άρθρο του Χριστόφορου Χαραλαμπάκη,
Το «σωστό» και το «λάθος» στη γλώσσα
Η νεοελληνική γλώσσα, όπως κάθε γλώσσα, εξελίσσεται διαρκώς παρακολουθώντας τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές αλλαγές που συμβαίνουν στην κοινωνία, διαπίστωση την οποία ορισμένοι δεν θέλουν να παραδεχτούν. Στο διαδίκτυο κυκλοφορούν εκατοντάδες άρθρα με θέμα «Γλωσσικά λάθη», «Επισημάνσεις ποικίλων γραμματικών και εκφραστικών λαθών», κ.τ.ό., συχνά όμως οι αναπαραγόμενες «οδηγίες και συμβουλές» των υποτιθέμενων ειδικών στηρίζονται σε εσφαλμένη βάση. Πρόκειται κατά κανόνα για μονόπλευρες και ατεκμηρίωτες θέσεις, χωρίς το απαραίτητο θεωρητικό υπόβαθρο. Το «σωστό» και το «λάθος» στη γλώσσα έχει σχετική αξία, όπως θα φανεί από την αντίκρουση των παρακάτω υποδείξεων.
1. Το ουσ. λάθος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως επιθετικός προσδιορισμός: λανθασμένη άποψη (και όχι: λάθος άποψη).
Το ουσιαστικό λάθος χρησιμοποιείται ευρύτατα ως επίθετο κυρίως στον προφορικό λόγο. Συγγνώμη, πήρα λάθος νούμερο θα ανταπαντήσει κάποιος στο άγνωστο πρόσωπο που σήκωσε το τηλέφωνο. Από την αφηρημάδα μου πήρα λάθος λεωφορείο θα πει κάποιος αυθόρμητα. Αν πει: Πήρα λανθασμένο λεωφορείο θα βάλει τα γέλια όποιος το ακούσει.
2. Κακώς χρησιμοποιούνται αδόκιμες λέξεις όπως: νεολαίος, πισωγύρισμα, αντιπαλότητα κλπ.
Γιατί είναι αδόκιμες οι λέξεις αυτές; Οι νεολαίοι του κόμματος θα πούμε, όχι οι νέοι. Το πισωγύρισμα ανήκει στον προφορικό λόγο, εκτός του ότι παραπέμπει σε συγκεκριμένο κομματικό λεξιλόγιο. Θα διαγράψουμε με μια μονοκοντυλιά την αντιπαλότητα επειδή δεν αρέσει σε κάποιον η λέξη; Η χρησιμότητά της φαίνεται με μια πρώτη ματιά στο σχετικό λήμμα του Χρηστικού Λεξικού της Νεοελληνικής Γλώσσας της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 2014: Εθνικό Τυπογραφείο. [εφεξής ΧρΛεξ]
αντιπαλότητα [ἀντιπαλότητα] α-ντι-πα-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {αντιπαλοτήτ-ων}: ανταγωνισμός, σύγκρουση, αντιπαράθεση: αιώνια/θρησκευτική/ιδεολογική/πολιτική ~. Παραδοσιακή ~ μεταξύ δύο χωρών. Μίσος και ~ (πβ. εχθροπάθεια). Κλίμα/σχέση ~ας. ~ες, πάθη και εντάσεις. Επίλυση των ~ων. Πβ. αντιζηλία, διαμάχη, εχθρότητα. Βλ. -ότητα.
[< γαλλ. rivalité]
3. Δέσμη μέτρων (και όχι: πακέτο), εκδοχή πολιτικών εξελίξεων (και όχι: σενάριο).
Η υπόδειξη να αποφεύγουμε την έκφραση πακέτο μέτρων υποδηλώνει άγνοια των σημασιολογικών αλλαγών που έχει υποστεί η λέξη πακέτο, οποία δεν σημαίνει μόνο «τυποποιημένη συσκευασία, συνήθ. με τη μορφή μικρού χάρτινου κουτιού». Έχει αποκτήσει τη μεταφορική σημασία (βλ. ΧρΛεξ) «σύνολο στοιχείων που συνδέονται μεταξύ τους, δέσμη»: ασφαλιστικό πακέτο.
Η λεξική σύναψη εκδοχή πολιτικών εξελίξεων εμφανίζει πολύ χαμηλή συχνότητα σε σχέση με τα σενάρια πολιτικών εξελίξεων. Ο συνδυασμός σενάρια εκλογών παρουσιάζει στο Google 46.600, ενώ οι εκδοχές εκλογών 0 παραδείγματα (28.9.2018). Αν ενοχλεί το σενάριο, διερωτώμαι πώς θα πούμε το διδακτικό/εκπαιδευτικό σενάριο το οποίο αξιοποιεί τις Τεχνολογίες της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας και έχει ανοίξει νέους δρόμους στη μαθησιακή διαδικασία.
4. Αποφεύγουμε ξένες λέξεις και εκφράσεις, όταν υπάρχουν αντίστοιχες ελληνικές: καριέρα (σταδιοδρομία), σαμποτάζ (δολιοφθορά), ίματζ (εικόνα, εντύπωση), πρεστίζ (κύρος), γκλάμουρ (σαγήνη, αίγλη), σνομπάρω (περιφρονώ, υποτιμώ), μίτινγκ (συνάντηση), κουλ (ψύχραιμος), τιμ (ομάδα), πρότζεκτ (έργο, μελέτη), ντιζάιν (σχέδιο).
Όλες οι παραπάνω λέξεις έχουν ενσωματωθεί στο λεξιλόγιο της Νεοελληνικής και δεν είναι πάντα εύκολο, αλλά ούτε και χρειάζεται, να τις αποφεύγουμε.
Καριέρα είναι βέβαια η σταδιοδρομία, επομένως οι δύο λέξεις ταυτίζονται κατά κάποιον τρόπο σε ορισμένα συγκείμενα (λαμπρή καριέρα/σταδιοδρομία), στα περισσότερα όμως διαφοροποιούνται. Στα σώματα κειμένων της Ακαδημίας Αθηνών η καριέρα εμφανίζεται 5 φορές συχνότερα απ’ ό,τι η σταδιοδρομία. Ο διπλωμάτης καριέρας είναι παγιωμένη έκφραση, ενώ ο διπλωμάτης σταδιοδρομίας δεν λέγεται, εκτός αν θέλει κάποιος να δείξει ότι είναι καθαρολόγος. Έκανε καριέρα στο εξωτερικό είναι μια απόλυτα φυσιολογική διατύπωση, ενώ το Έκανε σταδιοδρομία στο εξωτερικό είναι κάπως αφύσικη έκφραση. Αποδεκτή είναι η πρόταση Σταδιοδρόμησε στο εξωτερικό. Η καριέρα συνυποδηλώνει την επαγγελματική εξέλιξη ή καταξίωση με κάθε τρόπο, συχνά με εγωιστικά ή άλλα κίνητρα, φτάνοντας στα όρια του τυχοδιωκτισμού. Ενδιαφέρεται μόνο για την καριέρα του λέμε απαξιωτικά, εξού και καριερισμός, καριερίστας, καριερίστικος, δεν υπάρχουν όμως αντίστοιχα παράγωγα από τη λέξη σταδιοδρομία.
Τo σαμποτάζ < γαλλ. sabotage, 1870, αποτελεί διεθνισμό. Στη Νεοελληνική μεταφράστηκε ως «δολιοφθορά», δεν καλύπτει όμως όλες τις σημασίες της γαλλικής λέξης. Ακόμα και αν μπορέσει κάποιος να αποφύγει το ουσιαστικό, το ρήμα σαμποτάρω είναι δύσκολο να αποδοθεί με ένα μόνο ρήμα, αφού, ανάλογα με το συγκείμενο, δηλώνει «δυναμιτίζω, ναρκοθετώ, τορπιλίζω, υπονομεύω, υποσκάπτω, φαλκιδεύω».
Συνεχίστε την ανάγνωση του “Το «σωστό» και το «λάθος» στη γλώσσα”










