



Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.





του Νίκου Μωράκη
Το κοινό της προβολής αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από ασφαλιστές, ανθρώπους δηλαδή που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις λεπτομέρειες, τις προκλήσεις και τα ηθικά διλήμματα του ασφαλιστικού κόσμου. Και γι’ αυτό ακριβώς, η επιλογή της συγκεκριμένης ταινίας δεν πέρασε απαρατήρητη.
Το Double Indemnity, ή όπως κυκλοφόρησε στα ελληνικά Κολασμένη Αγάπη ή Διπλή Ταυτότητα, βασίζεται σε ένα από τα πιο εμβληματικά σενάρια ασφαλιστικής απάτης στην ιστορία του σινεμά. Ένας ασφαλιστής, μια πελάτισσα, ένα συμβόλαιο ζωής με ρήτρα «διπλής αποζημίωσης», ένας φόνος που προσπαθεί να μοιάζει ατύχημα — και όλα αυτά μέσα από την ασπρόμαυρη αισθητική του φιλμ νουάρ, που καθόρισε είδη και εποχές.
Η ειρωνεία — και η ουσία — είναι ότι οι θεατές, γνώστες του αντικειμένου, δεν παρακολουθούσαν απλώς μια ταινία. Έβλεπαν στην οθόνη τον πυρήνα της δουλειάς τους, αλλά διαθλασμένο μέσα από την τέχνη και την υπερβολή. Η ταινία λειτούργησε όχι μόνο ως ψυχαγωγία, αλλά και ως μια άτυπη, κινηματογραφική ανασκόπηση πάνω στην ηθική, τις παγίδες και την πολυπλοκότητα του ασφαλιστικού επαγγέλματος.
Σε μια εποχή που το “εταιρικό event” σημαίνει συχνά επαναλαμβανόμενες φόρμες και προβλέψιμο περιεχόμενο, μια τέτοια προβολή ανοίγει χώρο για σκέψη, χιούμορ και — γιατί όχι — αυτοπαρατήρηση.
Και τελικά, αυτό ίσως να είναι το πιο ουσιαστικό κέρδος μιας εταιρικής βραδιάς.
Η φράση «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» είναι μια στιγμιαία έκρηξη ταυτότητας. Σχίζει την καθημερινότητα και απαιτεί αναγνώριση. Δεν ζητά διάλογο∙ ζητά υποταγή. Είναι η προσπάθεια κάποιου να υψωθεί πάνω από τον άλλον με τον τίτλο, το αξίωμα, τη θέση — πραγματική ή φανταστική.
Την άκουσα σήμερα το πρωί στον Κηφισό, στο Αιγάλεω: ένας άνθρωπος που θύμιζε περισσότερο πληγωμένη κραυγή παρά βεβαιότητα. Κι εκεί κατάλαβα πως πίσω από την επίδειξη κρύβεται σχεδόν πάντα φόβος. Όχι φόβος ήττας, αλλά εξαφάνισης. Ο άνθρωπος που λέει «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» δεν απαιτεί μόνο προνόμιο∙ εκλιπαρεί να μην περάσει απαρατήρητος. Να μετρήσει. Να υπάρξει.
Η φράση, λοιπόν, αποκαλύπτει μια αντίφαση: όσο πιο δυνατά τη φωνάζουμε, τόσο λιγότερο βέβαιοι είμαστε για τον εαυτό μας. Όποιος γνωρίζει ποιος είναι, δεν χρειάζεται δηλώσεις. Η ταυτότητα που στηρίζεται στη φωνή είναι εύθραυστη. Η ταυτότητα που στηρίζεται στις πράξεις είναι σταθερή.
Κάποια στιγμή το ερώτημα αλλάζει κατεύθυνση: από το «Ξέρεις ποιος είμαι;» στο «Ξέρω ποιος είμαι;» Και εκεί αρχίζει η ουσία. Η πραγματική αναγνώριση δεν κερδίζεται με επιβολή, αλλά με παρουσία. Με συνέπεια. Με το ίχνος που αφήνουμε στους άλλους.
Στο τέλος, η κραυγή σβήνει. Αυτό που μένει δεν είναι η αξίωση, αλλά η αξιοπρέπεια. Ο άνθρωπος που ξέρει ποιος είναι, δεν το διακηρύσσει. Το αποδεικνύει.
*από την συλλογή κειμένων του ΚΜ με τίτλο: ο κόσμος μας-σκέψεις και απόψεις








ΒΔ Πάρνηθα /Σκούρτα Βοιωτίας

Είναι το άθροισμα όλων των αποτυχιών που αξιοποιήθηκαν σωστά.