Αποψη: Εξω τα Λατινικά, alea jacta est!

ΣΟΦΙΑ ΒΕΡΥΚΙΟΥ*

Έξω τα Λατινικά από την  Γ’ Λυκείου, αποφάσισε το Υπουργείο Παιδείας. Η αλήθεια είναι ότι λυπήθηκα, καθότι τα Λατινικά, ως μαθήτρια τα αγάπησα ιδιαίτερα και αν και τα διδάχθηκα μόνον στην τελευταία τάξη του σχολείου, έχω μια αρκετά ολοκληρωμένη εικόνα για αυτά. Όμως, δεν μπορώ να αγνοήσω το γεγονός, ότι διδάσκονταν κατά αποκλειστικότητα προς όφελος των Πανελληνίων Εξετάσεων, στους μαθητές της θεωρητικής κατεύθυνσης και όχι προς όφελος όλων των μαθητών ανεξαιρέτως και της βαθύτερης πνευματικότητας των ιδίων.

Το γεγονός λοιπόν, ότι προτείνεται να καταργηθούν από εξεταζόμενο μάθημα αντικαθιστάμενα από το μάθημα της Κοινωνιολογίας, δεν το κατακρίνω κατ’ ανάγκη, καθώς θα ήταν άδικο για την ίδια την επιστήμη της Κοινωνιολογίας, εξίσου σημαντικής για την κατανόηση του κόσμου. Επίσης, η γνώση των Λατινικών, εάν θέλουμε να μιλάμε για πραγματική γνώση, δεν είναι παπαγαλία, πρακτική η οποία είχε συνδεθεί, δυστυχώς αναπόφευκτα και με το μάθημα αυτό, αλλά ένας οργανισμός -και γιατί όχι ζωντανός- όπως και τα Αρχαία που χρειάζεται σκέψη (δεν χρησιμοποιώ τον ανόητο όρο κριτική σκέψη, καθότι όλα είναι κριτικά σε αυτή την ζωή) και διάθεση για έρευνα.
Από την στιγμή λοιπόν που δεν διδάσκονται σύμφωνα με την παραπάνω λογική, μπορώ να καταλάβω και τον λόγο κατάργησής τους. Όμως, δεν μπορώ να πιστέψω και να δεχτώ, ότι κανείς δεν έχει στον νου του, ή τουλάχιστον μέχρι στιγμής δεν προβλέπεται, να επαναφέρει τα Λατινικά με έναν ριζοσπαστικότερο και καθολικότερο τρόπο μέσα στις τάξεις. Μία γλώσσα που μίλησαν άνθρωποι του πολύ μακρινού παρελθόντος, ομολογουμένως και που πάνω σε αυτήν στηρίχθηκε ο Δυτικός Πολιτισμός, για τον οποίο σήμερα έχουμε το αναφαίρετο δικαίωμα να λέμε, ότι είμαστε περήφανοι, δεν μπορεί να υποβιβάζεται κατά αυτόν τον τρόπο. Μία γλώσσα η οποία είναι ακόμη ζωντανή, καθώς την διδάσκονται και την μελετούν χιλιάδες φοιτητές ανά τον κόσμο, αλλά και ειδικότερα στην Ελλάδα, όπου έχουμε το προνόμιο να σπουδάζουμε κλασική Ελληνική Φιλολογία, Αρχαιολογία, Ιστορία, Νομική, Κοινωνιολογία, δεν μπορεί να αφαιρείται από την μαθητική ζωή των παιδιών.
Απαλλαγμένη από κάθε είδους αρχαιοπληξία, θεωρώ ότι από την Α΄ Λυκείου όλοι οι μαθητές ανεξαιρέτως θα πρέπει να διδάσκονται βασικές αρχές της Λατινικής Γραμματείας, μαθαίνοντας επιτέλους και την ύπαρξη του Βιργιλίου, του “Λατίνου Ομήρου”, όπως έχει χαρακτηριστεί, σύμφωνα φυσικά και με το πρότυπο Homo Universalis, το οποίου θεωρώ ότι δεν έχει σταματήσει να αφορά το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, ακόμη τουλάχιστον.
Απαλλαγμένη επίσης από κάθε είδους διδακτισμό, θεωρώ ότι τα Λατινικά είναι απαραίτητα, καθώς τα συναντάμε πολλές φορές στην καθημερινή μας ζωή, από την χρήση αγγλικών, γαλλικών, ιταλικών, ιδιωματισμών και εκφράσεων, μέχρι τα ονόματα των αγαπημένων μας π.χ. Αμάντα ή Στέλα, μέχρι ακόμη και τα brands επώνυμων ρούχων (Μπορείτε να τα ψάξετε και μόνοι σας).
Επειδή, το εν λόγω κείμενο εμπεριέχει μέσα προσωπικό και εξομολογητικό, όπως θα λέγαμε τόνο και καθώς δεν έχει περάσει και τόσος πολύς χρόνος από την στιγμή που εγκατέλειψα και με εγκατέλειψαν τα μαθητικά θρανία, ομολογώ ότι ναι μεν μπορεί να έχω ξεχάσει την κατά λέξη απέξω μετάφραση της περιβόητης Ανδρομέδας, όμως συνεχίζω να την έχω μέσα μου, ως αναπόσπαστο στοιχείο της μαθητικής συγκρότησης μου.
Επίσης, χωρίς τα Λατινικά δεν θα μπορούσα να ξέρω, ότι ο Νέμο, ο αγαπημένος ήρωας των μικρών παιδιών είναι η αντωνυμία nemo, που σημαίνει κανένας. Δεν θα μπορούσα επίσης να καταλάβω τις λατινικές εκφράσεις διπλωματίας, όπως σχετικά με την ονομασία των Σκοπίων, αλλά και άλλων πολιτικών ζητημάτων. Και τέλος-πολύ σημαντικό- δεν θα ήξερα να κλείνω το ρήμα amo που σημαίνει αγαπώ, όπως το τσεχωφικό πρότυπό μου, η Μάσα που κάθε φορά που νευριάζει κλείνει φωναχτά, amo-amas-amat-amamus –amatis–amant. Και φυσικά, χωρίς τα Λατινικά δεν θα είμαι σε θέση να γνωρίζω τί θα σημαίνουν οι επιγραφές που, ως αρχαιολόγος, ευελπιστώ να ερμηνεύσω, κάποτε.
Εάν λοιπόν, μπει κάποιος στον μάταιο κόπο να αναρωτηθεί γιατί χρειάζεται τις παραπάνω γνώσεις στην ζωή του, θα του απαντούσα ότι τα χρειάζεται επειδή η ζωή είναι ωραία από μόνη της αλλά γίνεται ακόμη ωραιότερη με τα γράμματα, τις τέχνες, τις επιστήμες. Όλα αυτά τα έχει ορίσει ο νόμος της Ιστορίας μας και ο νόμος της ιστορικότητας του ανθρώπου. Δεν νομίζετε ότι και τα Λατινικά συντελούν στην εξυπηρέτηση αυτών των απαραβίαστων νόμων;
* Η Σοφία Βερυκίου εισήχθη πρόσφατα στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Από τον Γιάννη τον Πενταμοδιανό η παρακάτω ανάρτηση

Σκάνδαλο ή θεσμοποιημένη διαφθορά;

«σκάνδαλο: αναστάτωση ή ανωμαλία που προκαλείται από λόγια, πράξεις, συμπεριφορά ή γεγονότα που έρχονται σε σύγκρουση με τους νόμους της ηθικής, της ευπρέπειας, της αιδούς»
Πολύ κουβέντα γίνεται αυτό τον καιρό με την ευκαιρία του «σκανδάλου της γνωστής φαρμακευτικής εταιρείας». Οι αποσπασματικές αποκαλύψεις για διαφθορά και πολυεπίπεδη διαπλοκή, με σκοπό την εξυπηρέτηση (με το αζημίωτο φυσικά) των συμφερόντων της εταιρείας, αναδεικνύουν και μερικά δομικά ερωτήματα.
Είναι όντως σκάνδαλο –με την έννοια του έκτακτου γεγονότος που αντίκειται στους ισχύοντες κανόνες και «νόμους ηθικής»; Ή μήπως πρόκειται για θεσμική διαφθορά, αυτονόητη και απαραίτητη για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής;
Το βασικό ιδεολόγημα στο οποίο στηρίζει διεθνώς η φαρμακοβιομηχανία τον ρόλο της είναι ότι με την ερευνητική της δραστηριότητα ανακαλύπτει νέα φάρμακα και σώζει ζωές. Με βάση αυτό ακριβώς το ιδεολόγημα χρηματοδοτεί και επηρεάζει επιστημονικές εταιρείες και οργανώσεις ασθενών, οι οποίες, σε συνεργασία με αντίστοιχα διαπλεκόμενα ΜΜΕ, πολλαπλασιάζουν τις πολιτικές πιέσεις για προστασία και διευκολύνσεις στην «καλή» φαρμακοβιομηχανία που «μας σώζει».
Από την άλλη μεριά δεν ανακαλύφθηκαν όντως νέα φάρμακα που άλλαξαν την πορεία διαφόρων νοσημάτων; Ποιές είναι τελικά οι πραγματικές διαστάσεις αυτού του φαινομένου;
Κερδοφορία ή απάντηση σε πραγματικές ανάγκες;
Την πρώτη μεταπολεμική περίοδο του «υγιούς» καπιταλιστικού ανταγωνισμού η φαρμακοβιομηχανία αναπτύχθηκε με σημαία την έρευνα για την ανακάλυψη νέων φαρμάκων, εμβολίων, κλπ. Παράλληλη ανάπτυξη, με αντίστοιχα αποτελέσματα, εμφάνισε και ο αδελφός, επιστημολογικά, αλλά και οικονομικά, κλάδος της βιο-ιατρικής τεχνολογίας.
Νέα φάρμακα λοιπόν, αλλά και νέα μηχανήματα, μέρος των οποίων συμβάλλει όντως στη διαγνωστική προσέγγιση και τη θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου.
Προφανώς όμως ο στόχος της βιομηχανίας δεν είναι η βελτίωση της υγείας του πληθυσμού, ως αυτοσκοπός, αλλά η διεύρυνση του κέρδους της. Η ίδια, λοιπόν, ακολουθεί την σύγχρονη εξέλιξη της καπιταλιστικής οικονομίας, η οποία έχει διογκώσει την κερδοφορία των εικονικών προϊόντων και διαδικασιών εις βάρος της παραδοσιακής παραγωγικής διαδικασίας.
Σήμερα λοιπόν μόνο το 1,3% των εξόδων της φαρμακοβιομηχανίας πηγαίνει στη βασική έρευνα για την ανακάλυψη νέων φαρμάκων, ενώ συνολικά η φαρμακοβιομηχανία ξοδεύει περισσότερο για την προώθηση των προϊόντων της παρά για την έρευνα και ανάπτυξη.[1]
Αλλά και τα περισσότερα από τα νέα φάρμακα που προωθούνται στην αγορά δεν έχουν συνήθως τίποτε το νέο να προσφέρουν. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, η φαρμακοβιομηχανία εισήγαγε στην αγορά 1032 νέα ή ανανεωμένα παλιά φάρμακα από το 2005 έως το 2014. Από αυτά, μόνο 66 είχαν σημαντική δράση, περισσότερο από τα μισά δεν προσέφεραν τίποτε το νέο και 177 κρίθηκαν ως απαράδεκτα καθότι προκαλούσαν σοβαρές παρενέργειες.
Μια άλλη μέθοδος αύξησης της κερδοφορίας είναι η προώθηση στην αγορά παλαιών επιτυχημένων φαρμάκων με νέα συσκευασία, νέο όνομα και πολλαπλάσια τιμή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, από την αγορά των ΗΠΑ, το αναλγητικό φάρμακο Vimovo που συνδυάζει τη δράση της αναλγητικής ναπροξένης και της γαστροπροστατευτικής εσομεπραζόλης. Με βάση αυτό το πλεονέκτημά του, η τιμή του στις ΗΠΑ έφτασε στα 55$ την ημέρα. Η αγορά όμως των δύο αυτών ουσιών σε δύο ξεχωριστές συσκευασίες γενοσήμων κοστίζει την ίδια περίοδο 0,80$ την ημέρα! Η εταιρεία βέβαια που παράγει το Vimovo έκανε μια συνολική δωρεά 101.000$ στην Αμερικανική Γαστρεντερολογική Εταιρεία…
Επίσης, η βιομηχανία ισχυρίζεται ότι η ανάπτυξη νέων φαρμάκων είναι μια επικίνδυνη οικονομικά διαδικασία, καθότι τα πιθανά έξοδα έρευνας μπορεί να μην επιφέρουν αντίστοιχα αποτελέσματα. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι από το 1980 μέχρι σήμερα τα κέρδη της φαρμακοβιομηχανίας αυξάνουν σταθερά χωρίς να αναφέρεται καμία πτώχευση εταιρείας. [2]
Οι στρατηγικές των φαρμακευτικών εταιρειών με στόχο την ικανοποίηση των μετόχων τους και γενικά την προσέλκυση του ενδιαφέροντος της χρηματιστηριακής αγοράς, στόχευαν, μέχρι πρόσφατα, στην «πελατεία» των συχνότερων χρόνιων προβλημάτων της Δύσης (διαβήτης, καρδιοπάθειες), και αγνοούσαν τα νοσήματα του υπόλοιπου κόσμου, αφού αυτός δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει. Από το 2000 ως το 2011, και από τα 850 νέα προϊόντα, μόνο τα 37 (4%) αφορούσαν νοσήματα του φτωχού κόσμου.[3]
Μετά τον σχετικό κορεσμό αυτής της αγοράς, η φαρμακοβιομηχανία μεταφέρει το ενδιαφέρον της σε μικρές εξειδικευμένες αγορές με υψηλό τίμημα. Έτσι π.χ. τα φάρμακα τροποποίησης της πολλαπλής σκλήρυνσης στις ΗΠΑ, από έναν μέσο όρο 8-11.000 δολαρίων το χρόνο για καθε άρρωστο, τη δεκαετία 1990 έφτασαν στα 60.000 δολάρια σήμερα.
Τα σύγχρονα φάρμακα για τις ρευματοπάθειες, το 2015 αποτελούσαν μόλις το 1% των συνταγών στις ΗΠΑ, ενώ αντιπροσώπευαν το 28% της φαρμακευτικής δαπάνης.[4]
Με ποικίλες επιστημονικές και δημοσιογραφικές παρεμβάσεις που στηρίζονται στην προσέγγιση του ότι «όσο πιο απελπισμένοι γίνονται οι άρρωστοι, τόσο περισσότερα είναι έτοιμοι να πληρώσουν», αναπτύσσονται κατά καιρούς καμπάνιες τρομοκρατίας και εκφοβισμού, που χρησιμοποιούνται με τη σειρά τους από τους πολιτικούς υπεύθυνους για να κατοχυρώσουν την κυκλοφορία και την υψηλή τιμή αυτών των σκευασμάτων.
Η κυρίαρχη λοιπόν στοχοθεσία για κερδοφορία ποσώς ενδιαφέρεται για την κάλυψη πραγματικών αναγκών. Είναι όμως ιδιαίτερα αποτελεσματική, όπως και στην περίπτωση της βιοτεχνολογίας, στην προκλητή ζήτηση υπηρεσιών και φαρμάκων.
Αποτελεσματική διαπλοκή και επιρροή στους ελεγκτικούς μηχανισμούς
Η βιομηχανία επηρεάζει τους ελεγκτικούς φορείς και τις κυβερνήσεις με λόμπι, πληρωμές-δωρεές, και με την παρουσία αντιπροσώπων της στις διάφορες επιτροπές που χαράσσουν πολιτική, με στόχο την προσαρμογή του θεσμικού πλαισίου στα συμφέροντά της (δομή και ρόλος των ελεγκτικών μηχανισμών, διαδικασία και κριτήρια ποιοτικού ελέγχου, κοκ.).
Ξεκάθαρη απόδειξη της επίδρασης των επιχειρηματικών συμφερόντων στη διαδικασία έγκρισης και ποιοτικής αξιολόγησης των φαρμάκων είναι η συμμετοχή της βιομηχανίας στη χρηματοδότηση λειτουργίας των υπεύθυνων φορέων.
Στις ΗΠΑ, λόγου χάρη, μετά από χρόνια υποχρηματοδότηση της US Food and Drug Administration (διεθνώς γνωστή ως FDA) από το Κογκρέσο, δημιουργήθηκε έντονο πρόβλημα στη διαδικασία ελέγχου και αδειοδότησης των φαρμακων. Με περικοπές προσωπικού αναγκαστικά οι διαδικασίες έγιναν ιδιαίτερα χρονοβόρες. Για την επιτάχυνση λοιπόν των διαδικασιών νομοθετήθηκε το 1992 η δυνατότητα οι ίδιες οι εταιρείες να χρηματοδοτούν το προσωπικό που θα αξιολογήσει το προϊόν τους με αυστηρά χρονικά περιθώρια, ώστε να βγαίνουν στην αγορά το ταχύτερο δυνατό τα φάρμακα, και να εκμεταλλευτούν έτσι για μεγαλύτερο χρόνο τα δικαιώματα της πατέντας.
Στη Βρετανία, με βάση τη θατσερική αρχή ότι «η επιστήμη πρέπει να απαντά στις ανάγκες της βιομηχανίας», από το 1989 η χρηματοδότηση του σχετικού οργανισμού ( UK Medicines and Health Care Products Regulatory Agency) βασίζεται 100% στην πληρωμή των ίδιων των ενδιαφερόμενων εταιρειών.
Σε κάθε περίπτωση, η σύμβαση χρηματοδότησης έχει σαφώς καθορισμένο χρόνο λήξης, η παραβίαση του οποίου από τον οργανισμό ελέγχου ακυρώνει τη χρηματοδότησή του. Άρα ο οργανισμός έχει άμεσο συμφέρον να επιταχύνει τη διαδικασία ελέγχου και να χαλαρώσει τα κριτήριά του. Για τον λόγο αυτό τα φάρμακα που εγκρίθηκαν από την FDA με γρήγορες διαδικασίες παρουσίασαν πενταπλάσια πιθανότητα εκ των υστέρων απόσυρσης για λόγους ανεπιθύμητων δράσεων.
Το ισχύον λοιπόν θεσμικό πλαίσιο τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στην ΕΕ, εξαρτά τη χρηματοδότηση των οργανισμών ελέγχου από τις εταιρείες. Οι ίδιες οι εταιρείες, δηλαδή, χρηματοδοτούν τον έλεγχο των προϊόντων τους και κατά συνέπεια καθορίζουν τα κριτήρια και τους κανόνες αξιολόγησής τους.
Η διαπλοκή και η διαφθορά δηλαδή καθορίζονται από το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο
Ακόμη όμως και αυτό το πλαίσιο παραβιάζεται συχνά από τη φαρμακοβιομηχανία, η οποία δεν μοιάζει να κάμπτεται ιδιαίτερα από υπέρογκα πρόστιμα που καλείται να πληρώσει.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα από τις ΗΠΑ:
  • Η Johnson & Johnson το 2013 πλήρωσε πρόστιμο 2,2 δις δολαρίων για παράνομη συνταγογράφηση των φαρμάκων Risperdal, Invega and Natrecor.
  • Η GlaxoSmithKline συμφώνησε το 2012 να πληρώσει πρόστιμο 3 δις δολαρίων, αποδεχόμενη ότι προωθούσε το σκεύασμα Plaxil για θεραπεία της κατάθλιψης σε αρρώστους κάτω των 18 ετών, ενώ δεν είχε εγκριθεί η χορήγησή του γι’ αυτή την ηλικιακή ομάδα.
  • Η Merck το 2011 πλήρωσε 950 εκατ. δολάρια για την παράνομη προώθηση του αναλγητικού Vioxx, το οποίο αποσύρθηκε από την αγορά το 2004 όταν σειρά μελετών απέδειξε ότι αυξάνει τον κίνδυνο καρδιακών ανακοπών.
  • Η εταιρεία Eli Lilly καταδικάστηκε το 2009 από δικαστήριο στις ΗΠΑ να πληρώσει πρόστιμο 1,42 δις δολάρια γιατί προωθούσε, χωρίς καμία τεκμηρίωση, ένα αντιψυχωτικό φάρμακο και ως αγωγή για την γεροντική άνοια. Οι πωλήσεις της το 2013 έφτασαν τα 15,3 δις δολάρια (βλ. IMS Health).
Γενικά, τα δραματικά μειούμενα κατά την διετία Τραμπ, πρόστιμα αποτελούν μια ελάχιστη ενόχληση για τις εταιρείες όταν συγκριθούν με τα κέρδη τους. Από το 1991 ως το 2017 πληρώθηκαν 38,6 δις δολάρια σε πρόστιμα, που αντιστοιχούν στο 5% των 711 δις δολ. καθαρών κερδών των 11 μεγαλύτερων πολυεθνικών εταιρειών για 10 μόνο χρόνια (από το 2003-2012).[5]
Πολιτικές προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων και της πατέντας
Η στήριξη και διεύρυνση των πνευματικών δικαιωμάτων/πατεντών αποτελεί στρατηγικό στόχο της φαρμακοβιομηχανίας, καθώς όσο πιο αυστηρά και για όσο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα προστατεύονται, τόσο μεγαλύτερη είναι και η κερδοφορία της.
Μια πρώτη ιστορική σύγκρουση στο πεδίο αυτό έγινε τη δεκαετία του 1980 με την επίθεση των ΗΠΑ στον Καναδά που έδινε άδειες ασχέτως πατέντας και είχε καταφέρει να μειώσει έτσι τη φαρμακευτική δαπάνη κατά 15%. Η διαδικασία αυτή οδήγησε στην υπογραφή της γνωστής συνθήκης NAFTA (North American Free Trade Agreement) το 1994.
Παράλληλα, η φαρμακοβιομηχανία με έντονη παρασκηνιακή δραστηριότητα παίζει καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία και τους στόχους του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου καθώς και τη συμφωνία TRIPS (Trade-Related Aspects International Property Rights). Με τη συμφωνία αυτή καθιερώνεται η εικοσαετής ισχύς της πατέντας και περιορίζεται/επιβραδύνεται η δυνατότητα ανάπτυξης γενοσήμων.
Την ίδια περίοδο εξαπλώνεται ιδιαίτερα στην υποσαχάρια Αφρική η λοίμωξη HIV. Η ανάπτυξη ικανής, αλλά πανάκριβης, θεραπείας σταθεροποίησης της νόσου δημιουργεί εκρηκτικές καταστάσεις και ένα δυναμικό κίνημα με κύριο σύνθημα την πρόσβαση όλων σε αυτή τη θεραπεία. Η κυβέρνηση της Ν. Αφρικής με σχετικό νόμο το 1990 δίνει τη δυνατότητα εισαγωγής και παραγωγής γενοσήμων χωρίς την έγκριση των ιδιοκτητών των πνευματικών δικαιωμάτων. 39 πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρείες με τη στήριξη της κυβέρνησης Κλίντον και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μήνυσαν την κυβέρνηση της Ν. Αφρικής για παραβίαση της συμφωνίας TRIPS. Το μαζικό διεθνές κίνημα για το δικαίωμα όλων στη θεραπεία, τους ανάγκασε τελικά να αποσύρουν τις μηνύσεις τους.[6]
Η ολοκλήρωση των επιμέρους συμφωνιών, όπως το Σύμφωνο Συνεργασίας των Δύο Πλευρών του Ειρηνικού (Αμερική – Ασία) [Trans-Pacific Partnership (TPP)] και η Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων [Transatlantic Trade and Investment Partnership (TTIP)] μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ θα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την υγεία του πληθυσμού. Στο Βιετνάμ, λόγου χάρη, με την ισχύουσα νομοθεσία για τις πατέντες το 68% του πληθυσμού με HIV παίρνει αντιρετροϊκή αγωγή· μετά την έγκριση της TPP, πρόσβαση στη θεραπεία θα έχει μόνον το 30% των αρρώστων.
Έλεγχος γνώσης, μεθοδολογίας, αξιολόγησης και εκπαίδευσης
Ένα οποιοδήποτε προϊόν για να γίνει επικερδές χρειάζεται μια καλά σχεδιασμένη στρατηγική για την προώθησή του στην αγορά και τη θετική αποδοχή του από το καταναλωτικό κοινό. Στην περίπτωση των φαρμάκων, κλειδί για την επιτυχία ενός φαρμάκου στην αγορά είναι η αντίδραση και συμπεριφορά των γιατρών λόγω του κομβικού τους ρόλου στην επιλογή συνταγογράφησης. Για το σκοπό αυτό μεγάλη αναλογία πόρων επενδύεται στις μελέτες προώθησης των φαρμάκων. Κύριο πρόσχημα είναι η, όντως αναγκαία, φάση της κλινικής δοκιμής κάθε νέου φαρμάκου, στόχος της οποίας είναι η ανίχνευση τόσο της αποτελεσματικότητας, όσο και της ασφάλειας του (ότι δηλαδή δεν προκαλεί ανεπιθύμητες βλάβες). Βασικό χαρακτηριστικό αυτής της διαδικασίας, το οποίο και καθορίζει τις επιμέρους σχέσεις διαπλοκής, είναι ότι αυτές τις μελέτες προώθησης τις σχεδιάζουν, τις στηρίζουν χρηματοδοτικά και τις αξιολογούν οι ίδιες οι εταιρείες παρασκευής των φαρμάκων. Ο σχεδιασμός, η ερευνητική μεθοδολογία και η αξιολόγηση του προϊόντος γίνονται δηλαδή με βάση τα κριτήρια της κερδοσκοπίας του παραγωγού του.
Η αποδοχή αυτής της διαδικασίας ως αυτονόητης και νόμιμης οδηγεί σε σειρά διαπλεκόμενων λειτουργιών, από την αλλοίωση της επιστημονικής βιβλιογραφίας, την απόκρυψη πιθανών παρενεργειών και την ατεκμηρίωτη παρουσίαση νέων φαρμάκων, μέχρι την ανάπτυξη πολλαπλών δραστηριοτήτων που στοχεύουν στην επίδραση των συνταγογραφούντων γιατρών (συνέδρια, διακοπές, άμεσα κέρδη τύπου προμήθειας κλπ.) καθώς και των ασφαλιστικών – χρηματοδοτικών οργανισμών (ένταξη σε λίστα αναγνωρισμένων, άρα, μερικώς έστω, καλυπτόμενων από τον ασφαλιστικό φορέα, κατευθυνόμενη παραγγελία εμβολίων κοκ.). Ιδιαίτερης σημασίας χρήζει και η «αναγκαία» (;) διαπλοκή με κίνητρο την επιστημονική προβολή και τον εμπλουτισμό των βιογραφικών των ερευνητών. Η συνεργασία με τη βιομηχανία για την προβολή ενός νέου φαρμάκου/προϊόντος διασφαλίζει τη διεύρυνση του δημοσιευμένου έργου του ερευνητή, ο οποίος κάποιες φορές μπορεί απλώς να υπογράφει μια επιστημονική δημοσίευση που έχει γραφεί άμεσα από την ενδιαφερόμενη εταιρεία (φαινόμενο γνωστό ως ghostwriting [συγγραφή από φάντασμα]).[7]
Παράλληλα, ως επιλογή και αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών λιτότητας, οι υπηρεσίες υγείας έχουν οδηγηθεί σε οικονομικό στραγγαλισμό και αποψίλωση από ανθρώπινο δυναμικό. Η οξύτατη και ανελαστική ανάγκη να διασφαλιστεί η συνέχεια στη λειτουργία κλινικών του ΕΣΥ και του Πανεπιστημίου, αποτελεί το θεμέλιο συνεχούς εκβιασμού από τις φαρμακοβιομηχανίες που παρέχουν τεχνολογικό εξοπλισμό, αλλά και προσωπικό (με επισφαλείς συμβάσεις εργασίας), και επιτυγχάνουν έτσι την απόλυτη νομιμοποίηση αυτών των συνεργασιών.
Το μεγαλύτερο όμως όπλο για τη διασφάλιση και διεύρυνση της κερδοσκοπίας της φαρμακοβιομηχανίας είναι η συνεχιζόμενη κυριαρχία του μηχανιστικού παραδείγματος για την υγεία στην έρευνα, την εκπαίδευση και την καθημερινή άσκηση της ιατρικής. Η κυριαρχία δηλαδή της αντίληψης ότι η υγεία του ανθρώπου είναι η συνισταμένη επιμέρους λειτουργιών, στην καθεμιά από τις οποίες μπορεί να παρεμβαίνει η σύγχρονη βιοϊατρική τεχνολογία. Με άλλα λόγια «για κάθε πρόβλημα υπάρχει και το χάπι του», από το σάκχαρο και το διαβήτη μέχρι τη σεξουαλική δραστηριότητα και διάθεση. Ο αέναος αυτός φαύλος κύκλος, που αυτοτροφοδοτείται, στηρίζεται στην ανάδειξη νέων προβλημάτων (σπάνια υπαρκτών, όλο και συχνότερα προκλητών) για τα οποία εισάγονται στην αγορά νέα φάρμακα που συχνά προκαλούν ανεπιθύμητες ενέργειες για τις οποίες χρειάζονται άλλα νέα φάρμακα.
Η στρατηγική που προωθεί την εξάρτηση από τα φάρμακα εκφράζεται μαζικά το τελευταίο διάστημα με σειρά διαφημίσεων που προσπαθούν να μας πείσουν ότι με ένα χάπι φτιάχνει το κέφι μας, για παράδειγμα, ή ότι σώζεται η σχέση μας.
Με βάση τα παραπάνω, η διαπλοκή της βιομηχανίας με τους πολιτικούς και κρατικούς μηχανισμούς και η συνεπαγόμενη διαφθορά πολιτικών και διοικητικών υπευθύνων δεν είναι κάτι το έκτακτο και περίεργο. Είναι μόνιμο χαρακτηριστικό στρατηγικής σημασίας για την αύξηση της κερδοφορίας και την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Όπως μόνιμο χαρακτηριστικό στρατηγικής σημασίας είναι η απόλυτη κυριαρχία των αξιών και στόχων της φαρμακοβιομηχανίας στην προπτυχιακή, μεταπτυχιακή και συνεχιζόμενη εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας
Αντίθετα όμως με το πλειοψηφικό ρεύμα του «δεν υπάρχει εναλλακτική πρόταση», οι ξεκάθαρες διαστρεβλώσεις του κυρίαρχου παραδείγματος δείχνουν και το δρόμο της ανατροπής τους.
Η βιοψυχοκοινωνική προσέγγιση της υγείας επικεντρώνει στην κοινωνικο-οικονομική και περιβαλλοντική διαδικασία που προσδιορίζει το επίπεδο υγείας ενός πληθυσμού αναδεικνύοντας έτσι τα πεδία παρεμβάσεων για την προαγωγή της υγείας και την πρόληψη της νόσου. Με την προσέγγιση αυτή η φαρμακευτική θεραπεία απομακρύνεται από το φαύλο κύκλο διαφήμισης – κατανάλωσης – κερδοφορίας και εντάσσεται στο πλαίσιο της επιστημονικά τεκμηριωμένης απαραίτητης θεραπείας που στηρίζεται στην έρευνα των πραγματικών αναγκών.
Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

ΟΟΣΑ: Πρωταθλητισμό σε φόρους κάνει η Ελλάδα – Η εικόνα στα ακίνητα

Τις τεράστιες επιβαρύνσεις που έχουν υποστεί τα τελευταία χρόνια φορολογούμενοι αποτυπώνει στην έκθεσή του ο Οργανισμός Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), ανακηρύσσοντας την Ελλάδα πρωταθλήτρια στην αύξηση φόρων ανάμεσα στις χώρες-μέλη του Οργανισμού.
Σύμφωνα με την έκθεση «Tax Policy Reforms 2018», στην Ελλάδα καταγράφηκε η μεγαλύτερη αύξηση φόρων ως ποσοστό του ΑΕΠ, σχεδόν κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες, μεταξύ 2015 και 2016, ως αποτέλεσμα των φόρων που επιβλήθηκαν σε εισοδήματα και κατανάλωση, με την εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου.
Η Ελλάδα διατηρεί τη θλιβερή πρωτιά ακόμα και όταν το έτος αναφοράς είναι το 2007, καθώς στο διάστημα 2007 – 2016 οι φόροι ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν κατά 7,4 ποσοστιαίες μονάδες. Στον αντίποδα, η μεγαλύτερη μείωση καταγράφηκε στην Ιρλανδίαμε την επιβάρυνση από το 30,4% να μειώνεται στο 23%.
Στην έκθεσή του, ο ΟΟΣΑ, καταγράφει σημαντικές φορολογικές εξελίξεις σε χώρες όπως η Αργεντινή, η Γαλλία, η Λετονία, οι ΗΠΑ, που στοχεύουν στην ενίσχυση των επενδύσεων και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Μεταξύ αυτών των εξελίξεων σημειώνει την τάση μείωσης των φορολογικών βαρών στις επιχειρήσεις, ακόμα και σε χώρες που παραδοσιακά έχουν υψηλούς συντελεστές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία ο μέσος συντελεστής φόρου επιχειρήσεων στις χώρες του ΟΟΣΑ έχει μειωθεί από το 32,5% το 2000 στο 23,9% το 2018. Ανάλογες κινήσεις καταγράφονται και στη φορολογία των φυσικών προσώπων. Ωστόσο η Ελλάδα δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτές τις χώρες με το φορολογικό συντελεστή των επιχειρήσεων να βρίσκεται στο 29%.


Κόντρα, επίσης, στη γενικότερη τάση μείωσης των φορολογικών βαρών στην εργασία, στην Ελλάδα- καταγράφεται αύξηση αυτών των επιβαρύνσεων (είτε με τη μορφή του φόρου εισοδήματος, είτε με τη μορφή των ασφαλιστικών εισφορών). Εκτός από τη χώρα μας, ανάλογες επιβαρύνσεις παρατηρούνται στη Λετονία, στην Ιρλανδία, στη Σλοβενία, καθώς και στο Μεξικό και στην Τουρκία.
Πρωτιές διεκδικεί η Ελλάδα και στο πεδίο της φορολογίας των ακινήτων λόγω της επιβολής του ΕΝΦΙΑ. Μεταξύ 2000 και 2016, σε 20 χώρες του ΟΟΣΑ καταγράφονται αυξήσεις στη φορολογία της ακίνητης περιουσίας. Ως ήταν αναμενόμενο, η Ελλάδα συμπεριλαμβάνεται σε αυτές, καταλαμβάνοντας, μάλιστα, την έκτη θέση πίσω από τη Μ. Βρετανία, τη Γαλλία, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο και τον Καναδά.
Ειδική αναφορά γίνεται στο ειδικό καθεστώς του μειωμένου κατά 30% ΦΠΑ στα νησιά το οποίο έχει παραταθεί μέχρι το τέλος του έτους σε Λέσβος, Χίος, Σάμος, Κως και Λέρος. Σημειωτέον, ότι με αυτά τα λόγω έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ, η Ελλάδα βρίσκεται στη μέση του βαθμολογικού πίνακα των χωρών του ΟΟΣΑ, ξεπερνώντας ακόμα και τη Γαλλία.
Ο ΟΟΣΑ αναφέρεται και στα ψηφισμένα φορολογικά αντίμετρα, τα οποία προβλέπουν τη μείωση του πρώτου συντελεστή της φορολογικής κλίμακας από το 22% στο 20% και την κατάργηση της ειδικής εισφοράς για εισοδήματα έως 30.000 ευρώ ως αντιστάθμισμα της περικοπής του αφορολογήτου κατά περίπου 3.000 ευρώ από το 2020 καθώς και την μείωση του φορολογικού συντελεστή στις επιχειρήσεις στο 26%. Ωστόσο, ο Οργανισμός επισημαίνει ότι η εφαρμογή αυτών των αντίμετρων τελεί υπό την έγκριση των θεσμών.


Κέρδος online   5/9/2018 9:23

Παλιές ιστορίες

Η προίκα και η τρύπα

Γνωστό είναι πως διαλύονταν γάμος, για την μη καταβολή του υπολοίπου της προίκας που συμφωνήθηκε, για το είδος της ραπτομηχανής, για το χρόνο καταβολής της (προ ή μετά το γάμο), για… χίλια δυο για. Η προίκα ήταν το βάρος το ασήκωτο του γονιού κι όλης τελικά της οικογένειας. Πατέρας και γιοι ξενιτεύονταν, «να μάσουν τα χρήματα της προίκας», ένα και δυο ακόμα χρόνια. Και η θυγατέρα «ακαρτέρει κι ακαρτέρει μέσα στο σπίτ’», τραγουδώντας και υφαίνοντας στον αργαλειό, να φτιάξει τα ρούχα που μαζί με τα μετρητά συναποτελούσαν την προίκα. Το μέγα δηλαδή οικογενειακό πρόβλημα!
Συνακόλουθο της προίκας ήταν το πανωπροίκι που λειτουργούσε ως γιατρικό όταν η νύφη δεν ήταν «άμωμη, άσπιλη, αγνή παρθένα». Κι ακόμα να πούμε πως αν δεν υπήρχε προίκα -σπανιότατο φαινόμενο- ή τέλος πάντων αν η προίκα ήταν μικρή -(για την πεθερά πάντα μικρή ήταν) τότε η νύφη «ήταν για τα λούσματα». Από το πουθενά έπεφταν βροχή τα «κοσμητικά» επίθετα. Άχρηστη, ανεπρόκοπη, σουλτούκω, δευτεράτζα! Το βαρύτερο όμως ήταν «κακομοιριασμένη». Κάποτε μία εγκυμονούσα απέβαλε. Την αιτία δεν διαπίστωσε ο γιατρός ούτε καν επιλήφθηκε κάποιος τέλος πάντων γιατρός. Η γνωμάτευση έγινε στο πεζούλι της εκκλησίας μεταξύ κουτσουμπολιού και κακεντρέχειας. «Αχαΐρευτο το τραΐ, κακομοιριασμέν’ και η γίδα, πού να βγει το κατσίκ’;» Τόσο απλά και με πολλαπλή αξιοπρέπεια!

 Μιλάμε για τη δεκαετία του 50. Το Τζουμέρκο σιγά σιγά άρχιζε να συμμαζεύει τα υπάρχοντά και να συμμαζεύεται μετά τη δεκαετία των επιδρομέων και του εμφύλιου σπαραγμού. Τα σπίτια «φτου κι απ’ την αρχή», γιατί τα είχαν κάψει οι τότε επιδρομείς και σημερινοί «σύμμαχοί» μας, οι πληγές επουλώνονταν και η κοινωνική ζωή άρχισε να ρολάρει. Συνοικέσια, γάμοι, γεννήσεις, δειλά δειλά πανηγύρια και χοροστάσια. Οι προξενήτρες στο έργο και οι άντρες στο όργο (όργωμα) ή στην ξενιτιά. Βέβαια η εσωτερική μετανάστευση δεν ήταν έντονη για τα Τζουμέρκα γιατί λειτούργησαν τα Δασικά έργα. Φράγματα και αναδασώσεις. Μικρά τα μεροκάματα αλλά είχαν σχεδόν μόνιμη τη δουλειά. Και το οικογενειακό εισόδημα το συμπλήρωνε η οικόσιτη οικονομία. Η γιδούλα, τα κατσικάκια, οι κοτούλες και η όποια παραγωγή από τα χωραφάκια.
Λίγοι, πολύ λίγοι αυτοί οι μετανάστες, οι οποίοι μάλιστα θεωρούνταν πολύξεροι, ενημερωμένοι για τα πάντα και οι έχοντες άποψη «επί παντός επιστητού». Αυτός ήταν και ο Γιάννης. Πολυταξιδεμένος, άνθρωπος κυρίως της πρωτεύουσας, υπεράνω όλων των άλλων των «γηγενών», των μονίμων δηλαδή κατοίκων του χωριού, που δεν είχαν πάει ούτε καν στην πρωτεύουσα του νομού, υπερείχε πάντων ως προς τους τρόπους συμπεριφοράς και διαφοροποιούνταν στην ομιλία. Στη λαλιά μιμούνταν τους Πειραιώτες, στη δε συμπεριφορά διακρίνονταν από την ευγένεια και τους αγνούς και πραγματικούς τρόπους. «Σπαθί ο λόγος του, είχε μπέσα, τιμούσε τη φιλία». Ήταν από όλους αγαπητός.
Και όχι μόνο. Εξαιρετικός υποψήφιος γαμπρός. Με όλα τα προσόντα. «Παλληκάρ’ κοσμογυρισμένο», έτσι τον είχαν χαρακτηρίσει. Περιζήτητος… Έδωσαν, πήραν οι προξενήτρες, φουρλάτισαν ένα καλοκαίρι, τελικά κατάφεραν να τον παντρέψουν. Η τυχερή νύφη ήταν η Αλεξάνδρα. «Καλή κοπέλα, απ’ τον κόρφο της μάνας της και με μεγάλο βυζί». (Το βυζί ήταν η προίκα). Η προίκα όμως που υποσχέθηκε ο πεθερός -είπαμε ποια να πρωτοαρπάξει τον Γιάννη- ήταν υπερβολική. Δόθηκε το μεγαλύτερο μέρος προ γάμου και θα εξοφλούνταν μετά τον γάμο. Και έγινε ο γάμος όμως το ζεύγος για έναν μήνα δεν συνευρέθη. Μαύρα μαντάτα έφτασαν όταν το έμαθε το γεγονός ο πατέρας της νύφης. Αποφάσισε να μιλήσει στον γαμπρό φοβούμενος μήπως ήταν μουλαΐμκο.
Τον κάλεσε και του τα είπε. Τότε ο Γιάννης με την Πειραιώτικη προφορά και τη μπεσαλίδικη συμπεριφορά απάντησε. «Άκου να σου πω πεθερέ. Αν δεν ταχτοποιηθεί η προίκα, δεν εννοώ να χαλάσω της Αλεξάνδρας την τρύπα».

Χρήστος Τούμπουρος
Συγγραφέας-Ερευνητής

«Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος», έλεγαν οι αρχαίοι, που πάει να πει ζωή χωρίς γιορτές μοιάζει μ’ ένα μακρύ δρόμο χωρίς πανδοχείο.

Ένα “γκουγκλάρισμα” χρειάζεται μεγαλύτερη υπολογιστική ισχύ από όση χρειάστηκε η αποστολή του Αpollo 11 στη Σελήνη!!!!

Μπορεί μια αναζήτηση να διαρκεί δέκατα του δευτερολέπτου, αλλά πίσω από αυτό κρύβεται μια θηριώδης υπολογιστική ισχύ, πολύ περισσότερη από τους κώδικες και τους υπολογιστικούς μηχανισμούς που χρειάστηκε για να στείλει η NASA αστροναύτες στη Σελήνη.
Η πολιτική ζωή κατρακυλάει σε σύγκρουση άνευ ορίων και φραγμών. Κανείς, όπως φαίνεται, δεν είναι σε θέση να κάνει αυτό που είχε πει ο παλιός πρόεδρος των ΗΠΑ Τόμας Τζέφερσον:

 «Οταν φτάσεις στην άκρη του σκοινιού, δέσε έναν κόμπο και κρατήσου εκεί». 

Πηγή: Protagon.gr

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας – Το χαλί όπου παίζαμε ήτανε κόκκινο


Σαν σήμερα, 3 Σεπτεμβρίου 1994, πέθανε ο σημαντικός Έλληνας ζωγράφος, Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας. Υπήρξε επίσης γλύπτης, χαράκτης, εικονογράφος, συγγραφέας και ακαδημαϊκός. Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του  “Το χαλί όπου παίζαμε ήτανε κόκκινο”
Αν θελήσω να ξαναγυρίσω με το μυαλό μου πίσω στα παιδικά μου χρόνια με σταματάει μια δυσκολία.
Θυμάμαι πιο εύκολα κείνα τα πράγματα που μου ’χουν ξανάρθει, από τότες, πολλές φορές στο νου και τα ’χω ξαναδιηγηθεί σε άλλους, ή στον εαυτό μου, γιατί τα ’βρισκα ενδιαφέροντα, για να δικαιολογήσω μια πράξη μου, και γιατί οι άλλοι τα είχανε διαλέξει για καλύτερα και μου τα είχανε επιβάλει κι εμένα του ίδιου.
Τα άλλα, όσα συμβαίνουν στην καθημερινή ζωή, μένουν μπερδεμένα σε κάποιο θαμπό σύννεφο που υπάρχει (γιατί το αισθάνομαι) μέσα μου. Καταλαβαίνω πως θα μου χρειαστεί κόπος για να φτάσω ως τα εκεί.
Κι έτσι σκοντάφτει η θέλησή μου και γυρίζει σαν ένας μύλος που δεν αλέθει τίποτα· ώσπου να της δώσω καμιά άλλη τροφή να ικανοποιηθεί, κοιτάζοντας λόγου χάριν απ’ το παράθυρο τον εξωτερικό κόσμο, αφού τόση είναι η αδυναμία μου να γυρίσω στον εσωτερικό.
Καμιά φορά στον πρωινόν ύπνο ξανάρχονται ξεχασμένα πράγματα σαν φούσκες από τον βυθό μιας λεκάνης που ανεβαίνουν γοργά ως την επιφάνεια του νερού από ένα σφουγγάρι γεμάτο αέρα.

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας (ΠΧΓ1890) «Το πρώτο πρωί του κόσμου» – Προσχέδιο για το σκηνικό της «Περσεφόνης», 1961
Με τα τέσσερα, απάνω σ’ ένα χαλί, θυμάμαι για πρώτη φορά τον εαυτό μου. Ήτανε, μου φαίνεται, μετά το φαΐ, στον αντρέ της κυρούλας μου, που καθότανε σ’ ένα παλιό σπίτι της Πλάκας.

Παίζαμε βόλους με τον ξάδελφό μου και για τούτο είχαμε διαλέξει το μεσαίο χαλί, που τα σχέδιά του έκαναν οχτάγωνα, για να βάλουμε τους βόλους. Εκεί, απάνω στο παιχνίδι, έμεινα μερικές στιγμές ακίνητος, κοιτάζοντας προσεχτικά το χαλί. Και τότε μόνο γεννήθηκε μέσα μου και σιγά-σιγά μου επιβλήθηκε η ιδέα ενός χρώματος. Το χαλί όπου παίζαμε ήτανε κόκκινο. Τότε είδα και τα σχέδια που έκαναν οχτάγωνα μαύρα και άσπρα ―και όχι πριν, όταν το διαλέξαμε επειδή μας φαινόντουσαν καταλληλότερα για να παίξουμε βόλους.
Έτσι έκανα για πρώτη φορά μια διάκριση και συνέλαβα, χωρίς να το ξέρω, την ύπαρξη της αφηρημένης έννοιας ενός χρώματος κι ενός σχήματος που ώς τότε τα παρατηρούσα μόνο για την ενδεχόμενη χρησιμότητά τους.
Δεν θα ήτανε κανένας στον αντρέ κείνη την ώρα. Η κυρούλα θα είχε πάει να πλαγιάσει και η θεία μου η Πανδώρα μπαινόβγαινε, μου φαίνεται, από τον αντρέ στην κάμαρή της. Ούτε τους βόλους τους θυμάμαι καλά. Μα αργότερα είχα πολλών λογιών. Είχα μεγάλους βόλους γυάλινους με χρωματιστά στριφτά νερά, και μικρούς ίδιους, κι άλλους πρόστυχους που δεν μ’ άρεσαν, μονόχρωμους, ξύλινους. Και προσπαθούσα, σαν έχανα, να τους δώσω στα άλλα παιδιά μα κι αυτά δεν τους ήθελαν.
Πολλοί φίλοι μου είχανε ένα σακουλάκι για τους βόλους. Εκεί τους έκρυβαν άμα τελείωνε το παιχνίδι και σηκώνοντας την ποδιά τους τους έχωναν στιβαρά στην τσέπη του κοντού παντελονιού τους, με την ίδια κίνηση που είδα αργότερα στους «μεγάλους» σαν να είχανε παίξει χαρτιά να μαζεύουν τα χρήματα που είχαν κερδίσει ή όσα τους περίσσευαν απ’ τη χασούρα. Έτσι κι εγώ δεν άφησα τη μητέρα μου σε ησυχία πριν μου κάνει και μένα ένα σακουλάκι, που ήτανε άσπρο, μου φαίνεται, και πάντα λοιπόν λερωμένο.
Ένα άλλο μεσημέρι ήμουνα καλεσμένος στου ξαδέλφου μου που είχε την ίδια ηλικία με μένα. Από το πρόγευμα μου έμεινε η εντύπωση (ίσως είχανε κλειστά τα παντζούρια) μιας σκοτεινής τραπεζαρίας, και γύρω από ένα τραπέζι τετράγωνο, όρθιοι εμείς, τα δυο παιδιά και η άλλη μου η θεία η Πίτσα. Περιμέναμε να μπει ο θείος μου. Θα είχαμε ως φαίνεται ακούσει ν’ ανοίγει την πόρτα με το κλειδί του.
Μπήκε εκείνος και μας είπε «Καλημέρα παιδιά». Ύστερα ξεκρέμασε το σπαθί που φορούσε, φίλησε σκύβοντας τη γυναίκα του και το ακούμπησε σε μια γωνιά, γιατί ήτανε «αξιωματικός». Αυτό το σπαθί με τάραζε όλο το διάστημα του φαγητού. Δεν μπορούσα να το ξεχάσω.

Σπίτια της Αθήνας, 1928, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη
Στο σπίτι του θείου μου κοίταζα με περιέργεια διάφορες οβίδες που ήταν στις εταζέρες και μια πιο μεγάλη στο τραπέζι απάνω που χρησίμευε για βάζο. Εμείς δεν είχαμε τέτοια πράματα σπίτι μας. Και στης κυρούλας έβλεπα τέτοια βάζα από μεγάλες οβίδες μπρούντζινες, γυαλισμένες, αλλά δεν τις είχα παρατηρήσει ακόμα. Ο θείος, λοιπόν, θα τις είχε χαρίσει της κυρούλας ή της Πανδώρας. Τώρα όμως που πέρασαν χρόνια και ο θείος μου άλλαξε σπίτι, παρήγγειλε έπιπλα εγγλέζικα και δεν βλέπεις πια στην τραπεζαρία ή στο σαλόνι τέτοιες οβίδες.
Η κυρούλα όμως τις κράτησε, και μόλις μπεις, στον δεύτερο πάτο μιας κονσόλας με μια γλάστρα, βλέπεις ακόμη ένα τέτοιο βάζο. Η κυρούλα πια γέρασε και δεν έχει όρεξη να αλλάζει το σπίτι της καθώς αλλάζουν το δικό τους τα παιδιά της. Και η θεία Πανδώρα, που κάθεται πάντα μαζί της για να μην την αφήσει μόνη της, περιορίζεται στην κάμαρά της, που τη διορθώνει του γούστου της, και σ’ ένα μικρό γραφειάκι για να δέχεται τις φιλενάδες της. «Αυτό είναι δικό μου», λέγει. «Βλέπετε», προσθέτει κάπως στενοχωρημένη και σαν για να δικαιολογηθεί, «κάθομαι με τη μαμά και στην ηλικία της πώς να της πω να αλλάξουμε έπιπλα;».
Αυτό το γραφειάκι της Πανδώρας, που έδινε απάνω στον αντρέ και δίπλα στην κάμαρά της, και που τότε δεν το είχε «φτιάσει» ακόμα και χρησίμευε μάλλον για σιδερωτήριο, ώστε δεν υπήρχε φόβος να σπάσουμε τίποτα, ήτανε το βασίλειο του ξαδέλφου μου και μένα. Εκεί παίζαμε. Το παράθυρο έδινε σε μια ταρατσίτσα και μπορούσαμε να κάνουμε μάχες από μέσα και απ’ έξω απ’ το πεζούλι. Η μικροσκοπική ταράτσα μάς φαινόταν ολόκληρο «πεδίον μάχης». Και έχω παρατηρήσει την προτίμηση των παιδιών για τα μικρά δωμάτια, τα μικρά παιχνίδια, τα «αλογάκια», τα «σκυλάκια» και εν γένει όλα τα υποκοριστικά, που δείχνουν την προσπάθειά τους να αναγάγουν τα πάντα στην κλίμακα τη δική τους.
Αντίκρυ στην τραπεζαρία ήτανε η σάλα. Εκεί, κάθε φορά που έμπαινα, πίσω από τα φουστάνια της κυρούλας ή της θείας μου, κοίταζα με σέβας και προσπαθούσα να ανακαλύψω για ποιο μυστηριώδη λόγο μας απαγόρευαν να μπούμε εκεί μέσα μόνοι μας. Και στην αρχή δεν έβλεπα τίποτα, τόσο ήτανε σκοτεινά. Η κυρούλα ή η Πανδώρα αφήνοντάς με πίσω, κοντά στην πόρτα, άνοιγε το παράθυρο και σήκωνε το παντζούρι για να ιδεί, και το λίγο φως που έμπαινε απ’ έξω με τρόμαζε ακόμη περισσότερο, γιατί τώρα, ό,τι και να έκανα που δεν έπρεπε, μου φαινόταν πως θα το έβλεπαν καλύτερα τα στοιχειά που ήτανε κρυμμένα μέσα στα μεγάλα κάδρα που στόλιζαν τους τοίχους ή μέσα στο ντουλαπάκι ή πίσω από τις μεγάλες πολυθρόνες, σαβανωμένες το καλοκαίρι με θήκες από άσπρο ύφασμα.
Με το ίδιο ύφασμα ήταν σκεπασμένα και τα πλαϊνά και το απάνω μέρος των μπερντέδων, και το φως έπαιζε απάνω τους και απάνω στο σοβά του ταβανιού που γύρω-γύρω του τρέχαν ψιλές ζωγραφιστές γραμμές ―μαύρες, πράσινες και χρυσές― και στις τέσσερες άκρες δενόντουσαν σαν σε φιόγκο, με διάφορα άλλα στολίδια, κουκκιδίτσες, φύλλα ή λουλούδια γεωμετρικά. Στη μέση του ταβανιού, μέσα σε τετράγωνα που σχημάτιζαν κάδρα, οι ζωγραφιές, μονόχρωμες αυτή τη φορά, παράσταιναν καραβάκια με πανιά, και πίσω βουνά και θάλασσα, και περιστοίχιζαν έναν κύκλο από άσπρη πάστα σκαλιστή, από το κέντρο του οποίου κρεμόταν, σαν άλλη σπάθη Δαμοκλέους, μια λάμπα με πολλά φώτα, τυλιγμένη σε ψιλό τουλπάνι.
Το ίδιο χρωματιστό φιλέτο κατέβαινε και έκανε το γύρο των τοίχων σαν να ’θελε να τους φυλακίσει στην περιοχή του και μένα ίσως μαζί. Το πάτωμα ήταν επικίνδυνα κερωμένο και γυάλιζε αφιλόξενα.
Γύρω-γύρω έκοβαν την οπισθοχώρηση κάτι μαύρες καρέκλες η μια δίπλα στην άλλη. Εγώ προτιμούσα να κάθομαι κοντά στην πόρτα και κοίταζα με περιέργεια τι θα έκανε η κυρούλα.
Εκείνη πήγαινε στο ντουλάπι, που ήτανε μαύρο κι αυτό με χρυσά στολίδια, και άνοιγε με το κλειδί που ήταν δεμένο με μια μικρή αλυσίδα στη μέση της. Τότε φαινόντουσαν αραδιασμένα πιατάκια με φοντάν, και ένα άλλο με κυδωνόπαστο που το ’φτιανε μόνη της. Άρχιζα κι εγώ να συνηθίζω στην αγριήλα της «σάλας» αλλά ήτανε πια αργά. Η κυρούλα ξανακλείδωνε, έκλεινε το παράθυρο και η «σάλα» ξανασκοτείνιαζε.
Ύστερα μας έδινε από ένα κυδωνόπαστο και κοίταζε να ιδεί αν μας αρέσει. Δεν μας έδινε όμως άλλο, και το πιατάκι εξαφανιζόταν χωρίς ποτέ να καταλαβαίνουμε πώς χάθηκε. Αυτά συνέβαιναν κάθε Κυριακή που έτρωγα στης κυρούλας.
Τις άλλες μέρες καλά-καλά δεν θυμάμαι τι έκανα. Ίσως γιατί οι Κυριακές ήτανε για μένα το μεγάλο γλέντι, ενώ οι άλλες μέρες έμοιαζαν όλες αναμεταξύ τους και η βδομάδα περνούσε χωρίς να μ’ αφήσει τίποτα το εξαιρετικό.
Στην κάμαρα της κυρούλας δεν είχα ξαναμπεί πριν από την ημέρα που, επειδή κάναμε πολύ κρότο με τον ξάδελφό μου στο γραφειάκι και στον αντρέ που ήτανε δίπλα στην κάμαρα της Πανδώρας, μας φώναξε η θεία μας να πάμε να παίξουμε πιο μακριά. Η Πανδώρα έπασχε από πονοκεφάλους, αλλά τότε δεν καταλαβαίναμε και καλά-καλά. Αρχίσαμε λοιπόν να τρέχουμε σ’ ένα μακρύ κοριντόρ που πήγαινε στην κουζίνα, μπροστά στη κάμαρα της κυρούλας και του παππού, που ήτανε στη μέση. Η πόρτα ήτανε ανοιχτή και τρέχοντας απάνου-κάτου ρίχναμε ματιές μέσα στην κάμαρα.
Στο παράθυρο στεκότανε μια στάμνα για να δροσίζεται, και πίσω από την πόρτα φαινόταν ένα μεγάλο σιδερένιο ντουλάπι που μας κινούσε την περιέργεια. Από πάνου από το ντουλάπι ακουμπισμένα στον τοίχο τα εικονίσματα κι ένας μικρός σταυρός πλεχτός, από κείνους που δίνουν των Βαΐων. Μπροστά έκαιγε ένα καντήλι. Στην άκρη, ένα μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι, σκεπασμένο με μια κουβέρτα μάλλινη, και στο κομοδίνο απάνω χτυπούσε το χοντρό ασημένιο ρολόι του παππού δίπλα σ’ ένα καντηλιέρι κι ένα ποτήρι νερό.
Σε μια άλλη γωνιά κρυμμένο μ’ ένα παλιό χαλάκι ήτανε ένα μπαούλο, από κείνα τα μαύρα μπαούλα τα ξύλινα με τα σιδερένια ζωνάρια. Ο παππούς ήτανε παλαιικός άνθρωπος και ήθελε να βλέπει κοντά του τα πράγματά του κλειδωμένα από φόβο μην τα χάσει. Και τούτο το είχανε οι περισσότεροι παλαιοί που θυμόντουσαν ακόμη τους χρόνους εκείνους όπου δεν υπήρχε ασφάλεια. Έτσι, μόνον όταν έβλεπε την κασέλα του και το μπαούλο του μέσα στην κάμαρά του ήτανε ήσυχος ο παππούς. Και τούτη τη συνήθεια την είχε κληρονομήσει κι ο πατέρας μου.
Η χαρά μου ήτανε όταν έβλεπα τον πατέρα μου να ανοίγει ένα ντουλάπι όπου κρεμόντουσαν τα ρούχα του και να βγάζει από τον κάτω πάτο ένα τετράγωνο σιδερένιο κουτί που το ’φερνε με προσοχή και δεν το ακουμπούσε ούτε στο τραπέζι ούτε στο κομό ούτε αλλού, παρά μόνον απάνω στο κρεβάτι.
(Και τούτη η συνήθεια, που την έχουμε ακόμη πολλοί, ό,τι πράγμα αξίας να το ακουμπάμε στο κρεβάτι, ή αν έχουμε καμιά απόφαση να πάρουμε ή αν θέλουμε να συζητήσουμε και βρισκόμαστε εκείνη τη στιγμή στην κρεβατοκάμαρα, να καθόμαστε απάνω στο κρεβάτι, θα έρχεται ίσως από τον καιρό που δεν είχαμε στα σπίτια πολλά έπιπλα και όπου το κρεβάτι, όπως και τώρα στα χωριά, ήταν το πρώτο, το πιο απαραίτητο και το πιο λουσόζο έπιπλο του σπιτιού.)

Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας
Ακουμπούσε λοιπόν ο πατέρας την «κασετίνα», όπως την έλεγε, στο κρεβάτι κι έτρεχα εγώ να κάτσω δίπλα για να ιδώ τι έχει μέσα.
Καμιά φορά προσπαθούσα να τη σηκώσω γιατί μου φαινότανε σχετικά μικρή, αλλά ήτανε όλο σίδερο και δεν μπορούσα ούτε να την κουνήσω. Μέσα κει πρώτα έβλεπες πολλά χαρτιά διπλωμένα και κολλαριστά κι άλλα χαρτάκια-σημειώσεις. Αυτά τα ’βγαζε ο πατέρας και τα μετρούσε και τα εξέταζε απ’ όλες τις μεριές. Αλλά εγώ κοίταζα στο βάθος της κασετίνας όπου ήτανε ένα άλλο μικρό κουτάκι από μαύρο πετσί, κι άλλο ένα στρογγυλό, κόκκινο, κι άλλα πράματα ανακατεμένα: πίπες κεχριμπαρένιες, ασήμια, παράσημα, νομίσματα διάφορα, ένας «Μέγας Αλέξανδρος», και με θάμπωναν σαν να βρισκόμουν μπροστά σε κανένα θησαυρό. Ο πατέρας μου τότε έπαιρνε ένα κόκκινο κουτάκι και σαν ταχυδακτυλουργός έβγαζε από μέσα δώδεκα χρυσές λίρες· μετά τις ξανάχωνε χωρίς να μ’ αφήσει να τις αγγίξω. Κι ύστερα το μαύρο κουτί, που είχε μέσα ένα περιδέραιο με πέτρες, μια σφραγίδα χρυσή με αμέθυστο σκαλιστό, μια καδένα και άλλα μπιχλιμπίδια. Εμένα όμως καλύτερα απ’ όλα μ’ άρεσε η σφραγίδα, που είχε απάνω κι ένα πουλί. Το ’παιρνα για αϊτό αλλά ο πατέρας μού έλεγε πως είναι φοίνικας· και μπέρδευα τον φοίνικα το δέντρο με τον φοίνικα το πουλί, που γεννιέται μου ’λεγε από τις στάχτες. Σαν τα κοίταζε όλα καλά ξανακλείδωνε κι έπαιρνε την «κασετίνα», και το θέατρο τελείωνε. Η φαντασία μου όμως έτρεχε ακόμη ώσπου ξανάβρισκα πάλι τον εαυτό μου καθισμένο στην πικεδένια κουβέρτα του κρεβατιού.
Την ημέρα λοιπόν που κυνηγιόμαστε με τον ξάδελφό μου μπρος στην πόρτα της κάμαρας της κυρούλας μου, συνέβη και κάτι άλλο.
Αφήνοντας τα παιχνίδια, κοιτάξαμε γύρω-γύρω με την περιέργεια των παιδιών για κάθε καινούριο πράμα, αλλά και χωρίς φόβο γιατί δεν ήτανε κανένας να μας μαλώσει.
Αφού σκαλίσαμε από λίγο παντού, πήγα και προς το κομοδίνο κοντά στο κρεβάτι, και με μια απρόσεκτη κίνηση έσπρωξα χωρίς να το θέλω το ποτήρι με το νερό και χύθηκε. Ταραχτήκαμε πολύ γιατί τρέμαμε τον παππού μας. Ποτέ δεν μιλούσε· κι όταν έλεγε κάτι, έπρεπε ν’ ακούγεται στο λεπτό. Έμεινα ακίνητος κοιτάζοντας το νερό που ξαπλωνότανε λίγο-λίγο στο χαλί. Και κει όπου είχε πέσει, το χρώμα του χαλιού σκούραινε τόσο πολύ που μου πέρασε άξαφνα η ιδέα πως μπορούσε να ξεβάψει. Τρέξαμε να βρούμε κάτι να το μαζέψουμε και το μόνο που μου ’τυχε ήταν ο κουβάς μου και το φτυαράκι. Μ’ αυτά, καθισμένος χάμω, προσπαθούσα να μαζέψω το νερό όταν άκουσα βήματα.
Ο ξάδερφός μου, με την πρόφαση ότι έψαχνε να βρει κάτι άλλο για να με βοηθήσει, δεν ξαναφάνηκε στην κάμαρα. Έτσι έμεινα μόνος μου με το φόβο της τιμωρίας.
Άρχισα τα κλάματα. Από τα μάτια μου τρέχαν τα δάκρυα ενώ προσπαθούσα ακόμη να διορθώσω εκείνο που έκανα. Η πόρτα άνοιξε κι η κυρούλα προχώρησε. Πίσω της ερχόταν κι ο παππούς.
«Τι έπαθες;», φώναξε τρομαγμένη γιατί μ’ έβλεπε να κλαίω μες στα νερά. (Δεν μπορούσε να ιδεί το ποτήρι γιατί είχε κυλήσει από κάτω από το κρεβάτι.)
Εγώ δεν απάντησα. Τέλος πάντων είπα τι συνέβη και με μεγάλη απορία είδα πως αντί να θυμώσουν τους έπιασαν τα γέλια. Ύστερα με σήκωσαν και μ’ έδιωξαν από μέσα από την κάμαρά τους, αλλά το μάλωμα δεν το γλίτωσα, όπως θα ιδείτε.
Την ημέρα εκείνη ήρθαν να με πάρουν από το σπίτι νωρίτερα. Την Κυριακή καθώς φιλούσα το χέρι της κυρούλας, όπως μου είχανε πει να κάνω πάντα άμα έμπαινα, άρχισε να με μαλώνει.
«Άταχτε! Διαβολόπαιδο! Ποιος σου έδωσε την άδεια να πας στην κάμαρή μου την άλλη φορά και να χύσεις τα νερά;»
Κιτρίνισα. Ποιος ξέρει τι είχα κάνει και τι επρόκειτο να μου συμβεί. Ευτυχώς επενέβηκε η Πανδώρα.
«Άσ’ το, Μαμά, το παιδί. Τι θυμάται τώρα αυτό απ’ την άλλη φορά;» Και μ’ έσπρωχνε να πάω να παίξω στο καμαράκι όπου με περίμενε ο ξάδερφός μου χωρίς να τολμάει να παρουσιαστεί. Η κυρούλα μου, που είχε ιδιαίτερη αγάπη της Πανδώρας, σώπασε, κι έτσι γλίτωσα από μεγαλύτερο κακό. Το κέφι μου όμως χάλασε και μου ’ρχότανε να κλάψω. Μου φαινότανε πως ήμουνα με ξένους κι ήθελα να φύγω.

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Διαλογισμοί και αντιφεγγίσματα, 1936
Το μεσημέρι έφτασε ο παππούς και κάτσαμε όλοι στο τραπέζι. Εγώ απέφευγα να τον κοιτάζω κι έβλεπα μέσα στο πιάτο μου. Αλλά κείνος με φώναξε με το όνομά μου, λέγοντας, με τη χοντρή του φωνή: «Άλλη φορά να μην ξαναπάς μέσα στην κάμαρά μου. Άκουσες; Μια για πάντα σ’ το λέω».
«Άφησε», είπε η κυρούλα, «τον μάλωσα εγώ πρωτύτερα. Δεν θα το ξανακάνει».
«Α! καλά», έκανε ο παππούς.
«Άκουσες, χρυσό μου;», μου είπε η Πανδώρα, σκύφτοντας να με φιλήσει, «Να μην μπεις πια στην κάμαρα του παππού. Προχτές του χάλασες το ρολόι του».
Στο τραπέζι καθόμαστε κατά τον εξής τρόπο: Στο βάθος ο παππούς, από τις δυο μεριές η κυρούλα και η Πανδώρα, και αντίκρυ από τον παππού τα δυο παιδιά. Πίσω από τον παππού, στον τοίχο, ήτανε κρεμασμένος ένας καθρέφτης με ξύλινη κορνίζα λουστραρισμένη κι από πάνω μια μεγάλη φωτογραφία του παππού.
Απάνω στο φαΐ η κυρούλα όλο προθυμοποιόταν να ευχαριστήσει τον άντρα της. Πότε να τον σερβίρει, πότε να του διαλέξει το καλύτερο κομμάτι ή να τον ρωτήσει τι θέλει. Και παρακολουθούσε και την υπηρέτρια με το μάτι για να τη μαλώνει αν αργούσε να εκτελέσει μια διαταγή του. Κι απ’ όλους έπαιρνε πρώτος ο παππούς στο τραπέζι, κι άρχιζε να τρώει με κατεβασμένα μούτρα, χωρίς να ενδιαφέρεται για τους άλλους ―ούτε απαντούσε σε κανέναν.
Από πάνω από το κεφάλι του όμως, φωτογραφιστός, χαμογελούσε, και έμοιαζε και αγαθός άνθρωπος. Τούτο μου φαινόταν παράξενο, και πότε κοίταζα εκείνον και πότε τη φωτογραφία.
«Τι κοιτάζεις, το κάδρο του παππού σου;», με ρώτησε η κυρούλα. «Είναι χρόνια παιδί μου που την έχει βγαλμένη αυτή τη φωτογραφία.»
Αλλά εγώ δεν καταλάβαινα καλά τι ήθελε να πει γιατί μου φαινόταν πως «οι μεγάλοι» ήτανε από πάντα, και θα είναι όλη τους τη ζωή, «μεγάλοι». Όσο για μας τα παιδιά, δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα αλλάζαμε. Κι αν καμιά φορά έλεγα μέσα μου, γιατί μου το είχανε πει, ότι θα γίνω κι εγώ «μεγάλος», μου φαινότανε πως ο Θεός θα μου έκανε σαν να πούμε ιδιαίτερη χάρη, και θα μεγάλωνα γρηγορότερα και ασφαλέστερα από τα άλλα παιδιά της ηλικίας μου.
Αργότερα χώρισα τους ανθρώπους σε τρεις κατηγορίες: οι γέροι, οι μεγάλοι κι εμείς τα παιδιά. Και μια μέρα όπου η κυρούλα μου μ’ έβγαλε περίπατο κι εγώ της μιλούσα κι έτρεχα μπροστά της, εκείνη δυσκολευόταν να με ακολουθήσει και με τράβαγε πίσω από το χέρι.
«Έλα», της έλεγα, «να τρέξουμε».
«Κάτσε ήσυχος», μου έκανε, «εγώ δεν μπορώ να τρέξω».
«Γιατί;», τη ρώτησα με την αφέλεια του παιδιού. «Επειδή είσαι γριά;»
«Φύγε από κει!», μου ’κανε, «δεν είμαι γριά».
«Ναι, ναι, είσαι γριά, είσαι γριά», φώναζα χοροπηδώντας από ευχαρίστηση γιατί είχα ανακαλύψει κάτι που μου ’κρυβε και δεν ήθελε να ακουστεί.
Η κυρούλα μου κατακοκκίνισε από θυμό και περπατούσε κοιτάζοντας μπροστά της και μουρμουρίζοντας: «Βρωμόπαιδο, παλιόπαιδο, ου να χαθείς, διάβολε».
Και όσο έβλεπα πως τη θύμωνα, τόσο εγώ χαιρόμουνα για την ανακάλυψή μου, σαν για κανένα θρίαμβο. Δεν το’ κανα όμως με κακία, γιατί θεωρούσα πιο ζηλευτό να είσαι «μεγάλος» ή «γέρος» παρά «μικρός». Εκείνοι είχαν κάθε ελευθερία, ενώ εμείς τα παιδιά έπρεπε να ζητήσουμε την άδεια για το παραμικρό. Αλλά και για έναν άλλο λόγο μου φαίνεται να μη χαιρόμουνα τότε με κακία.
Η κυρούλα μου έμοιαζε θυμωμένη κι αυτό με διασκέδαζε. Η ευχαρίστησή μου θα σταματούσε αν την έβλεπα λυπημένη. Πολύ αργότερα, σαν κάτσαμε όλοι μαζί και την έβλεπα κάθε μέρα, ξανασυλλογίστηκα αυτό το επεισόδιο, και, βλέποντας πόσο της άρεσε να καλλωπίζεται μπροστά στον καθρέφτη, έλεγα πως θα της είχε κάνει κόπο. Αλλά εκείνη θα το είχε ξεχάσει. Ίσως και ποτέ να μην έδωσε σημασία στο πράμα γιατί ήμουνα ακόμη μικρό παιδί.

***

Απόσπασμα από το βιβλίο:  Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Το χαλί όπου παίζαμε ήτανε κόκκινο, Ίκαρος, 1996

Θυρανοίξια vs εγκαίνια .

Θυρανοίξια .

Είχε χρησιμοποιηθεί στα βυζαντινά χρόνια για τα εγκαίνια, π.χ. της Αγια-Σοφιάς, και έμεινε να χρησιμοποιείται, αλλά μόνο για τα εγκαίνια ναών.
εποίησεν (ενν. ο βασιλεύς) τα θυρανοίξια του ναού
http://www.komvos.edu.

Το ΛΝΕΓ (το λεξικό του Μπαμπινιώτη, δηλαδή) λέει:
επίσημη τελετή ανοίγματος των θυρών Ιερού Ναού, είτε στο πλαίσιο της τελετής των εγκαινίων του είτε ανεξάρτητα από αυτά, για να παραδοθεί σε χρήση με αντιμήνσιο μέχρι τον εγκαινιασμό του.

Το αντιμήνσιο είναι το ύφασμα που μπορεί να αντικαταστήσει την Αγία Τράπεζα.

υπάρχει επομενως διαφορά μεταξύ εγκαινίων και θυρανοιξίων .