Δέσιμο σανού δια χειρός ή πιο σώστα με τα εργαλεία του Γκίκα!




Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
Δέσιμο σανού δια χειρός ή πιο σώστα με τα εργαλεία του Γκίκα!




Ζακ Πρεβέρ
ΑΠΟΓΡΑΦΗ
Μία πέτρα
δύο σπίτια
τρία ερείπια
τέσσερις νεκροθάφτες
ένας κήπος
λουλούδια
ένα ρακούν
μια ντουζίνα στρείδια ένα λεμόνι ένα ψωμί
μια ηλιαχτίδα
σαράντα κύματα
έξι μουσικοί
μια πόρτα με την ψάθα της
ένας κύριος παρασημοφορημένος με το Τάγμα του Σωτήρος
άλλο ένα ρακούν
Πρωινή σοδειά photo by manolis 
Καλημέρα καλή Κυριακή !


Photo by parissakis 
Η ζωή είναι ένα υπέροχο παιχνίδι, που σου μαθαίνει να είσαι σωστός παίκτης. Όταν βαλτώνεις σε καταστάσεις και σε πιέζουν συμπεριφορές, νιώθεις πως όλα έχουν τελειώσει και είσαι αδύναμος να κάνεις οτιδήποτε για να ανακάμψεις. Νιώθεις πως δεν έχεις άλλες κινήσεις.
Αλλά αυτό ποτέ δεν ισχύει. Πάντα έχεις επιλογές. Οι δυσκολίες έρχονται στην ζωή μας για να μας αποδείξουν πόσο δυνατοί είμαστε. Έρχονται επίσης και για να μας κάνουν ακόμη δυνατότερους. Οι δυσκολίες είναι μάλλον το τέλειο μέσον για να γίνουμε καλύτεροι. Σε όλα.
Να μηδενίζεις και να ξεκινάς από την αρχή. Αυτό θα σου δώσει δυνάμεις που δεν πίστευες ούτε εσύ πως είχες.
ΑΦΙΕΡΏΜΑΤΑ
ΠΟΛΕΜΙΚΈΣ ΑΝΑΜΕΤΡΉΣΕΙΣ
Η Μάχη της Μαντινείας
Στην κρίσιμη μάχη για την πρωτοκαθεδρία του ελλαδικού χώρου, που δόθηκε το 362 π.Χ., ο Επαμεινώνδας νίκησε Σπαρτιάτες και Αθηναίους με τον σχηματισμό της λοξής φάλαγγας. Τραυματίστηκε, όμως, θανάσιμα…

Ο θάνατος του Επαμεινώνδα στη Μαντίνεια
Μετά τη Μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.), η κυριαρχία της Θήβας στον ελλαδικό χώρο ήταν αναμφισβήτητη. Αθήνα και Σπάρτη βρίσκονταν σε προφανή παρακμή.
Οι Θηβαίοι, με επικεφαλής του στρατηγούς Πελοπίδα και Επαμεινώνδα, είχαν δημιουργήσει στην Πελοπόννησο το Κοινό των Αρκάδων, με φιλικές προς αυτούς πόλεις. Η Σπάρτη προσπάθησε να το διασπάσει, προσεταιριζόμενη κάποιες από αυτές τις πόλεις, προκειμένου να ανακτήσει τον βαρύνοντα ρόλο της στη Πελοπόννησο. Τα κατάφερε με τη Μαντίνεια, αλλά αυτή η εξέλιξη δυσαρέστησε τον Επαμεινώνδα, που πέρασε για τέταρτη φορά τον Ισθμό για να βάλει τάξη στην ηγεμονία της Θήβας.
Επιτέθηκε με τον στρατό του αιφνιδιαστικά στη Σπάρτη, αλλά ο Αγησίλαος Β’ απέκρουσε την επίθεση με επιτυχία (Ιούνιος 362 π.Χ). Ο Επαμεινώνδας υποχώρησε στο Αρκαδικό οροπέδιο κοντά στη Μαντίνεια (13 χλμ. βόρεια της Τρίπολης), όπου στρατοπέδευσε για να αναμετρηθεί με τους αντιπάλους του. Η κρίσιμη μάχη για την πρωτοκαθεδρία του ελλαδικού χώρου δόθηκε στις 4 Ιουλίου του 362 π.Χ. (κατ’ άλλους στις 27 Ιουνίου). Το πεδίο της μάχης τοποθετείται στο πιo στενό τμήμα του οροπεδίου της Τρίπολης, 6.5 χιλιόμετρα νότια της Μαντινείας ανάμεσα στα βουνά Μύτικας, πρόβολο του Μαινάλου Όρους και Καπνίστρα, αντέρεισμα του Παρθενίου Όρους.
Από τη μία πλευρά παρατάχθηκαν οι Σπαρτιάτες με τους συμμάχους τους (Αθηναίους, Ηλείους, Αχαιούς, Φλειασίους και Μαντινείς), υπό τον Αγησίλαο Β’. Οι δυνάμεις τους ανέρχονταν σε 20.000 πεζούς και 2.000 ιππείς. Από την άλλη πλευρά, οι Θηβαίοι με τους συμμάχους τους (Ευβοείς, Λοκρούς, Μαλιείς, Αινιάνες, Θεσσαλούς, Αρκάδες, Αργείους και Μεσσηνίους), παρέταξαν ένα στρατό αποτελούμενο από 30.000 πεζούς και 3.000 ιππείς.
Χρησιμοποιώντας μια βελτιωμένη εκδοχή της λοξής φάλαγγας (διαγώνια παράταξη των οπλιτών με ενίσχυση εις βάθος του ενός άκρου), που είχε πρωτοπαρουσιάσει στα Λεύκτρα ο Επαμεινώνδας, επιτέθηκε στους αντιπάλους και κατόρθωσε να τους απωθήσει, αποκτώντας την πρωτοβουλία των κινήσεων στη μάχη. Κι ενώ η νίκη φαινόταν να κλείνει προς την πλευρά των Θηβαίων, ο Επαμεινώνδας, που πολεμούσε στην πρώτη γραμμή, πληγώθηκε και άφησε την τελευταία του πνοή επί του πεδίου της μάχης.
Ο θάνατος του αρχηγού τους προκάλεσε σύγχυση στους Θηβαίους, με αποτέλεσμα η μάχη να λήξει χωρίς νικητή. Τυπικά, νικητές ήταν οι Θηβαίοι, επειδή πρώτοι οι Λακεδαιμόνιοι έκαναν αίτηση ανακωχής για την ταφή των νεκρών, έπειτα από πολλούς δισταγμούς. Σύμφωνα με τις ελληνικές αντιλήψεις, αίτηση ανακωχής σήμαινε και αναγνώριση ήττας. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Αθηναίος ιππέας Γρύλλος, γιος του σπουδαίου ιστορικού Ξενοφώντα, ο οποίος εισφέρει πολλές πληροφορίες για τη μάχη, στο έργο του Ελληνικά.
Η Μάχη της Μαντινείας με την τροπή που πήρε σήμανε το τέλος της Θηβαϊκής Ηγεμονίας. Κατέδειξε, ακόμη, ότι όλες οι μεγάλες δυνάμεις του ελλαδικού χώρου είχαν παρακμάσει οριστικά, με αποτέλεσμα να ανοίξει ο δρόμος για την επικράτηση των Μακεδόνων του Φιλίππου Β’.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/290?utm_campaign=content&utm_source=newsletter&utm_medium=email
© SanSimera.gr








Ο παραδοσιακός ναΐσκος των εγκαταλελειμμένων παιδιών
01/07/2019
Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Η πρόσοψη του Ναού των Αγίων Αναργύρων όπως διατηρείται σήμερα.
Η πλατεία Ελευθερίας, γνωστή στους περισσότερους ως πλατεία Κουμουνδούρου, είναι από τις πρώτες που δημιουργήθηκαν στη νεοσύστατη ελληνική πρωτεύουσα. Το σχέδιο Κλέντσε προέβλεπε στην περιοχή κάποιες πλατείες, αλλά η μόνη που φαίνεται να υλοποιήθηκε, είναι η πλατεία αυτή. Το γεγονός ότι εκεί κατοικούσε ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, με το αρχοντικό του να έχει πρόσοψη στην πλατεία, υπήρξε μείζον γεγονός που επηρέασε την ονομασία αλλά και τη λειτουργία της πλατείας. Απέκτησε αίγλη και βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Όταν γραφεί η ιστορία της, ένας χρυσός κρίκος θα προστεθεί στην ιστορική αλυσίδα των Αθηνών.
Υπάρχει όμως, επί της νοτιοανατολικής πλευράς της πλατείας, προς την οδό Πειραιώς και ο καλαίσθητος ναΐσκος των Αγίων Αναργύρων, ο οποίος ανήμερα της εορτής του παρουσιάζει ακόμη ιδιαίτερη κινητικότητα. Ο μικρός αυτός ναός, είναι ο μόνος που γνώρισε την πραγματική εξέλιξη της αθηναϊκής κοινωνίας και κατέχει μια πρωτιά: Στον ναΐσκο αυτόν έχουν βαπτισθεί τα περισσότερα παιδιά από κάθε άλλο ναό, μικρό ή μεγάλο, σε όλη την Ελλάδα! Ανήκει στο Δημοτικό Βρεφοκομείο Αθηνών, το οποίο για μία περίπου εκατονταετία στεγαζόταν στο παρακείμενο επιβλητικό κτίριο, το οποίο στα νεότερα χρόνια μετετράπη σε Δημοτική Πινακοθήκη για να περιέλθει εντέλει ουσιαστικώς σε αχρησία.

Το κτήριο του Δημοτικού Βρεφοκομείου Αθηνών επί της οδού Πειραιώς, σήμερα Δημοτική Πινακοθήκη.
Το Δημοτικό Βρεφοκομείο
Οι πληροφορίες εχάθησαν στο πέρασμα του χρόνου ή τις κράτησαν καλά κρυμμένες τα δεκάδες χιλιάδες παιδιά που γνώρισαν τη ζωή και απέκτησαν τις πρώτες εντυπώσεις τους στα όρια μιας πλατείας και στην εξώθυρα ενός μικρού ναού. Ήταν τα «έκθετα» παιδιά, απόρροια των κοινωνικών συνθηκών και της φτώχειας που γνώρισε η ελληνική κοινωνία, και όσα ακόμη επιζούν φροντίζουν κάθε χρόνο, ανήμερα της γιορτής των Αγίων Αναργύρων, να ανάβουν ένα κεράκι στον ναό , την εκκλησία όπου άφησαν τα παιδικά όνειρα και τις πρώτες εντυπώσεις τους από τη ζωή.
Το Δημοτικό Βρεφοκομείο Αθηνών ιδρύθηκε το 1859. Υπήρξε το πρώτο ίδρυμα προστασίας για το εγκαταλελειμμένο βρέφος και τη θηλάζουσα μητέρα. Για μία εκατονταετία κατέστη ίδρυμα για το Παιδί με πανελλήνιο χαρακτήρα. Ενάντια σε κάθε λογική και νομικό ορισμό, συγκέντρωνε τα εγκαταλελειμμένα παιδιά ολόκληρης της Ελλάδας, φρόντιζε για την προστασία και την επιβίωσή τους, ιδιαίτερα στις περιόδους εθνικών κρίσεων[1]. Από το 1945 και μετά, η κοινωνική πρόοδος και η προσαρμογή του Ιδρύματος στις διεθνείς προδιαγραφές, του επέτρεψαν να εισέλθει σε μια νέα φάση και να αναζητήσει τον καινούργιο ρόλο του, αποφορτιζόμενο πλέον από τον πανελλήνιο χαρακτήρα του. Η αναδιάταξη των σκοπών του εγκαινιάζεται με τη δημιουργία δικτύου Παιδικών Σταθμών, το οποίο ισομερώς αναπτύσσεται σε όλη την πρωτεύουσα.


Η ανέγερση του ναού
Τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, το Δημοτικό Βρεφοκομείο στεγαζόταν σε διάφορα σπίτια της πόλης των Αθηνών. Λειτουργούσε χάρη στις προσφορές μιας δράκας πλούσιων Ελλήνων του εσωτερικού και του εξωτερικού και μιας ομάδας γυναικών που αφιέρωσαν τη ζωή τους στα εγκαταλελειμμένα παιδιά. Λόγω των συνθηκών της εποχής, οι απώλειες σε παιδικές ζωές ξεπερνούσαν κάθε πρόβλεψη αλλά και τα όρια της λογικής. Στα δύσκολα χρόνια του 19ου αιώνα, ακόμη και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού, υπήρξαν χρονιές που η βρεφική θνησιμότητα έφθανε το 60% ή το 70%. Ωστόσο, οι δυσκολίες δεν μπορούσαν να ανατρέψουν τις χριστιανικές συνήθειες. Τα χιλιάδες παιδιά του Βρεφοκομείου έπρεπε να βαφτίζονται ή να φεύγουν από τη ζωή ως χριστιανοί.
Όταν λοιπόν το Δημοτικό Βρεφοκομείο απέκτησε (1874) το δικό του κτίριο, απασχολούσε και έναν ιερέα για τις ανάγκες του. Παρά τις δυσχερέστατες οικονομικές συνθήκες, ήδη από το 1887 αρχίζουν οι συζητήσεις για την ανέγερση ναού. Χρειάστηκαν έξι χρόνια ώσπου να προωθηθούν οι απαραίτητες διαδικασίες από τον μηχανικό του δήμου Αθηναίων Σταμάτη Λάρδη, ο οποίος κατήρτισε και τα σχέδια του ναού. Οι δυσχέρειες ήρθησαν όταν άπλωσε το φιλάνθρωπο χέρι της η βασίλισσα Όλγα, η οποία φρόντισε το 1892 να θεμελιώσει τον μικρό ναό, εκεί όπου μέχρι τότε υπήρχαν παραπήγματα με πλυντήρια για τις ανάγκες του Βρεφοκομείου[2].

Ο Παντοκράτωρ του Ναού. Έργο του αγιογράφου Ζαχαρία Αγραφιώτη.
Η αγιογράφηση
Η πλατεία Κουμουνδούρου ήταν ακόμη μια απέραντη αλάνα και ο ανοιχτός ορίζοντάς της έφθανε έως τη σημερινή πλατεία Δημαρχείου. Ο θεμέλιος λίθος που κατετέθη έγραφε: «Βασιλεύοντος των Ελλήνων Γεωργίου του Β΄/Η του Δημοτικού Βρεφοκομείου Προστάτις Βασίλισσα Όλγα/τον θεμέλιον του Ναού τούτου λίθον/ιδία χειρί κατέθετο/τη ΙΒ΄ Νοεμβρίου του Σωτηρίου έτους ΑΩΡΒ/ευλογούσης της Εκκλησίας…»[3]. Η ανέγερση του Ναού ολοκληρώθηκε το 1893 από τον εργολάβο Εμμανουήλ Μπρέρε και από τότε συνεχίζει τη λειτουργία του έως σήμερα. Με την αγιογράφηση του ναού ασχολήθηκαν σπουδαίοι Έλληνες, όπως οι Νικηφόρος Λύτρας, Σπύρος Προσαλέντης και Νικόλαος Ξυδιάς που έκριναν τις αγιογραφίες[4].

Εικόνα του Ιησού Χριστού. Δωρεά Ν. Κυριακού (1915).
Ανάμεσά τους και ο Άγιος Ιωάννης του Γεώργιου Αντωνιάδη. Τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα συνέχισε την αγιογράφηση ο Ζαχαρίας Αγραφιώτης, που φιλοτέχνησε τον Παντοκράτορα, οκτώ Αποστόλους, δύο Ευαγγελιστές, τον Ιωάννη και τον Ματθαίο, και διακόσμησε τον τρούλο, χρύσωσε το πλαίσιο των προφητών, διακόσμησε το στρογγυλό περίζωμα κάτω από τον τρούλο και συμπλήρωσε την διακόσμηση του τόξου κάτω από την Πλατυτέρα[5]. Ο ίδιος φιλοτέχνησε τις εικόνες των Τριών Ιεραρχών και του Αγίου Μανδηλίου του Χριστού. Η αγιογράφηση συνεχίστηκε το 1920 από τον Ν. Καρακαλπάκη[6].

O «Άρχων Μιχαήλ» του αγιογράφου Γ. Β. Αντωνιάδη, έργο του 1894.
Κουρασμένα βήματα
Δύο φορές τον χρόνο, την 1η Ιουλίου και την 1η Νοεμβρίου, στη μικρή αυτή γωνιά της ελληνικής γης, στο κέντρο της ελληνικής πρωτευούσης, ρομαντικοί ιερείς επιμένουν να τηρούν την παράδοση. Αφιερώνουν εσπερινούς, λειτουργίες και ακολουθίες στις μικρές ανθρώπινες ψυχές που έφυγαν άδικα ή πρόωρα από τη ζωή ή γνώρισαν τη θαλπωρή και τη χριστιανική πίστη στα λίγα τετραγωνικά του ναού των Αγίων Αναργύρων της πλατείας Κουμουνδούρου. Μόνο που κάθε χρόνο και λιγότεροι είναι πλέον οι υπερήλικες που σύρουν τα κουρασμένα βήματά τους στα σκαλιά του ναού όπου βαπτίστηκαν.
Όσο για την πλατεία και την ονομασία της είναι από τις περιπτώσεις στις οποίες ο λαός δεν υπήκουσε στις επίσημες αποφάσεις. Είναι στου Κουμουνδούρου, έλεγαν όσοι ήθελαν να προσδιορίσουν την πλατεία τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Από στόμα σε στόμα η παράδοση υπερίσχυσε του τύπου. Παρά το γεγονός ότι ο αείμνηστος Αλ. Κουμουνδούρος έφυγε από τη ζωή το 1883 και καταβλήθηκε προσπάθεια να καθιερωθεί η ονομασία Ελευθερίας, ως πλατεία Κουμουνδούρου την αναγνωρίζουμε οι περισσότεροι, ενώ στην καλύτερη περίπτωση προστίθεται δίπλα και το Ελευθερίας!