ρεμπέτες

ΠΗΓΗ: sarantakos.wordpress.c0m

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ, σε τρεις συνέχειες, το 1984.

Τα δυο τρία τελευταία χρόνια το ρεμπέτικο τραγούδι γνωρίζει μια πρωτοφανή όσο και στρεβλή άνθηση. Εκδίδονται δεκάδες δίσκοι με παλιές ηχογραφήσεις, αλλά και άλλοι τόσοι με επανεκτελέσεις -συχνά κακές ή άσκοπές- ενώ τα μαγαζιά με κομπανίες και τα «ρεμπετομπάρ» έχουν αποκτήσει επιδημικές διαστάσεις. Πολλοί θησαυρίζουν, πολλοί απλώς κάνουν τη δουλειά τους, μερικοί προσφέρουν αληθινά. Μέσα σ’ όλον αυτό τον «οργασμό», έχει ατονήσει η τάση για σοβαρή έρευνα πάνω στο ρεμπέτικο –τάση που υπήρχε μέχρι και τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια- και οι παλιοί ρεμπέτες συχνά πεθαίνουν μέσα στη γενική αδιαφορία και οπωσδήποτε χωρίς να έχουν δώσει όσες μαρτυρίες θα μπορούσαν. Μια γρήγορη επισκόπηση των όσων έχουν κατά καιρούς γραφτεί ή ειπωθεί για το ρεμπέτικο αρκεί για να πείσει ότι, αν μη τι άλλο, επικρατεί μεγάλη σύγχυση γύρω απ’ το θέμα. Και ταυτόχρονα, πολλά δεν έχουν εξεταστεί καν, όπως ας πούμε  γλώσσα του ρεμπέτικου.

Εμείς θα προσπαθήσουμε παρακάτω να κάνουμε απλά μερικές εμπειρικές νύξεις γύρω απ’ το θέμα των αξιών και της κοινωνιολογίας του ρεμπέτικου.

Το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο είναι ενταγμένος ο ρεμπέτης της προπολεμικής περιόδου, είναι, κυρίως, το σινάφι, η ομάδα των ομοίων δηλαδή, ενώ ο χώρος στον οποίο κινείται είναι η πιάτσα. Εκεί μέσα, και μόνον εκεί, αισθάνεται οικεία ο ρεμπέτης.

Η ένταξη στο σινάφι σημαίνει αυτόχρημα την, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, απόρριψη των επίσημων θεσμών της κοινωνίας, ήδη απ’ την προεφηβική ηλικία.

Μ’ έστελνε η μανούλα μου – σχολειό για να πηγαίνω

και γω τραβούσα στο βουνό – με μάγκες να φουμέρνω

(« Ο Μάρκος μαθητής», Μάρκος, 1935)

Αντί σχολειό μου πάγαινα μες στου Καραϊσκάκη

έπινα διάφορα πιοτά να μάθω μπουζουκάκι.

Οι συγγενείς μου λέγανε να το απαρατήσω

αυτό το παλιομπούζουκο, να μην τους ξεφτιλίσω

(«Εγώ μάγκας φαινόμουνα», Γενίτσαρης, 1937)

Μέσα στους κόλπους αυτού του σιναφιού επικρατεί βέβαια μια ιεραρχία, που όμως δεν ξεπερνά κάποιο ελάχιστο όριο, και περισσότερο στην «αρχαιότητα» βασίζεται:

Χρόνια μες στην Τρούμπα μαγκίτης κι αλανιάρης

φρόντισε να μάθεις κι ύστερα να με πάρεις

(«Χρόνια μες στην Τρούμπα», Μάρκος, 1936)

Στο παραπάνω τραγούδι του Μάρκου βρίσκουμε μια καλή σύνοψη των προσόντων του καλού μάγκα, που είναι «παιδάκι έξυπνο», παίζει μπουζουκάκι και «στην πιάτσα που μεγάλωσα όλοι μ’ έχουν θαμάξει, γιατί είμαι μάγκας κι έξυπνος και σ’ όλα μου εντάξει».

Όσο για το σαβουάρ βιβρ της πιάτσας, η τελευταία στροφή του ίδιου τραγουδιού μας λέει πως:

Οι μάγκες με προσέχουνε κι όλοι με λογαριάζουν

όταν με βλέπουν κι έρχομαι μαζί μου νταλκαδιάζουν.

Η καταξίωση του ρεμπέτη επομένως, δεν έρχεται με το χρήμα ή την κοινωνική άνοδο, αλλά όταν απολαμβάνει τη φιλία και την εμπιστοσύνη της παρέας:

Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά εμένα μ’ αγαπούνε

μόλις θα μ’ αντικρίσουνε θυσία θα γενούνε

ή:

Που πηγαίνω με κοιτούνε κι όπου κάτσω με κερνούνε

(«Μάρκος ο Συριανός», Μάρκος)

Χαρακτηριστικά είναι και τα επίθετα που χρησιμοποιούνται: μάγκας, μαγκίτης κι αλανιάρης, παιδάκι με ψυχή και ζηλεμένο (Τσιτσάνης), σερέτης, παιδί τζιμάνι (Μάθεσης), μαγκιόρος (Παπάζογλου), ζόρικος και ήσυχος (Μάρκος). «Κουτσαβάκης, μάγκας και ντερβίσης,· όλ’ αυτά είναι ένα. Αλλά ο ντερβίσης είναι ανώτερος απ’ όλους», λέει ο Μάρκος στην αυτοβιογραφία του, ενώ ο Κερομύτης μιλάει για τον «πρωτόμαγκα», δίνοντας έτσι και κάποια απόχρωση ιεραρχίας.

Αυτή η αφελώς ειδυλλιακή εικόνα κυριαρχεί στο ρεμπέτικο γύρω στο ’35, και όσο πιο πίσω στο παρελθόν πηγαίνουμε, τόσο πιο «ανέμελη» γίνεται. Πρέπει να πούμε ότι αυτό καθόλου δεν συνεπάγεται ταύτιση της πιάτσας με τον υπόκοσμο, πράγμα που γίνεται φανερό αν σκεφτούμε τις δεκάδες ρεμπέτικα που μιλούν για επαγγέλματα (κυρίως για χασάπηδες, μανάβηδες, ψαράδες, τσαγκάρηδες και ταβερνιάρηδες) και που δίνουν το περίγραμμα της πιάτσας.

Η μάγκικη ζωή, ωστόσο, ήδη από τα τελευταία προπολεμικά χρόνια υφίσταται κάποια ρήγματα κι έχουμε τραγούδια που υπαινίσσονται πως «χάλασαν πια τα πράματα»:

Όλος ο κόσμος τώρα δουλεύει μηχανές…

Ψεύτικα σου γελάνε, μηχανικά μιλούν

κακό για να σου κάνουν μονάχα προσπαθούν

(«Η ψευτοφιλία», αποδίδεται στο Στελλάκη, 1936)

ενώ ο μάγκας αρχίζει να μετανιώνει σκεπτόμενος τις συνέπειες της ζωής που περνάει. Καμιά φορά γίνεται και ξέμαγκας:

γιατί όσο τη φουμάριζα κι έπαιζα και το ζάρι

μπροστά με λέγαν έξυπνο και πίσω παλαβιάρη

(«Ο ξέμαγκας» του Παπάζογλου)

Αυτά είναι τα πρώτα δείγματα του τι θα επακολουθήσει. Με καταλύτη την Κατοχή και τον Εμφύλιο, η μετά τον πόλεμο εικόνα έχει αλλάξει ριζικά. Το σινάφι και η πιάτσα έχουν εξαφανιστεί, ή τουλάχιστον έχουν μεταμορφωθεί, και περιορίζονται στα λαϊκά κέντρα, τα πέριξ και τους θαμώνες τους.

Ο «μάγκας» ακόμα και σαν λέξη σπάνια εμφανίζεται, και όταν αυτό συμβαίνει εννοεί τους μποέμηδες, που «γυρίζουνε ξενύχτηδες τα βράδια και ρομάντζες τραγουδάνε στα σκοτάδια» («Σερσέ λα φαμ», Τσιτσάνης, 1949) και «κάθε μας μεράκι γίνεται τραγούδι και το λέμε, και μες στα στραπάτσα μάθαμε ποτέ μας να μην κλαίμε» («Είμαστε αλάνια», Τσιτσάνης, 1953), αλλά μέχρι εκεί και μη παρέκει. Όπως λέει ένα τραγούδι που έχει περάσει στο όνομα της Νίνου («Τρεις μάγκες είμαστε«),

Τρεις μάγκες είμαστε κι οι τρεις αδέρφια

αλλά το πρωί

τη γλυκιά μανούλα μας στο στόμα τη φιλούμε

και ξεκινούμε για τη δουλειά

Μ’ άλλα λόγια, όλα περιστρέφονται γύρω απ’ την ταβέρνα και μόνο, και οι δεσμοί είναι πολύ πιο χαλαροί. Συχνά μάλιστα ο μάγκας γίνεται αντικείμενο χλευασμού («Μαχαλόμαγκα να ζήσεις, άσε τις παρεξηγήσεις», Τσιτσάνης, 1949), ενώ το χρήμα θεωρείται σπουδαία αρετή του γλεντζέ (θέλω… για δικό μου κέφι τα φράγκα να σκορπάς – Μητσάκης 1950, ή απόψε το μπουζούκι σου θα στο μαλαματώσω · Τσιτσάνης 1951).

Είναι ευνόητο ότι έξω απ’ την ταβέρνα κυριαρχεί η δυσπιστία ακόμα και ανάμεσα στους φίλους (τάχα δεν φταίει ο εμφύλιος γι’ αυτό;) και από την ανέφελη εικόνα της προπολεμικής πιάτσας φτάνουμε στο λαϊκό του ‘ 50-’60 όπου:

υπάρχουν και καλά παιδιά στην κοινωνία μέσα

αποτελούν, δηλαδή, εξαίρεση.

Να προσέξουμε πολύ τη λέξη κοινωνία.

Στο προπολεμικό ρεμπέτικο είναι ζήτημα αν αναφέρεται πάνω από δυο φορές αυτή η λέξη. Ο μάγκας διαμαρτύρεται βέβαια για τα βάσανά του, όμως ο υπαίτιος γι’ αυτά, όταν δεν είναι η «κακούργα» γυναίκα, είναι η μοίρα –έτσι γενικά– η «ζωή» ή η «καταραμένη φτώχεια» (Χατζηχρήστος-Λελάκης).

Ο Μάρκος λέει: «Ψεύτικος είναι ο ντουνιάς και ψεύτικη η ζωή μας» και απορεί για τα βάσανά του μη βρίσκοντας την αιτία:

Ρε παιδεμένη μου ζωή, πάψε πια για τα μένα

τι σου ‘κανα και μου ‘κανες τα μάτια βουρκωμένα

(«Ώρες με θρέφει ο λουλάς», 1936)

Μονάχα ο κατ’ εξοχήν «παραπονιάρης»Χατζηχρήστος θα πει κάπου «παλιοζωή, ψεύτη ντουνιά και παλιοκοινωνία». [Κι αυτό μεταπολεμικό είναι, οπότε δεν πιάνεται]

Αντίθετα, μετά τον πόλεμο, η σύνδεση του ρεμπέτικου με την πολιτική κατάσταση και με την εργατική τάξη έχει σαν αποτέλεσμα να αναδειχθεί η «κοινωνία» σε κεντρικό σημείο αναφοράς. Η διαμαρτυρία εντοπίζεται εκεί:

Κοινωνία ένοχη που γυρεύεις θύματα

μ’ έβαλες και μένα στο μαυροπίνακα

(«Μαυροπίνακας», Τσιτσάνης)

Έχουμε αμφισβήτηση (Ψεύτρα κοινωνία, πέτα τη μάσκα στη φωτιά –Λαύκας) που προχωράει στην κατανόηση:

Ένιωσα ποια είν’ η κοινωνία

ένιωσα του κόσμου την τόση αδικία

(«Η κοινωνία», Κολοκοτρώνης)

Ο ρεμπέτης διατυπώνει προτάσεις που κατονομάζουν τον ένοχο: «Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία έχουν θερίσει την κοινωνία» (Μπακάλης), για να φτάσουμε στο γνωστό — και απαγορευμένο — του Τσιτσάνη:

Δυο δρόμοι τη χωρίζουνε την κοινωνία τούτη

και φέρνουν μαύρη συμφορά, η φτώχεια και τα πλούτη

Της κοινωνίας η διαφορά – φέρνει στον κόσμο μεγάλη συμφορά

Βέβαια θα’ ταν υπερβολή να λέγαμε ότι «όλο» το μεταπολεμικό ρεμπέτικο κατάφερε να αποκτήσει εργατική ταξική συνείδηση. Τα δείγματα που πιο πάνω παραθέσαμε, μάλλον εξαιρέσεις του κανόνα αποτελούν· ωστόσο είναι ενδεικτικά του δρόμου μπορούσε να ακολουθήσει το ρεμπέτικο αν δεν μεσολαβούσε η εμπορικοποίηση και αλλοίωσή του. Πάντως, η σύγκριση με το προπολεμικό είναι αποκαλυπτική: Πριν έφταιγε η «μοίρα», τώρα η «κοινωνία». Άλλωστε, στο καθεστώς μετά τον Εμφύλιο λίγα μπορούσαν να ειπωθούν. Μην ξεχνάμε πως υπήρχε μια λογοκρισία αυστηρή και ηλίθια (από τραγούδι του Καλφόπουλου κόπηκε η λέξη «οδοιπόρος» γιατί θύμιζε το «συνοδοιπόρος») και πως συχνά οι ρεμπέτες αυτολογοκρίνονταν. Όπως θα δούμε παρακάτω, δεν είναι και λίγα αυτά που «τόλμησαν» να πουν.

Συνεχίστε την ανάγνωση του “ρεμπέτες”

Δειλός είναι αυτός που δεν μπορεί να δείξει την αγάπη. Αυτό είναι προνόμιο των γενναίων

Κάλαντα Λαζάρου

Εις την πόλη Βηθανία, Μάρθα κλαίει και Μαρία ,

έκλαιγαν τον αδερφό τους, τον πολύ αγαπητό τους.

Τρεις μέρες τον θρηνούσαν και τον ε μοιρολογούσαν,

την ημέρα την Τετάρτη κίνησε ο Χριστός να έρθει .

Και ο Χρήστος την ελυπήθη και πολύ την σπλαχνίσθη

και στον τάφο πλησιάζει και τον Λάζαρο φωνάζει :

Έβγα έξω Λάζαρέ μου φίλε και αγαπητέ μου.

πες μας Λάζαρε την είδες εις τον άδη όπου οι πήγες;

Είδα φόβους είδα τρόμους είδα βάσανα και πόνους,

δώστε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι ,

το φαρμάκι τον χειλέων και μη με ρωτάτε πλέον.

Εμπειρία

«Αν το μοναδικό πράγμα που μάθαιναν οι άνθρωποι ήταν να μη φοβούνται την εμπειρία τους, δεν θα χρεια­ ζόταν τίποτα άλλο για να αλλάξει ο κόσμος μας».

ΣΙΝΤ ΜΠΑΝΚΣ

Επιδρομή λύκων

Επιδρομή λύκων στα βουνά των Δερβενοχωρίων

By Φωνή Δερβενοχωρίων  /  20 Απριλίου 2019 .

Πηγή : φωνή Δερβενοχωρίων .

Σοκαριστικές και σκληρές εικόνες κατακρεουργημένων ζώων

Περισσότερα από 30 μοσχαράκια έχει βρει νεκρά και κατακρεουργημένα, σε καθημερινή βάση, το τελευταίο 10ήμερο, ο κτηνοτρόφος Παναγιώτης Ραυτοδήμος από τη Δάφνη Δερβενοχωρίων. Αγέλες λύκων που κυκλοφορούν πεινασμένοι στα βουνά της Δάφνης επιτίθενται αδιακρίτως στα μοσχάρια ελευθέρας βοσκής του κ. Ραυτοδήμου και έχουν προκαλέσει τεράστια καταστροφή. Το θέαμα αποτρόπαιο και εξοργιστικό.

Ποιος θα προστατεύσει τους κτηνοτρόφους από αυτή την επιδρομή; Ποιος θα τους αποζημιώσει γι’ αυτή την τεράστια καταστροφή; Μήπως οι οικολόγοι που άφησαν τους λύκους ελεύθερους να πολλαπλασιαστούν στα βουνά μας; Οι κτηνοτρόφοι πληρώνουν στο ακέραιο και τυπικότατα τις εισφορές τους στον ΕΛΓΑ και το θέμα χρήζει λήψη μέτρων προστασίας τους από το κράτος πλέον

Σε πολλά μέρη των Δερβενοχωρίων μας έχει καταγγελθεί, από κτηνοτρόφους και κυνηγούς, ότι κυκλοφορούν λύκοι και αγριογούρουνα, ζώα άγρια και πολύ πεινασμένα, από τα οποία κινδυνεύουν τα κοπάδια των κτηνοτρόφων και ίσως οι άνθρωποι. Πώς θα προστατευθούμε; Ποιος επέτρεψε στους οικολόγους να αφήσουν αυτά τα ζώα ελεύθερα στα μέρη μας; Επίσης, πρέπει να αναφερθεί ότι, χρόνια τώρα, έχουμε σοβαρό πρόβλημα με τα ελάφια, τα οποία, σε αναζήτηση τροφής κατεβαίνουν στον κάμπο και καταστρέφουν όλες τις καλλιέργειες, αλλά κανένας δεν ενδιαφέρεται και δεν κάνει τίποτα για τους αγρότες μας!!!

Πηγή: φωνή Δερβενοχωρίων .

Σεμινάριο στο Π Κ Δερβενοχωρίων

Με το σεμινάριο πρώτων βοηθειών έκλεισε ένας κύκλος εκπαιδεύσεων στο Π.Κ.Δερβενοχωρίων. Ευχαριστούμε την γιατρό κα Ανδρέου Αναστασία και τον κ. Γιάννη Αναγνωστάκη για την παροχή φαρμακευτικού υλικού .Εύχομαι σε όλους τους υπαλλήλους καλή Ανάσταση και καλό Πάσχα . Υγεία προσωπική και οικογενειακή.

Αλέξανδρος Βλαχογιάννης