Η απειλή του λούμπεν 
  
Στην ελληνική μεσαία τάξη ανήκουν οι τετραμελείς οικογένειες που έχουν εισόδημα από 14.700 ως 40.000 ευρώ. Και σχεδόν τα μισά από αυτά τα εισοδήματα πηγαίνουν σε φόρους. Οσο, λοιπόν, ένα μεγάλο κομμάτι της μεσαίας τάξης βρίσκεται στη σφαίρα του λούμπεν, αυτό θα αποτυπώνεται σε κάθε διάσταση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής

Κώστας Γιαννακίδης

Αγία Φιλοθέη (Μπενιζέλου).

πηγή: ιστοσελίδα τα αθηναικά


19/02/2019
Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

 

Κάθε κομμάτι της αττικής γης κρύβει στα σπλάχνα του και μία ιστορία. Τόπος που κατοικήθηκε από τα πανάρχαια χρόνια δεν μπορεί παρά να φυλά καλά κρυμμένα σπουδαία τεκμήρια τα οποία άφησαν στο πέρασμά τους όσοι τον κατοίκησαν. Το ίδιο συμβαίνει βεβαίως και με τα διάσπαρτα θρησκευτικά μνημεία, πολλά από τα οποία κινδυνεύουν με αφανισμό λόγω της προκλητικής αδιαφορίας που επιδεικνύει συχνά η Πολιτεία.

Αδιαφορία η οποία επέτρεψε στους πάσης φύσης εκμεταλλευτές να απομυζούν θησαυρούς ή να καταστρέφουν μνημεία για να κερδοσκοπήσουν. Το ίδιο συνέβη και με την περιουσία της Αγίας Φιλοθέης. Περιουσία της οικογένειας των Μπενιζέλων, την οποία αφιέρωσαν στην Εκκλησία που λειτούργησε ως τράπεζα γης για τους υπόδουλους Έλληνες στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Ξεπούλημα

Περισσότερα από 3.500 στρέμματα, μέσω πρωτοφανών και δαιδαλωδών διοικητικών μεθοδεύσεων επί μία περίπου δεκαετία (1834-1843), πέρασαν παράνομα στα χέρια του ομογενούς Δημητρίου Ποστολάκα, ο οποίος και έσπευσε να τα πουλήσει.[1] Είναι ένα κομμάτι από το πάζλ των μηχανισμών που στήθηκαν για να επιτευχθεί η εμπορευματοποίηση της αττικής γης. Εν προκειμένω η γη που ανήκε στην Αγία Φιλοθέη και τα καθιδρύματά της πέρασε σε ιδιωτικά χέρια.

Το ξεπούλημα επιτεύχθηκε μέσω σειράς βασιλικών διαταγμάτων τα οποία δεν δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατά συνήθη τακτική που εφάρμοσε πρώτη η βαυαρική αντιβασιλεία του Όθωνα. Είναι δε εντυπωσιακό, το γεγονός ότι δεν σεβάστηκαν και επιχείρησαν να καταστρέψουν ακόμη και τους ιερούς τόπους της Κυράς των Αθηνών, μεταξύ των οποίων και τη σκήτη της.

Η «Κρύπτη»

Γράφεται και επαναλαμβάνεται, επισήμως και ανεπισήμως, πως η «Κρύπτη» της Αγίας Φιλοθέης ανακαλύφθηκε τυχαία το 1934. Η πληροφορία κρύβει πίσω της ολόκληρη ιστορία και πλήθος σκοπιμοτήτων. Ο Άγιος Τάφος της Φιλοθέης Μπενιζέλου, διότι περί αυτού πρόκειται, ήταν πάντα ζωντανός στη μνήμη και την καθημερινότητα των πιστών κατοίκων των Αθηνών. Αλλά ήταν γνωστός και στις επίσημες αρχές από τα χρόνια του Όθωνα ακόμη.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Βαυαρού γεωμέτρη Βάουερ, ο οποίος ανέλαβε να χαρτογραφήσει επισήμως την περιοχή προκειμένου να περάσει στα χέρια ιδιώτη. Στο πολύτιμο «Σχέδιό» του καταγράφει με σαφήνεια την τοποθεσία που βρισκόταν ο «Άγιος Τάφος», όπως τον ονομάζει, καθώς και τη θέση του Μοναστηριού, υπολείμματα του οποίου σώζονται επίσης εγκαταλελειμμένα.

«Καλογρέζα»

Από τότε και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, κάθε χρόνο ανήμερα της γιορτής της, πολλοί χριστιανοί πήγαιναν για να ανάψουν ένα κεράκι στη μνήμη της στο σημείο όπου ετάφη η Αγία Φιλοθέη. Ίσως εκεί να άφησε και την τελευταία της πνοή, όταν μεταφέρθηκε από τον Άγιο Ανδρέα των Πατησίων, όπου τη βρήκαν και την κακοποίησαν οι Τούρκοι. Στη φυσική εκείνη θέση, μακριά από τον κίνδυνο της πόλης ησύχασε τα ταλαιπωρημένο και τραυματισμένο κορμί της.

Το κορμί της γυναίκας που ύψωσε το ανάστημά της σε δύσκολα χρόνια. Πολλοί μνημόνευαν τον Τάφο στο πέρασμα των χρόνων. Αλλά εκείνος που φρόντισε να τον αναδείξει και να προκαλέσει ενδιαφέρον ήταν ο ακάματος, πολυγραφέστατος και αδικημένους από τους ιστορικούς περιηγητής και δημοσιογράφος Δημήτριος Χατζόπουλος. Όχι μόνον θα παρουσιάσει την «Καλογρέζα» του, το 1922, αλλά θα φωτογραφίσει την περιοχή και τον Τάφο της Αγίας, παραδίδοντας στην αιωνιότητα την προηγούμενη μορφή του.

Η διάσωση

Πόντο – πόντο περιέγραψε τον τόπο ο Δ. Χατζόπουλος, γράφοντας πως το ασκητήριό της ήταν «υπόγειο θολωτό κτίσμα, όπου εισέρχεσθε σκυφτά. Νερό λιμνάζει. Εκεί προσηύχετο η Αθηναία αγία (η οποία) μεταφερθείσα εις Καλογρέζαν απέθανε». Έγραψε πολλά ο Δ. Χατζόπουλος, αλλά το φιλέτο εκείνο γης είχε ήδη μπει στο στόχαστρο της οικοπεδοποίησης. Δεν συνέφερε λοιπόν να παραμένει στην επικαιρότητα η σπουδαιότητα του τόπου και η ιστορική του σημασία. Εξάλλου μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα λατομικές εργασίες ισοπέδωναν τον τόπο.

Μόλις που πρόλαβαν οι εφημερίδες την καταστροφή. Φεβρουάριο μήνα του 1926, τις ημέρες της γιορτής της κι ενώ στις εφημερίδες διαφημίζονταν τα οικόπεδα προς πώληση της «Αλσούπολης» βοούσε ο Τύπος. Υπήρχε πλέον «κίνδυνος καταστροφής εκ του εκβραχισμού του λόφου αλλά και καταρυπάνσεως της σκήτης από τους εργάτας και τας εργάτιδας που εξορύσσουν πέτρα και χαλίκια πέριξ αυτής»! Όπως ήταν φυσικό, παρενέβη το αρμόδιο υπουργείο Παιδείας και μέσω του εφόρου Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Γ. Σωτηρίου, ήρε την άδεια λατόμησης του λόφου.

Ο θεμέλιος λίθος

Τότε κατατέθηκαν και δημοσίως μαρτυρίες και παραδόσεις: «δεν υπάρχει παλαιός γηγενής Αθηναίος αγνοών την ύπαρξιν της σκήτης», έγραφαν οι εφημερίδες.Εγέρθηκαν αμφισβητήσεις, άνοιξαν συζητήσεις, αλλά το μνημείο σώθηκε. Ήταν προφανής η προσπάθεια υποβάθμισης του μνημείου ώστε ο λόφος αφενός να λατομηθεί και αφετέρου να οικοπεδοποιηθεί χωρίς να υπάρξουν αντιδράσεις.

Το 1934 λοιπόν δεν ανακαλύφθηκε τυχαία, όπως γράφεται, αλλά ξεκίνησαν οι συζητήσεις, με πρωτοβουλία της νεοσυσταθείσης Κοινότητας Φιλοθέης, του προέδρου της Κωνσταντίνου Μαλαματιανού και τη συνεργασία του «Συλλόγου των Αθηναίων» για την ανάδειξή του. Δύο χρόνια αργότερα (1936), ανήμερα της Αγίας Φιλοθέης, ο πρόεδρος του Συλλόγου των Αθηναίων Λάμπρος Καλλιφρονάς έθετε τον θεμέλιο λίθο του μνημείου παρουσία του διαδόχου και αργότερα βασιλιά Παύλου. Παρόντες στην τελετή ο ακάματος Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου και απόγονοι της οικογένειας της Αγίας.

Αγία Φιλοθέη (Μπενιζέλου): Ο Τάφος της Κυράς των Αθηνών
Θα ανατίναζαν το μνημείο οι λατόμοι με φουρνέλα τη δεκαετία 1920!

Μνήμες Φανού

Μνήμες Φανού

“Αγαπώ ένα χελιδόνι, που η μαμά του το μαλώνει, το μαλώνει και το βρίζει, την καρδούλα του ραγίζει…”. Τα αποκριάτικα τραγούδια άρχισαν κι όλας να ακούγονται στην Κοζάνη που, όπως κάθε χρόνο, ετοιμάζεται για τις αποκριάτικες εκδηλώσεις της.
Ο πυρετός της προετοιμασίας είναι μεγάλος. Τα ειδικά συνεργεία δουλεύουν πυρετωδώς από καιρό για να ετοιμάσουν τα άρματα για τη μεγάλη παρέλαση κι οι γειτονιές στήνουν τους “οντάδες” και τα “κονάκια” τους για να φιλοξενήσουν τους επισκέπτες των φανών τους.

Η πόλη βρίσκεται στο πόδι για να υποδεχτεί τους εκατοντάδες επισκέπτες που θα καταφθάσουν εκεί για να γλεντήσουν και να διασκεδάσουν τις τελευταίες μέρες της Αποκριάς και την Καθαρή Δευτέρα.

της Δήμητρας Παπαναστασίου

Ο βασιλιάς Καρνάβαλος θα κάνει θριαμβευτική την είσοδό του στην πόλη δίνοντας το σύνθημα για το μεγάλο ξεφάντωμα. Χαρούμενες φωνές, μασκαράδες, κομφετί, σερπαντίνες, χοροί στους δρόμους και στην πλατεία, η “Πανδώρα” στις δόξες της (δε νοείται κοζανίτικο καρναβάλι χωρίς αυτήν) μαζί με τα “χάλκινα” θα μεταφέρουν το κέφι και το ξεφάντωμα μέχρι την άκρη της πόλης. Οι επισκέπτες θα θαυμάσουν για μια ακόμη φορά τη σπιρτάδα, το κέφι και το πνεύμα των Κοζανιτών και η τηλεόραση θα μεταφέρει σ’ όλη τη χώρα εικόνες από την παρέλαση των σκωπτικών αρμάτων, το γλέντι και τη διασκέδαση που θα περισσεύουν εκείνη την ημέρα…

Κοζάνη, τέλη δεκαετίας του ’50. Ο μικρός μα ζεστός φανός που άναβε στη γειτονιά μας στα “Κατσ’κάθκα”, καθώς και οι άλλοι φανοί εκείνης της εποχής, γινόταν με τη φροντίδα των γειτόνων και κυρίως τη φροντίδα και τη συνδρομή των παιδιών. Τα “φυλλουρίδια” για τις “φούντες” ήταν δική τους αποκλειστικά υπόθεση και οι παραγγελίες στους γονείς να μην γυρίσουν με άδεια χέρια από το ολονύχτιο γλέντι στο “Υπόγειο” του Ταρτάρα, στο “Ερμιόνιο” και στο “Ολύμπιο” έπεφταν σωρηδόν. Τα δωμάτια των σπιτιών έπαιρναν μια χαρούμενη όψη εκείνες τις μέρες από τις πολύχρωμες σερπαντίνες, που κουλουριασμένες σε μια γωνιά και ταλαιπωρημένες από το νυχτερινό ξεφάντωμα, περίμεναν υπομονετικά σε μια γωνιά, τα επιδέξια παιδικά χέρια να τις μεταμορφώσουν. Μέρες νωρίτερα πριν τη μεγάλη γιορτή, οι νεαροί καλλιτέχνες με μεράκι και φαντασία έφτιαχναν προσεκτικά τις “φούντες” για να στολίσουν ένα γύρω τον φανό, ώστε να είναι ο δικός τους ο καλύτερος απ’ όλους.

Το τσίγκινο πιάτο, λίγο στραπατσαρισμένο κάποιες φορές, ήταν το απαραίτητο εφόδιο της πρωινής κυριακάτικης παιδικής περιπλάνησης στα σπίτια της γειτονιάς. Μέσα σ’ αυτό οι γείτονες απόθεταν με ευχαρίστηση τον οβολό τους “τ’ς παράδις για του φανό”, που θα χρησίμευε για την αγορά του απαραίτητου δαδιού που θα έκαιγε το βράδυ. Στοιβαγμένο προσεκτικά πάνω στον βωμό της ξερολιθιάς, που την Κυριακή το πρωί στηνόταν στη μέση του δρόμου, έφτιαχνε με το άναμμά του εικόνες μαγικές, σκόρπιζε γύρω μια ξεχωριστή μυρωδιά, χαρακτηριστική και υπέροχη. Η “κάπνα” του μαύριζε τα πρόσωπα, οι φλόγες που ξεπηδούσαν, αντιφέγγιζαν στις γελαστές μορφές, οι σπίθες έφταναν θαρρείς στα ουράνια, ταξίδευαν στ’ αστέρια.

Εκείνος ο παλιός φανός, αυτός που εμείς θυμόμαστε στα παιδικά μας χρόνια, ήταν μια οικογενειακή γιορτή, στην οποία συμμετείχαν όλες οι ηλικίες. Μια σύμπραξη των ανθρώπων της γειτονιάς χωρίς φανφάρες και μεγάφωνα, χωρίς όργανα και ορχήστρες. Το τραγούδι και ο χορός είχαν μια μυσταγωγία κι αγάπη για την παράδοση, ένα χρέος για τη συνέχειά της. Καλοδεχούμενος ο περαστικός, φίλος κι ο άγνωστος διαβάτης, τσούγκριζαν το ποτήρι το κόκκινο κρασί κι αντεύχονταν μέσα απ’ την καρδιά τους “χρόνια πολλά” και “καλή σαρακοστή”

Ήταν μοιραίο και αναπόφευκτο στο πέρασμα του χρόνου να αλλάξει η μορφή και η εμφάνιση του φανού. Έγινε κι αυτός σύγχρονος, όπως άλλωστε τόσα πράγματα στη ζωή μας. Η παρουσία πολλών ξένων επισκεπτών, η άγνοια του γλωσσικού κοζανίτικου ιδιώματος και η παρέμβαση κάποιων τυποποιημένων στοιχείων είναι ίσως μερικοί από τους λόγους που οδήγησαν σ’ αυτό. Η παλιά γραφικότητα και η απλότητά του χάθηκαν, μένουν μόνον σαν θύμησες και μνήμες, που κάποιες φορές πληγώνουν και πονούν.

Η φωτογραφία είναι της δεκαετίας του ’50, και προέρχεται από το αρχείο του πατέρα μου Μανώλη Παπαδέλη. Διακρίνεται στο βάθος ο φανός της γειτονιάς μου. Αριστερά εικονίζεται μέρος από το πατρικό μου, οικία της οικογένειας Βουδούρη και δεξιά η οικία Βαντή και στη συνέχεια η οικία Παπαναούμ. Στο βάθος το αρχοντικό Βούρκα-Κατσικά.

πηγή: kozanionline.blogspot.com