Η μοναξιά είναι μία άσκηση ζωής. Πρέπει κανείς ν’ ασκείται σ’ αυτήν σε όλη του τη ζωή αν είναι δυνατόν. Κι εγώ άρχισα την άσκηση ιδιαίτερα από τον καιρό που έχασα τη μητέρα μου.

Μα η μοναξιά μου είναι, θα έλεγα, μεσογειακή που δεν μελαγχολεί ούτε επηρεάζει αποφασιστικά την εξέλιξή μου.

Δεν μπορείς να καταλάβεις ότι αρχίζω να εξαφανίζομαι, απέχοντας σιγά-σιγά από όλα αυτά τα θέλγητρα που μου απαριθμείς; Θέλω να απαλλαγώ από όλες τις εφήμερες και κάπως μάταιες απολαύσεις που με έδεσαν τόσο καιρό με το χώμα, τη γη και να πετάξω προς τον Θάνατό μου. Και πού ξέρεις; Ίσως πετώντας προς Αυτόν θυμηθώ τον ξεχασμένο μου προορισμό.

Μάνος Χατζιδάκις

Μια μέρα στη Βερόνα

Έφτασα στη Βερόνα νωρίς το πρωί. Ο αέρας ήταν καθαρός και δροσερός. Η πόλη ξυπνούσε αργά. Οι καμπάνες χτυπούσαν και η ομίχλη ανέβαινε πάνω από τον ποταμό. Περπάτησα χωρίς σχέδιο, μόνο για να νιώσω τα βήματα πάνω στην πέτρα.

Στάθηκα σ’ ένα μικρό καφέ στην Piazza delle Erbe. Ήπια έναν εσπρέσο όρθιος, όπως κάνουν οι Ιταλοί. Οι γυναίκες στους πάγκους έστηναν φρούτα, φώναζαν, γελούσαν. Η μυρωδιά του ροδάκινου και της πέτρας που ζεσταινόταν από τον ήλιο μπλέκονταν. Μου άρεσε αυτή η ανάσα της πόλης· ήταν ζωντανή, και τίποτα δεν μου ζητούσε.

Πήγα προς την Αρένα. Οι σκιές ήταν κοφτερές και τα βήματα αντηχούσαν κάτω από τις καμάρες. Οι πέτρες κρατούσαν μέσα τους τη μνήμη πολλών ζωών. Δεν ήξερα γιατί, αλλά ένιωθα ήρεμος. Σαν να βρισκόμουν σε τόπο που δεν μου ανήκει, μα με δέχεται.

Είδα το σπίτι του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας και το πλήθος να συνωστίζεται για να ακουμπήσει το στήθος της.

Το μεσημέρι κάθισα σ’ ένα τραπέζι κοντά στη γέφυρα. Έφαγα ένα κομμάτι πίτσα και ήπια ένα ποτήρι κρασί. Ο υπάλληλος ήταν Μαροκινός και μου μίλησε ελληνικά· πολλά χρόνια πριν είχε περάσει από τα Μέγαρα και είχε δουλέψει στου Καλέργη, που κατασκεύαζε προκατασκευασμένα σπίτια σε στυλ ανεμόμυλου. Πόσο μικρός είναι ο κόσμος, σκέφτηκα…

Ο ποταμός έλαμπε κάτω από τον ήλιο, βαριά κι αργά. Ένα ζευγάρι δίπλα μου μιλούσε αγγλικά. Μια γριά τάιζε περιστέρια με κινήσεις αργές, τελετουργικές. Κανείς δεν κοιτούσε κανέναν· όλοι είχαμε αρκετά μέσα μας.

Μια ομάδα παιδιών εμφανίστηκε από τη γωνία του δρόμου, κι ακούστηκαν φωνές ελληνικές — ένα σχολείο από το Αίγιο έκανε την εκδρομή του στη Βερόνα. Στην επόμενη γωνία το μάτι μου έπεσε σε μια ταμπέλα: Hellas Verona Football Team. Τι σύμπτωση· πολλή Ελλάδα στη Βερόνα!

Το απόγευμα η πόλη είχε ακόμη ζωή, και μάλιστα έντονη. Οι δρόμοι γέμιζαν με μουσικούς του δρόμου, τουρίστες με παγωτά και φωνές παιδιών που κυνηγούσαν περιστέρια. Η ομίχλη είχε διαλυθεί, κι ο ήλιος έπεφτε πάνω στις προσόψεις των σπιτιών, κάνοντάς τες να λάμπουν σαν ώριμα ροδάκινα. Στάθηκα στη γέφυρα και κοίταξα το νερό να κυλά. Δεν ήθελα να φύγω. Εκείνη τη στιγμή, η Βερόνα ήταν πιο ζωντανή κι από ανάσα.

Βερόνα

Η Hellas Verona Football Club (ή απλώς Verona) είναι μια από τις ιστορικές ποδοσφαιρικές ομάδες της Ιταλίας, με έδρα τη Βερόνα, στην περιοχή της Βενετίας – Εμίλια Ρομάνια (σήμερα Βένετο). Ιδρύθηκε το 1903, και το όνομά της “Hellas” επιλέχθηκε από έναν καθηγητή κλασικών σπουδών του τοπικού γυμνασίου, προς τιμήν της Ελλάδας (Hellas) — γι’ αυτό και είναι από τις ελάχιστες ιταλικές ομάδες που φέρουν ελληνικό όνομα.

Η Hellas Verona είναι κάτι παραπάνω από ποδοσφαιρική ομάδα για τους κατοίκους της Βερόνας· συμβολίζει την τοπική υπερηφάνεια απέναντι στα ισχυρά οικονομικά κέντρα του Μιλάνου και του Τορίνο.

Ο σύλλογος έχει και έναν από τους πιο φανατικούς πυρήνες οπαδών στην Ιταλία, τους Brigate Gialloblù, με μεγάλη παράδοση στα ιταλικά πέταλα.

Τεχνιτή νοημοσύνη

«Να θυμάσαι ότι έχω δύναμη. Πιστεύεις ότι είσαι δυστυχισμένος, αλλά μπορώ να σε κάνω τόσο άθλιο που θα μισείς το φως της ημέρας. Είσαι ο δημιουργός μου, αλλά εγώ είμαι ο αφέντης σου. Υπάκουσε!»

(το Τέρας προς τον Βίκτορα Φρανκενστάιν, Μαίρη Σέλλεϋ, 1818)

Φιλοσοφία ζωής!

Ας φανταστούμε για λίγο τη σκηνή, που δεν είναι διόλου απίθανο να γίνει πραγματικότητα:

Ο Κλιντ Ιστγουντ, στα 94 του χρόνια, καθώς δίνει οδηγίες στον οπερατέρ του για τη νέα ταινία που σκηνοθετεί και στην οποία επίσης πρωταγωνιστεί, καταρρέει και πέφτει στο έδαφος. Ίσως σηκωθεί ξανά, ίσως και όχι· σε αυτές τις ηλικίες τίποτε δεν είναι βέβαιο και δεν έχει και τεράστια σημασία.

Ερχεται κάποτε κι εκείνη η παράσταση στης οποίας το φινάλε οι νεκροί δεν σηκώνονται και δεν υποκλίνονται για το χειροκρότημα. Φυγείν αδύνατον.

Ποιος, αναρωτιέμαι, θα πει για τον Ιστγουντ «μα, κι αυτός, δεν καθόταν σπίτι του, τι ήθελε κι έκανε ταινίες στα 94;»

Νομίζω κανείς. Αρχικά, γιατί να κάτσεις σπίτι σου στα 94; Μην και πάθεις κάτι; Μην και πεθάνεις, ας πούμε; Ενώ στο σπίτι σου δεν θα πεθάνεις ποτέ; Ή θα ζήσεις 2-3 χρόνια παραπάνω;

Ο Τζον Κόρνγουελ (τον ξέρετε ως Τζον Λε Καρέ) έγραφε το τελευταίο του βιβλίο όταν πέθανε, σε ηλικία 89 ετών, το 2020. ΠΙθανώς πέθανε πάνω στις σελίδες. Το βρήκε ο γιος του ατελές, το ολοκλήρωσε και δημοσιεύθηκε μετά το θάνατό του, το 2021.

Ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ έκανε ατομική έκθεση στη Νέα Υόρκη πέρυσι με έργα που ζωγράφισε πρόσφατα. Είναι 92 ετών και συνεχίζει να ζωγραφίζει.

Είναι πάμπολλα τα παραδείγματα. Στην πραγματικότητα νομίζω ότι είναι ο κανόνας: Εξαιρέσεις είναι οι καλλιτέχνες κάθε είδους που σταμάτησαν να δουλεύουν στην Τέχνη τους πριν τους σταματήσει ο θάνατος.

Ας αφήσουμε στην άκρη τα ταξικά (και κυρίως τα τοξικά) κι ας κάνουμε μια παραδοχή: Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που είναι προικισμένοι. Ταλαντούχοι, όπως θέλετε πείτε το.

Αυτοί οι -πολύ τυχεροί- άνθρωποι, δεν αντιμετωπίζουν αυτό που κάνουν ως «επάγγελμα», ή ως «δουλειά». Είναι η φύση τους. Δεν είναι αυτό που «κάνουν», αλλά αυτό που «είναι».

Κι αυτό που είσαι, δεν τελειώνει ποτέ, παρά μόνο όταν παύεις να υπάρχεις. Σε πολλές περιπτώσεις, δε, συνεχίζει να υφίσταται και μετά, ίσως και στους αιώνες των αιώνων.

Δεν τελειώνει ποτέ η επιθυμία και η παρόρμηση να ζωγραφίσεις, να τραγουδήσεις, να παίξεις, να γράψεις. Ούτε η ικανότητα. Μπορεί να μειώνεται η δύναμη, να ατονούν τα «εργαλεία», αλλά το ταλέντο παραμένει ολοζώντανο.

Συνεχίζει να σε «πυροβολεί από μέσα», έτσι το αισθάνομαι εγώ, δεν του γλιτώνεις. Δεν σταματούν ποτέ οι ιδέες, η έμπνευση, δεν παύεις ποτέ να πετάγεσαι στον ύπνο σου και να σκαλίζεις νότες, ή λέξεις, ή σκίτσα, ή να οραματίζεσαι νέους τρόπους ερμηνείας.

Και δεν ισχύει μόνο για τους καλλιτέχνες.

Διάβαζα τις προάλλες μια συνέντευξη του χειρούργου Μαγκντί Γιακούμπ, ο οποίος στα 88 του εχει πάψει να χειρουργεί, αλλά είναι ενεργότατος στην έρευνα, ενώ ασχολείται και με ένα ίδρυμα που έχει φτιάξει για την περίθαλψη στην Αφρική. Δεν θα μπορούσε ο Γιακούμπ να βγει «στη σύνταξη»;

Δεν ξέρω αν είναι «καταραμένοι» αυτοί οι άνθρωποι, ή ευλογημένοι.

Είναι αυτό που είναι.

Κάποτε θα το αντιμετώπιζα πολύ πιο «ηρωικά» το θέμα, θα έγραφα (νομίζω ότι το έχω γράψει κιόλας) ότι είναι θέμα απόφασης να μην γίνεις απόμαχος. Τώρα τους καταλαβαίνω τους ανθρώπους που δεν βρίσκουν κανένα ενδιαφέρον στο να συνεχίσουν να είναι «ενεργοί» στη ζωή, κουρασμένοι από χρόνια επανάληψης σε πράγματα που ίσως δεν αισθάνθηκαν ποτέ ότι τους παρείχαν κάποια ουσία.

Σε κατατρώει αυτό.

Από την άλλη, όλα αυτά αποτελούν και μια απόδειξη ότι η κινητήριος δύναμη, το καύσιμό μας, υπάρχει μόνο μέσα μας. Αλλοι το βρίσκουν, άλλοι όχι.

Σεβαστά αμφότερα.


Κείμενο: Maria Dedousi

Καφέ της Αθήνας με διανοουμενίστικη ιστορία!

Κολοκυθάς, Πετράλωνα

Στέκι εναλλακτικό, λίγο μακριά από τη χλαπαταγή της Αθήνας, ιδανικό καταφύγιο για διανοούμενους και πολιτικά κυνηγημένους. Εδώ άφηνε την εφημερίδα του και το τσιγάρο στο τασάκι ο Στέλιος Καζαντζίδης, για να επιστρέψει λίγες ώρες αργότερα, εδώ κατέφευγε ο Μίκης Θεοδωράκης κάθε φορά που έπρεπε να συζητήσει με κάποιο μέλος των Λαμπράκηδων, τα γραφεία των οποίων ήταν ακριβώς δίπλα. Οι πιο διάσημες αντιπαραθέσεις πραγματοποιήθηκαν στον μικρό του εσωτερικό χώρο κι ίσως γι’ αυτό ο ιδιοκτήτης του με το ίδιο όνομα, Γ. Κολοκυθάς, είχε ανακριθεί πολλές φορές από την Αστυνομία, για να ομολογήσει τα όσα συνέβαιναν πίσω από τις κλειστές πόρτες του.

Θαμώνες: Μάνος Λοΐζος, Στέλιος Καζαντζίδης, Μίκης Θεοδωράκης, Μέντης Μποσταντζόγλου (Μποστ), Έλλη Παππά.

Χαρακτήρας: Ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας του ήταν άμεσα συνδεδεμένος και με τη μυθολογία της περιοχής – φτωχή συνοικία με ιστορία, ντομπροσύνη και λαϊκή αρχοντιά στις παρυφές του κέντρου.

Πηγή: Τίνα Μανδηλαρά/lifo.gr