Εις την πόλη Βηθανία, Μάρθα κλαίει και Μαρία ,
έκλαιγαν τον αδερφό τους, τον πολύ αγαπητό τους.
Τρεις μέρες τον θρηνούσαν και τον ε μοιρολογούσαν,
την ημέρα την Τετάρτη κίνησε ο Χριστός να έρθει .
Και ο Χρήστος την ελυπήθη και πολύ την σπλαχνίσθη
και στον τάφο πλησιάζει και τον Λάζαρο φωνάζει :
Έβγα έξω Λάζαρέ μου φίλε και αγαπητέ μου.
πες μας Λάζαρε την είδες εις τον άδη όπου οι πήγες;
Είδα φόβους είδα τρόμους είδα βάσανα και πόνους,
δώστε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι ,
το φαρμάκι τον χειλέων και μη με ρωτάτε πλέον.
