Έρωτας

Ο έρωτας δεν εξαρτάται απ’ την ανταπόκριση. Ο άνθρωπος δεν ερωτεύεται όταν στον έρωτά του υπάρχει ανταπόκριση. Μπορεί να ερωτευτεί χωρίς ανταπόκριση, όπως μπορεί να έχει ανταπόκριση και ο ίδιος να μην ερωτεύεται, να τον αγαπούν χωρίς ν’ αγαπά.

Ελλη Αλεξίουω

Φερνάντο Πεσσόα: Έχουμε όλοι δυο ζωές

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:

Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε

Στην παιδική μας ηλικία, αυτή

Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,

Στο βάθος της ομίχλης

Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε

Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.

Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,

Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.

Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,

Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:

Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις

Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.

Στην άλλη είμαστε εμείς,

Στην άλλη ζούμε.

Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.

Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».

Έκρηξη πληθυσμών

Πάνω στον πλανήτη σήμερα ζούμε περίπου 7,6 δισεκ. άνθρωποι. Μέχρι το 2020 θα φτάσουμε τα 9 δισεκ. και κατά την αλλαγή του αιώνα τα 11,2. Όσοι περισσότεροι, τόσο το καλύτερο;

ΟΧΙ. Οι πόροι της γης δεν πολλαπλασιάζονται με την ίδια ταχύτητα και το ζητούμενο είναι το πώς θα σιτίζονται τόσα στόματα.

Το πιστεύετε ότι οι τροφές δεν επαρκούν για όλους μας; Η αλήθεια είναι ότι το 90% της γεωργικής παραγωγής σήμερα βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα και το ήμισυ των παραγόμενων τροφίμων χάνεται στις αλυσίδες διανομής του αναπτυσσόμενου κόσμου. Δύο πράγματα μας σώζουν: Να αυξήσουμε την γεωργική παραγωγή και να πάψουμε να δημιουργούμε όγκους αποβλήτων.

Μια ακόμα πρόκληση είναι το πόσιμο νερό. Είμαστε σίγουροι ότι υπάρχουν ποσότητες πόσιμου νερού. ΔΕΝ ΙΣΧΥΕΙ. Η τραγωδία είναι ότι όγκοι νερού βρίσκονται στους πόλους, χιλιάδες μίλια μακριά από τους ανθρώπους που διψούν. ΤΙ ΘΑ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ; Εγκαταστάσεις αφαλάτωσης χαμηλού κόστους και ενέργειας. ΕΔΩ, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειες έχουν να παίξουν βασικό ρόλο.

Τότε που έβλεπες φαντάρους στον δρόμο!

Ο στρατός δεν είναι πια η κλειστή κοινότητα που σημαδεύει ανεξίτηλα την ζωή των νεαρών. Πάνε αυτά. Δεν θα ξανακούσουμε καινούρια τραγούδια για φαντάρους, κανένας δεν θα ξανανιώσει την ανάγκη να γράψει ένα φρέσκο διήγημα για την δική του θητεία. Ευτυχώς!

Το τελευταίο διάσημο φανταροτράγουδο που γράφτηκε σε τούτη τη χώρα ήταν το «Διδυμότειχο μπλουζ» το 1991. Το τελευταίο πεζό της στρατιωτικής λεγόμενης λογοτεχνίας, δεν ξέρω πότε γράφτηκε. Ακμάζον είδος προπολεμικής και μετεμφυλιακής γραφής, ξεψύχησε κι αυτό κάπου εκεί στα τέλη του 1990.

Από τότε που μειώθηκε δραστικά η θητεία, επιτράπηκε η έξοδος απ’ τα στρατόπεδα με πολιτικά κι έπαψαν οι φανταρίστικες ιστορίες ν’ ακούγονται στις παρέες ως αξεπέραστο αντρικό βίωμα, έσβησαν και τα παρακλάδια λογοτεχνικής και μουσικής έκφρασης που συνόδευαν την «καταραμένη» θητεία.
Μια θητεία που σήμερα είναι μόλις εννιά μήνες (οκτώ με αφαίρεση της άδειας) δεν μπορεί φυσικά να συγκριθεί με την θητεία των 30, 32 ή 36 μηνών που υπηρέτησαν οι σημερινοί εξηντάρηδες. Τα τρία σχεδόν χρόνια που περνούσε ο αντρικός πληθυσμός της χώρας μέσα στα αχανή απομονωμένα στρατόπεδα, πάνω στην καλύτερη ηλικία του και μέσα σε συνθήκες καταναγκαστικού παραλογισμού, δεν μπορούσε να μείνει έξω από το πεδίο ενδιαφερόντων των διηγηματογράφων, των στιχουργών, των μουσικών και των διασκεδαστών.
Τα «χαμένα χρόνια» πάντα αποτελούν πρωτόλειο υλικό για την τέχνη.
Οταν ο Σκαρίμπας, ο Μυριβήλης, ο Ιωάννου, ο Σκούρτης, ο Χρυσοβιτσάνος, ο Ψυχάρης, ο Σολδάτος, ο Μωραϊτίνης (για να θυμηθώ μερικούς ανάκατα) και δεκάδες άλλοι απ’ όλες τις δεκαετίες, επιστράτευσαν την γραφίδα τους για να αναφερθούν στο ξυρισμένο με την ψιλή παλικαράκι που ήταν ντυμένο στο χακί, τότε πράγματι χτυπούσαν κάποια φλέβα.

Η μοναξιά του φαντάρου, η τρέλα του συστήματος, το μετεμφυλιακό μίσος, το μωσαϊκό των χαρακτήρων που συνωστίζονταν στους στρατώνες, ο παραλογισμός όλης της στρατιωτικής δομής σε συνδυασμό με μια αντιπαραγωγική μακρόσυρτη θητεία που «δεν σταματάει πουθενά», έδωσαν υλικό για χρυσές λογοτεχνικές σελίδες.

Αντιστοίχως, τα σχετικά νέα «Ελα στην παρέα μας φαντάρε» της Αλεξίου, «Είμαι φίνο φανταράκι» του Ζαμπέτα ή το «Φαντάρος» του Διονυσίου, δεν ήταν παρά στάσεις σε μια ατέλειωτη σειρά τραγουδιών που αναφέρθηκαν σε φαντάρους, τραγουδήθηκαν και χορεύτηκαν από φαντάρους.

Ο Ανδρέου, στο γράμμα του προς τον Νίκο Γκάτσο τοποθετεί την φανταρίστικη φιγούρα ως ένα από τα σήματα κατατεθέντα της μεταπολεμικής ρημαγμένης Ελλάδας: «…φαντάροι χορεύουν τις νύχτες, σε άδειες ταβέρνες / δελφίνια στο πέλαγο μόνα, νεράκι στις στέρνες».
Ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο αυθεντικότερος μελετητής και μύστης του ρεμπέτικου, θεωρεί την τελευταία σειρά του Εθνικού Στρατού που απολύθηκε στο τέλος του Εμφυλίου, ως την έσχατη κοινωνική ομάδα που τίμησε βιωματικά το ρεμπέτικο πριν αυτό μεταβληθεί σε μαυσωλειακό μουσικό είδος.
Από τη μια ήταν οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού που με υψωμένη την γροθιά τραγουδούσαν τα (βόρειας κατά βάση προέλευσης) «βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα» και θεωρούσαν το λαϊκορεμπέτικο βρώμικη έκφραση ενός παραβατικού και αποπροσανατολισμένου λούμπεν-προλεταριάτου.
Απέναντί τους ήταν τα κουτσαβάκια των αστικών φτωχογειτονιών και τα ακατέργαστα αγροτόπαιδα που, ντυμένα στο χακί, κέρδισαν τον Εμφύλιο και αντιπαρέθεσαν στον εχθρό ένα βαρύ μεταμεσονύκτιο ζεϊμπέκικο σε άδεια σουβλατζίδικα, υπό τους ήχους του μπουζουκιού και του μπαγλαμά. Καταραμένοι φτωχοδιάβολοι αμφότεροι, αλληλοσκοτώθηκαν δίχως να καταλαβαίνουν γιατί, όμως είχαν (και τράβηξαν) διαφορετικούς δρόμους έκφρασης.

Η στρατιωτική λογοτεχνία και το φανταρίστικο τραγούδι άνθισαν για τρεις δεκαετίες (1950-80), τότε που μεγάλο κομμάτι της ελληνικής νεολαίας ήταν στρατευμένο λόγω μεγάλης θητείας. Τότε που οι κάτοικοι των ελληνικών πόλεων ήταν συνηθισμένοι να βλέπουν παρέες φαντάρων, αεροπόρων και ναυτών να περιφέρονται άσκοπα στις πλατείες τους (κάθε πόλη είχε το στρατόπεδο της), να πίνουν, να φωνάζουν και να πειράζουν τις γυναίκες.

Παιδιά μιας αγροτικής Ελλάδας που έφευγαν απ’ το χωριό τους, υπηρετούσαν τρία χρόνια στον Έβρο, στα νησιά ή στα ελληνοβουλγαρικά κι έπειτα ξαναγύριζαν στα χωράφια τους ή ξέμεναν στις παρυφές της Αθήνας για να γίνουν οικοδόμοι, πλακάδες και μωσαϊκτζήδες. Για πολλά απ’ αυτά τα παιδιά, ο στρατός (μέσα στον παραλογισμό του) ήταν το ισχυρότερο προσωπικό τους βίωμα. Υπήρχε λοιπόν υλικό για να αναδειχθεί και κοινό για να το αγοράσει.

Τώρα πια, αυτά αποτελούν παρελθόν. Ως μαζικό βίωμα φυσικά, διότι πάντα ο στρατός θα συμβαδίζει με την ασυναρτησία ως προσωπικό αίσθημα του στρατευμένου. Απλώς σήμερα ο φαντάρος περνά καλύτερα, τελειώνει την θητεία του πριν το καταλάβει, δεν ξεχωρίζει απ’ τους υπόλοιπους όταν είναι εκτός στρατοπέδου και δεν είναι διόλου απομονωμένος στην άκρη του κόσμου όπως κάποτε.

Οι άδειες είναι ευκολότερες, τα αεροπλάνα πηγαινοέρχονται μέσα στην φτήνια, το FB υπάρχει για όλους. Φυσικά, πάντα θα υπάρχει ο αυταρχικός διοικητής, ο αγράμματος λοχίας, ο χαβαλές δεκανέας, ο μάγκας παλιός, ο ψαρωμένος νέος, ο παλαβός που κοιμάται στο διπλανό κρεβάτι, ο γκαρδιακός που γίνεστε φίλοι, ο υπερφίαλος και το ερείπιο.

Όμως πια ο στρατός δεν είναι η κλειστή κοινότητα που σημαδεύει ανεξίτηλα την ζωή των νεαρών, άρα χρειάζεται δικούς του κώδικες και δικό του εσωτερικό πολιτισμό. Πάνε αυτά. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, που το τελευταίο μεγάλο φανταρίστικο τραγούδι, το «Διδυμότειχο μπλουζ» δεν είχε μπουζούκι αλλά ηλεκτρική κιθάρα. Το κύκνειο άσμα των στρατιωτικών τραγουδιών ήταν μια καθαρή ροκιά απ’ το μέλλον.

Δεν θα ξανακούσουμε καινούρια τραγούδια για φαντάρους, κανένας δεν θα ξανανιώσει την ανάγκη να γράψει ένα φρέσκο διήγημα για την δική του θητεία. Ευτυχώς. Έστω κι αν έτσι θα χάσουμε κάποια λογοτεχνικά διαμάντια που γράφονταν άλλες εποχές.

Σαν εκείνο το υπέροχο (σπάω το κεφάλι μου τίνος ήταν) για τον σχιζοφρενιασμένο μετεμφυλιακό συνταγματάρχη στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα του ’60, που έμαθε απ’ τους ρουφιάνους του ότι ένας φαντάρος έφευγε απ’ την σκοπιά, περνούσε απέναντι έρποντας και πηδούσε μια Βουλγάρα που είχε πιάσει γκόμενα. Τον έβγαλε στην αναφορά και του έριξε σαράντα μέρες φυλακή για εγκατάλειψη θέσης. Κι αμέσως μετά, του έγραψε και σαράντα μέρες τιμητική άδεια επειδή εισέβαλε επιτυχώς σε εχθρικό έδαφος και βίαζε μια κομμουνίστρια.

Δημήτρης Ευθυμάκης
Πηγή: Protagon

«Αδύνατον τόν μηδέν πράττοντα πράττειν εύ».Είναι αδύνατο να ευτυχεί όποιος δεν ασχολείται με καμιά εργασία.

Αριστοτέλης,

Αρχαίος φιλόσοφος.

“Πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τις φωτιές”

“Πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τις φωτιές” το μήνυμα περιβαλλοντολόγων και δασολόγων με αφορμή την φωτιά στην Εύβοια. Η ανάγκη λήψης συγκεκριμένων μέτρων πρόληψης και πότε θα ανακάμψει το παρθένο πευκοδάσος.

ο έμπειρος δασολόγος Ελευθέριος Σταματόπουλος που γνωρίζει καλά τη συγκεκριμένη περιοχή αφού αναφέρει και εκείνος την ανάγκη διαχείρισης του δάσους με την απομάκρυνση υπολειμμάτων καύσιμης ύλης υπογραμμίζει την αξία της έγκαιρης επέμβασης.

“Ο γρήγορος εντοπισμός της πυρκαγιάς είναι κομβικός. Πρέπει να υπάρχουν στελεχωμένα πυροφυλάκια τα οποία θα λειτουργούν σε αυτές τις περιοχές υψηλού κινδύνου και με τον πρώτο καπνό η δύναμη του πυροφυλακείου να μπορεί να κάνει και την πρώτη προσβολή της πυρκαγιάς μέχρι να γίνει επέμβαση της Πυροσβεστικής. Αυτή η πρώτη πλήξη θα αποδυναμώσει την πυρκαγιά και δεν θα τις επιτρέψει να πάρει διαστάσεις” μας λέει.

“Ξοδεύουμε ένα δισ. ευρώ για τα εναέρια μέσα κάθε χρόνο. Αυτό δεν μπορεί να συνεχίζεται. Πρέπει να δώσουμε χρήματα στη διαχείριση του δάσους. Έτσι θα γλιτώσουμε σημαντικούς πόρους και θα έχουμε καλύτερα αποτελέσματα. Χρειάζεται φορέας δασοπροστασίας που θα έχει την ευθύνη της διαχείρισης.

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το είδος της βλάστησης

Μια ακόμη συζήτηση που επανήλθε μετά την φωτιά της Εύβοιας είναι το κατά πόσο μπορούμε με την διαδικασία της αναδάσωσης να αλλάξουμε το είδος της βλάστησης και να ξεφύγουμε από την “εύφλεκτη” Χαλέπιο Πεύκη.

Ορισμένα είδη πεύκης με φυσική νομοτέλεια θα καούν κάποια στιγμή και ευνοούνται και μετά στην αναδάσωση, με την αναγέννηση από το κάψιμό τους, μιλάμε για αυτοφυή δέντρα. Υπάρχει ένας προβληματισμός που αρχίζει σιγά σιγά να εδραιώνεται μέσα στην επιστημονική κοινότητα, ότι τελικά σε όλα τα δάση μας αυτά, με ό,τι δυσκολίες έχει το εγχείρημα, θα πρέπει να πάμε σε μια μείξη αυτών των δασών, που έχει να κάνει και με την εισαγωγή πλατυφύλλων, που δεν είναι τόσο πυρόφιλα είδη, αλλά αντιστέκονται στη φωτιά, την περιορίζουν και διευκολύνουν την πρόληψη», δήλωσε χθες μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό του Αθηναϊκού-Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων ο δασολόγος και δασάρχης Κιλκίς Γιώργος Βούρτσας.

Καμμένο δάσος στην Εύβοια EUROKINISSI

“Είτε βάλουμε είτε δεν βάλουμε άλλα είδη δεν πρόκειται να ευδοκιμήσουν. Θα επικρατήσει στο τέλος η χαλέπιος πεύκη. Προφανώς τα μεικτά δάση είναι καλύτερα, αλλά η άποψη ότι εμείς μπορούμε έτσι απλά να τα δημιουργήσουμε είναι παρωχημένη. Τη δεκαετία του ’60 έγινε ένα πρόγραμμα από τη δασική υπηρεσία και είχε βάλει ξενικά δέντρα. Ναι μεν εξελίχθηκαν αλλά δεν άντεξαν στις καιρικές συνθήκες . Δεν μπορούν λοιπόν να επιβιώσουν σε βάθος χρόνου. Θα μπορούσαμε ενδεχομένως στο συγκεκριμένο δάσος να βάλουμε χαρουπιά η οποία όμως αναπτύσσεται πολύ αργά και τρώγεται και από τα ζώα. Άρα αυτή η ενέργεια δεν αποτελεί λύση. Λύση είναι η διαχείριση” απαντά ο κ. Σταματόπουλος.

Όπου υπάρχουν δρυοδάση η δασοπυρόσβεση διευκολύνεται. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να πάμε και να αλλάξουμε τη βλάστηση. Δεν είναι τυχαίο που η πεύκη έχει επικρατήσει. Και να θέλαμε να επέμβουμε δεν μπορούμε να το κάνουμε και μάλιστα σε τέτοια έκταση” συμφωνεί και ο κ. Αθανασίου καταλήγοντας πως ο χρόνος ανάκαμψης του συγκεκριμένου δάσους στην κεντρική Εύβοια υπολογίζεται στις δύο δεκαετίες.

Μακρυγιάννης : «Να μάθωμεν γνώση αν θέλωμεν να φκειάσωμεν χωριόν»

Οι τελευταίοι φύλακες του δάσους που κάηκε στην Εύβοια

Ποιο ήταν το χέρι που έκαψε το δάσος της μονής Μακρυμάλλη και της Άτταλης στην Εύβοια; Οι ύποπτοι για εμπρησμό που κλήθηκαν για ανάκριση, η χρόνια πάσχουσα δασοπροστασία, η ερήμωση του δάσους από παραγωγικές δραστηριότητες, η κλιματική αλλαγή ή όλα αυτά μαζί;

Χρόνος ανάγνωσης:

9

Το δάσος της Μακρυμάλλης και στην απέναντι πλευρά το δάσος της Άτταλης.

Τρίτη 20 Αυγούστου 2019

Κείμενο & Φωτογραφίες

Αλεξία Τσαγκάρη

Τα τελευταία χρόνια όσο κουρασμένος κι αν αισθάνεται, αργά το βράδυ ανεβαίνει στην ταράτσα του σπιτιού του και κοιτάζει ανήσυχος προς τα βουνά. Από τότε που έχει το δικό του κοπάδι, έχει έναν μόνιμο φόβο. Τον τελευταίο καιρό ωστόσο ένιωθε ότι είχε βάλει πια τη ζωή του σε τάξη. Τα είχε όλα σχεδιάσει. Μόλις ξεχρέωνε το δάνειο του σπιτιού του, θα αφοσιωνόταν εξ ολοκλήρου σε αυτό που του άρεσε καλύτερα, την κτηνοτροφία. Από μικρός εξάλλου, όταν τελείωνε το σχολείο, εκείνος μαζί με τον αδερφό του έφευγαν από το χωριό και ζούσαν πάνω στο βουνό περπατώντας το σπιθαμή προς σπιθαμή και βόσκοντας τα ζώα τους. Επέστρεφαν το φθινόπωρο αγνώριστοι και η μάνα τους έφερνε κομμώτρια από την Αθήνα για να τους κουρέψει. Εδώ και λίγο καιρό είχε φτιάξει καινούριους στάβλους για τα περίπου 310 γίδια που είχε μαζί με τον αδερφό του, είχε αγοράσει στηρίγματα και μπάλες τριφυλλιού. Όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο.

Ήταν περίπου ένα τέταρτο μετά τις 03.00 τα ξημερώματα της Τρίτης 13 Αυγούστου, όταν τον ξύπνησαν οι σειρήνες της πυροσβεστικής. Για ακόμα μια φορά ανέβηκε στην ταράτσα του σπιτιού του, αυτή τη φορά όμως αντίκρισε αυτό που πάντα φοβόταν. Χωρίς να χάσει χρόνο φόρεσε την ολόσωμη φόρμα του, γάντια και τα καινούρια του άρβυλα και ξεκίνησε προς τα εκεί που διέκρινε την κόκκινη λάμψη, προς την Ιερά Μονή Μακρυμάλλης.

Το μοναστήρι της Μακρυμάλλης.

Το μοναστήρι της Μακρυμάλλης Παναγίας Θεοτόκου βρίσκεται 7 χλμ από τα Ψαχνά Ευβοίας και έδωσε το όνομά του στο συμπαγές πευκοδάσος που το κυκλώνει, αλλά και στο καταπράσινο χωριό των περίπου 200 κατοίκων που βρίσκεται μόλις 1,7 χλμ μακριά. Στις 23 Ιανουαρίου του 1944 οι Γερμανοί, ύστερα από μερικές αψιμαχίες που είχαν με τους αντάρτες, θεώρησαν ότι η μονή αλλά και το χωριό Μακρυμάλλη βοηθούσαν τους αντάρτες και τα έκαψαν ολοσχερώς.

Το μοναστήρι της Μακρυμάλλης Παναγίας Θεοτόκου που βρίσκεται 7 χλμ από τα Ψαχνά Ευβοίας και έδωσε το όνομά του στο συμπαγές πευκοδάσος που το κυκλώνει, σώθηκε χάρη στις συντονισμένες ενέργειες πυροσβεστών και ντόπιων.

Όταν ο Κωστής Παπακυριακού έφτασε στην περιοχή μεταξύ της Αγίας Μαρίνας, της Ανάληψης και της Κόκκινης Λάκκας, όπου ξεκίνησε η φωτιά, οι φλόγες υψώνονταν ήδη στα 70 μέτρα. «Τριγύρω όλες οι πλαγιές φλέγονταν. Άκουγα συνεχώς εκρήξεις, πιθανότατα από τις γεωτρήσεις που έχουν γίνει στην περιοχή. Το χωράφι μου λίγο πιο εκεί είχε ήδη γίνει στάχτη. Κοίταζα γύρω μου κι έβλεπα τις φλόγες στις κορυφές των πεύκων. Τότε είπα ότι τελείωσε, το χάσαμε το παιχνίδι. Εκείνο το σημείο είναι τόσο απότομο, δύσβατο και πυκνοδασωμένο που δεν πετάει ούτε πουλί. Οι ντόπιοι ρίχναμε νερό μαζί με τους πυροσβέστες για να μην περάσει η φωτιά προς το μοναστήρι. Ήμασταν μέσα στο ρέμα και μέσα στο σκοτάδι παλεύαμε».

Η χαράδρα στο δάσος της Άτταλης ήταν τόσο απότομη και βαθιά που μόνο ελικόπτερα μπορούσαν να κάνουν ρίψεις νερού.

Το πρώτο φως της ημέρας βρήκε τον Κωστή μαζί με τον ξάδερφό του Θοδωρή Παπακυριακού και άλλους ντόπιους να προσπαθούν να βοηθήσουν τους πυροσβέστες στην κατάσβεση της φωτιάς. «Μόλις ξημέρωσε, είχαμε την ελπίδα ότι τα αεροπλάνα θα έσβηναν τη φωτιά. Αλλά εξαιτίας του πυκνού καπνού δεν μπορούσαν να κάνουν ρίψεις. Από εκεί και πέρα η φωτιά ήταν ανεξέλεγκτη, γιατί οι ισχυροί άνεμοι άλλαζαν συνεχώς κατεύθυνση. Τα κουκουνάρια εκτοξεύονταν σε μεγάλη απόσταση, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συνεχώς νέες εστίες φωτιάς. Κάτι τέτοιο έγινε και με την δική μου περιουσία. Εγώ προσπαθούσα να περιορίσω τη φωτιά στο δάσος του μοναστηριού, ενώ ταυτόχρονα καίγονταν τα μαντριά μου. Μόλις το αντιληφθήκαμε, μπήκαμε στο τζιπ μαζί με τον Θοδωρή και κατηφορίσαμε προς την Μακρυμάλλη. Εκείνος άνοιξε την πόρτα για να φύγουν τα δικά του ζώα κι εγώ οδήγησα τα δικά μου προς το χωριό. Δεν μπορούσα να τα εγκαταλείψω. Καλύτερα να καιγόμουν μαζί τους».

Ο Κωστής Παπακυριακού, 47, κτηνοτρόφος, προσπαθεί να σώσει τα γίδια του που πανικόβλητα έτρεχαν μέσα στη φωτιά.

Ο Κωστής βλέποντας την περιουσία του να γίνεται στάχτες, κάθισε σοκαρισμένος στο πεζούλι του σπιτιού του και ανήμπορος κοίταζε τη φωτιά να κυκλώνει το χωριό και από τις δυο πλευρές και να κατευθύνεται προς τα Ψαχνά.

Όσα ζώα μπόρεσε να σώσει ο Κωστής Παπακυριακού, τα έκλεισε στην αυλή του σπιτιού του. Τις πρώτες μέρες δεν είχε ούτε τροφή να τα ταΐσει. Τα περισσότερα είναι τριών μηνών έγκυα.

Την ίδια ώρα, οχτώ χιλιόμετρα πιο μακριά ο Σταύρος Ράζος, ρητινοκαλλιεργητής από το χωριό της Άτταλης, έδινε τη δική του μάχη στην πρώτη γραμμή της φωτιάς. Με μηχανήματα προσπαθούσε να καθαρίσει δρόμους και να ανοίξει αντιπυρικές ζώνες για να περάσουν τα πυροσβεστικά οχήματα και να προλάβουν τη φωτιά που είχε ήδη αρχίσει να καίει το δάσος της Άτταλης. «Η Άτταλη είχε το μεγαλύτερο δάσος στην Εύβοια, το οποίο είναι ιδιόκτητο. Οι προπαππούδες μας γύριζαν ξυπόλητοι για να μαζέψουν τα χρήματα και να αγοράσουν τις εκτάσεις από τους Οθωμανούς».

Τα ιδιωτικά δάση της Εύβοιας

Πράγματι, η αναγνώριση των ιδιόκτητων δασών του Δήμου Διρφύων-Μεσσαπίων έγινε με συμβόλαια και συμφωνητικά με τους Οθωμανούς κατά την περίοδο 1836-1840.

Συμβόλαιο αγοράς δασικής έκτασης από τους Οθωμανούς, το οποίο χρονολογείται από το 1847.

Αρχικά οι περιοχές αυτές ήταν δάση ανάμεικτα με χωράφια και διάφορες καλλιέργειες. Με τα χρόνια κάποιοι ντόπιοι εγκατέλειψαν την καλλιέργεια, με αποτέλεσμα οι εκτάσεις αυτές να μετατραπούν σε συμπαγές δάσος. Σήμερα, η βασική δραστηριότητα στο δάσος αυτό μαζί με μικρής έντασης κτηνοτροφία και μελισσοκομία, είναι η ρητινοκαλλιέργεια. Παλαιότερα ο κλάδος αυτός ήταν πολυπληθής κυρίως στη Βόρεια Εύβοια και η παραγωγή αρκετά μεγάλη. Κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες αποδεκάτισαν τους καλλιεργητές και μείωσαν αισθητά την παραγωγή. Την τελευταία πενταετία, ωστόσο, παρατηρείται μια επιστροφή των νέων ανθρώπων στην παραγωγή ρητίνης είτε ως αποκλειστική δραστηριότητα είτε για να συμπληρώσουν το χαμηλό εισόδημά τους από τα εργοστάσια της γύρω περιοχής.

Τα τελευταία χρόνια λόγω της κρίσης πολλοί νέοι επέστρεψαν στα χωριά της Εύβοιας και στράφηκαν και πάλι στη ρητινοκαλλιέργεια.

Στα ιδιωτικά δάση ισχύει ένα πολύπλοκο καθεστώς εκτέλεσης δασικών εργασιών. Ο ιδιώτης σε συνεργασία με τον συνεταιρισμό στον οποίον ανήκει, οφείλει να πληρώσει ιδιώτες μηχανικούς δασών για την διάνοιξη δρόμων ή ζωνών εντός της ιδιοκτησίας του, ενώ η δασική υπηρεσία ελέγχει επιστημονικά εάν τα έργα που προτείνει ο ιδιώτης –δια του δασολόγου ιδιώτη– συνάδουν με τη νομοθεσία. Για το λόγο αυτό, οι καλλιεργητές ρητίνης δικαιούνται μια επιδότηση που ανέρχεται στα 38 λεπτά ανά κιλό.

Γιώργος Λέκκας, ρητινοκαλλιεργητής. Θεωρεί ότι το δάσος ήταν ένα σπίρτο από τη βιομάζα που είχε συσσωρευτεί.

«Όταν είμαστε όλη μέρα μέσα στο δάσος και το καλλιεργούμε, ζούμε από αυτό και το προσέχουμε σαν τα μάτια μας. Παλιά που υπήρχε κτηνοτροφία, τα ζώα έτρωγαν τα χόρτα και άνοιγαν δρόμους. Σε αυτή την περιοχή υπήρχαν χιλιάδες ζώα. Κάθε εκατό μέτρα υπήρχε στρούγκα, κονάκι. Αλλά ούτε το δάσος είχε καεί ούτε είχε καταστραφεί. Τώρα είναι ζούγκλα, δεν μπορείς να περάσεις. Τα λάθη είναι πολλά και υπεύθυνο είναι το δασαρχείο. Δεν με αφήνει να κόψω ένα ξερό ή σπασμένο δέντρο. Αν το έκοβα όμως και το δάσος θα καθάριζε και θα είχα να ζεσταθώ το χειμώνα. Αν πάρω τον φορτωτή μου και με δικά μου μέσα ανοίξω ένα μικρό δρόμο μόνο για να περνάω, θα μου κάνουν μήνυση και θα μου κατασχέσουν τα μηχανήματα. Πρέπει να φέρω μηχανικό, να κάνει μελέτη και να ξοδέψω ένα σωρό λεφτά. Πού να τα βρω τόσα χρήματα;», λέει ο Σταύρος Ράζος.

Σταύρος Ράζος, 40, ρητινοκαλλιεργητής, Άτταλη. Αφού βοήθησε τους πυροσβέστες στην κατάσβεση της φωτιάς, προσπάθησε να σώσει τη λιγοστή ρητίνη που του απέμεινε. Συνολικά 10.000 σακούλες ρητίνης του κάηκαν.

Σύμφωνα με τον Γιώργο Μήλιο, Τμηματάρχη Διαχείρισης στο Δασαρχείο Χαλκίδας και Αναπληρωτή Δασάρχη, «ο νόμος προβλέπει, ότι εάν οι ιδιώτες δεν κάνουν τα έργα που πρέπει να κάνουν, τότε τα εκτελεί το δασαρχείο και κοστολογούνται στους ιδιοκτήτες μέσω της ΔΟΥ. Αλλά επειδή είναι φτωχοί άνθρωποι, αυτό τις περισσότερες φορές δεν γίνεται. Οι συνεταιρισμοί συνήθως βρίσκουν τη ΛΑΡΚΟ ή κάποιους χορηγούς και κάνουν τους καθαρισμούς και τις συντηρήσεις των δασικών οδών. Ειδικά από 2011 και μετά υπάρχει επιείκεια. Καλό θα ήταν να δοθεί κάποια επιδότηση από το ΕΣΠΑ ή την ΕΕ προς τους ντόπιους ιδιοκτήτες που δεν έχουν τα χρήματα να πληρώσουν τους μηχανικούς δασών για να προχωρήσουν στα έργα αυτά».

«Πρέπει να προσλαμβάνονται άνθρωποι που ζουν στην περιοχή»

Την τρίτη μέρα της φωτιάς και όταν το κύριο μέτωπο έχει περιοριστεί σε μια χαράδρα, ο Σταύρος Ράζος μαζί με τον πατέρα και τον θείο του προσπαθούσαν να μαζέψει όσες σακούλες με ρητίνη διασώθηκαν. «Είχαμε 10.000 σακούλες και τώρα έμειναν μόνο 1.000 από 11.000 πεύκα. Τα περισσότερα κάηκαν και τα υπόλοιπα τα ξερίζωσαν προσπαθώντας τελευταία στιγμή να ανοίξουν αντιπυρικές ζώνες. Αυτά έπρεπε να έχουν ήδη γίνει, αλλά δεν υπήρχε καμία πρόληψη ή φύλαξη του βουνού. Οι ζώνες ανοίγουν μόνο όταν πιάνει φωτιά. Η ζημιά που πάθαμε είναι τεράστια γιατί για τα επόμενα 50 χρόνια δεν θα μπορέσουμε να καλλιεργήσουμε το δάσος. Από την περυσινή φωτιά που έκαψε τμήμα του δάσους δεν δόθηκε καμία αποζημίωση στους παραγωγούς. Αλλά και πάλι αυτό θα λύσει το πρόβλημά μας μόνο προσωρινά. Μετά τι γίνεται; Και για όλη αυτή την καταστροφή τι έκανε το δασαρχείο;».

Αντιπυρική ζώνη στο δάσος της Άτταλης, κοντά στο χωριό Πλατάνα. Όλες οι ζώνες ανοίχτηκαν μετά τη φωτιά.

«Διαχρονικά γίνεται μία προσπάθεια να είναι το κατά δύναμιν έτοιμη η δασική υπηρεσία. Όταν η Ελλάδα έχει αυτές τις οικονομικές δυσκολίες, ο καθένας προσπαθεί να δουλέψει με ό,τι έχει πρόσφορο. Το δασαρχείο αυτή τη στιγμή μαζί με το διοικητικό προσωπικό έχει 23 υπαλλήλους. Είναι λίγοι για τα προβλήματα του συγκεκριμένου δάσους. Χρειάζονται προσθήκες σε δασικό προσωπικό. Στις 31 Ιουλίου 2018 προσελήφθησαν 50 άτομα ως δασεργάτες, τέσσερις δασολόγοι-δασοπόνοι και άλλοι τέσσερις για την διοικητική υποστήριξη μέσω προγράμματος του ΟΑΕΔ. Σαν σκέψη ήταν καλή, αλλά πρέπει να προσλαμβάνονται άνθρωποι που ζουν στην περιοχή. Με το πρόγραμμα αυτό προσελήφθησαν άτομα που δεν γνωρίζουν το δάσος και δεν μπορούν να δουλέψουν σε αυτό», λέει ο κ. Μήλιος.

Δασικός δρόμος που άνοιξε κατά τη διάρκεια της φωτιάς του 95 κι έκτοτε εγκαταλείφθηκε. Οι περισσότεροι δρόμοι, τόσο στο δάσος της Άτταλης όσο και στο μοναστηριακό δάσος, παρουσιάζουν την ίδια εικόνα.

«Το βασικό πρόβλημα είναι ότι το μοντέλο δασοπυρόσβεσης από την πυροσβεστική δεν λειτουργεί αποτελεσματικά. Το σχέδιο που εκπονήθηκε το 91-93, το οποίο ήταν υπερκομματικό και προέβλεπε την επανίδρυση της δασικής υπηρεσίας σε νέες βάσεις, δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Θα πρέπει η δασοπυρόσβεση να γίνεται από ειδικό δασικό σώμα, να υπάρχουν άνθρωποι που να βρίσκονται συνεχώς μέσα στο δάσος και να επεμβαίνουν με ειδικά οχήματα πυρόσβεσης περισσότερο ευέλικτα. Και εννοείται να κάνουν έλεγχο πριν τη φωτιά. Αλλά αυτό εξαρτάται από τον προϋπολογισμό στα καύσιμα, από το προσωπικό και άλλους παράγοντες. Εμείς αυτή την στιγμή έχουμε αρμοδιότητα να κάνουμε περιπολίες, αλλά δεν είναι μόνο αυτός ο σκοπός των δασαρχείων. Οπότε πρέπει να βρούμε μια χρυσή τομή. Μέχρι πρότινος δεν είχαμε καύσιμα για περιπολίες. Σαφέστατα οι ντόπιοι μπορούν να συνεισφέρουν στο δάσος, γιατί το πονάνε και δουλεύουν σε αυτό. Αλλά αυτό πρέπει να είναι αποτέλεσμα μιας πολιτικής που θα πηγάζει κεντρικά από το υπουργείο και φυσικά η διάρθρωση της δασικής υπηρεσίας πρέπει να είναι ενιαία για όλη την Ελλάδα. Έχει καθυστερήσει κι έχει παραγκωνιστεί το έργο και της δασικής υπηρεσίας, η οποία πρέπει να αναδιαρθρωθεί και να γίνει κάθετη η οργάνωση της», συνεχίζει ο κ. Μήλιος.

Η εγκατάλειψη έβαλε λάδι στη φωτιά

Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων στο inside story, τόσο το δάσος της Άτταλης όσο και το δάσος που ανήκει στο μοναστήρι παρουσίαζαν εικόνες εγκατάλειψης με αποτέλεσμα να έχουν συγκεντρωθεί στοίβες καύσιμης ύλης. Δεν υπήρχαν αντιπυρικές ζώνες, ενώ οι περισσότεροι δρόμοι στο δάσος της Άτταλης είχαν να καθαριστούν από τη φωτιά του 95. Στην ίδια περιοχή υπάρχουν και τρεις δεξαμενές νερού, αλλά μόνο η μία ήταν γεμάτη νερό, γιατί στις άλλες δυο είχε κοπεί το λάστιχο ύδρευσης. Πρώην πυροφύλακας ισχυρίζεται ότι το πυροφυλάκιο της Πλατάνας σταμάτησε να λειτουργεί από όταν εγκαταστάθηκε εκεί κεραία κινητής τηλεφωνίας. Κανένας πυροφύλακας δεν δεχόταν να εργάζεται πια εκεί.

Στο δάσος της Άτταλης υπάρχουν τρεις δεξαμενές νερού, από τις οποίες μόνο η μία ήταν γεμάτη την ώρα της φωτιάς.

Σύμφωνα με την Υπηρεσία Copernicus Emergency Management Service/Mapping της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ενεργοποιήθηκε κατόπιν αιτήματος του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας Νίκου Χαρδαλιά, στην περιοχή έχει καεί συνολική έκταση 23.565 στρεμμάτων. Ο Κωνσταντίνος Λιαρίκος, Επικεφαλής Περιβαλλοντικού Προγράμματος της WWF Ελλάς, είναι κατηγορηματικός. «Για αρκετά χρόνια θα υπάρξει μια υποβάθμιση στο τοπικό περιβάλλον τόσο αισθητική όσο και σε επίπεδο ποιότητας της ατμόσφαιρας και σε πλημμυρικά φαινόμενα. Υπάρχουν πολλά ελλείμματα στον κρατικό σχεδιασμό. Το βασικότερο είναι ότι δεν γίνεται καμία επένδυση στην πρόληψη και τη διαχείριση των δασών. Πρόληψη σημαίνει μεταξύ άλλων και ενίσχυση της δασικής υπηρεσίας, η οποία αυτή την στιγμή δεν διαθέτει τα απαραίτητα μέσα. Όταν στα δάση υπάρχει συσσωρευμένη βιομάζα, γιατί δεν καθαρίζονται και δεν υλοτομούνται, οι φωτιές είναι μεγαλύτερης έντασης, θερμοκρασίας και ταχύτητας. Επίσης, ο κατασταλτικός μηχανισμός βρίσκεται στα όριά του και από άποψη εξοπλισμού αλλά και ανθρώπινου δυναμικού. Εάν οι δραστηριότητες μέσα στα δάση, όπως η υλοτομία, η μελισσοκομία, η ρητινοκαλλιέργεια, η βόσκηση, γίνονταν σε μεγαλύτερη ένταση, το πρόβλημα των πυρκαγιών θα ήταν σαφώς μικρότερο. Τα δάση έχουν εγκαταλειφθεί και αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό πρόβλημα, αλλά μεσογειακό. Πρέπει να βρούμε τρόπους να ξαναφέρουμε τις παραγωγικές δραστηριότητες μέσα στο δάσος. Τέλος, δεν θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά το θέμα των πυρκαγιών, εάν δεν αντιμετωπίσουμε το ζήτημα της χωροταξίας με τους διάσπαρτους οικισμούς μέσα στα δάση. Πρέπει να αποκτήσουμε παιδεία και να συνειδητοποιήσουμε ότι κάθε χρόνο υποφέρουμε από κάτι που προκαλούμε οι ίδιοι, καθώς περίπου το 90% των πυρκαγιών ξεκινάνε από ανθρωπογενή αίτια».

Κωστής Παπακυριακού, 47, κτηνοτρόφος.

Πίσω στην Μακρυμάλλη, τέσσερις μέρες αφότου ξέσπασε η φωτιά, ο Κωστής στέκεται ακόμα στο καμένο μαντρί του προσπαθώντας να μετρήσει τις πληγές του. «Όταν υπάρχει πλήρης αδιαφορία και σε καίνε ζωντανό, δεν έχεις καμία δύναμη να ξεκινήσεις από την αρχή. Αυτή την στιγμή δεν έχω ούτε τροφή να ταΐσω τα ζώα. Το δάσος πέθανε και μαζί του πεθάναμε κι εμείς. Οι τελευταίοι φύλακες του δάσους».

Εικόνες της πυρκαγιάς στην Εύβοια

Αλεξία Τσαγκάρη

Μετά τις σπουδές της στο Πάντειο Πανεπιστήμιο εργάστηκε στον Ταχυδρόμο, ΤΑ ΝΕΑ, τη Liberation, το RT, το VICE Greece, το VICE News ενώ, ρεπορτάζ & ντοκιμαντέρ της έχουν δημοσιευτεί στην Global Post, το VICE on HBO, Mediapart, Internazionale, Handelsblatt & Le Monde Diplomatique.