Ο τοτεμικός χαρακτήρας του Σ. Τσιόδρα και άλλες αστείες ιστορίες

Ο τοτεμικός χαρακτήρας του Σ. Τσιόδρα και άλλες αστείες ιστορίες

από dimartblog

—του Γιώργου Τσακνιά για τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Από τον George Frazer και το εμβληματικό Golden Bough μέχρι τον Claude Lévi-Strauss και τον Παναγή Λεκατσά, οι ανθρωπολόγοι περιέγραψαν αναλυτικά και ερμήνευσαν το φαινόμενο του τοτεμισμού· ο καθένας με τα εργαλεία του και από τη σκοπιά του, προφανώς, συμφωνούν ωστόσο λίγο πολύ ότι το «τοτέμ» είναι κατά κανόνα ένα ζώο ή φυτό με μαγική (κυριολεκτικά) σημασία και λειτουργία για κάποια κοινότητα ανθρώπων. Φυσικά συνδέεται με τον ανιμισμό (την αντίληψη ότι «και τα άψυχα έχουν ζωή», για να το πούμε απλά). Συνδέεται επίσης με ταμπού που αφορούν κυρίως τον γάμο (εξωγαμία των μελών της κοινότητας) και με την τροφή: απαγόρευση κατανάλωσης τροφής προερχόμενης από το ζώο-τοτέμ ή το φυτό-τοτέμ, επειδή η κοινότητα «προέρχεται» από αυτό.

Αυτά, μέχρι προχθές. Διότι προχθές, η Κατέ Καζάντη ανέτρεψε τα δεδομένα και στο άρθρο της με τίτλο «Ο τοτεμικός χαρακτήρας του Σ. Τσιόδρα και άλλες σκοτεινές ιστορίες» μας πληροφορεί ότι κάθε λογής επιστήμονες, οι οποίοι κατέχουν γνώσεις λιγάκι απρόσιτες στο μέσο άνθρωπο —γιατροί, μαθηματικοί κ.ο.κ.— στις σύγχρονες κοινωνίες τείνουν να λάβουν θέση τοτέμ. Σημαία κάθε φυλής, αν πειράξεις την αυθεντία τους, είναι σαν να πειράζεις τη συλλογική υπερηφάνεια. Πίσω από αυτή την ιερότητα, και υπό τον ίσκιο της, λαμβάνουν χώρα, όμως, πάμπολλες, μικρές και μεγάλες, ιστορίες εκμετάλλευσης και κερδοφορίας. Όχι, ίσως, με τη συμμετοχή τους, σίγουρα όμως με την ανοχή τους. Επινοήματα της μεταμοντέρνας κοινωνίας, η οποία, συχνά πυκνά, χρειάζεται μυστικιστικά σύμβολα για να διατηρήσει τη συνοχή της, οι σύγχρονοι άνθρωποι – τοτέμ πέφτουν στην παγίδα: βάζουν πλάτες σε όλες εκείνες τις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις που πάντα λαμβάνουν χώρα στις καταστάσεις «έκτακτης ανάγκης».

Δηλαδή, μετά τον κορονοϊό δεν θα τρώμε Τσιόδρα, ούτε θα παντρευόμαστε συγγενείς του.

Η Κατέ Καζάντη σε τρομαχτική σύγχυση ανακατεύει τις έννοιες «τοτέμ» (που δεν είναι αυτό που νομίζει), «αυθεντία» (που είναι το κατ’ αρχήν επίδικο του Διαφωτισμού, αρκετές χιλιάδες χρόνια μετά τα τοτέμ), «μυστικισμός» (που είναι κάτι επίσης ιστορικά άσχετο με την εποχή του τοτεμισμού), «επιστήμη» (που, όπως και να το κάνουμε, είναι η επιστήμη), «μεταμοντέρνα κοινωνία» (που δεν είναι τίποτα συγκεκριμένο) και «αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις» (που είναι αυτό εναντίον του οποίου θα ήθελε να επιχειρηματολογήσει), απλώς και μόνο διότι της φάνηκε ωραία ιδέα να τις βάλει όλες μαζί σε ένα άρθρο για τον Τσιόδρα. Από τη σούπα που προκύπτει δεν λείπει ούτε ο Νίκος Ζαχαριάδης, η αναφορά στον οποία είναι συγκαλυμμένα επικριτική, από τα αριστερά βέβαια, αλλά προσεχτικά: τόσο όσο.

Επιχειρήματα που να στηρίζουν αυτό που προσπαθεί να πει υπάρχουν ελάχιστα στο άρθρο. Στην πραγματικότητα, το πιο ισχυρό είναι η καθυστέρηση στο κλείσιμο των εκκλησιών, σε αντιδιαστολή με την ταχύτητα με την οποία έκλεισαν τα σχολεία — μια παρατήρηση, δηλαδή, που και ακριβής να είναι απέχει έτη φωτός από το να συνιστά επιχείρημα που στηρίζει όντως τις «διαπιστώσεις» της αρθρογράφου, πόσο μάλλον να «αποδομεί δημόσια» τον Σ. Τσιόδρα, πράγμα που θεωρεί «καθήκον», όπως δηλώνει στο κλείσιμο του κειμένου. Αν όντως ήθελε (και μπορούσε) να τον αποδομήσει, θα έπρεπε να αποδομήσει αποτελεσματικά τις πολιτικές που εκείνος εκπροσωπεί — για να χρησιμοποιήσω γλώσσα που ενδεχομένως καταλαβαίνει. Αλλά δεν το κάνει. Αντ’ αυτού, προσπαθεί να εξηγήσει την τοτεμική λειτουργία της αντιδραστικής μεταρρύθμισης.

Όλα αυτά θα ήταν άκρως «μεταμοντέρνα», αν δεν ήταν απλή αμορφωσιά.

Υπάρχουν πολλοί που λένε ότι πρέπει να δουν για να πιστέψουν .

Και εγώ σου λέω ότι πρέπει να πιστέψεις για να δεις ….

ΩΣΕΊ ΧΌΡΤΟΣ»: ΌΨΕΙΣ ΤΗΣ ΜΑΤΑΙΌΤΗΤΑΣ

ΩΣΕΊ ΧΌΡΤΟΣ»: ΌΨΕΙΣ ΤΗΣ ΜΑΤΑΙΌΤΗΤΑΣ

—του Παναγιώτη Πούτου—

Σύμφωνα με την αφήγηση που μας έχει παραδοθεί, ο βασιλιάς Πτολεμαίος Β’ Φιλάδελφος ζήτησε να έρθουν στην Αλεξάνδρεια Εβραίοι μελετητές και ερμηνευτές για να μεταφραστούν τα ιερά βιβλία που επρόκειτο να αποτελέσουν αργότερα την Παλαιά Διαθήκη. Οι Εβδομήκοντα —για την ακρίβεια εβδομήντα δύο, καθώς ήταν έξι από κάθε φυλή του Ισραήλ— εργάστηκαν χωριστά, αλλά όλες οι μεταφράσεις που προέκυψαν ήταν πανομοιότυπες.

Μέσα σε αυτή τη θεόπνευστη μετάφραση μία εβραϊκή λέξη, χατσίρ, μεταφράστηκε ως χόρτος. Στον Ψαλμό ρβ’ (στίχος 15) αναφέρεται πως ο άνθρωπος είναι σαν το χορτάρι, ωσεί χόρτος γράφει η μετάφραση των Εβδομήκοντα αποδίδοντας το εβραϊκό keḥāṣîr (כֶּחָצִ֥יר). Είναι ισχυρή μεταφορά που γίνεται οδυνηρή στη συνέχεια: ο άνθρωπος ανθίζει σαν το λουλούδι του αγρού, μα περνά πάνω του ο άνεμος και δεν υπάρχει πια, κι ούτε που φαίνεται ο τόπος όπου βρισκόταν (ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει, ότι πνεύμα διήλθεν εν αυτώ, και ουχ υπάρξει, και ουκ επιγνώσεται έτι τον τόπον αυτού). Την ξαναβρίσκουμε στον Ησαΐα (μ’ 6-7): πάσα σαρξ χόρτος και πάσα δόξα ανθρώπου ως ανθός χόρτου, εξηράνθη ο χόρτος και το άνθος εξέπεσε. Το συγκεκριμένο απόσπασμα από το βιβλίο του Ησαΐα επαναλαμβάνεται  στην Α’ Επιστολή του Πέτρου (α’ 24) και στον δεύτερο λόγο Εις Ευτρόπιον του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, ο οποίος συμπληρώνει με παρόμοιες μεταφορές: άνεμος πνεύσας αθρόον τα μεν φύλλα κατέβαλε, γυμνόν δε ημίν το δένδρον έδειξε. Και:

Νυξ ην πάντα εκείνα και όναρ, και, ήμέρας γενομένης, ηφανίσθη, άνθη ην εαρινά, και, παρελθόντος του έαρος, άπαντα κατεμαράνθη, σκιά ην, και παρέδραμε, καπνός ην, και διελύθη, πομφόλυγες ήσαν, και διερράγησαν, αράχνη ην, και διεσπάσθη.

Μπαίνοντας στην ελληνική γραμματεία ο χόρτος ως σύμβολο του εφήμερου ανθρώπου συναντά τη μεταφορά των φύλλων στον Όμηρο (οίη περ φύλλων γενεή, Ζ’ 146-9) και στον Μίμνερμο (ημείς δ’, οία τε φύλλα φύει πολυάνθεμος ώρη έαρος, D2, 2W). Το όναρ που αναφέρει ο Χρυσόστομος θυμίζει τον Πίνδαρο (σκιάς όναρ άνθρωπος, Πυθιόνικος VIII 95-97). Αιώνες μετά ο Σεφέρης θυμάται τη βιβλική μεταφορά του χορταριού στον Τελευταίο Σταθμό:

ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο·

χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος

[…]

Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,

άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν·

σαν έρθει ο θέρος

προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι·

Λίγο παρακάτω, στον στίχο 63, ο ποιητής μάς θυμίζει το βιβλίο της ματαιότητας, τον Εκκλησιαστή: Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν. Τα απαρέμφατα είναι δικές του επιλογές, το βιβλικό κείμενο δεν τα αναφέρει, όμως η δομή παραπέμπει σε αυτό, καιρός του τεκείν και καιρός του αποθανείν, καιρός πολέμου και καιρός ειρήνης.

Η μεταφορά του χορταριού βρίσκεται και στον Παλαμά. Εκεί, ωστόσο, η βιβλική επιρροή είναι απίθανη, γιατί ο ποιητής μεταφέρει γνωστό στίχο της δημοτικής ποίησης. Στο διήγημα Θάνατος Παλληκαριού διαβάζουμε:  — Αχ! και πάλι αχ! Κλάψε, μάννα, κλάψε! Τα νιάτα χώμα γίνονται κ’ η λεβεντιά χορτάρι, και το σαΐνικο κορμί χώμα και το πατούνε! Όπου πάς και σταθής, μάννα, να το λες.

Η απαισιοδοξία που μεταδίδεται για την ανθρώπινη ύπαρξη είναι κοινή σε όλα τα κείμενα, όμως εντοπίζεται και μία θεμελιώδης διαφορά: το αδιέξοδο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας δεν υπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη. Εκεί η ματαιότητα και η μικρότητα της ανθρώπινης κατάστασης σώζεται από τον Θεό, ο ψαλμός ρβ’ συνεχίζει αναφέροντας το έλεος του Κυρίου […] επί τους φοβουμένους αυτόν και ο Ησαΐας διαβεβαιώνει: εξηράνθη ο χόρτος […] το δε ρήμα του Θεού ημών μένει εις τον αιώνα.

*

«Συμφωνώ, δύο και δύο κάνουν τέσσερα, είναι ένα θαυμάσιο πράγμα· ε λοιπόν, και το δύο και δύο κάνουν πέντε, είναι καμιά φορά πιο χαριτωμένο.»

Ντοστογέφσκι

Αγνή ποίηση τα τροπάρια για τον ακαδημαϊκό Σωτήρη Σκίπη

Τα περιπαθή εκκλησιαστικά άσματα ως απαρχή της νεοελληνικής ποίησης.

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Σκίπης Σωτήρης

Ο ακαδημαϊκός Σωτήρης Σκίπης ήταν εξ εκείνων που υποστήριζαν πως έπρεπε να εκπονηθεί μία σοβαρή μελέτη για τα τροπάρια και τους ψαλμούς που άδονται τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας στις εκκλησίες. Εξέφραζε την άποψη ότι ορισμένα εξ αυτών αποτελούν λαμπρά δείγματα ελληνικής ποίησης, με ιδιαίτερο και λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Ο ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Σωτήρης Σκίπης ήταν υπερήφανος Ηπειρώτης. Κουβαλούσε πάντα στην ψυχή του την τραγική ιστορία της οικογένειάς του. Κατά την έξοδο του Μεσολογγίου, ο πάππος του ποιητού Γεώργιος Σκίπης προτίμησε να αδειάσει την πιστόλα του πάνω στα δύο κορίτσια του για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Αλλά δεν απέφυγε αυτό που φοβόταν.

Οι Τούρκοι τις βρήκαν τραυματισμένες και τις έδωσαν ως λάφυρα πολέμου σε δύο μπέηδες. Πολλά χρόνια αργότερα, ο πατέρας του ποιητή και γιος του αγωνιστή του Μεσολογγίου, συνταγματάρχης της Χωροφυλακής Ευάγγελος Σκίπης, μάθαινε ότι οι αδελφούλες του ζούσαν και ανήκαν σε Τούρκους μπέηδες, η μια στη Λάρισα και η άλλη στα Τρίκαλα. Όταν λοιπόν ενώθηκε και η Θεσσαλία με την υπόλοιπη ελεύθερη Ελλάδα, ζήτησε να τοποθετηθεί στη Λάρισα. Εκεί γεννήθηκε, το 1881, ο πολίτης του κόσμου Σ. Σκίπης.

Η μπέισσα γιαγιά του ήταν γνωστή με το όνομα Νοϊλέ, με το οποίο είχε αντικαταστήσει το χριστιανικό Σοφία. Η τελευταία παρέμεινε πιστή στον άνδρα που της έδωσε η τραγική μοίρα και διατήρησε τη θρησκεία που διδάχθηκε από τα παιδικά χρόνια της. Την ιστορία αφηγείτο επανειλημμένως ο ακαδημαϊκός ποιητής, ο οποίος επαιρόταν για τους αγώνες των προγόνων του που είχαν χύσει το αίμα τους για την ελευθερία της πατρίδας.

Η ψυχή του είχε ενθουσιαστεί και έγραφε ότι, αν κάποιος εκδότης τού ζητούσε να καταρτίσει μία ανθολογία, δεν θα άρχιζε από τα ακριτικά έπη ή από την κρητική ποίηση, αλλά από τα τροπάρια των Αγίων Παθών. Σε άρθρο που δημοσίευσε το 1933 εξέφραζε την άποψη ότι με τα τροπάρια άρχιζε η νεοελληνική ποίηση και πως δεν τον ενοχλούσε το γεγονός ότι δεν ήταν γραμμένα στη δημοτική γλώσσα. Ο ελληνικός λαός επί αιώνες τα έχει στο στόμα του και τα ψάλλει με σπαραγμό ψυχής και δακρυσμένα μάτια.

Αιτιολογώντας τη θέση του ο γαλήνιος λογοτέχνης, τόνιζε ότι τα τροπάρια «κατά βάθος, δεν είναι παρά τραγούδια και μοιρολόγια, τα οποία εγέννησεν ο πλέον άδολος πόνος και η βαθυτέρα συντριβή διά την σταύρωσιν και τον θάνατον του ωραίου Ναζωραίου, που ήλθεν εις τον κόσμον να τον σώση διά της μετανοίας. Και, παρ’ όλον τον λυρισμόν τους, ημπορεί να πη κανείς, ότι αποτελούν ένα κυκλικόν άσμα, στρεφόμενον γύρω από τον Χριστόν». Ως παράδειγμα ανέφερε το αυτόμελο εξαπολειστάριο «Τον νυμφώνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον, και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ· λαμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής…»!

Μεγάλη Παρασκευή, στολισμός επιταφίου (Θεόδωρος Ράλλης).

Η έμπνευση του Ανδρέα Κάλβου και ο Επιτάφιος

Μόνον ένας αληθινός ποιητής θα μπορούσε να βρει παρόμοια εικόνα. Και όπως έγραφε ο Σ. Σκίπης, αυτά τα ποιήματα της εκκλησίας προετοίμασαν και έδωσαν φτερά στον Ανδρέα Κάλβο, όπως τα δημοτικά τραγούδια είχαν επηρεάσει τον Σολωμό. Αυτή ήταν η νέα άποψη, την οποία πρότεινε ο Σκίπης στους κριτικούς. «Διότι, επίτέλους, ο ποιητής των «Ωδών» δεν είναι δυνατόν να είναι ξεκάρφωτος εις την γλώσσαν μας», όπως σημείωνε, συμπληρώνοντας ότι δεν υπάρχουν σε άλλη γλώσσα πιο περιπαθή άσματα απ’ αυτά του Επιταφίου, τα αποκαλούμενα «εγκώμια». Οι ποιητές που τα συνέθεσαν εμπνεύσθηκαν από τη συγκινητική αναπαράσταση της εκφοράς του λειψάνου του Σωτήρος και της ταφής του μέσα στην ελληνική άνοιξη, στη φύση που αναγεννιέται «όταν ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γη χορτάρι»