγεται, στην οποία γιορτάζουν και θυμούνται τα εγκαίνια και την κάθαρση του ναού του Σολομώντος, την οποία έκαμε ο Ιούδας ο Μακκαβαίος το 165 π. Χ. μετά τη βεβήλωσή του από τον
Αντίοχο Δ’ τον Επιφανή. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι πως η εκκλησία από τη στιγμή που έπαψε να καταφεύγει στις κατακόμβες και να προσφέρει την αναίμακτη θυσία επάνω στους τάφους των μαρτύρων, άρχισε να καθιερώνει ναούς και μάλιστα με μεγαλοπρεπείς τελετές, όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Ευσέβιος. Ήταν πανηγύρι τα εγκαίνια τότε, όπως ακριβώς και σήμερα.
Πνευματικό πανηγύρι που στηρίζεται στην πίστη του λαού, αλλά και τη ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας.
Τα εγκαίνια είναι οπωσδήποτε συνδεδεμένα με τη σημασία που δίνει η Εκκλησία στο Ναό ως λειτουργικό χώρο και οίκο προσευχής του λαού αφ’ ενός και αφ’ ετέρου με τη σημασία που δίνει
στον άνθρωπο ως λειτουργικό ον και προσωπικότητα με σκοπό τον αγιασμό και τη θέωση. Γι’ αυτό και στο πανηγύρι των Εγκαινίων καλούμαστε όλοι να συμμετάσχουμε πνευματικά και με πίστη.
«Εν πίστει τα εγκαίνια, επιτελούμε φαιδρώς». Η ιερότητα του πανηγυριού αυτού στηρίζεται στην πίστη μας πως ο Ναός είναι έργο του Χριστού και του Παναγίου Πνεύματος· έργο όλης της
Παναγίας Τριάδος πιστεύουμε, όπως λέει το τροπάριο, πως «τούτον τον οίκον ο Πατήρ ωκοδόμησε· τούτον τον οίκον ο Υιός εστερέωσε· τούτον τον οίκον το Πνεύμα το Άγιον ανεκαίνισε, το φωτίζον, και στηρίζον, και αγιάζον τας ψυχάς ημών» (απόστιχο του Εσπερινού). Ο Ναός είναι ασφαλώς ο οίκος του Θεού, αλλά και το δικό μας σπίτι. Είναι και πρέπει να είναι το κέντρο της ζωής μας κι όχι κάτι το δευτερεύον. Είναι η σκηνή η αληθινή, λιμάνι των χειμαζόμενων, ιατρείο παθών, καταφυγή ασθενών, δαιμόνων φυγαδευτήριο τόπος που ο λαός δοξάζει τον Θεό «ψαλμοίς και ύμνοις και μυστικαίς λειτουργίαις» οι οποίες αναφέρονται και φθάνουν στο νοερό θυσιαστήριο και σε μας κομίζουν την αγαθότητα και τη χάρη του Θεού.
Πώς γίνονται τα εγκαίνια του Ιερού Ναού;
Η καθιέρωση του Ναού γίνεται από τον Αρχιερέα, που είναι τύπος του Χριστού, με την εξής σειρά και τάξη, ενώ για την όλη τελετή χρησιμοποιούνται αρκετά υλικά στοιχεία, όπως κερί καθαρό,
μαστίχη, σμύρνα, θυμίαμα, λείψανα μαρτύρων, άγιο μύρο, μαρμαροσάπουνα, ροδόσταμο, κρασί, κατασάρκιο της αγίας Τραπέζης, Αντιμήνσια κ.α.
Τα »υλικά» που χρειάζονται για την Ακολουθία των Εγκαινίων
α) Η λιτανεία των Ιερών λειψάνων
Το απόγευμα της προηγούμενης ημέρας, ο Αρχιερεύς μεταφέρει στον Ι. Ναό που πρόκειται να εγκαινιασθεί τα ιερά λείψανα, τα οποία εναποθέτει σ’ ένα άγιο Δισκάριο, πάνω στην Αγία Τράπεζα.
Το πρωί αφού τελειώσει ο όρθρος, με την ψαλμωδία σχετικών τροπαρίων γίνεται τριπλή περιφορά γύρω από το Ναό. Ο Αρχιερεύς ντυμένος με λευκή στολή, σύμβολο της καθαρότητας και της
αγνότητας, με ιερό δέος φέρει στο κεφάλι του τον ειδικό δίσκο με τα άγια λείψανα σκεπασμένα με το ίδιο κάλυμμα που σκεπάζονται τα θεία δώρα.
Οι ιερείς κρατούν το Ευαγγέλιο, το σταυρό και εικόνες, οι δε λαϊκοί προπορεύονται με τις λαμπάδες. Σε κάθε στάση διαβάζονται ορισμένα αναγνώσματα από την Καινή Διαθήκη και στη
συνέχεια μπροστά στο Ναό, όπου ήδη έχει τοποθετηθεί ειδικό αναλόγιο γίνεται μία από τις κατανυκτικότερες τελετές της εκκλησίας μας. Η είσοδος δηλαδή πάλι στο Ναό γίνεται με
ιδιόμορφο τρόπο. Οι θύρες είναι κλειστές. Ο Αρχιερεύς προστάζει αυτούς που είναι πίσω από τις πόρτες να τις ανοίξουν στο Βασιλέα της δόξης λέγοντας τα λόγια του Δαυίδ. «Άρατε πύλας οι
άρχοντες ημών…» (Ψαλ. 24ος), και ακούγονται από μέσα τα λόγια που οι άγγελοι έλεγαν αναμεταξύ τους κατά την Ανάληψη του Κυρίου. «Τις εστιν ούτος ο Βασιλεύς της δόξης». Έχουμε
εδώ μίμηση ακριβώς των αγγέλων τη στιγμή της Ανάληψης. Και «οι πύλες ανοίγονται στην πρόκληση των φωνών -τονίζει ο Καβάσιλας- ωσάν να επρόκειτο οι φωνές να εισαγάγουν τον
Χριστόν εις τον Ναόν». Με λαμπρό και πανηγυρικό λοιπόν τρόπο εισοδεύονται τα άγια λείψανα μέχρι το θυσιαστήριο, όπου ο Αρχιερεύς, πάλι, αφού τα βάλει σε ειδική θήκη με εύοσμο
κηρομαστίχη, τα θυμιάζει, τα μυρώνει και τα τοποθετεί στο στυλίσκο που βρίσκεται στο μέσον της Τραπέζης ως το πιο κατάλληλο θεμέλιο. Κανένα άλλο θεμέλιο δεν είναι καλύτερο από τα ιερά
λείψανα. Κι αυτό, όπως λέει ο Καβάσιλας γιατί «κανένα από τα μυστήρια δεν είναι πιο συγγενές προς το Χριστό απ’ ότι οι μάρτυρες. Έχουν τα πάντα κοινά με τον Κύριο δηλ. το σώμα και το
πνεύμα και το σχήμα του θανάτου… Άλλωστε τα οστά αυτά είναι ο αληθινός Ναός και το θυσιαστήριο του Θεού, και ο αχειροποίητος αυτός Ναός είναι η απομίμηση του αληθινού».
β) Ο καθαρισμός της Αγίας Τραπέζης
Μετά την τοποθέτηση των ιερών λειψάνων στη θέση που προαναφέραμε, ο Αρχιερεύς παίρνει το δοχείο με την κηρομαστίχη και τα αρώματα, που συμβολίζουν τα μύρα με τα οποία ο Ιωσήφ ο από
Αριμαθαίας άλειψε το σώμα του Κυρίου, και τα εκχύνει στην οπή της αγίας Τραπέζης για τη στερέωση του ανεγειρομένου Τάφου. Κατόπιν τοποθετείται η πλάκα στην οπή της αγίας Τραπέζης,
ενώ ψάλλονται δύο ωραίοι ψαλμοί ο 142ος «Υψώσω σε ο Θεός μου, ο Βασιλεύς μου, και ευλογήσω το όνομά σου εις τον αιώνα» σαν ευχαριστία και ανάμνηση των θαυμασίων του Θεού,
και ο 22ος «Κύριος ποιμαίνει, με…», που υμνεί τη φιλανθρωπία του Θεού.
Εν, τω μεταξύ ο Αρχιερεύς αφού πάνω από τα αρχιερατικά του άμφια βάλει στο λαιμό του, το λεγόμενο σάβανο, λευκού χρώματος, σύμβολο της σινδόνης με την οποία τυλίχθηκε το άγιο σώμα
του Κυρίου, διαβάζει γονατιστός την ευχή «ο Θεός ο άναρχος και αΐδιος…» με την οποία παρακαλεί τον Θεό να αποστείλει το Πανάγιό του Πνεύμα και να αγιάσει το νέο Ναό. Ακολουθεί η πλύση και ο καθαρισμός της αγίας Τραπέζης με σαπούνι και νερό ζεστό, σύμβολο κι αυτό του Αγίου Πνεύματος του οποίου από δω και πέρα πλέον θα είναι όργανο η αγία Τράπεζα. Η όλη
τελετή θυμίζει βάπτισμα.
Κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Η αγία Τράπεζα εικονίζει το Σωτήρα και δέχεται τα του βαπτίσματος όπως Εκείνος. «Είναι δε ανάγκη -τονίζει πάλι ο Καβάσιλας- να γίνει κάποια κάθαρση ενάντια στη
δύναμη του πονηρού, κι όπως ο Αρχιερεύς με προσευχές αποκαθαίρει από κάθε επήρεια των δαιμόνων το ύδωρ με το οποίο βαπτίζει τον άνθρωπο, έτσι και σ’ αυτή την τελετή διαλέγει τις
κατάλληλες προσευχές και με τον ίδιο τρόπο, όπως και πριν, με το νερό αποκλείει το πονηρόν».
Μετά την κάθαρση της αγίας Τραπέζης για τους λόγους που αναφέραμε, ραντίζει ο Αρχιερεύς το ιερό θυσιαστήριο με ροδόσταμο, με το οποίο κάνουμε την Τράπεζα να ευωδιάζει και όπως λέει ο
Καβάσιλας, μ’ αυτό δείχνουμε πως «φέραμε όλα όσα είναι απαραίτητα για να συμπληρώσουν την ανθρώπινη ζωή, δηλαδή φέραμε κι από τα αναγκαία κι από τα ευχάριστα κι απ’ αυτά κάναμε τη
θυσία μας». Κατόπιν όπως και μετά το Βάπτισμα ακολουθεί η Χρίση με το άγιο μύρο, το οποίο φέρνει τη χάρη του Θεού στη γη. Το μύρον είναι η δύναμη του θυσιαστηρίου. Δύναμη που
ενεργοποιείται, όπως τονίζει ο Καβάσιλας, με την παρουσία και τη χάρη των ιερών λειψάνων για τα οποία αναφέραμε πριν.
Αφού επλύθη (εβαπτίσθη), εμυρώθη η αγία Τράπεζα, τώρα ήλθε η ώρα να βάλει τα καλά της. Αρχικά στην κάθε μια από τις τέσσερεις της γωνίες τοποθετείται ένα κομμάτι λινό ύφασμα στο
οποίο είναι αγιογραφημένος κι ένας Ευαγγελιστής, επειδή η αγία Τράπεζα εικονίζει όλη την Εκκλησία στη στερέωση της οποίας συνέβαλαν οι Ευαγγελιστές, με τα Ευαγγέλιά τους. Κατόπιν
τυλίγεται σταυροειδώς στην αγία Τράπεζα το πρώτο ένδυμα το λεγόμενο κατασάρκιο, σύμβολο της σινδόνης με την οποία τυλίχθηκε το σώμα του Χριστού. Στη συνέχεια τοποθετείται ο επενδύτης, η
αγία ενδυτή η τραπεζόφορον κατά τον Συμεών Θεσσαλονίκης. Είναι το βασικό άμφιο της αγίας Τραπέζης, πολυτελές σύμβολο δόξης κατά τον Συμεών, αφού κατά τον ίδιο η αγία Τράπεζα «τάφος
εστι και θρόνος του Ιησού». Τέλος τοποθετείται το λεγόμενο ειλητό, το οποίο εισήχθη στους βυζαντινούς χρόνους και αργότερα αντικατεστάθη από το γνωστό Αντιμήνσιο. Λέγεται πως το
ειλητό δηλώνει το σουδάριο το οποίο έφερε ο Χριστός στο κεφάλι Του το χρόνο που βρισκόταν στο μνημείο και συμβολίζει την υπέρ ημών νέκρωση και Ανάσταση του Κυρίου. Επάνω σ’ αυτό
τοποθετείται το ιερό Ευαγγέλιο και η τελετή τελειώνει με τη μύρωση και θυμίαση όλου πια του Ναού. Οι ευχές δε που διαβάζονται στο τέλος είναι γεμάτες ευχαριστία στο Θεό και παράκληση να
γεμίζει με δόξα, αγιασμό και χάρη το νέο θυσιαστήριο έτσι ώστε πάνω σ’ αυτό να μεταβάλλεται η αναίμακτη θυσία σε σώμα και αίμα Χριστού και να αγιάζεται ο λαός του Θεού με τη συμμετοχή
του σ’ αυτό το μυστήριο.
Τελικά δηλαδή ο σκοπός των εγκαινίων δεν είναι μόνο ο αγιασμός του Ναού αλλά και δικός μας με τον πνευματικό αγώνα και την αληθινή ζωή. «Ούτως εγκαινίζεται ο άνθρωπος· ούτω τιμάται η των
Εγκαινίων ημέρα». Σ’ αυτόν τον αγώνα έχουμε οπωσδήποτε οδηγό το Χριστό. Άλλωστε το λυχνάρι που στο τέλος της ακολουθίας ανάβει ο Αρχιερεύς πάνω στην αγία Τράπεζα συμβολίζει, κατά τον
Καβάσιλα, το δικό Του Φως. «Αυτό το φως μπορεί να ανακαλύψει και να φέρει στο φως τα πάντα, όπως ακριβώς γέμισε τον Άδην το φως, όταν έφθασε εκεί ο Χριστός

Πηγή: Περιοδικό «Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός»