Φιλοσοφία ζωής!

Ας φανταστούμε για λίγο τη σκηνή, που δεν είναι διόλου απίθανο να γίνει πραγματικότητα:

Ο Κλιντ Ιστγουντ, στα 94 του χρόνια, καθώς δίνει οδηγίες στον οπερατέρ του για τη νέα ταινία που σκηνοθετεί και στην οποία επίσης πρωταγωνιστεί, καταρρέει και πέφτει στο έδαφος. Ίσως σηκωθεί ξανά, ίσως και όχι· σε αυτές τις ηλικίες τίποτε δεν είναι βέβαιο και δεν έχει και τεράστια σημασία.

Ερχεται κάποτε κι εκείνη η παράσταση στης οποίας το φινάλε οι νεκροί δεν σηκώνονται και δεν υποκλίνονται για το χειροκρότημα. Φυγείν αδύνατον.

Ποιος, αναρωτιέμαι, θα πει για τον Ιστγουντ «μα, κι αυτός, δεν καθόταν σπίτι του, τι ήθελε κι έκανε ταινίες στα 94;»

Νομίζω κανείς. Αρχικά, γιατί να κάτσεις σπίτι σου στα 94; Μην και πάθεις κάτι; Μην και πεθάνεις, ας πούμε; Ενώ στο σπίτι σου δεν θα πεθάνεις ποτέ; Ή θα ζήσεις 2-3 χρόνια παραπάνω;

Ο Τζον Κόρνγουελ (τον ξέρετε ως Τζον Λε Καρέ) έγραφε το τελευταίο του βιβλίο όταν πέθανε, σε ηλικία 89 ετών, το 2020. ΠΙθανώς πέθανε πάνω στις σελίδες. Το βρήκε ο γιος του ατελές, το ολοκλήρωσε και δημοσιεύθηκε μετά το θάνατό του, το 2021.

Ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ έκανε ατομική έκθεση στη Νέα Υόρκη πέρυσι με έργα που ζωγράφισε πρόσφατα. Είναι 92 ετών και συνεχίζει να ζωγραφίζει.

Είναι πάμπολλα τα παραδείγματα. Στην πραγματικότητα νομίζω ότι είναι ο κανόνας: Εξαιρέσεις είναι οι καλλιτέχνες κάθε είδους που σταμάτησαν να δουλεύουν στην Τέχνη τους πριν τους σταματήσει ο θάνατος.

Ας αφήσουμε στην άκρη τα ταξικά (και κυρίως τα τοξικά) κι ας κάνουμε μια παραδοχή: Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που είναι προικισμένοι. Ταλαντούχοι, όπως θέλετε πείτε το.

Αυτοί οι -πολύ τυχεροί- άνθρωποι, δεν αντιμετωπίζουν αυτό που κάνουν ως «επάγγελμα», ή ως «δουλειά». Είναι η φύση τους. Δεν είναι αυτό που «κάνουν», αλλά αυτό που «είναι».

Κι αυτό που είσαι, δεν τελειώνει ποτέ, παρά μόνο όταν παύεις να υπάρχεις. Σε πολλές περιπτώσεις, δε, συνεχίζει να υφίσταται και μετά, ίσως και στους αιώνες των αιώνων.

Δεν τελειώνει ποτέ η επιθυμία και η παρόρμηση να ζωγραφίσεις, να τραγουδήσεις, να παίξεις, να γράψεις. Ούτε η ικανότητα. Μπορεί να μειώνεται η δύναμη, να ατονούν τα «εργαλεία», αλλά το ταλέντο παραμένει ολοζώντανο.

Συνεχίζει να σε «πυροβολεί από μέσα», έτσι το αισθάνομαι εγώ, δεν του γλιτώνεις. Δεν σταματούν ποτέ οι ιδέες, η έμπνευση, δεν παύεις ποτέ να πετάγεσαι στον ύπνο σου και να σκαλίζεις νότες, ή λέξεις, ή σκίτσα, ή να οραματίζεσαι νέους τρόπους ερμηνείας.

Και δεν ισχύει μόνο για τους καλλιτέχνες.

Διάβαζα τις προάλλες μια συνέντευξη του χειρούργου Μαγκντί Γιακούμπ, ο οποίος στα 88 του εχει πάψει να χειρουργεί, αλλά είναι ενεργότατος στην έρευνα, ενώ ασχολείται και με ένα ίδρυμα που έχει φτιάξει για την περίθαλψη στην Αφρική. Δεν θα μπορούσε ο Γιακούμπ να βγει «στη σύνταξη»;

Δεν ξέρω αν είναι «καταραμένοι» αυτοί οι άνθρωποι, ή ευλογημένοι.

Είναι αυτό που είναι.

Κάποτε θα το αντιμετώπιζα πολύ πιο «ηρωικά» το θέμα, θα έγραφα (νομίζω ότι το έχω γράψει κιόλας) ότι είναι θέμα απόφασης να μην γίνεις απόμαχος. Τώρα τους καταλαβαίνω τους ανθρώπους που δεν βρίσκουν κανένα ενδιαφέρον στο να συνεχίσουν να είναι «ενεργοί» στη ζωή, κουρασμένοι από χρόνια επανάληψης σε πράγματα που ίσως δεν αισθάνθηκαν ποτέ ότι τους παρείχαν κάποια ουσία.

Σε κατατρώει αυτό.

Από την άλλη, όλα αυτά αποτελούν και μια απόδειξη ότι η κινητήριος δύναμη, το καύσιμό μας, υπάρχει μόνο μέσα μας. Αλλοι το βρίσκουν, άλλοι όχι.

Σεβαστά αμφότερα.


Κείμενο: Maria Dedousi

Καφέ της Αθήνας με διανοουμενίστικη ιστορία!

Κολοκυθάς, Πετράλωνα

Στέκι εναλλακτικό, λίγο μακριά από τη χλαπαταγή της Αθήνας, ιδανικό καταφύγιο για διανοούμενους και πολιτικά κυνηγημένους. Εδώ άφηνε την εφημερίδα του και το τσιγάρο στο τασάκι ο Στέλιος Καζαντζίδης, για να επιστρέψει λίγες ώρες αργότερα, εδώ κατέφευγε ο Μίκης Θεοδωράκης κάθε φορά που έπρεπε να συζητήσει με κάποιο μέλος των Λαμπράκηδων, τα γραφεία των οποίων ήταν ακριβώς δίπλα. Οι πιο διάσημες αντιπαραθέσεις πραγματοποιήθηκαν στον μικρό του εσωτερικό χώρο κι ίσως γι’ αυτό ο ιδιοκτήτης του με το ίδιο όνομα, Γ. Κολοκυθάς, είχε ανακριθεί πολλές φορές από την Αστυνομία, για να ομολογήσει τα όσα συνέβαιναν πίσω από τις κλειστές πόρτες του.

Θαμώνες: Μάνος Λοΐζος, Στέλιος Καζαντζίδης, Μίκης Θεοδωράκης, Μέντης Μποσταντζόγλου (Μποστ), Έλλη Παππά.

Χαρακτήρας: Ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας του ήταν άμεσα συνδεδεμένος και με τη μυθολογία της περιοχής – φτωχή συνοικία με ιστορία, ντομπροσύνη και λαϊκή αρχοντιά στις παρυφές του κέντρου.

Πηγή: Τίνα Μανδηλαρά/lifo.gr

Λόγια σοφά

ΤΑ ΟΔΥΝΗΡΑ ΛΑΘΗ ΜΟΥ ΜΕ ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟ «ΞΕΡΩ ΟΤΙ ΕΧΩ ΔΙΚΙΟ» ΣΤΟ «ΠΩΣ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΞΕΡΩ ΟΤΙ ΕΧΩ ΔΙΚΙΟ;».

ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΧΡΕΙΑΖΟΜΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ ΙΣΟΡΡΟΠΗΣΩ ΤΟ ΘΡΑΣΟΣ ΜΟΥ…

Της λίμνης οι λογισμοί!

Η λίμνη ήταν γαλήνια σαν μετάνοια.

Το φως του πρωινού ήλιου απλωνόταν απαλά πάνω της, κι ο αέρας μύριζε νοτισμένο χώμα και γιασεμί. Επιβιβάστηκα στο μικρό καραβάκι που έφευγε για το Bellagio∙ οι μηχανές γουργούρισαν και το νερό άνοιξε στα δύο, σαν σε ευλογία.

Περνούσαμε μπροστά από βίλες που θύμιζαν άλλες εποχές — πέτρινες σκάλες που κατέβαιναν ως το κύμα, κήποι γεμάτοι κυπαρίσσια και αγάλματα. Στο Tremezzo, η Villa Carlotta στεκόταν σαν αρχόντισσα που περιμένει τον επισκέπτη να της ψιθυρίσει ένα «μπράβο» για όλη την ομορφιά που χάρισε στους αιώνες.

Οι τουρίστες φωτογράφιζαν∙ εγώ απλώς κοιτούσα. Κάποιες φορές, η σιωπή είναι η πιο ευγενική μορφή θαυμασμού.

Στο Bellagio, οι δρόμοι ανηφόριζαν ανάμεσα σε ανθισμένες γλάστρες και πέτρινα σκαλοπάτια. Στα μαγαζάκια πωλούσαν μεταξωτά μαντήλια και τοπικά κρασιά — οι μυρωδιές του ψωμιού, του καφέ και του ήλιου μπλέκονταν.

Κάθισα σ’ ένα μικρό καφέ, στο σημείο όπου οι δύο βραχίονες της λίμνης αγκαλιάζονται. Το νερό άστραφτε, και οι γλάροι, σαν λευκές υπογραφές του ουρανού, έκοβαν βόλτες πάνω απ’ τις βάρκες. Οι πάπιες σε στρατιωτικό σχηματισμό αυλάκωναν τα ήρεμα νερά.

Τι ομορφιά θεέ μου ! Μάλλον το είπα δυνατά που ο διπλανός μου νόμισε πως κάτι θέλω να του πω και μου λέει στα αγγλικά πως δεν γνωρίζει τη γλώσσα μου…

Κι εκεί, με ένα φλυτζάνι καπουτσίνο να βλέπω τον ήλιο να ξεφεύγει από ένα σύννεφο και να λούζει τη κατακόρυφη πλαγιά στις υπώρειες των Άλπεων, κατάλαβα πως η λίμνη Κόμο δεν είναι προορισμός∙ είναι κατάσταση ψυχής — ένα ταξίδι προς την εσωτερική σιωπή, που μοιάζει με σαγηνευτική γαλήνη…

«αληθινή δόξα είναι να κάνεις αυτό που αξίζει να γραφεί, και να γράφεις αυτό που αξίζει να διαβαστεί»*

*Πληνιος πρεσβύτερος.Ρωμαίος συγγραφέας του 1ου αιώνα μ.Χ. Γεννήθηκε το 23/24 και πέθανε το 79. Καταγόταν από την πόλη Comum της βόρειας Ιταλίας και ανήκε σε οικογένεια της τάξης των ιππέων. Έζησε στη Ρώμη, υπηρέτησε στον στρατό μαζί με τον κατοπινό αυτοκράτορα Τίτο κι αργότερα ανέλαβε δημόσια αξιώματα στην Αφρική, την Ισπανία και τη Γαλατία. Πέθανε κατά τη μεγάλη έκρηξη του Βεζούβιου το 79 μ.Χ. στην προσπάθειά του να μελετήσει το φαινόμενο.

«Η ομορφιά δεν είναι για να τη φυλακίζεις σε λέξεις, αλλά για να τη θυμάσαι σαν κάτι που σε έκανε για λίγο πιο αληθινό.»

4 Οκτωβρίου – Η μέρα του Φραγκίσκου*

Στην Ασίζη, όταν χαράζει η 4η Οκτωβρίου, η πόλη ανασαίνει αλλιώς. Το φως πέφτει απαλά πάνω στις πέτρες, οι καμπάνες ηχούν γλυκά κι ένας άνεμος, σχεδόν προσευχητικός, κατεβαίνει από τον λόφο της Πορτσιούνκολα. Είναι η μέρα του Φραγκίσκου, του ανθρώπου που μίλησε με τα πουλιά, που αγκάλιασε τους λεπρούς, που βρήκε τον Θεό όχι στα παλάτια αλλά στα χωράφια και στα δάση.

Σήμερα, σε κάθε γωνιά της Ιταλίας, τα παιδιά φέρνουν τα ζώα τους στην εκκλησία για ευλογία — σκύλους, γάτες, καναρίνια, ακόμη και άλογα. Κι είναι σαν να συνεχίζεται εκείνος ο διάλογος που άρχισε πριν οκτώ αιώνες, ανάμεσα στον άνθρωπο και στη δημιουργία.

Ο Φραγκίσκος δίδαξε πως η φτώχεια μπορεί να είναι πλούτος, πως η ταπεινότητα είναι μεγαλείο, κι ότι ο κόσμος είναι όμορφος όχι γιατί μας ανήκει, αλλά γιατί τον μοιραζόμαστε.

Κι έτσι, κάθε 4 Οκτωβρίου, η Ιταλία δεν γιορτάζει μονάχα έναν άγιο, αλλά την ίδια την ιδέα της ειρήνης, της ευγνωμοσύνης και της απλής χαράς να είσαι ζωντανός.

Αν ο Φραγκίσκος ζούσε σήμερα, ίσως να μην κήρυττε στις πλατείες αλλά στα δάση που καίγονται, στις θάλασσες που πνίγουν πλάσματα από πλαστικό, στα παιδιά που γεννιούνται μέσα σε πόλεις χωρίς ουρανό. Θα φορούσε το ίδιο φθαρμένο ράσο, θα περπατούσε ξυπόλητος στους δρόμους της σιωπής και θα μας μιλούσε όχι με λόγια, αλλά με το βλέμμα:

«Αδελφοί μου άνθρωποι, ξεχάσατε να είστε μέρος του κόσμου, όχι αφέντες του».

Ίσως να έστηνε μια μικρή καλύβα σ’ έναν λόφο, με ένα κλαδί για σταυρό κι ένα πουλί για σύντροφο. Κι εκεί, κάτω από τον ίδιο ουρανό που κοιτούσε κάποτε στην Ασίζη, θα προσευχόταν ξανά για μας — να θυμηθούμε τη γαλήνη, την ταπεινότητα, το χαμόγελο της απλότητας.

Γιατί ο Φραγκίσκος δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει· ζει μέσα σε κάθε ψυχή που σκύβει να ποτίσει ένα δέντρο, που ταΐζει ένα πεινασμένο ζώο, που σιωπά για να ακούσει τον κόσμο να μιλά.

. “Αφιέρωμα στην εορτή του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης – εθνική γιορτή των Ιταλών

*

Είναι ο πολιούχος άγιος της Ιταλίας, μαζί με την Αγία Αικατερίνη της Σιένας, και η ημέρα αυτή θεωρείται εθνική εορτή αφιερωμένη όχι μόνο στον ίδιο, αλλά και στα ιδανικά της ειρήνης, της ταπεινότητας και της αγάπης προς τη φύση που πρέσβευε.

Στην Ασίζη, κάθε 4 Οκτωβρίου, γίνεται μεγάλη λειτουργία στη Βασιλική του Αγίου Φραγκίσκου, με παρουσία εκπροσώπων από όλη τη χώρα· η γιορτή περιλαμβάνει λιτανείες, ψαλμούς, προσκυνηματικές πορείες και μουσικές εκδηλώσεις.

Είναι επίσης η ημέρα που πολλοί Ιταλοί τιμούν τα ζώα τους, καθώς ο Φραγκίσκος θεωρείται προστάτης των ζώων και της φύσης.

Στους λόφους της Franciacorta

Ανάμεσα στο Μπέργκαμο και τη λίμνη Ίζεο, οι λόφοι κυματίζουν σαν ήρεμη θάλασσα από αμπέλια. Το φως του απογεύματος γλιστρά πάνω στα φύλλα, κι ο αέρας μυρίζει γη, σταφύλι και βροχή που έρχεται. Εκεί, σ’ ένα πέτρινο αγρόκτημα που λέγεται Al Rocol, ο χρόνος κυλά πιο αργά — με ρυθμό τρύγου και πατητηριού.

Οι οικοδεσπότες μας υποδέχονται με ένα χαμόγελο και ένα ποτήρι αφρώδες Franciacorta. Οι φυσαλίδες του αναδύονται σαν μικρές υποσχέσεις, κι η γεύση του θυμίζει φως και ασβέστη. Περπατάμε ανάμεσα στα κλήματα· τα σταφύλια κρέμονται βαριά, ώριμα, σαν να γνωρίζουν πως ήρθε η ώρα τους να γίνουν κρασί. Στο κελάρι, η σιωπή είναι πυκνή· μόνο ο ήχος από τις σταγόνες του μούστου που κυλούν αργά στις πέτρες θυμίζει ότι η ζωή δεν σταματά ποτέ.

Στο εστιατόριο, κάτω από τις καμάρες, το τραπέζι στρωμένο λιτά: ένα ριζότο με μανιτάρια, λίγο prosciutto, κι ένα μπουκάλι ακόμα να περιμένει. Από το παράθυρο φαίνονται οι λόφοι να σβήνουν μέσα στο σούρουπο, κι η γη να ανασαίνει, κουρασμένη αλλά ευτυχισμένη.

Όταν φεύγουμε, ο ουρανός έχει γίνει βαθύς, σχεδόν πορφυρός. Κι εγώ σκέφτομαι πως η Franciacorta δεν είναι τόπος για να την περνάς βιαστικά. Είναι τόπος που σε μαθαίνει να σταματάς, να γεύεσαι, να θυμάσαι.

Όπως ένα καλό κρασί που θέλει χρόνο για να φανερώσει την ψυχή του.