
Οι εντυπωσιακές επιγραφές καταστημάτων άλλης εποχής
Περίεργες, χαριτωμένες και σπαρταριστές επινοήσεις
Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία των γειτονιών της πόλης που χάνονται οριστικά, είναι και οι επιγραφές των παραδοσιακών καταστημάτων τους. Ελάχιστες πλέον σώζονται, αφού οι περισσότερες έχουν εξαφανιστεί παίρνοντας μαζί τους το χρώμα και το… άρωμα της εποχής τους. Δεν υπάρχει πλέον η ποικιλία και οι χαριτωμένες προσωνυμίες που συναντούσε ο περαστικός, οι αμίμητες και σε πολλές περιπτώσεις σπαρταριστές επιγραφικές επινοήσεις. Πολλές από αυτές κατέγραψε -τη δεκαετία 1930- ο πολυτάλαντος και κοσμικός δημοσιογράφος Αχιλλέας Μαμάκης (1906-1966)[1]. Ένας άνθρωπος που αγαπούσε τον πολιτισμό και με τις έρευνες και τις καταγραφές του διέσωσε μνήμες και εικόνες.
Οι επιγραφές των καταστημάτων λειτουργούσαν ταυτοχρόνως και ως διαφημίσεις. Ο μικρομαγαζάτορας της γειτονιάς φρόντιζε στην ταμπέλα του να αναφέρεται και το κύριο προϊόν που πωλούσε το κατάστημά του. Γι’ αυτό ήταν συνήθεις οι επιγραφές Παντοπωλείον η «Ειλικρίνεια», Επιπλοποιείον η «Στερεότης», Κουρείον η «Κομψότης» και η «Περιποίησις», Ψιλικά η «Φθήνεια» και άλλα τέτοια παρεμφερή ονόματα. Άλλες επιγραφές πρόδιδαν την καταγωγή των καταστηματαρχών: Ξενοδοχείον η «Λάρισα», Παντοπωλείον η «Σύρος», Οπωροπωλείον η «Ανδρίτσαινα».
Λαλίστατες ήταν όμως οι επιγραφές και για άλλα προσωπικά στοιχεία του καταστηματάρχη. Ο μετανάστης π.χ. προσέθετε στην επιγραφή του μαγαζιού του και ένα «Αμερικανικόν». Δηλαδή «Αμερικανικόν Καφεκοπτείον», «Αμερικανικόν Τροχείον», «Αμερικανικόν Ζαχαροπλαστείον» κ.ά.

Υπήρχαν βέβαια και εκείνοι που ήθελαν να συνοδεύσουν την πατρίδα τους και με τα κάλλη της, οπότε ο περαστικός διάβαζε Ξενοδοχείον η «Ωραία Θέα και Αιτωλοακαρνανία». Υπήρχε ωστόσο και αμετροέπεια στις αντιγραφές, οι οποίες δεν ήταν πάντα επιτυχείς. Έτσι σε προσφυγικό συνοικισμό το φερετροποιείο είχε αναρτήσει την επιγραφή «Πωλούνται φέρετρα με δόσεις εξαιρετικώς ηγγυημένης στερεότητος. Ο αγοράζων άνω των δύο έχει έκπτωσιν 25%»!
Εννοείται πως κυριαρχούσαν οι… ελληνικούρες, οι οποίες οφείλονταν είτε στον λαϊκό επιγραφοποιό είτε στον καταστηματάρχη. Έτσι δίπλα στο «Ψητοπωλείον» κολλούσε και προσθήκη «Κοκορετσάδικο». Ή σε υπόγειες τρώγλες αναρτώντο πομπώδεις επιγραφές, όπως «Εμβαλωματοποιείον η Σακοράφα» ή το «Ηλεκτροκίνητον Επιδιορθωτήριον Υποδημάτων» που βρισκόταν στην οδό Πειραιώς. Συνεπέστερα και ακριβέστερα ήταν πολλά καφενεία που έφεραν το όνομα της περιοχής τους. Όπως Καφενείον η «Καλλιθέα», το «Ρουφ», τα «Πετράλωνα» κ.λπ. Σε άλλες περιπτώσεις υιοθετούσαν την αρχαιολογική περιοχή με την οποία συνόρευαν, όπως Καφενείον η «Ακρόπολις», το «Φανάρι του Διογένους», ο «Κεραμεικός» κ.ο.κ.

Απειρία καταστημάτων ψιλικών και καφενείων έφεραν τον μετριοπαθή τίτλο «Μικράκι» και άλλους διάφορους αποκαλυπτικούς όρους όπως «Φιλοξενία», «Αγάπη του Λαού» και «Φίλοι». Πλήθος καταστημάτων έφεραν τον τόπο καταγωγής των θαμώνων τους, όπως «Πάρος», «Νάξος», «Αρκαδία», «Θεσσαλία», «Μακεδονία» και άλλα. Ωστόσο ένας καφετζής της οδού Λιοσίων ήθελε περισσότερους πελάτες, γι’ αυτό έβαλε την επιγραφή «Καφενείον η Συνάντησις των Περιχώρων».
Συλλέγοντας λοιπόν τέτοιες επιγραφές, ο Αχ. Μαμάκης κατέγραψε στο Μεταξουργείο το «Οινοζυθεστιατόριον ο… κρεμασμένος μάγερας» και στην οδό Αγίου Δημητρίου (Ψυρρή) την επιγραφή Έπιπλα «Ο Ερυθρός Αλέκτωρ»! Στην οδό Μενάνδρου υπήρχε το Οινοζυθεστιατόριον «Σουρλουλούδικο» και στην οδό Παλλάδος το Εργοστάσιον Μανδηλίων ο «Άτταλος».

Αλλά εκείνος που… έσπαγε ταμεία, ήταν ο ταβερνιάρης της οδού Μάγερ, στην πλατεία Βάθη. Το κατάστημα αυτό είχε δύο πόρτες, προφανώς όπως και η ζωή. Ο επινοητικός τύπος λοιπόν πάνω από τη μία πόρτα είχε τοποθετήσει την επιγραφή «Οινομαγειρείον η Πείνα» και πάνω από την άλλη «Οινομαγειρείον η Χόρτασις». Δεν έμενε παρά να διαλέξει ο πελάτης από ποια πόρτα επιθυμούσε να εισέλθει στο κατάστημα. Τέλος ο κουρέας Τάκης Κορομπίλης, που είχε το κατάστημά του στην οδό Κυδαθηναίων, είχε βάλει την επιγραφή «Κείρω ταχέως και δεν ομιλώ». Αισθάνθηκε την ανάγκη να το κάνει, αφού ήταν ο πλέον λάλος μπαρμπέρης των Αθηνών και η γλώσσα του θεωρείτο αεικίνητη σε ταχύτητα[2]!
Δύο συλλήψεις για κατοχή ναρκωτικών στη Θήβα και στα Σκούρτα Βοιωτίας

24 Μαΐου 2020,
Έλληνες και οι δύο συλληφθέντες.

Μεταλλευτικά Δικαιώματα
Η Ελλάδα τα Μεταλλευτικά Δικαιώματα και οι Homos από John Angelakis
Το Ελληνικό υπέδαφος χερσαίο και θαλάσσιο διαθέτει πλούτο όπως υποστηρίζουν οι ειδικοί. Ο Πλούτος είναι ένα οικονομικά ενεργητικό στοιχείο στο μέτρο οπού αποφέρει έσοδα υπέρτερο των εξόδων, αλλιώς, δύναται να χαρακτηρισθεί Βάρος και να καταστεί παθητικό στοιχείο. Κάπως έτσι τα λένε οι ειδικοί. Προκειμένου να διατηρηθεί το ενεργητικό στοιχείο πρέπει κάποιος να το εκμεταλλευθεί για να αποδώσει. όμως όταν ένα κράτος το οποίο έχει πάντα αποκλειστική κυριαρχία δηλ. νομή και κατοχή, δεν διαθέτει τις προϋποθέσεις αυτοτελούς εκμετάλλευσης τότε δύναται να παραχωρήσει αυτό το δικαίωμα σε τρίτους κατόπιν συμφωνίας, Έτσι λειτουργεί όλος ο πλανήτης. Στην Ελληνική περίπτωση σχετικά με τους υδρογονάνθρακες, το κράτος δεν διαθέτει τις προϋποθέσεις αυτοτελούς εκμετάλλευσης. Υποχρεωτικά λοιπόν θα διαθέσει τα δικαιώματα σε τρίτους οι οποίοι διαθέτουν τις προϋποθέσεις. Υποψήφιοι κυρίως είναι οι7 αδελφές. Εδώ τίθεται ένα ερώτημα, μήπως υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση που να αυξάνει το ενεργητικό, να κατοχυρώνει σε απολυτό βαθμό την Εθνική Κυριαρχία σε όλη την Ελληνική ΑΟΖ, να αποκαθιστά την τάξη, και να ηρεμεί τα πνεύματα σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο? Σκέφθηκε κάποιος να ρωτήσει τον Σουλτάνο που απέκτησε τα μέσα τι εννοεί με το καζαν – καζάν? Διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις για σοβαρή συζήτηση?? Εκ των πραγμάτων είμαστε καταδικασμένοι να έχουμε γείτονες, αυτό δεν σημαίνει ότι απαραίτητα πρέπει να έχουμε γείτονες εχθρούς. Το χρόνιο Μακεδονικό ζήτημα / πρόβλημα λύθηκε τώρα, χειρότερα νομίζω από ότι θα το έλυνε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, επί πρωθυπουργίας του. Οι Ηγέτες διακρίνονται για τις αποφάσεις τους. « Αρχή άνδρα δείκνυσι» έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, εσείς τι λέτε???
Evandro Agazzi – Το πρόβλημα της ζωής
Evandro Agazzi – Το πρόβλημα της ζωής

Ο Ιταλός φιλόσοφος Evandro Agazzi, στους περισσότερους άγνωστος στην Ελλάδα, θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους, εν ζωή, φιλοσόφους της επιστήμης. Ο 85χρονος αποτελεί φωτεινό παράδειγμα του τεράστιου έργου που μπορεί και συνεχίζει να παράγει ένας ανήσυχος, πολύπλευρος και μεθοδικός νους.
Ένας κλασικός φιλόσοφος που έχει σπουδάσει -πέρα από φιλοσοφία και λογική- φυσική, μαθηματικά και μουσική, ενώ έχει διδάξει σε μεγάλα πανεπιστήμια ανά τον κόσμο, είναι βέβαιο ότι με το έργο του, θα μπορούσε να εμπλουτίσει και την εγχώρια σκέψη. Επιλέξαμε να μεταφράσουμε το σύντομο απόσπασμα που ακολουθεί από ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του*, γιατί θεωρούμε ότι στα μεγάλα θέματα της εποχής μας – με γνώμονα αυτή που ονομάζουμε πνευματική αναγέννηση – περιλαμβάνεται η συμφιλίωση, η διάκριση των «αρμοδιοτήτων» και η βελτίωση των σχέσεων μεταξύ επιστήμης, θρησκείας και κοινωνίας.
Ειδικά σε εποχές μεγάλων κρίσεων όπου, συχνά με μανία, αναζητείται από τη μια εκείνος που «θα απαντήσει σε όλα» και από την άλλη κάποιος αποδιοπομπαίος τράγος, είναι μάλλον αναμενόμενο να ενταθούν και οι μηδενιστικές τάσεις. Επομένως, σε αυτές τις δύσκολες περιόδους αναταραχής, οι ψύχραιμες φωνές μπορούν να μας βοηθήσουν στην αναζήτηση νοήματος που σήμερα κρίνεται ακόμη πιο επιτακτική. Για τον Agazzi η θρησκεία δεν είναι αντίθετη στην έννοια της αλήθειας και επομένως το θρησκευτικό δεν είναι ένα φαινόμενο οπισθοδρόμησης και παρακμής. Αντιθέτως είναι ένα αρχαίο φαινόμενο, άμεσα συνδεδεμένο με αυτό που ο φιλόσοφος προσδιορίζει ως το «πρόβλημα της ζωής».

Η θρησκεία και το «πρόβλημα της ζωής»
Δεν σκοπεύουμε να δώσουμε πολύ μεγάλο βάρος στις παραπάνω ιστορικές-κοινωνιολογικές εκτιμήσεις, διότι το πρόβλημα αν η επιστήμη και η θρησκεία είναι πράγματα ασυμβίβαστα ή μη είναι ζήτημα αξιώματος και όχι γεγονότος, δηλαδή δεν μπορεί να λυθεί λαμβάνοντας υπόψη στατιστικά μεγέθη: εάν υπάρχουν περισσότεροι πιστοί ή άπιστοι επιστήμονες. Επομένως, αφού έχουμε απεικονίσει επαρκώς στις σελίδες αυτού του βιβλίου «τι» είναι η επιστήμη (συμπεριλαμβανομένης και της τρέχουσας μορφής της τεχνοεπιστήμης), πρέπει να πούμε, τουλάχιστον σε συντομία, τι εννοούμε με τον όρο θρησκεία, όσο κι αν το ερώτημα φαίνεται περιττό.
Συνεπώς, διευκρινίζουμε ότι, όσον αφορά την κουβέντα μας, ως θρησκεία εννοούμε εκείνη τη στάση που βασίζεται στην παραδοχή ότι υπάρχει μια σφαίρα της πραγματικότητας η οποία είναι ιερή, ανώτερη από την ορατή πραγματικότητα (υπερφυσική) και από την οποία εξαρτάται ο ορατός κόσμος. Αυτή η σφαίρα του υπερφυσικού ονομάζεται συνήθως η σφαίρα του θείου και μπορεί να γίνει κατανοητή, όπως και πράγματι έγινε, με πολλούς τρόπους μέσα στους διαφορετικούς πολιτισμούς. Κοινή σε αυτές τις προοπτικές είναι η πεποίθηση ότι το θείο είναι προικισμένο με εξαιρετικές δυνάμεις και, ειδικότερα, μπορεί να παρέμβει στην πορεία των κοσμικών γεγονότων και ειδικά σε αυτά της ανθρώπινης ύπαρξης.
Εξίσου συχνή είναι η πεποίθηση ότι είναι δυνατόν κανείς να έρθει σε επαφή με το θείο, να λάβει βοήθεια και συμβουλές σχετικά με τον σωστό τρόπο δράσης. Αυτή η ανθρώπινη στάση γίνεται συγκεκριμένη μέσα από τις διάφορες ιστορικές θρησκείες, καθεμία από τις οποίες έχει αναπτύξει τη δική της «αναπαράσταση» του θείου (πολυθεϊστική ή μονοθεϊστική, εμμανιστική ή υπερβατική), των σχέσεων με τον φυσικό και ανθρώπινο κόσμο, καθώς και μια σειρά από τελετές σε επαφή με αυτό. Από όλα αυτά προήλθαν οι κοσμολογικές οπτικές, οι ηθικοί κώδικες και οι αντιλήψεις για τη φύση του ανθρώπου και τη δομή της κοινωνίας.
Σε κάθε θρησκεία, δημιουργείται μια τάξη ανθρώπων (ιερείς) επιφορτισμένη με την αφοσίωση σε αυτές τις σχέσεις με το θείο, το οποίο, συνήθως, βασίζεται σε κάποια μορφή παρατεταμένης αποκάλυψης, σε μια παράδοση της οποίας οι ιερείς θεωρούνται θεματοφύλακες. Πώς εξηγείται αυτό το τόσο γενικό άνοιγμα του ανθρώπου στο ιερό και το θείο; Κάθε άτομο φιλοδοξεί να λύσει με τον καλύτερο τρόπο το καθολικό πρόβλημα της ύπαρξής του, δηλαδή να ενεργεί με τον «σωστό» τρόπο μέσα στον κόσμο της ζωής όπου βρέθηκε, χωρίς να το έχει επιλέξει. Αυτός ο «κόσμος της ζωής» περιλαμβάνει ό,τι κατά κάποιο τρόπο είναι παρόν, από το φυσικό τοπίο, το οικογενειακό πλαίσιο, τα κοινωνικά έθιμα, τις πολιτιστικές παραδόσεις, τους θεσμούς, τις πεποιθήσεις, τις ηθικές αρχές που «περιβάλλουν» την ύπαρξή μας. Αλλά περιλαμβάνει επίσης την δική μας ατομική συγκρότηση: τα χρωμοσώματά μας, τις κλίσεις και τις συνήθειές μας, τις συναισθηματικές μας σχέσεις, τις γνώσεις μας, σε απλή γλώσσα: ολόκληρη την ατομική μας ιστορία.
Το άτομο αναπόφευκτα βρίσκεται υπό αυτόν τον κόσμο της ζωής, αλλά ταυτόχρονα συνειδητοποιεί ότι κανένας τρόπος δράσης (μέσα σε αυτόν) δεν είναι ισοδύναμος με οποιονδήποτε άλλο και θέλει να επιλέξει τον δικό του τρόπο, ώστε να είναι παρών και ενεργό, και ταυτόχρονα αυτό να το κάνει με τον καλύτερο τρόπο για το ίδιο. Εν ολίγοις, κανείς δεν θέλει να σπαταλήσει τη ζωή του, αντιθέτως επιθυμεί να «περισώσει την αξία του» και αυτό μπορούμε να το ονομάσουμε «το πρόβλημα της ζωής».
Προκειμένου να αποφευχθεί αυτή η σπατάλη και η απώλεια, είναι απαραίτητο να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο της ζωής, σε μια συνεχή σύμπλεξη γνώσης, ερμηνείας και δράσης, στην οποία ορισμένες φορές η αληθινή γνώση και η σωστή ερμηνεία μπορούν να αναζητηθούν από πνευματική περιέργεια, από στοχαστικό πνεύμα, για την «αγάπη της γνώσης», αλλά που έχουν επίσης ένα βαθύτερο νόημα και ανταποκρίνονται σε μια πιο ριζοσπαστική ανάγκη, αυτή της εγγύησης του «σωστού» τύπου δράσης, που αντιστοιχεί στο «τι είναι καλό να κάνω».
Ονομάζουμε σοφία μια γνώση προσανατολισμένη και σχεδιασμένη με αυτή την έννοια. Θέλοντας να μεταφραστεί σε κρίσεις σχετικά με το «τι είναι καλό να κάνουμε και τι όχι», η σοφία δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε πραγματικές γνώσεις (de facto), δηλαδή σε εμπειρικά επαληθεύσιμες μερικές γνώσεις, αλλά πρέπει να περιλαμβάνει και πολύ πιο γενικές γνώσεις που προέρχονται από τις ερμηνείες των γεγονότων, οι οποίες επιδιώκουν να σκιαγραφήσουν πώς είναι ο κόσμος και πώς είμαστε εμείς, και πρέπει ακόμη να περιλαμβάνει πολλούς και διαφορετικούς τύπους γνώσης, που αφορούν τις αξίες και τις υποχρεώσεις.
Όσον αφορά τον φυσικό κόσμο, οι φυσικές επιστήμες προσφέρουν έναν όλο και αυξανόμενο πλούτο γνώσεων, που τάχιστα εφαρμόζονται στα τεχνολογικά επιτεύγματα, αλλά και σε σχέση με τον ιστορικό-κοινωνικό κόσμο, οι επιστήμες του ανθρώπου μας προσφέρουν πλούτο γεγονότων και ερμηνειών που αναμφίβολα μας βοηθούν να κατανοήσουμε πώς τα εννοιολογικά μας συστήματα, οι τρόποι κατηγοριοποίησης του κόσμου, οι ερμηνείες μας για την κοινωνία και την ιστορία, οι αξίες που εμπνέουν τους θεσμούς και τις δράσεις μας, ο τρόπος ζωής μας έχουν ωριμάσει ιστορικά.
Η γνώση και η κατανόηση «από πού προέρχονται» και «πώς» δημιουργήθηκαν όλα τούτα, είναι πολύ σημαντική ώστε να μπορούμε να τα προσεγγίσουμε κριτικά και να δικαιολογήσουμε την εγκυρότητά τους ακόμη και στην παρούσα κατάσταση. Ωστόσο, προειδοποιούμε ότι όλες αυτές οι συνεισφορές δεν είναι αρκετές να ικανοποιήσουν αυτή την κλήση στην οποία από την αρχαιότητα είχε εντοπιστεί η ουσία της σοφίας: «το γνῶθι σαὐτόν».
Πράγματι, μόνο αφού καταλάβουμε επαρκώς «τι είμαστε», αποκτά νόημα το ερώτημα «τι πρέπει να κάνουμε» για να φροντίσουμε τον εαυτό μας, να μην σπαταλήσουμε τη ζωή μας, να καταλάβουμε τις σχέσεις που πρέπει να δημιουργήσουμε μεταξύ μας, στον κόσμο και την κοινωνία. Καθ’όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, οι θρησκείες παρείχαν απαντήσεις σε πανανθρώπινα ερωτήματα, κάποια συνοψίζονται εδώ, παρέχοντας τις ερμηνείες του κόσμου, του ανθρώπου, της κοινωνίας που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην επίλυση του «προβλήματος της ζωής» και συνεχίζουν να επιτελούν αυτή τη λειτουργία ακόμα και σήμερα. Μέσα στον δυτικό πολιτισμό (λιγότερο συγκεκριμένα και σε κάποιους άλλους) οι φιλοσοφίες φρόντιζαν να απαντούν σ’αυτά τα ερωτήματα.
Σήμερα η φωνή της θρησκείας ακούγεται λιγότερο, θεωρείται ότι μπορεί να μιλήσει μόνο στην ιδιωτική συνείδηση και η φιλοσοφία, σε μεγάλο βαθμό, αποφεύγει να αντιμετωπίζει τα «μεγάλα προβλήματα» του ανθρώπου, ενώ θεωρείται ότι ο δημόσιος λόγος (δηλαδή ο διυποκειμενικός) είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της επιστήμης. Αλλά είναι δυνατόν να επιφορτιστεί με μια τέτοια λειτουργία η επιστήμη;

Η «επίδοση νοήματος» στον κόσμο της ζωής
Έχουμε ήδη δει κάποιους λόγους για τους οποίους η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι αρνητική όταν ασχοληθήκαμε με την «φυσικοποίηση» του ανθρώπου, όπου χρειάστηκε να αναγνωρίσουμε ότι αυτή μπορεί να ιδωθεί όχι τόσο ως πρόοδος, αλλά ως οπισθοδρόμηση σε ένα όραμα «προ-Σωκρατικού» τύπου. Σε όσα έχουν ήδη ειπωθεί, θέλουμε να προσθέσουμε ότι αυτή η προοπτική εμποδίζει τον άνθρωπο να λύσει το «πρόβλημα της ζωής του», καθώς αποκλείει τη δυνατότητα να δώσει στη ζωή ένα πραγματικό νόημα, και αυτό επειδή, όπως επιμείναμε, οι μοντέρνες επιστήμες (τόσο οι φυσικές όσο και αυτές του ανθρώπου) έχουν εξορίσει, από το εννοιολογικό τους υπόβαθρο, την έννοια του σκοπού. Είναι ξεκάθαρο ότι, όπου δεν μπορεί κανείς να αναγνωρίσει έναν σκοπό, δεν μπορεί καν να αναγνωρίσει ένα νόημα. Πράγματι το νόημα δεν του αποκαλύπτεται όταν μπορεί απλά να πει: «αυτό συμβαίνει εξαιτίας» αντί να πει «ενόψει ποιου πράγματος συμβαίνει αυτό».
Αυτό προκύπτει ήδη από τη μελέτη μιας εκ των εννοιολογήσεων του «νοήματος», που το θεωρεί συνώνυμο ή εξειδίκευση της «κατεύθυνσης», δηλαδή ως ένδειξη μιας πορείας «προς τα εκεί…». Η ανάγκη νοήματος, με τη βαθύτερη έννοια, εμφανίζεται και στον διαφορετικό τρόπο που σε συγκεκριμένες περιστάσεις προσεγγίζεται το ερώτημα «γιατί;». Για παράδειγμα, αναρωτιόμαστε «γιατί η λευχαιμία οδήγησε στο θάνατο αυτού του αθώου παιδιού;». Εάν η απάντησή μας περιοριζόταν σε γενετικές, περιβαλλοντικές και φυσιολογικές αιτίες που είναι ικανές να «εξηγήσουν» αυτό το τρομερό κακό, σίγουρα δεν θα θεωρούσαμε ότι πήραμε και την απάντηση που ψάχνουμε.
Ο λόγος για τον οποίο θα θέλαμε να μάθουμε, έχει ακριβώς να κάνει με το «αγωνιώδες πρόβλημα του κακού», το οποίο έχει ταλαιπωρήσει για αιώνες τη φιλοσοφία και τη θεολογία και στο οποίο καμία επιστήμη δεν μπορεί να απαντήσει, ακριβώς επειδή είναι ένα υπαρξιακό ερώτημα που αναζητά μια αίσθηση νοηματοδότησης αυτού του φυσικού γεγονότος, την πιθανότητα δηλαδή να το εγγράψει σε κάποιο σχέδιο ή σκοπό όπου αυτό δεν θα μπορεί πλέον να εμφανίζεται ως το απόλυτο κακό. Επομένως, η παγκοσμιοποίηση του μηχανιστικο-επιστημονικού σχήματος, το οποίο αναλύσαμε σε αυτόν τον τόμο, κατέληξε να καταστείλει το νόημα, όχι μόνο όσον αφορά τον άψυχο κόσμο, αλλά και όσον αφορά τον κόσμο της ζωής, ακόμη κι αν αυτή κατανοείται αποκλειστικά και μόνο με τη βιολογική της έννοια.
Το τελευταίο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση έγινε με τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου: ενώ ο εξελικτισμός του Λαμάρκ αναγνώριζε ακόμη στη ζωντανή ύλη μια εγγενή τάση να δημιουργεί, στο υψηλότερο επίπεδο συμβατό με τις περιβαλλοντικές συνθήκες, ένα ενυπάρχον σχέδιο, η θεωρία του Δαρβίνου εφαρμόζει στα έμβια όντα το σχήμα μιας ντετερμινιστικής πορείας της ζωής ως το αποτέλεσμα αμιγώς εξωτερικών αιτιών, που ενεργούν χωρίς ένα σχέδιο και σε υλικές συνθήκες που προκύπτουν τυχαία. Έτσι ο άνθρωπος γίνεται απλά το προϊόν αυτών των τυχαίων μηχανισμών όχι μόνο σε σχέση με τη βιολογική του δομή, αλλά και (σύμφωνα με τις νατουραλιστικές προοπτικές που έχουμε λάβει υπόψη) σε όλες τις «υψηλότερες» διαστάσεις του.
Φαίνεται λοιπόν αναπόφευκτο ότι μέσα στα ερμηνευτικά πλαίσια του ανθρώπου και του κόσμου που παρέχονται από το σύμπλεγμα των επιστημών, δεν μπορούν καν να διατυπωθούν ερωτήματα σχετικά με το νόημα της ζωής. Στην πραγματικότητα, αυτά τα ερωτήματα είναι δυνατά μόνο αν θεωρήσουμε ότι μπορεί να υπάρχουν διαστάσεις της πραγματικότητας -και της ύπαρξης- που δεν μπορούν να εκπέσουν σε αυτό που είναι εμπειρικά εξακριβώσιμο ή επαληθεύσιμο και για τα οποία μπορεί ωστόσο να γίνει μια ορθολογική έρευνα.
Το να διασχίσουν τον ορίζοντα της εμπειρισμού δεν τα καταδικάζει να είναι «χωρίς νόημα», ούτε τα υποβιβάζει σε απλές συναισθηματικές καταστάσεις, απαιτεί όμως την αποδοχή σημασιολογικών κριτηρίων που είναι διαφορετικά από εκείνα που υιοθετήθηκαν από τις επιστήμες, και αυτό για το απλό γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι «καταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται» όταν τίθενται αυτά τα ερωτήματα (κάτι που θα ήταν αδύνατο αν δεν είχαν νόημα), και όχι μόνο· συνειδητοποιούν ότι αυτά είναι ακριβώς τα θεμελιώδη ζητήματα που μας θέτει ο κόσμος της ζωής: τα προβλήματα νοήματος, δηλαδή υπαρξιακού προσανατολισμού και όχι η αιτιώδης εξήγηση των γεγονότων.
***
* Evandro Agazzi, Le rivoluzioni scientifiche e la civiltà dell’occidente, Fondazione Boroli, Milano (2008) σελ. 274 – 278.
Μετάφραση και προλογισμός: Γιώργος Κουτσαντώνης
Πηγή: respublica.gr
Αντικλείδι , https://antikleidi.com
Όταν ανατέμνω τις ιδεολογικές ψευδαισθήσεις των «δεξιών» πλείστοι όσοι με θεωρούν «αριστερό»· όταν υποβάλλω σε βάσανο τις αντίστοιχες αυταπάτες των «αριστερών», πλείστοι όσοι με χαρακτηρίζουν «δεξιό».
Π Κονδύλης
Καλημέρα !!

Όλα είναι ένα
Ο Ηράκλειτος φαίνεται πως από τότε γνώριζε αυτό που πλέον ακούμε συχνά στις μέρες μας. Μιλάμε τόσο για την θεωρία συστημάτων αλλά και την κοινή Ουσία που διέπει τα πάντα κάτω από τον μανδύα της ύλης που αντιλαμβανόμαστε ως φυσικότητα. Από το πέταγμα της πεταλούδας και την θεωρία του Χάους, μέχρι το πως το μέσα μας αντανακλά το έξω από εμάς αλλά και τα κύματα φωτός που είναι κάτω από τα υποατομικά σωματίδια της ύλης. Με αυτή την γνώση, ίσως μπορέσουμε να συμφιλιωθούμε με την ιδέα, αλλά και να δούμε, ότι στο σύνολο σαν ανθρωπότητα ό,τι βιώνουμε, είναι μια αντανάκλαση του τι συνολικά συμβαίνει μέσα μας.
Λέον Τολστόι: «Ευτυχία δεν είναι να κάνεις πάντα αυτό που θέλεις, αλλά να θέλεις πάντα αυτό που κάνεις»
Επιθεωρώντας αμπελώνες στα ορεινά δερβενοχώρια !



Η πηγή της Κυράς ή αλλιώς πηγή Φυλής είναι μία πηγή της κεντρικής Πάρνηθας με πλούσια λαογραφική ιστορία αλλά και αναφορές για περίεργα φαινόμενα από τους κατοίκους της περιοχής.



Διαβάζοντας το διήγημα : Για μια χλαίνη και ένα ζευγάρι άρβυλα.

Μια σύντομη ανάλυση του ορθολογισμού
Ο ορθολογισμός ή ρασιοναλισμός είναι μια κατεύθυνση της φιλοσοφίας που αποδέχεται ως γνώμονα και αφετηρία της γνώσεως τη λογική σκέψη. Από την περίοδο του διαφωτισμού ο ορθολογισμός συνδέεται συνήθως με την εισαγωγή των μαθηματικών μεθόδων στη φιλοσοφία, αρχικά με το έργο των Ντεκάρτ, Λάιμπνιτς και Σπινόζα.
Δηλαδή, τα βασικά στοιχεία της γνώσης μπορούν να αναζητηθούν στο νου μας. H γνώση αυτή μπορεί να αποκληθεί a priori ή προ-εμπειρική, αφού φαίνεται να είναι δυνατή πριν ή ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εμπειρία. Παρ’ όλο που το πρόβλημα της προέλευσης της γνώσης και οι βασικές αντίθετες τοποθετήσεις δεν αναλύθηκαν εκτενώς πριν από τη νεότερη εποχή, στην αρχαιότητα σημαντικός εκπρόσωπος της ορθολογιστικής προσέγγισης μπορεί να θεωρηθεί ο Πλάτων. Για τον Πλάτωνα η ανθρώπινη γνώση βασίζεται κατ’ αρχάς στην ανάμνηση των ιδεών που έχει αντικρίσει η αθάνατη ψυχή προτού ενσαρκωθεί στο σώμα.
Ο ορθολογισμός δηλαδή είναι η συνολική φιλοσοφική κατεύθυνση που αποδέχεται ως γνώμονα και αφετηρία της γνώσης τη λογική σκέψη. Από την περίοδο του Διαφωτισμού ο ορθολογισμός συνδέεται συνήθως με την εισαγωγή των μαθηματικών μεθόδων στη φιλοσοφία, αρχικά με το έργο των Ντεκάρτ, Λάιμπνιτς και Σπινόζα.
Ο ορθολογισμός συχνά έρχεται σε αντιπαράθεση με τον εμπειρισμό. Στη πράξη οι απόψεις αυτές δεν αποκλείονται αμοιβαία, αφού για παράδειγμα η φιλοσοφία της επιστήμης είναι και ορθολογιστική και εμπειρική. Αν τραβήξουμε όμως τον εμπειρισμό στα άκρα, θεωρούμε ότι όλες οι ιδέες προέρχονται από την εμπειρία, είτε μέσω των πέντε εξωτερικών αισθήσεων, είτε μέσω των εσωτερικών αισθήσεων όπως ο πόνος και η ευχαρίστηση, και επομένως ότι η γνώση βασίζεται ουσιαστικά στην εμπειρία.
Αντιστοίχως, ορισμένες εκδοχές του ορθολογισμού υποστηρίζουν ότι ξεκινώντας με βασικές θεμελιώδεις αρχές, όπως τα αξιώματα της γεωμετρίας, θα μπορούσε κανείς να αντλήσει απαγωγικά το σύνολο ολόκληρης της δυνατής γνώσης. Οι φιλόσοφοι που υποστήριζαν περισσότερο την άποψη αυτή ήταν ο Σπινόζα και ο Λάιμπνιτς, οι προσπάθειες των οποίων να αντιμετωπίσουν τα επιστημολογικά και μεταφυσικά προβλήματα που έθεσε ο Ντεκάρτ οδήγησαν σε ανάπτυξη μιας κάπως θεμελιοκρατικής προσέγγισης του ορθολογισμού. Τόσο ο Σπινόζα όσο και ο Λάιμπνιτς υποστήριζαν ότι κατ’ αρχήν τουλάχιστον όλες οι γνώσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιστημονικών γνώσεων, μπορούν να αποκτηθούν με τη χρήση του ορθού λόγου και μόνο. Αν και οι δύο παραδέχονταν ότι αυτό δεν είναι δυνατό στην πράξη για τον άνθρωπο, παρά μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές της επιστήμης όπως είναι τα μαθηματικά.
Με την κατάλληλη νοητική άσκηση και μέσα από τη μελέτη των μαθηματικών, η ψυχή μπορεί να γνωρίσει τη βαθύτερη πνευματική πραγματικότητα των ιδεών, οι οποίες υπάρχουν αιώνια, ενώ ο υλικός κόσμος αποτελεί ατελή αντανάκλαση τους.

Πρώτος μεγάλος ορθολογιστής των νεότερων χρόνων είναι αναμφισβήτητα ο Ντεκάρτ (Καρτέσιος). Για τον Ντεκάρτ η κατασκευή ενός συμπαγούς οικοδομήματος της γνώσης οφείλει να στηριχτεί στις πεποιθήσεις εκείνες που ο ορθός λόγος έχει θωρακίσει τόσο ισχυρά, ώστε τίποτα απολύτως να μην μπορεί να τις κλονίσει. Για να μπορέσουμε να εντοπίσουμε τέτοιου είδους πεποιθήσεις, ο Ντεκάρτ προτείνει να εφαρμόσουμε τη μέθοδο της συστηματικής αμφιβολίας: μας καλεί δηλαδή να διανύσουμε το πλήρες φάσμα των πεποιθήσεων μας και να επιλέξουμε, στο τέλος της διαδικασίας, αυτές γα τις οποίες στάθηκε αδύνατον να αμφιβάλουμε.
O Ντεκάρτ επικαλείται τα κριτήρια της σαφήνειας και την ευκρίνειας, χαρακτηριστικά που συνοδεύουν πάντα τις αληθείς ιδέες μας και τις καθιστούν εναργείς. Οι βασικές μας ιδέες, οι οποίες αποτελούν παραστάσεις των ουσιωδών χαρακτηριστικών των υλικών και των πνευματικών όντων, έχουν εμφυτευθεί στον νου μας από τον Θεό. Τις έμφυτες αυτές ιδέες τις συλλαμβάνουμε ενορατικά και άμεσα, χωρίς να χρειάζεται να ακολουθήσουμε κάποια συλλογιστική διαδικασία. Ακόμη και το «σκέφτομαι, [άρα] υπάρχω» δε χρειάζεται το συμπερασματικό «άρα», εφόσον προβάλλει στον νου μας με άμεση βεβαιότητα και δεν αποτελεί συμπέρασμα μιας συλλογιστικής διαδικασίας.
O τρόπος με τον οποίο ο Ντεκάρτ επιχειρεί να αξιοποιήσει την απόλυτη (αλλά πολύ περιορισμένη) αυτή βεβαιότητα και πάνω της να οικοδομήσει τη γνώση του πραγματικού κόσμου μελετάται και ερμηνεύεται από τους φιλοσόφους μέχρι σήμερα.
Άλλοι ορθολογιστές, που προσπάθησαν να βελτιώσουν τη θεώρηση του Ντεκάρτ και οπωσδήποτε να αποφύγουν τις παγίδες στις οποίες τον οδήγησε η υπερβολική μεθοδολογική του αμφιβολία, είναι ο Ολλανδός Μπαρούχ Σπινόζα (17ος αιώνας) και ο Γερμανός Γκοτφριντ Λάιμπνιτς (17ος-18ος αιώνας).
Οι δύο τελευταίοι υποστηρίζουν ότι ξεκινώντας από βασικές θεμελιώδεις αρχές, όπως τα αξιώματα της γεωμετρίας, θα μπορούσε κανείς να αντλήσει απαγωγικά το σύνολο ολόκληρης της δυνατής γνώσης. Έτσι, προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τα επιστημολογικά και μεταφυσικά προβλήματα που έθεσε ο Ντεκάρτ και που οδήγησαν στην ανάπτυξη μιας κάπως θεμελιοκρατικής προσέγγισης του ορθολογισμού.
Τόσο ο Σπινόζα όσο και ο Λάιμπνιτς υποστήριζαν ότι κατ’ αρχήν τουλάχιστον όλες οι γνώσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιστημονικών γνώσεων, μπορούν να αποκτηθούν με τη χρήση του ορθού λόγου και μόνο. Αν και οι δύο παραδέχονταν ότι αυτό δεν είναι δυνατό στην πράξη για τον άνθρωπο, παρά μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές της επιστήμης όπως είναι τα μαθηματικά.
Επίσης, σύμφωνα με τους Λάιμπνιτς και Σπινόζα ο νους μας μπορεί να κατανοήσει τα βασικά στοιχεία της δομής της πραγματικότητας στηριζόμενος στη χρησιμοποίηση έμφυτων ιδεών και λογικών αρχών.
O σημαντικότερος ίσως ορθολογιστής των νεότερων χρόνων είναι ο Χέγκελ, ο οποίος πίστευε ότι ο ορθός λόγος του επέτρεπε να κατανοήσει πλήρως και να προβλέψει την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας.
Αντικλείδι , https://antikleidi.com


