Η ΤΖΕΝΗ ΠΑΡΑΘΕΡΙΖΕΙ

Κείνο το καλοκαίρι, στην ηλεκτροφώτιστη λουτρόπολη, η μικρούλα Τζένη έφερνε την ομορφιά των δεκάξι της χρόνων, την πρώιμη κοκεταρία της, τ’ ασημένιο της γέλιο. Έφερε όμως και τη δασκάλα της, που ήταν, όπως όλες οι Εγγλέζες μίσσες, ψηλή, ξεραγκιανή και σεμνότυφη σαν ξουρισμένος πάστορας. Λουτρά θα έκαναν μόνο η μαμά της, η κυρία Χατζηγιάννη και η θεία της―άλλη γεροντοκόρη αυτή― που είχαν πιαστεί από την τανάλια της αρθρίτιδας. Η Τζένη και η μις Γουότσον θα έκαναν μόνο εκδρομές στα γύρω, θα ψάρευαν σπάρους με το καλαμίδι και θα διάβαζαν τους τόμους του «Τιτ-Μπιτς» και άλλων περιοδικών, που τους φύλαγαν από τον περασμένο χειμώνα.

Η οικογένεια Χατζηγιάννη επήρε τα καλύτερα δωμάτια του ξενοδοχείου, στο πρώτο πάτωμα, με τη βεράντα ανοιχτή στη θάλασσα. Εκεί η Τζένη, ξαπλωμένη σε μια σεζ-λογκ, άκουγε τη δασκάλα της να διαβάζει και να εξηγεί την ατέλειωτη «Ιστορία της Αγγλίας». Τη στιγμή που ήταν έτοιμη να χασμουρηθεί, άκουσε μια φωνή από κάτω, από το δρόμο:

― Αγωγιάτη θέλετε, κυρίες;… Έχουμε ζα καλά, βασταγερά… ξέρουμε όλα τα κατατόπια…

Η Τζένη σηκώθηκε κι ήρθε στη ράμπα. Κείνος που μιλούσε ήταν ένας νέος χωριάτης, έφηβος ακόμη, ντυμένος με τη ντρίλινη φορεσιά του τόπου. Έστεκε ταπεινά, κρατώντας με το ‘να χέρι το κασκέτο του και με τ’ άλλο το σκοινί ενός γαϊδάρου. Κοιτάζοντας επάνω, περίμενε την απάντηση. Ήταν όμορφο αγόρι, μελαχρινό, με μάτια σα μαύρα κεράσια και μαλλιά σγουρά… Στο μυαλό της Τζένης άστραψε μια ιδέα.

― Είσαι αγωγιάτης… συστηματικός; ρώτησε.

Ο έφηβος χαμογέλασε. «Νούκου τε καταλάβ», μουρμούρισε αρβανίτικα, σηκώνοντας τους ώμους.

― Δηλαδή, σε ξέρουνε στο ξενοδοχείο; εξήγησε η κοπέλα.

― Εμένα;… Ρωτήστε! Ο Μήτσος, πέστε… Ούλο το χωριό με ξέρει… Έχουμε πάντα ζα εμείς!…

Η μις Γουότσον είχε διακόψει την ανάγνωση, και θυμωμένη στριφογύριζε στο πλιαν της.

― Τι θα κάνεις, Τζένη; ρώτησε η κυρία Χατζηγιάννη την κόρη της.

― Δεν είπαμε ν’ ανεβαίνουμε στα βουνά, μαμά; Λοιπόν κοιτάχτε (έδειξε τους λόφους πίσω από το χωριό.) Πώς θ’ ανεβαίνουμε αυτά τα κατσάβραχα;… Θα πάρω αγωγιάτη.. Πάω να ρωτήσω το Μετρ ντ’ Οτέλ, αν τόνε ξέρει αυτόνε.

Ύστερ’ από λίγο, η Τζένη ήταν στο δρόμο. Δροσερή μέσα στην πρωινή αλαφριά τουαλέτα της, χάιδευε τη ράχη του ζώου και κουβέντιαζε με το μικρό αγωγιάτη: Ναι, είχαν πάρει καλές πληροφορίες. Ο Μήτσος ήταν «γαϊδουριάρης» επιδέξιος. Αν και σχεδόν παιδί ακόμη, ήξερε όλα τα μονοπάτια, όλες τις κακοτοπιές και τα διάσελα… Πρώτα, τη δουλειά αυτή την έκαναν ο πατέρας του κι ο μεγάλος αδερφός του. Μα ο αδερφός του σκοτώθηκε στον Πόλεμο, ο πατέρας είχε γεράσει πια, τώρα πήρε τα ζωντανά αυτός και κυβερνούσε το σπίτι. «Αυτός πια είναι ο οικογενειάρχης, κυρία Χατζηγιάννη, είχε πει ο μετρ στη μητέρα της Τζένης. Είναι γνωστικό παιδί, δε μοιάζει τ’ άλλα, τ’ αρβανιτόμουτρα,… παρντόν!… Μπορείτε να ‘χετε απόλυτη εμπιστοσύνη.»

* * *

Την άλλη μέρα, πρωί, η Τζένη με τη δασκάλα της θα ‘καναν πρώτη εκδρομή στο Μεγάλο Χωριό, τον ανήφορο… Ντύθηκαν, ετοιμάστηκαν. Η Τζένη φόρεσε την άσπρη της λινέτα, την ιταλική της ψάθα, η μις Γουότσον ντύθηκε σαν Άγγλος εντομολόγος που βγαίνει να πλουτίσει τη συλλογή του και περίμεναν κάτω από το υπόστεγο του ξενοδοχείου… Και να ο Μήτσος. Ήρθε, σέρνοντας δυο γαϊδαράκους σήμερα: το χτεσινό κι άλλον ένα, όμοιο.

Είναι αδέρφια, εξήγησε σοβαρά. Ο Μπουρίκος κι ο Γιουρντής. Είναι μπινιάρια.

Η Εγγλέζα καταλάβαινε λίγο τα ρωμέικα, μα αυτή τη λέξη την άκουγε πρώτη φορά. ― «Γοτ χι σέι;» («Τι λέει;») ρώτησε τη Τζένη. Μα ούτε η Τζένη ήξερε, και τότε ο Μήτσος, περήφανος για τις γνώσεις του, εξήγησε ότι τα γαϊδουράκια ήταν δίδυμα, διχρονίτικα κι αγαπημένα. Ποτέ δε μάλωσαν σε ξένο αχερώνα, γιατί, απλούστατα, ο αχερώνας ήταν… δικός του, κι όλο το θυμάρι του βουνού. Ο αγωγιάτης ήταν ξυπνός, σβέλτος, έκανε μάλιστα ξεχωριστή εντύπωση στην Εγγλέζα, γιατί είπε πως της θύμιζε ένα αρχαίο άγαλμα, του Λυσίππου, που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο. Και τον κοίταζε με τα σταχτιά της μάτια, αρματωμένα με στρογγυλά ματογυάλια, περασμένα στ’ αυτιά.

Ο Μήτσος τις βοήθησε να καβαλικέψουν, πρώτα τη δασκάλα, έπειτα τη Τζένη. Κάνοντας το δεξί του χέρι σκάλα, την έπιασε με τ’ αριστερό από τη μασκάλη και χοπ! η Τζένη βρέθηκε μ’ ένα ανασήκωμα στη ράχη του Μπουρίκου. Για τη μις Γουότσον χρειάστηκε περισσότερη δουλειά, μα τέλος το βρετανικό της υποκείμενο κατόρθωσε να θρονιαστεί στο σαμάρι του Γιουρντή.

― Εσύ, Μήτσο; ρώτησε μ’ ενδιαφέρον η Τζένη.

― Εγώ; με τούτα! Έδειξε με τη λιανή βέργα τα πόδια του και ξεκίνησαν. Η κυρία μητέρα και η κυρία θεία παρακολουθούσαν το ξεκίνημά τους από τη βεράντα κι έριχναν συμβουλές:

― Τζένη, φρόνιμα!… Μις Γουότσον, γκουτ μπάι!…

Από τις άλλες βεράντες κι από τα παράθυρα, άλλοι παραθεριστές εκοίταζαν το πρωινό θέαμα, που είχε αρκετή γραφικότητα και άκουγαν τα γέλια της μικρής Τζένης, τις διαβεβαιώσεις της δασκάλας και τα ξεφωνητά του Μήτσου:

― Άι, Μπουρίκο!…Άι, Γιουρντή!… Λά’ξ!… λά’ξ!…

Πήραν το μονοπάτι, ανάμεσα στα τελευταία σπίτια του χωριού και στρίψανε, ανηφορίζοντας. Περνούσαν μέσ’ από ελιές, συκιές, μυγδαλιές, αφήνοντας δεξιά κι αριστερά καταπράσινα αμπέλια, με τις δραγασιές τους και την άσπρη σημαιούλα ψηλά, να τρεμοπαίζει στο καλάμι του δραγάτη. Κάποια συννεφάκια μαλάκωναν την πύρα του ήλιου. Πουλάκια του Θεού, κορυδαλλοί ένα πλήθος, ανέβαιναν κελαηδώντας στο πρωινό φως. Μοσκοβολούσε γύρω το φλισκούνι, η αλυγαριά, η ανθισμένη κάπαρη…

Τα γαϊδουράκια σκαρφάλωναν στο στριφτό δρόμο, κι ο αγωγιάτης ακολουθούσε πατώντας στέρεα με τα χοντρά του παπούτσια, όλο καρφί και βιδέλο. Ήταν ευχαριστημένος που βρήκε τέτοιο αγώγι, και σφύριζε και παρακινούσε τα ζα του. Πότε πότε συναπαντιόταν με άλλους χωριανούς, που κατέβαιναν στο γιαλό, με τα ζα τους φορτωμένα φρούτα. «―Τσε μπεν, ωρέ Μήτσο;» «―Μιρ.» «―Πάντα μιρ!» Αντιχαιρετιόνταν σοβαροί και προσπερνούσαν. Η Εγγλέζα έκανε μια περιφρονητική γκριμάτσα, ακούγοντας τη γλώσσα των αρχαίων Πελασγών και τότε η Τζένη, για να την πειράξει, έλεγε στο Μήτσο πως θ’ αφήσει τ’ Αγγλικά για να μάθει τ’ αρβανίτικα, και πως θα τον πάρει δάσκαλό της, κι όλο ρώταγε το ‘να και τ’ άλλο. Η δεκαεξάχρονη καρδιά της πετούσε σαν πουλί, μέσα σε κείνη τη χλωρασιά…

Φτάσανε στο Μεγάλο Χωριό, ξεπέζεψαν, κάθισαν στο μαγαζάκι, ήπιαν φρέσκο γάλα, ξεκουράστηκαν. Ο Μήτσος, στο πηγάδι, πότιζε τα ζα του…

Στο γυρισμό, η μέση της Εγγλέζας έπαθε συφορές. Άμα φτάσανε στο ξενοδοχείο, εδήλωσε πως θα πάρει μπάνιο και θα πέσει στο κρεβάτι της. Την άλλη μέρα, συμπλήρωσε τη δήλωσή της, λέγοντας πως δεν της άρεσε καθόλου το σπορτ αυτό και ότι προτιμούσε να μένει στη βεράντα να κοιτάει τη θάλασσα. «Τη θάλασσα που αρχίζει από παντού, μα τελειώνει στην Αγγλία!»

* * *

― Μήτσο, θα πάμε μόνοι μας σήμερα στον περίπατο, είπε την παραπάνω μέρα η Τζένη στο μικρόν αγωγιάτη. Η «κυρά δασκάλα» είναι άρρωστη.

Ο Μήτσος πήγε να πετάξει από τη χαρά του, μα σα γνωστικό παιδί έκρυβε το συναισθήματά του κι ετοίμαζε τα ζα του και τα σαμάρια του. Τώρα θα πήγαινε κι αυτός καβάλα, πλάι σε κείνο το πλουσιοκόριτσο, που ήταν ―Παναγία μου!― τόσο όμορφο, τόσο καταδεχτικό, που δεν του φερνότανε σαν κυρά, μα σαν… πώς να το πει;.. να, σαν ξαδέρφη του!…

Όταν σε λίγο ξεκίνησαν, θαρρούσες πως και τα δυο γαϊδουράκια, τα «μπινιάρια», καταλάβαιναν κι αυτά την κρυφή χαρά του μικρού τους αφέντη, και βάλθηκαν να γίνουν Πήγασοι φτερωτοί.

― Γιατί τρέχουν έτσι σήμερα; ρωτάει η Τζένη.

― Να, γιατί χαίρονται, κυρία Τζένη, απαντάει ο ευτυχισμένος Μήτσος.

Λοιπόν, σήμερα ο Μήτσος έκανε θάματα: Σκαρφάλωσε σε μια θεόρατη συκιά, κι έκοψε μεταξόσυκα και τα πήγε της μικρής του κυρίας, επάνω σε πλατιά φύλλα, κει που ήταν καθισμένη, κοντά στην πηγή, και τον περίμενε… Της έκοψε μύγδαλα αφράτα, να τα τραγανίσει με τ’ άσπρα της δοντάκια… Της έφερε κι έναν πετροκάβουρα ―κοίτα, καλέ!― που τον έπιασε ζωντανό στο ρυάκι, ανάμεσα στα βότσαλα και στα ούμβρυα… Στο τέλος, ο Μήτσος κάθισε παράμερα και την κοίταζε… Την κοίταζε σιωπηλός, όλος μάτια, με το κασκέτο στο χέρι…

― Μήτσο, έλα πιο κοντά, γιατί κάθισες εκεί;

Κείνος δειλιάζει, τα χάνει: «―Ε, να προσέχω τα ζα», λέει τάχα, μα κοντοζυγώνει και κάθεται στα χόρτα…

― Μήτσο… θα με μάθεις, λοιπόν, αρβανίτικα;… Πώς το λένε το λουλούδι;

― Λιούλιε.

― Και το σταφύλι;

― Ρους.

Στέκεται μια στιγμή, κι ύστερα θεότρελη:

― Κι αν θέλουμε να πούμε… (τόνε κοιτάζει από κοντά, στα δυο κεράσια των ματιών), να πούμε: σ’ αγαπώ:…

Τα δυο κεράσια λάμψανε, σα χτυπημένα από ξαφνικόν ήλιο.

― Τε ντούα σα τι βντες! είπε ζωηρά.

― Τόσο πολύ είναι; γέλασε η Τζένη.

― Μα θα ‘πει: σ’ αγαπώ ως να πεθάνω!

Η Τζένη άφησε τα γέλια τώρα. Σώπασε κι έμεινε συλλογισμένη… Μέσα στη λαγκαδιά, δεν ακούγονταν παρά η νεροσυρμή που κατηφόριζε στα χαλίκια της ρεματιάς. Άξαφνα, η Τζένη σηκώθηκε:

― Μήτσο, να πάμε! Να γυρίσουμε! διάταξε το νεαρό αγωγιάτη.

Περνάει γρήγορα ο καιρός, οι βδομάδες. Οι περίπατοι αραιώνουν… Κοντεύει να τελειώσει η σεζόν. Άξαφνα, να πάλι, που την Εγγλέζα την πιάνουν οι ιδιοτροπίες της και αρνιέται να συντροφεύει τη μαθήτρα της. Η Τζένη αποφασίζει να πηγαίνει πάλι μόνη.

Είναι οι πρώτες χινοπωριάτικες μέρες. Ξεκινάνε. Όμως παράξενο: Σήμερα ο Μήτσος δε μοιάζει χαρούμενος. Είναι λίγος καιρός τώρα που ακολουθεί σιωπηλός, δε σφυρίζει σαν πρώτα, και στις ερωτήσεις της Τζένης απαντάει με λίγα λόγια…

Σήμερα παίρνουν άλλα μονοπάτια, ανηφορίζουνε σ’ άλλο διάσελο, ξεμοναχιάζονται.

―Τι ‘ναι κει; ρωτάει σε μια στιγμή η Τζένη, δείχνοντας κάτι σκοτεινό στ’ αστήθι του βουνού.

Ήταν ένα σπήλαιο με σταλαχτίτες. Η περιέργειά της κεντήθηκε ζωηρά. Θέλησε να το δει. Ξεπέζεψαν. Ο Μήτσος έδεσε τα ζα σ’ ένα δέντρο και ανέβηκαν. Στο στόμα της μικρής σπηλιάς η Τζένη στάθηκε θαμπωμένη από το εξαίσιο θέαμα. Μα ήταν κουρασμένη πια και κάθισε. Ο Μήτσος έστεκε ορθός αντικρύ της και την κοίταζε. Αν τα μάτια της μικρής ασυλλόγιστης δεν ήταν σκλαβωμένα από τους σταλαχτίτες, θα ‘βλεπαν πως ο μικρός αγωγιάτης είναι πολύ αλλιώτικος, χλωμός και πως τα μάτια του βγάζανε φλόγες.

― Μήτσο, πώς το λένε το μέρος τούτο; ρωτάει χωρίς να τόνε βλέπει.

― Σπηλιά του Καρίπη.

― Τι ήταν ο Καρίπης αυτός; Λέγε μου. Γιατί δε μιλάς σήμερα;

― Ο Καρίπης ήτανε ληστής… Μια μέρα, έκλεψε ένα κορίτσι, που δεν του το ‘διναν και το ‘φερε δω… Μα στερνά, ήρθαν οι δικοί της αρματωμένοι, τόνε κλείσανε στη σπηλιά και τόνε σκοτώσανε.

Τόνε κοιτάζει σαστισμένη.

― Και… το κορίτσι;

― Πρόφτασε κείνος και το ‘σφαξε, απαντάει σιγά.

Γίνεται σιωπή. Άξαφνα, ο Μήτσος ορμάει και πέφτει στα γόνατα, της πιάνει τα χέρια, τα πόδια, και της τα φιλεί γρήγορα, της φιλεί το φουστάνι, κάνει σαν τρελός:

― Αχ, Τζένη, τε ντούαI φωνάζει κλαίγοντας, τε ντούα σα τι βντες!

Τρομάρα την έπιασε, πετάχτηκε ορθή. Ο έφηβος στέκεται έτσι, γονατισμένος, με το κεφάλι στο χώμα, και τρέμει.

― Καλά, Μήτσο… καλά… Πάμε τώρα!… πάμε!… αργήσαμε… Θα φωνάζει η μαμά… σήκω, σε παρακαλώ, πάμε!…

Την ακολουθεί σαν αρνάκι. Καβαλικεύουν και φεύγουν. Στο δρόμο δε μιλούν. Και η μικρή φιλάρεσκη δε βλέπει την ώρα να φτάσει στο Ξενοδοχείο.

* * *

Ήταν η τελευταία εκδρομή της Τζένης αυτή. Ετοιμάζονται πια να φύγουν για το σπίτι τους, για την Αθήνα. Η Τζένη είναι όλη χαρά, γιατί θα ξαναβρεί τον κόσμο της: τις φιλενάδες της, το τένις, το Ωδείο… Αμ ο Μήτσος. Αυτός όλη τη νύχτα έστεκε σε κείνο το λόφο και κοίταζε τα φωτισμένα παράθυρά της. Το πρωί, παίρνει το Μπουρίκο του και πάει τάχα να βρει αγώγι, στην ταχτική του θέση, πίσω από τον κήπο του ξενοδοχείου.

Το παπόρι ήρθε· τα μπαούλα είναι φορτωμένα στη βάρκα· η παραλία ανάστατη. Η μαμά, η θεία, η δασκάλα είναι έτοιμες και φωνάζουν τη Τζένη:

― Τζένη! Τζένη!… πού είσαι;… Μα η Τζένη είναι κοντά στο Μήτσο, σε κείνη την ερημική γωνιά. Τόνε βλέπει που στέκεται άλαλος, χλωμός, με το κασκέτο στο χέρι, και τόνε λυπάται. Δε βρίσκει λέξη να του πει. Χαϊδεύει τα γαϊδουράκι και τόνε κοιτάει…

Άξαφνα, ακούγεται το σφύριγμα του παποριού. Η Τζένη σκύβει γρήγορα, φιλεί το Μπουρίκο στο κούτελο, «αντίο!» και φεύγει. Κάνει τρία βήματα και γυρίζει. Με την ίδια ορμή, αρπάζει το κεφάλι του Μήτσου και τόνε φιλεί στο μέτωπο.

― Αντίο, Μήτσο! Αντίο!

Και η αλαφριά σιλουέτα της χάνεται φτερωτή κατά το λιμάνι, στη βάρκα.

Φεύγουν. Η Τζένη κάθεται στη πρύμνη και τ’ αεράκι της ανεμίζει τη σάρπα.

* * *

Αυτόν το Μήτσο να τόνε κλαίτε. Είναι χαμένος άνθρωπος.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΦΝΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Το Μπουκέτο», τόμος 11, τεύχος 545, 9 Αυγούστου 1934

Πηγή : sarantakoswordpress.com

Το διάστημα κρύβει τις γήινες αδυναμίας μας.

Ο Ακαδημαϊκός -διαστημικός επιστήμονας Σταμάτης Κριμιζής έχει πει . «Στην πραγματικότητα εάν η ανθρωπότητα δεν συντηρήσει τη Γη, το οποίο είναι το μόνο διαστημόπλοιο που διαθέτουμε, εάν το καταστρέψουμε, δεν υπάρχει σωτήρια λέμβος, που θα μας μεταφέρει κάπου μακριά.

Δεν έχουμε καμιά διαστημική κηβωτό το Νώε για να μας σώσει.»

Στη γη ο άνθρωπος ζει και έχει την ευθύνη της ύπαρξης του.

Γ Ν Παπαθανασόπουλος

Οι ξυπόλητοι σερβιτόροι της Μυκόνου

Συνθήκες εργασίας Μεσαίωνα. Οχι από ανάγκη. Από… concept. Διότι ό,τι τρελό, μπορείς να το δεις στη Μύκονο. Αυτό όμως ξεπερνά κάθε όριο και βάζει σε κίνδυνο την υγεία των εργαζομένων

Γιάννης Δεβετζόγλου

«σήµερον εµού, αύριο ετέρου και ουδέποτε τινός»

Το μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρων, στη Ζάλτσα Βοιωτίας, θα βρεθεί τις επόµενες ηµέρες ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Ιερώνυµος, για ολιγοήµερες διακοπές. ∆εν ήταν µια εύκολη χρονιά για κανέναν, πόσω µάλλον για τον Προκαθήµενο της Ελλαδικής Εκκλησίας που θα πρέπει από τον χειµώνα να αντιµετωπίσει τις νέες εκκλησιαστικές προκλήσεις, κρατώντας όµως πάντα χαµηλούς τόνους.

Πρόκειται για το ησυχαστήριό του, το µέρος που αγαπάει µε όλη τη δύναµη της ψυχής του. Αυτός το «ζωντάνεψε και σήµερα στέκει πλέον εκεί περήφανο και αποτελεί το «στολίδι» της περιοχής. Σε αυτό το µέρος ο Αρχιεπίσκοπος αναπαύεται και ηρεµεί. Αν και ο ίδιος δεν συνηθίζει να κολυµπάει, απολαµβάνει να αγναντεύει το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας, καθώς ακριβώς από κάτω είναι η παραλία της Ζάλτσας.

 

Το µοναστήρι, το οποίο ανήκει στη Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας και όχι στον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο, το έφτιαξε και το αναστήλωσε το 1994 ο Μακαριώτατος όταν ήταν ακόµη µητροπολίτης Θηβών. Είναι χαρακτηριστικό πως έξω από το κελί του έχει βάλει και την επιγραφή «σήµερον εµού, αύριο ετέ ρου και ουδέποτε τινός». Αυτό είναι το πνεύµα του Αρχιεπισκόπου. Να χτίζει και να αφήνει κληρονοµιά για τις επόµενες γενιές.

Σε αυτό το µετέωρο µοναστήρι της βοιωτικής γης, που βρίσκεται σκαρφαλωµένο στον απότοµο βράχο, κτισµένο κυριολεκτικά στην κορυφή του, ο Αρχιεπίσκοπος αγναντεύει τη θάλασσα, διαβάζει, προσεύχεται, γράφει άρθρα, συγκεντρώνει υλικό για τα επόµενα βιβλία του, προετοιµάζεται για την Ιεραρχία, υποδέχεται τους φίλους του και φυσικά µεταµορφώνεται σε έναν πραγµατικό αγρότη και κτηνοτρόφο.

Πρόκειται για έναν µαγευτικό τόπο

Παγώνια, πρόβατα, κότες, µπαχτσέδες µε σοδειά που θα ζήλευαν πολλοί, δέντρα που λυγίζουν από τους καρπούς, όπως ροδιές και ελιές, είναι κάποια από τα µικρά επίγεια «θαύµατα» που δηµιούργησε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυµος µε πολύ κόπο όλα αυτά τα χρόνια. Φυσικά όχι µόνος του, αλλά µε τη βοήθεια ιερέων, που σήµερα κάποιοι από αυτούς είναι µητροπολίτες, και ντόπιων, που πίστεψαν στο όραµά του. Σήµερα, άγρυπνος φρουρός του µοναστηριού είναι ο µοναχός Ισαάκ, ενώ ο υπεύθυνος για την εύρυθµη λειτουργία όλων των υποδοµών είναι ο κ. Γιάννης Μπενέκος µαζί µε τη σύζυγό του, Ιωάννα.

Στον Αρχιεπίσκοπο αρέσει να περπατάει µέσα στο χώµα, να βλέπει να µπολιάζουν τα δέντρα -κάποιες φορές βοηθάει-, να φροντίζει τα ζώα και να µοιράζει όλα αυτά τα «καλούδια» στους συγχωριανούς του και στα Ιδρύµατα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών και στις κατασκηνώσεις της. Μάλιστα είναι εντυπωσιακό πως οι κάτοικοι δεν τον αντιµετωπίζουν µε την ιδιότητα του Αρχιεπισκόπου, αλλά ως τον δικό τους άνθρωπο, τον συγχωριανό τους. Είναι ο γείτονάς τους που η πόρτα στο κελί του στο µοναστήρι είναι πάντοτε ανοιχτή και τους περιµένει…

Οι ντόπιοι και τα φιλέματα

Για τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυµο οι ηµέρες καλοκαιρινής ανάπαυσης είναι συνυφασµένες µε τη φύση και την αγροτική ζωή.  Οι ντόπιοι ποτέ δεν τον επισκέπτονται µε άδεια χέρια, το ίδιο και οι µητροπολίτες που θα βρεθούν κοντά του σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Και δεν είναι λίγοι… Σχεδόν δεν λείπουν ποτέ από το πλευρό του όλα τα καλοκαίρια ο µητροπολίτης Μαντινείας και Κυνουρίας, Αλέξανδρος, και ο µητροπολίτης Θηβών κ αι Λεβαδείας Γεώργιος, ενώ στα κελιά του µοναστηριού έχουν φιλοξενηθεί οι µητροπολίτες Περιστερίου, Νέας Ιωνίας, Μεσσηνίας, Μάνης, Ιωαννίνων, Γλυφάδας. Η λίστα είναι πραγµατικά µεγάλη… Ολοι µαζί θυµούνται ιστορίες για το πώς κουβαλούσαν τις πέτρες για να χτίσουν το µοναστήρι και σήµερα µε ταπεινότητα καµαρώνουν το δηµιούργηµά τους. Και επειδή η δουλειά δεν σταµατά ποτέ, ακόµα και στις διακοπές, ανά δύο ηµέρες ο στενός συνεργάτης του, ο πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, επίσκοπος Θεσπιών Συµεών, τον επισκέπτεται και τον ενηµερώνει για όλες τις τρέχουσες εργασίες και εκκρεµότητες που υπάρχουν στην Αρχιεπισκοπή. Για όσους δεν το γνωρίζουν ο Αρχιεπίσκοπος, κατά κόσµον Ιωάννης Λιάπης, γεννήθηκε στα Οινόφυτα Βοιωτίας και είναι το πρώτο από τα δύο αγόρια του Τάσου και της ∆ήµητρας.

 

Από µικρό παιδί έδειχνε µια ιδιαίτερη κλίση στα γράµµατα, αλλά οι σπόροι της «κλίσης του Θεού» έπεσαν από τη µητέρα του στα χρόνια της αθωότητας… Σπούδασε Αρχαιολογία και Θεολογία στην Αθήνα και στη συνέχεια πραγµατοποίησε Βυζαντινές Σπουδές σε Αυστρία και Γερµανία. Το «µικρόβιο» του αρχαιολόγου το κουβαλά ακόµη και σήµερα. Του αρέσει να αναζητά και να µελετά προηγούµενες ιστορικές περιόδους της περιοχής. Μάλιστα έχει γράψει και βιβλίο για τη χριστιανική ιστορία της Βοιωτίας. Βλέποντας κάποιος το µοναστήρι θα αναρωτιέται πώς πέτυχε αυτό το σπουδαίο επίτευγµα ο Αρχιεπίσκοπος…

Οταν ο κ. Ιερώνυµος αντίκρισε για πρώτη φορά αυτό το µέρος, οραµατίστηκε ότι θα φτιάξει το µοναστήρι πάνω στα ερείπια µιας µονής περασµένων αιώνων. Στην αρχή λίγοι το πίστεψαν, αλλά επειδή µιλάµε για τον «Αρχιεπίσκοπο των προκλήσεων και των έργων», το είπε και το έκανε! Μαζί µε τους µητροπολίτες Θηβών, Γεώργιο, και Ιλίου, Αθηναγόρα -απλοί ιερείς τότε-, κουβαλούσαν τσιµεντόλιθους και πέτρες για να το χτίσουν. Ετσι λοιπόν τα κατάφερε και δεν σταµάτησε µόνο εκεί. Ακριβώς απέναντι στη νήσο Αµπελο, που ανήκει στο µοναστήρι, έφτιαξε ένα µικρό εκκλησάκι αφιερωµένο στην Αγία Μαρίνα. Άλλος ένας µικρός παράδεισος…

Από το µοναστήρι των Αγίων Θεοδώρων, ο Αρχιεπίσκοπος αγναντεύει την Αµπελο. Αυτό το µικρό νησάκι όπου η πρόσβαση είναι εφικτή µε µικρές βάρκες, αλλά έχει αυτονοµία. ∆ιαθέτει φωτοβολταϊκή µονάδα, δηλαδή έχει ρεύµα και έτσι το µέρος µπορεί να συντηρείται και να ποτίζεται µε αφαλάτωση. Και σήµερα καµαρώνει γιατί αυτό που τον ενδιέφερε ήταν πώς θα έρθει το νερό στην περιοχή για να µπορέσει να αποκτήσει ζωή όχι µόνο το µοναστήρι, αλλά να γίνει ένας πνεύµονας πρασίνου όλη η περιοχή. Οσο για τις γευστικές του προτιµήσεις… Ο,τι πιο αγνό προσφέρει η φύση. Φασολάκια, ζαρζαβατικά, φρούτα και αυτό γιατί δεν του αρέσει το κρέας. Λατρεύει οτιδήποτε είναι αυθεντικό και από τον τόπο του, όπως τυριά που φτιάχνουν στην περιοχή και φυσικά τις αγαπηµένες πίτες του.

Ο  103ος Ψαλμός.

Ο  103ος Ψαλμός[1]

Ο πλέον «εικαστικός» ψαλμός. Ο υπέροχος αυτός ύμνος είναι μια πανέμορφη ζωγραφιά της εν χρόνω δημιουργίας του κόσμου. Είναι δοσμένο το βιβλίο της Γενέσεως της Βίβλου, καθώς και ένα άλλο, θα λέγαμε, πρόσθετο βιβλίο …«Λειτουργίας» του κόσμου, σε…35 μόνο στίχους!

Όλη αυτή η θαυμάσια εικόνα είναι και μια ξεχωριστή, εμπνευσμένη, ευχαριστιακή και ταυτόχρονα δοξαστική καθημερινή προσευχή, που κάθε πιστός άνθρωπος αξίζει να την απαγγέλει ως εξαίρετο ποίημα, να την κοιτάζει ως ανυπέρβλητη ζωγραφιά, να τη βιώνει δηλαδή και ως αισθητική απόλαυση, και ταυτόχρονα να την απευθύνει ως δέηση, ως ευχαριστία και ως δόξα προς τον Θεό Δημιουργό.

Μια προσευχή που οδηγεί τον κάθε πιστό, όχι μόνο να ανέλθει πνευματικά και να επικοινωνήσει με το θείο, αλλά και να ηρεμήσει η ψυχή του, να στοχαστεί, να φιλοσοφήσει, και, εντέλει, να συνειδητοποιήσει σε όλες τις διαστάσεις τον θαυμάσιο κόσμο, μέσα στον οποίο τον έφερε το σχέδιο του Θεού, σε ύπαρξη, για να βιώσει και να συμβάλλει και αυτός – τι μεγαλύτερη τιμή, αλλά και ευθύνη – στην ολοκλήρωση της θείας δημιουργίας. Να τοποθετήσει, δηλαδή, και τον εαυτό του μέσα στον εξαίσιο πίνακα, τον οποίο περιδιαβαίνει  νοερά, απολαμβάνει αισθητικά και με τον οποίο εξυμνεί και ψάλλει.

Μακάρι αυτή την ποιητική ζωγραφιά οι αγιογράφοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας να την υλοποιούσαν συχνά, προς όφελος των πιστών, με έμπνευση και ευρηματικότητα, μέσα στα διαθέσιμα τύμπανα των παράπλευρων επιφανειών των ιερών ναών.

***

ΕΥΛΟΓΕΙ, ἡ ψυχή μου, τὸνΚύριον. Κύριε ὁ Θεός μου, ἐμεγαλύνθης σφόδρα, ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω.

Ψυχή μου, ευλόγησε τον Κύριο! Κύριε, Θεέ μου, πόσο είσαι μεγάλος! Ντύθηκες λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια.

2.Ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον, ἐκτείνων τὸν οὐρανὸν ὡσεὶ δέρριν·

Σε, που ακτινοβολείς ολόγυρά σου το φως, σαν να το έχεις ντυθείως ένδυμα· απλώνοντας στον ουρανό από το ένα άκρο του ορίζοντα έως στο άλλο, σαν πολύτιμο δερμάτινο κάλυμμα σκηνής.

3.ὁ στεγάζων ἐν ὕδασι τὰ ὑπερῷα αὐτοῦ [2], ὁ τιθεὶς νέφη τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ, ὁ περιπατῶν ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων·

ο Κύριος είναι εκείνος, ο οποίος στεγάζει τα ανώτερα στρώματα του ουρανού με ύδατα νεφών, αυτός που επιβαίνει επάνω στα σύννεφασαν σε πολυτελή ταχέα άρματα· αυτός που περιπατεί με ταχύτητα φερόμενος πάνω στα φτερά των ανέμων.

4.ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα.

αυτός κάνει τους αγγέλους τουσαν ανέμους, κι αυτούς που τον υπηρετούν, σαντη φλόγατης φωτιάς.

5.Ὁ θεμελιῶν τὴν γῆν ἐπὶ τὴν ἀσφάλειαν αὐτῆς,   οὐκ λιθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.

Αυτός είναι εκείνος, ο οποίος στερέωσε με ασφάλεια τη γη πάνω σε θεμέλια απαρασάλευτα, ώστε να μη κλονισθείποτέ στον αιώνα.

6. Ἄβυσσος ὡς ἱμάτιον τὸ περιβόλαιον αὐτοῦ, ἐπὶ τῶν ὀρέων στήσονται ὕδατα·

Άβυσσος υδάτων την σκεπάζει σαν ιμάτιο, και επάνω στα όρη έχουν σταθεί υπό τη μορφή χιονιού τα ύδατα.

7. ἀπὸ ἐπιτιμήσεώς σου φεύξονται, ἀπὸ φωνῆς βροντῆς σου δειλιάσουσιν.

όταν,όμως, αντηχήσει η προσταγή σου, Κύριε, τα ύδατα θα υποχωρήσουν, θα φύγουν, θα κατεβούν στις πεδιάδες, θα καταλήξουν στις θάλασσες. Η βροντερή φωνή σου τα αναγκάζει να αποχωρήσουν και να φανεί η ξηρά.

8.Ἀναβαίνουσιν ὄρη καὶ καταβαίνουσι πεδία εἰς τὸν τόπον ὃν ἐθεμελίωσας αὐτά·

Ανυψώνονται τα όρη προς τα πάνω και οι πεδιάδες φέρονται προς τα κάτω, το καθένα στους τόπους, όπου Συ τα θεμελίωσες.

9. ὅριον ἔθου, ὃ οὐ παρελεύσονται, οὐδὲ ἐπιστρέψουσι καλύψαι τὴν γῆν.

έθεσες όριο ανάμεσα στη θάλασσα και την ξηρά, το οποίο τα ύδατα της θάλασσας δεν θα υπερβούν, ούτε θα επιστρέψουν πλέον για να κατακλύσουν τη γη.

10.Ὁ ἐξαποστέλλων πηγὰς ἐν φάραγξιν, ἀνὰ μέσον τῶν ὀρέων διελεύσονται ὕδατα·

Αυτός είναι, που έστειλε και καθόρισε τις πηγές να αναβλύζουν ανάμεσα στα φαράγγια και έτσι δια μέσου των βουνών διέρχονται τα ύδατά τους.

Στάθης Ασημάκης